Πάλι για το θαύμα τής Λούλας Αναγνωστάκη

Στην Βέρα Ζαβιτσιάνου
Με πινελιές λόγια δίνει ζωή σε πρόσωπα. Τα προεκτείνει μέχρι το όριο της αντοχής τους. Καθημερινά πρόσωπα που γίνονται για λίγο πρωταγωνιστές. Τα ρούχα τους απομονώνουν αυτούς τους ανθρώπους -γιατί είναι ζωντανοί άνθρωποι- στο χρόνο. Και ο χρόνος γίνεται παιδικό παιχνίδι στα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη.
Τι μόνοι και τι γεμάτοι είναι οι ήρωες αυτοί. Τι βροχές φέρνουν, τι χειμώνες και τι χαμηλές ομιλίες. Οι ατάκες τους είναι αεράκι σε ώριμα στάχυα που είναι οι ψυχές των ανθρώπων. Δυνατά ποτά πίνουν σε σκοτεινά μπαρ και μετά σκυφτοί και νικημένοι πηγαίνουν σπίτι τους. Πολλές φορές το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία στεγάζει τους διαλόγους. Η μυστική ζωή τους ξεδιπλώνει εκπλήξεις.
Στα έργα της ερευνάται και ανακαλύπτεται το βαθύτερο νόημα της ζωής. Και δεν είναι υπερβολή να πω ότι: η Αναγνωστάκη ανοίγει και κλείνει τις πόρτες των ονείρων, όσο μαλαματένια και όσο σκληρά είναι αυτά. Μουσική και ποίηση συνυπάρχουν στις συνθέσεις της. Η ανάσα και το τσιγάρο του Καρόλου Κουν είναι πλάι και την εμψυχώνουν. Οπως με τον καιρό αλλάζουν οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους στα έργα της, η ψίχα, η ψυχή το κουκούτσι που αργότερα θα γίνει δέντρο και θα δώσει πολλούς καρπούς, δεν μεταβάλλεται, είναι φτιαγμένο από μαγικά υλικά και διασώζει τον άνθρωπο και τις επιθυμίες του.
Ο Κουν, ο δάσκαλος, το θέατρο Τέχνης. Τι ρόλο, τι μεγάλο ρόλο που παίζουν οι δάσκαλοι υπαρκτοί και φανταστικοί. Με τα μαύρα της γυαλιά η Λούλα σαν πουλιά, πετάει το βλέμμα και τη σκέψη της πολύ μακριά. Είναι μια καλλιτέχνις που της ταιριάζει μόνο η αγάπη. Και το δίδυμο: Γιώργος Χειμωνάς – Λούλα Αναγνωστάκη ήτανε (και είναι) μια χημική ένωση που θα κάνει πολλά χρόνια να ξαναδημιουργηθεί. Λάμπει η Λούλα όταν μιλά και σε κοιτά.
Οταν δίνει οδηγίες στους ηθοποιούς για την παράσταση. Οι φιλίες της είναι μοναδικές και επτασφράγιστες. Με όλα αυτά και άλλα που υπονοώ θέλω να περιγράψω μια γυναίκα μεταξένια που το μαύρο τής ταιριάζει, αλλά και το βαθύ κόκκινο. Το λευκό του προσώπου της ομοιοκαταληκτεί με τον «ουρανό κατακόκκινο» του θεατρικού της έργου. Τα έργα της επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις και κλείνουν και ανοίγουν σαν βεντάλια. Ο χρόνος δεν τη σκέπτεται και εκείνη τον αγνοεί. Είναι νύχτα, το βελούδο του ουρανού έχει για μπέρτα και πηγαίνει στις φίλες της στο θέατρο να καπνίσει.
  • Γιάννης Κοντός, Βιβλιοθήκη, Πέμπτη 7 Απριλίου 2011
Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: