Τελευταίο αντίο στον Θανάση Βέγγο

ΚΗΔΕΙΑ ΒΕΓΓΟΥ 04/05 ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ ΔΕΛΤΙΟ

  • Στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνας στο Θησείο τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία του λαοφιλούς ηθοποιού. Ο Θάνασης Βέγγος έφυγε από τη ζωή την Τρίτη, σε ηλικία 84 ετών, μετά από πολύμηνη νοσηλεία στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός»

«Σήμερα αποχαιρετάμε τον αγαπημένο συνάδελφο Θανάση Βέγγο. Τον αγαπήσαμε γιατί ήταν ένας από μας. Ένας Έλληνας, ο μέσος Έλληνας, που προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με όποιον τρόπο, χωρίς να προδίδει τις αρχές του», αναφέρει το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ).

Τελευταίο αντίο στον Θανάση Βέγγο

«Παιδί της εργατικής τάξης, πήρε από νωρίς καθαρή θέση στη ζωή. Αυτό τον οδήγησε εξόριστο στη Μακρόνησο, όπου γνώρισε το Νίκο Κούνδουρο κι έτσι βρέθηκε τυχαία στο επάγγελμά μας. Το ταλέντο του και το ήθος του γρήγορα τον καθιέρωσαν στη συνείδηση του κοινού αλλά και τη δική μας.

Τίμησε, με το έργο του και τη στάση ζωής του, την έννοια του αγώνα και του δίκιου. Τίμησε τον ίδιο το ρόλο του καλλιτέχνη. Ευχόμαστε το παράδειγμά του να εμπνεύσει όλους μας. Ειδικά στις μέρες μας έχει ιδιαίτερη αξία», συμπληρώνει το Σωματείο.

Τελευταίο αντίο στον Θανάση Βέγγο

Γεννημένος στο μεσοπόλεμο, ο Θανάσης Βέγγος, ένιωσε από μικρός το ζόρι της φτώχιας, της αδικίας, της πίεσης, το δράμα της ίδιας της Ελλάδας με λίγες λέξεις. Στα 26 του, ο Νίκος Κούνδουρος, γνωριμία από τα χρόνια της «αναμόρφωσης» στη Μακρόνησο, θα του εμπιστευθεί ένα ρόλο στην «Μαγική πόλη». Έτσι ξεκίνησε να ρολάρει στο χώρο της τέχνης. Όχι μόνον ως ηθοποιός, αλλά κάνοντας κάθε δουλειά υποστήριξης στα συνεργεία των πλατό.

Έτσι ήρθε ο «Δράκος», οι «Διακοπές στην Αίγινα», η «Μανταλένα», η «Συννεφιασμένη Κυριακή», ο «Ηλίας του 16ου», το «Ποτέ την Κυριακή». Έτσι ήρθε όλη του η ζωή, ο γάμος με την Ασημίνα, τα δυο τους αγόρια, η οικογένεια τουs δηλαδή, και η σπουδαία πορεία του, σαν καλλιτέχνης, σύζυγος, πατέρας, πάνω από όλα όμως σαν Άνθρωπος.

Ο Θανάσης Βέγγος αφήνει ένα τεράστιο καλλιτεχνικό κληροδότημα, που κάποιοι ενδεχομένως να ξεπεράσουν. Αυτό όμως που θα μείνει αξεπέραστο, ίσως και απροσπέλαστο, πια στις μέρες μας, είναι η στάση της ζωής του.

Ο Νίκος Κούνδουρος το έθεσε με πιο ακριβή τρόπο:

«Έπρεπε να τον δω στην Ειρήνη και στους Αχαρνής του Αριστοφάνη για να ξαναθυμηθώ με αίσθημα ανακούφισης αυτό που μπορούσε και δεν έκανε στο παρελθόν ο Βέγγος. Δικαιόπολις, Τρυγαίος, Στερψιάδης, Φιλοκλέων, Πισθέταιρος, Μνησίλοχος, Ξανθιάς, Βλέπυρος για να αναφέρω μερικούς από τους ήρωες του Αριστοφάνη …Ας προσθέσω ακόμη ότι ο Βέγγος λειτούργησε και σαν καταλύτης σε μια κοινωνία που αναγνώρισε στον ήρωα τα βασικά χαρακτηριστικά του, την περηφάνια της φτώχειας, την περιφρόνηση στην ταξική κοινωνία, τον τελικό θρίαμβο της καρδιάς και της ψυχής και τέλος, την αντρειοσύνη των ταπεινών και των κατατρεγμένων αυτού του κόσμου”

Πιο θεατρικά ο Κώστας Γεωργουσόπουλος κατέθεσε:
“… εκφράζει έντονα τη φιγούρα του αιώνιου Καραγκιόζη, τον πολίτη της Β΄ κατηγορίας συμπληρώνοντας το κενό για ένα τύπο που αποζητούσε ο μέσος νεοέλληνας για να ταυτιστεί μαζί του”.

Ενώ για το κομμάτι της κωμωδίας, ο Γιώργος Μιχαηλίδης σχολίασε:
«… έχει φτιάξει ένα πλάσμα κατασκευασμένο από όλα τα μέλη της ιστορίας της κωμωδίας. Και αυτό ήταν συνειδητό».

Επίσης ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι :
«έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου».

Τέλος, ο Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό:
«Στις πρόβες του “Τρελού του Λούνα Παρκ” (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. “Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβέ το”, έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του. “Κι όμως Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σ’ αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς, δεν βγαίνει συγκίνηση” του επεσήμανε ο σκηνοθέτης. Πράγματι στην πρόβα τζενεράλε ο Θανάσης κάθεται στο σκαμνάκι του μονολόγου και δίνει ρεσιτάλ. Κλαίγοντας τελείωσε. Όρθιοι χειροκροτούσαν. Τρέχει συγκινημένος και ο Μιχαηλίδης στα παρασκήνια. “Είδες Θανάση μου που είχα δίκιο;”. “Δάσκαλε: Δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες και μου παίρνουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά…”».
Αυλαία για τον Θανάση λοιπόν, που την λύπη για το θάνατό του, προσπαθεί να σβήσει η χαρά από την ύπαρξή του.

Κείμενο: Νικόλας Στ. Ζαλμάς, ΕΘΝΟΣ, 4/5/2011

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: