Μάγια Πλισέτσκαγια: «Κρίση στην Ελλάδα; Εχω ζήσει πολύ χειρότερα!»

  • Η 86χρονη μπαλαρίνα θρύλος μιλάει για την ερωτική σχέση της με τη χώρα μας και το Ηρώδειο
Μάγια Πλισέτσκαγια: «Κρίση στην Ελλάδα;  Εχω ζήσει πολύ χειρότερα!»
Ο τότε πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν και η Μάγια Πλισέτσκαγια τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στις 21 Δεκεμβρίου 2006, αμέσως μετά την απονομή τιμητικού τίιτλου στη θρυλική μπαλαρίνα για την εθνική προσφορά της
IΣΜΑ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ:  Πέμπτη 7 Απριλίου 201 Λίγο πριν από την εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στα 86 της χρόνια, η μπαλαρίνα θρύλος την οποία «φλέρταρε» ο Νουρέγεφ, μιλάει για την τέχνη τού χθες και του σήμερα, την ερωτική σχέση της με τη χώρα μας και το Ηρώδειο, τους νέους καλλιτέχνες και τις επίδοξες διαδόχους της

«Κρίση στην Ελλάδα; Αστειεύεστε, φαντάζομαι… Ξεχνάτε, φαίνεται, ότι εγώ έχω ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου σε μια πραγματικά δύσκολη κατάσταση, την πρώην Σοβιετική Ενωση. Δεν υπήρχε ελευθερία, νόμος ή τάξη, η διαφθορά βασίλευε παντού. Οσο για την οικονομία, πραγματικό χάος! Ας μη μιλάμε λοιπόν, τώρα, για δυσκολίες».

Λίγο πριν από την επικείμενη εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όπου, στα 85 της χρόνια, θα ερμηνεύσει το «Αve Μaya», την περίφημη χορογραφία που δημιούργησε ο Μορίς Μπεζάρ πριν από μερικά χρόνια ειδικά γι΄ αυτήν, η Μάγια Πλισέτσκαγια μιλάει στο «Βήμα» προβάλλοντας εξ αρχής το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της.
Η χορεύτρια-θρύλος, η πάλαι ποτέ βασίλισσα του σοβιετικού μπαλέτου, στο ταλέντο της οποίας υποκλίθηκαν τόσο οι ισχυροί της Γης όσο και εκατομμύρια απλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο, διατηρεί ζωντανές αναμνήσεις από τις προηγούμενες επισκέψεις της στην Ελλάδα. «Μπορεί να μπερδεύω θέατρα και ξενοδοχεία», λέει, «αλλά τις πόλεις τις θυμάμαι πάντοτε πολύ καλά. Πέρα από αυτό το γενικό, όμως, ποιος είναι άραγε αυτός που θα μπορούσε να ξεχάσει την Ακρόπολη; Εχω φωτογραφίες στον Παρθενώνα και θαυμάσιες αναμνήσεις από αυτή τη χώρα η οποία στάθηκε τόσο σημαντική για την τέχνη και τον πολιτισμό. Οσο για το Ηρώδειο, είναι ένα από τα ωραιότερα θέατρα του κόσμου, αν όχι το ωραιότερο».

Οι απαντήσεις της Πλισέτσκαγια αποπνέουν σταθερή αισιοδοξία για το παρόν και το μέλλον σε σχέση με το παρελθόν. «Η τέχνη υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει» λέει. «Είναι αλληλένδετη με την ίδια τη ζωή και καμιά οικονομική ή πολιτική συγκυρία δεν μπορεί να τη σκοτώσει. Το πιστεύω ακράδαντα: σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο για κάποιον να ασχοληθεί με την τέχνη. Η συμβουλή μου, λοιπόν, σε έναν νέο άνθρωπο που θέλει να κάνει καλλιτεχνική καριέρα θα ήταν να δει πρώτα αν έχει ταλέντο και αφού βεβαιωθεί πως πράγματι το διαθέτει, να κυνηγήσει το όνειρό του με όποιο κόστος».

Μιλώντας για τη σχέση της με το κοινό και για το πώς αυτή έχει εξελιχθεί στο πέρασμα του χρόνου, η θρυλική μπαλαρίνα λέει πως παραμένει πάντα η ίδια και βασίζεται σε μία μόνο αρχή: «Την απόλυτη παράδοση στην τέχνη». Δεν συμμερίζεται την περιρρέουσα γκρίνια περί έλλειψης ταλέντων στη σημερινή εποχή. «Υπάρχουν» υποστηρίζει «σπουδαίοι χορευτές σε πολλά μεγάλα συγκροτήματα». Η δική της διάδοχος έχει βρεθεί; Εδώ η Πλισέτσκαγια αντιδρά έντονα: «Οι βασιλείς και οι γονείς έχουν διαδόχους και απογόνους,οι καλλιτέχνες όχι.Στην τέχνη, αν έχεις πραγματικά κάτι να πεις,ποτέ δεν πρέπει να διαδέχεσαι κανέναν. Οφείλεις να είσαι μοναδικός, πρωτότυπος». Η λαμπερή καριέρα της σε σχέση με τις δυσκολίες που βίωσε στην πρώην Σοβιετική Ενωση επανέρχεται σταθερά στον λόγο της. Επαναλαμβάνει διαρκώς ότι όλα αυτά σαφώς επηρέασαν τόσο την ίδια όσο και τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός της αλλά είναι υπερήφανη που κατάφερε να υπερβεί τα εμπόδια και να πετύχει όσα πέτυχε. Ο τρόπος της αποδεικνύει ότι παρά τα δεκαεπτά χρόνια που πέρασαν από την κυκλοφορία της πρώτης αυτοβιογραφίας της με τίτλο «Εγώ, η Μάγια Πλισέτσκαγια», η οποία μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έγινε παγκόσμιο μπεστ-σέλερ, η ένταση μέσα της δεν έχει καταλαγιάσει.

Στο βιβλίο αυτό η Πλισέτσκαγια περιγράφει με τρόπο άκρως παραστατικό τη ζωή της- και μέσω αυτής τη ζωή του σοβιετικού καλλιτέχνηαπό τα τέλη του ΄30 ως τις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Στις σελίδες του βιβλίου (το οποίο το 2007 ακολούθησε ένα ακόμη, εξίσου επιτυχημένο, με τίτλο «Δεκατρία χρόνια μετά») ζωντανεύουν οι κυριότερες στιγμές αλλά και τα πολλά πρόσωπα της μπαλαρίνας: η τραυματική παιδική ηλικία, το πάθος για τον χορό, η επαγγελματική καταξίωση, οι συγκρούσεις με συναδέλφους αλλά και με τη σοβιετική εξουσία.

Μέσα από την αφήγηση η χορεύτρια που μαγνήτισε με την αντισυμβατική παρουσία της και ενέπνευσε χορογράφους όπως ο Μορίς Μπεζάρ και ο Ρολάν Πετί εναλλάσσεται με τη λαμπερή γυναίκα: τα κοσμικά κοκτέιλ πάρτι με τον Χρουστσόφ (ο ίδιος διηγούνταν μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι την είχε δει τόσες φορές στη «Λίμνη των Κύκνων»- το σήμα κατατεθέν της- ώστε στα όνειρά του ανακατεύονταν τανκς με… λευκό τούλι!), η φιλία με τον Ρόμπερτ Κένεντι, η γνωριμία με προσωπικότητες όπως ο Αντρέι Ζαχάροφ, ο Ζορζ Μπαλανσίν, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Ντμίτρι Σο στακόβιτς, ο Ρίτσαρντ Αβεντον και ο Πιερ Καρντέν… Γεννημένη στις 20 Νοεμβρίου 1925, η Μάγια Πλισέτσκαγια βίωσε την τραγωδία και την απώλεια πολύ νωρίς στη ζωή της. Προτού ακόμη συμπληρώσει τα δώδεκα χρόνια της ο πατέρας της εκτελέστηκε από το σταλινικό καθεστώς, η μητέρα της οδηγήθηκε σε στρατόπεδο στο Καζακστάν και η ίδια στιγματίστηκε ως κόρη ενός «εχθρού του λαού». Το 1943 έγινε μέλος των φημισμένων μπαλέτων Μπαλσόι όπου όμως, λόγω του οικογενειακού παρελθόντος της, επί χρόνια της απαγορευόταν η συμμετοχή σε περιοδείες στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αποκλεισμός της από τις εμφανίσεις του συγκροτήματος στο Λονδίνο το 1956, με την ίδια να «απαντά» με μια διονυσιακού θριάμβου εμφάνιση στη Μόσχα.

Τρία χρόνια αργότερα, εντούτοις, ο ίδιος ο Χρουστσόφ θα συναινέσει στη συμμετοχή της στην περιοδεία των Μπαλσόι στη Νέα Υόρκη παίρνοντας προσωπικά το ρίσκο μιας πιθανής αυτομόλησής της. Η Πλισέτσκαγια θα εμφανιστεί στις ΗΠΑ, θα δρέψει δάφνες και θα επιστρέψει στην πατρίδα της προς μεγάλη ικανοποίηση του σοβιετικού καθεστώτος, το οποίο την αντάμειψε γι΄ αυτό: δύο πολυτελή αυτοκίνητα, προσωπικός οδηγός, εξοχική κατοικία σε περιζήτητη περιοχή κοντά στη Μόσχα, πανάκριβα ρούχα… Ωστόσο οι «μάχες» συνεχίστηκαν. Και όπως η ίδια έχει δηλώσει, ποτέ δεν αφέθηκε να ξεχάσει ότι όλα αυτά τα προνόμια θα μπορούσαν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή.

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της πρώτης αυτοβιογραφίας της Πλισέτσκαγια αναφέρεται στον τρόπο που βίωσε η ίδια την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:«Θυμάμαι ανθρώπους στους δρόμους γύρω από τα μεγάφωνα που μετέδιδαν ηρωική μουσική και τα τελευταία νέα… πρόσωπα που πρόδιδαν φόβο και ένταση… Υπήρχαν τεράστιες ουρές παντού. Τα πόδια μου πάγωναν από την πολύωρη παραμονή στην ίδια στάση.

Μόνη μου διέξοδος, το θέατρο. Μπορεί να ρωτήσετε πώς είχα τη δυνατότητα να πηγαίνω,όμως τα εισιτήρια ήταν απίστευτα φθηνά. Στην πραγματικότητα, μέχρι αρκετά πρόσφατα, τα εισιτήρια στην πρώτη σειρά του Μπαλσόι στοίχιζαν μόλις τρία ρούβλια και 50 καπίκια.

Και όλα αυτάόταν οι ντομάτες στην αγορά στοίχιζαν 10-15 ρούβλια το κιλό. Είχα λοιπόνμια επιλογή: είτε να φάω μια ντοματοσαλάτα αμφίβολης ποιότητας είτε να πάω τέσσερις φορές στο θέατρο. Διάλεγα, λοιπόν, τροφή της ψυχής».

  • «Αν διέφευγα στη Δύση θα μου έλιωναν τα πόδια»

Η Μάγια Πλισέτσκαγια είχε αρκετές ευκαιρίες να διαφύγει στη Δύση; Γιατί λοιπόν δεν το έπραξε; Στην αυτοβιογραφία της υποστηρίζει ότι φοβόταν. «Θα οργάνωναν κάποιο αυτοκινητικό ατύχημα,θα έλιωναν τα πόδια μου… φοβόμουν ότι θα με σκότωναν» γράφει. Φαίνεται ότι οι φόβοι της είχαν κάποια βάση καθώς εκείνη την εποχή ακουγόταν έντονα στους κύκλους της ότι η ΚGΒ οργάνωνε κάποιο «ατύχημα» προκειμένου να σπάσει τα πόδια του Νουρέγεφο οποίος είχε ήδη αυτομολήσει στη Δύση.

Ανακαλεί την ανάμνηση ενός υπέροχου μπουκέτου από τριαντάφυλλα που της είχε στείλει ο θρυλικός Ρούντι στη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας της στις ΗΠΑ το 1962. Ο Νουρέγεφ τη συνέχαιρε για την επιτυχία της και ευχόταν να συνεργαστούν κάποια στιγμή στο μέλλον.

Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι κάθε επαφή μαζί του, ακούσια ή εκούσια, θα είχε κυρώσεις για αυτήν, είχε αποκλείσει από μόνος του κάθε περίπτωση απάντησης, μη αποκαλύπτοντας ούτε τη διεύθυνση ούτε το τηλέφωνό του. Παρ΄ όλα αυτά, την επομένη ημέρα ένας κατάσκοπος της ΚGΒ την επισκέφθηκε και, μυρίζοντας με δήθεν θαυμασμό τα τριαντάφυλλα, τη ρώτησε τι θα έκανε στην περίπτωση που ο Νουρέγεφ της έστελνε λουλούδια… «Φοβήθηκα μέχρι θανάτου» παραδέχεται η Πλισέτσκαγια.

Σε άλλο κεφάλαιο, με τίτλο «Πώς πληρωνόμαστε», αφού υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του Μπαλσόι στο εξωτερικό πήγαινε«στη χρηματοδότηση πολυτελών διακοπών των κεφαλών του κόμματος», ισχυρίζεται ότι οι χορευτές στις περιοδείες έπρεπε να επιβιώνουν με μόλις πέντε δολάρια την ημέρα.

Προκειμένου να μη λιποθυμήσουν από την πείνα,γράφει,κατέφευγαν στις…ζωοτροφές: «Εχοντας καταναλώσει φαγητό για ζώα νιώθεις πολύ δυνατός» γράφει χαρακτηριστικά. «Ψήναμε μπιφτέκια για σκύλους ανάμεσα σε δυο ηλεκτρικά σίδερα του ξενοδοχείου, βράζαμε λουκάνικα στο μπάνιο… ο ατμός μάς έπνιγε, έφευγε κάτω από τις πόρτες των δωματίων, έφτανε να “μπουκώνει” ακόμη και τα ασανσέρ. Την ώρα του φαγητού ο μπουφές άδειαζε μέσα σε δευτερόλεπτα και αρπάζαμε τα γκαρσόνια από τις μπλούζες ζητώντας περίσσευμα. Ηταν απίστευτα ντροπιαστικό, απαίσιο».

Η παράσταση «Αve Μaya» θα παρουσιαστεί στις 14 και 15 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εκτός από τη Μάγια Πλισέτσκαγια, που θα ερμηνεύσει την ομότιτλη χορογραφία του Μορίς Μπεζάρ, συμμετέχουν χορευτές από τα Μπαλσόι, Μαριίνσκι, το Βασιλικό Μπαλέτο της Αγγλίας, το Εθνικό Μπαλέτο της Αγγλίας, την Οπερα του Παρισιού καθώς και το συγκρότημα του Κάρλος Σάουρα

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: