Ανατέμνοντας τη Μις Ντέιζι-Βανέσα Ρεντγκρέιβ

  • Αλλη μια επιτυχία για τη γνωστή ηθοποιό στο έργο «Ο σοφέρ της κυρίας Ντέιζι» με συμπρωταγωνιστή τον Τζέιμς Ερλ Τζόουνς

International Herald Tribune

Να σταματάς και να ακούς: την τέχνη αυτή τη γνωρίζει καλά η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, ηθοποιός για πάνω από 50 χρόνια. Στην καρδιά του έργου «Ο σοφέρ της κυρίας Ντέιζι», που παίζεται στο Μπροντγουέι, υπάρχει μια σειρά συνομιλιών ανάμεσα στα δύο πρόσωπα του τίτλου, που τα ενσαρκώνουν η Ρεντγκρέιβ και ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς: η μακρόχρονη φιλία ανάμεσα στην απότομη γηραιά κυρία και τον Χόουκ, τον μαύρο οδηγό της, αναγκάζει τη μις Ντέιζι να έλθει αντιμέτωπη με τις δικές της προκαταλήψεις και αδυναμίες.

«Αν δεν ακούς προσεκτικά τον άλλο, όπως επιμένει να κάνει η μις Ντέιζι, χάνεις τις αποχρώσεις όσων λέει», είπε η Βρετανή ηθοποιός σε μια πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε μαζί με τον Τ.Ε. Τζόουνς στο καμαρίνι του στο Γκόλντεν Θίατερ, όπου οι παραστάσεις του έργου, που γνωρίζει κριτική και εισπρακτική επιτυχία, παρατάθηκαν μέχρι τις 9 Απριλίου.

Το να ακούς και να σιωπάς μπορεί επίσης να έχει στρατηγική χρησιμότητα, όπως γνωρίζει η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, στην απόκρουση ενοχλήσεων όπως οι ερωτήσεις στις οποίες δεν θέλει να απαντήσει.

Ηλθε στη συνέντευξη φορώντας ένα τι-σερτ των New York Nicks το οποίο, όπως από μόνη της είπε, ήταν δώρο ενός από τους εγγονούς της, τα παιδιά της κόρης της, Νατάσας Ρίτσαρντσον και του Λίαμ Νίσον. Είναι η πρώτη επιστροφή της στο Μπροντγουέι μετά τον θάνατο της κόρης της σ’ ένα ατύχημα στο σκι το 2009, καθώς και τους θανάτους της αδελφής της, Λιν και του αδελφού της, Κόριν.

Διακριτικές ερωτήσεις για τα εγγόνια της και για το πώς αντιμετώπισε την απώλεια των αγαπημένων της προσώπων είχαν ως ανταπόκριση ένα παρατεταμένο σιωπηλό βλέμμα από τα γαλάζια μάτια της. Τελικά, διάλεξε λίγες λέξεις πολύ απλές, που είχαν όμως έναν ιδιαίτερο τόνο:

  • «Αυτό είναι δική μου δουλειά», είπε.

Η φράση, παρεμπιπτόντως, χρησιμοποιείται μερικές φορές στο έργο από τον Χόουκ για να αποκρούσει αδιάκριτες ερωτήσεις από τη Μις Ντέιζι. Και είναι μια ατάκα που η Ρεντγκρέιβ, γνωστή για τις σπάνιες συνεντεύξεις που δίνει, αξιοποίησε επανειλημμένα στη διάρκεια της 75λεπτης συζήτησης.

Κάποια στιγμή αντιμετώπισε την ερώτηση αν ένιωσε αμηχανία που θα ερμήνευε μια επιφανή Εβραιοαμερικανίδα ηρωίδα στο Μπροντγουέι, καθώς ορισμένοι τουλάχιστον Εβραίοι θεατρόφιλοι κάποιας ηλικίας θα θυμούνταν ότι επέκρινε σφοδρά τον σιωνισμό και υποστήριξε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης τις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

«Τι σχέση έχει αυτό με οτιδήποτε;» απάντησε ύστερα από ένα ακόμα σιωπηλό βλέμμα, πριν παρατηρήσει ότι το έργο έχει προσελκύσει πλήθος θεατών, πράγμα που δείχνει ότι ο κόσμος δεν δίνει σημασία σε παλιές πολιτικές αντιδικίες. Στην ερώτηση αν νιώθει άνετα μέσα στον ρόλο τώρα, απάντησε και πάλι «αυτό είναι δική μου δουλειά», αναγνωρίζοντας ότι «εδώ δανείζομαι μια ατάκα του Τζιμ». Και ο Τζόουνς ένευσε καταφατικά.

Στο έργο, ο Χόουκ βοηθάει τη Μις Ντέιζι με τρόπους που δεν περιμένει ο θεατής έχοντας δει την πρώτη, έντονη σκηνή τους. Το ίδιο κάνει και ο Τζόουνς για τη Ρεντγκρέιβ στη διάρκεια της συνέντευξης. Είχε συμφωνηθεί να δώσει μόνη της συνέντευξη τον Σεπτέμβριο, αλλά αυτό ακυρώθηκε και συμφώνησαν να δώσουν μαζί συνέντευξη μήνες αργότερα.

Το έργο είχε κερδίσει κριτικούς επαίνους όταν πρωτοανέβηκε σε θέατρο εκτός Μπροντγουέι το 1987-1990. Το ίδιο συνέβη και με την κινηματογραφική διασκευή του το 1989, που κέρδισε το Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Ορισμένοι όμως κριτικοί και σχολιαστές είδαν την «Ντέιζι» σαν ένα ρομαντικό και απλοποιημένο πορτρέτο των σχέσεων ανάμεσα σε μια πλούσια λευκή γυναίκα και τον μαύρο υπάλληλό της.

Οταν ερωτήθηκε αν έβλεπε κάποια αλήθεια σ’ αυτό ύστερα από τόσους μήνες που εργάζεται στο έργο αυτό, ο Τζόουνς χρησιμοποίησε μια γνωστή λαϊκή έκφραση για να απορρίψει την ιδέα ότι το έργο παρουσιάζει αμβλυμένα τη ρατσιστική κουλτούρα.

«Ο συγγραφέας μας, ο Αλφρεντ Ούρι, επέλεξε να μη γράψει για τον ρατσισμό», είπε ο κ. Τζόουνς, «αλλά προτίμησε να αφηγηθεί μια απλή ιστορία που αγγίζει έμμεσα τον ρατσισμό. Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα παλιά, άκαμπτα επιχειρήματα για τον ρατσισμό και το αν ένα έργο τον καταγγέλλει επαρκώς».

Λίγο αργότερα, ωστόσο, η Ρεντγκρέιβ επέστρεψε στο ερώτημα της ερμηνείας μιας Εβραίας ηρωίδας και των κριτικών για την πολιτική στάση του έργου. «Ολοι ερχόμαστε στο θέατρο με τις αποσκευές μας», είπε. «Τις αποσκευές της καθημερινής ζωής μας, τις αποσκευές των προβλημάτων μας, των τραγωδιών μας, της κούρασής μας. Δεν έχει σημασία ποια είναι η ηλικία μας. Αν όμως ανοίξουμε την καρδιά μας και την ελευθερώσουμε – αυτό είναι που μπορεί να κάνει το θέατρο, και το κάνει μερικές φορές και όλοι είναι ευγνώμονες όταν συμβαίνει».

Ενώ ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς είπε ότι μπήκε εύκολα στο πετσί του ρόλου, η Βανέσα Ρεντγκρέιβ επιβεβαίωσε τη φήμη της ότι εξετάζει με μεγάλη λεπτομέρεια τις ηρωίδες της – για παράδειγμα, τις προκαταλήψεις που έχει η Ντέιζι παρότι πιστεύει βαθιά ότι δεν έχει καμία. Ο σκηνοθέτης, ο Ντέιβιντ Εσμπγιορνσον, περιέγραψε την εστίαση της ηθοποιού στην αποκρυπτογράφηση του ρόλου της ως «καταλυτική σαν λέιζερ» και αυτό φαίνεται να είναι απολύτως σωστό.

Οπως παραδέχεται η ίδια, η δουλειά της είναι το παν όταν ασχολείται με το θέατρο – και αυτός είναι ο λόγος που εκπλήσσεται με τις προσωπικές ερωτήσεις στη διάρκεια της συνέντευξης. Στον Τζέιμς Ερλ Τζόουνς είπε ότι στους μουσικούς ποτέ δεν κάνουν ερωτήσεις για την προσωπική τους ζωή και κατόπιν πρόσθεσε, όσον αφορά τον θάνατο αγαπημένων προσώπων, ότι «στις δύο μέρες νιώθεις το ίδιο όπως στα δύο χρόνια ή στα 20 χρόνια ή στα 200 χρόνια, μόνο που δεν ζεις τόσο πολύ».

Επειτα από μια μακρά σιωπή, η Βανέσα Ρεντγκρέιβ αποκάλυψε πως «το να παίζω σ’ αυτό το έργο μαζί με τον Τζιμ και με όλο τον θίασο με έκανε να θυμηθώ γιατί ήθελα να βρίσκομαι στο θέατρο όταν ήμουν νέα», είπε. «Είναι το αγκάλιασμα ενός χαρακτήρα που μου είναι ξένος. Αυτό με φέρνει πίσω σε παλαιότερους καιρούς και με κάνει ευτυχισμένη. Πρόκειται βέβαια για κάτι προσωπικό. Τι σημασία έχει για οποιονδήποτε άλλον; Καμία. Μόνο για μένα. Αλλά αυτό είναι που νιώθω».

  • Δεν πίστευα πως θα τα καταφέρω

Η Βανέσα Ρεντγκρέιβ είπε ότι όταν της πρότειναν τον ρόλο για πρώτη φορά, δεν πίστευε ότι μπορούσε να καταφέρει να κάνει τη Μις Ντέιζι, μια Εβραία χήρα από την Ατλάντα που στη διάρκεια του έργου γερνάει από τα 72 έως τα 97 χρόνια της στα μέσα του 20ού αιώνα. Δεν είχε σημασία που αυτή η κλασικά εκπαιδευμένη ηθοποιός έχει κατακτήσει πλήθος μεγάλους ρόλους και βραβεία, ανάμεσά τους ένα Τόνι για την ερμηνεία της Μαίρης Τάιρον στο «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα». Δεν είχε σημασία το ότι ο ρόλος Ντέιζι Γουέρθαν δεν παρουσίαζε ούτε στο ελάχιστο τις δυσκολίες της τελευταίας εμφάνισής της στο Μπροντγουέι, το 2007, όταν έπαιξε μόνη επί 100 λεπτά στη σκηνή την Τζόαν Ντίντιον στο «The Year of Magical Thinking». Και καμιά σημασία δεν είχε το ότι η ηθοποιός, που τον περασμένο μήνα έκλεισε τα 74, διαθέτει ακόμα μια εντυπωσιακή φυσική παρουσία. [Η Καθημερινή, Kυριακή, 27 Mαρτίου 2011]

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: