Το Εθνικό Θέατρο και οι αρχαίοι τραγικοί

  • Από τον Γιάννη Ε. Στάμο, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
  • Σαν την ιστορία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας
  • Κατερίνα Αρβανίτη Η αρχαία ελληνική τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο
  • Τόμος Α’: Θωμάς Οικονόμου – Φώτος Πολίτης – Δημήτρης Ροντήρης
  • εκδ. Νεφέλη, σ. 376, ευρώ 27,26
Αρκετές δεκαετίες πριν ταυτιστεί η αναπαράσταση του αρχαίου δράματος με τους αντίστοιχους υπαίθριους χώρους, στο Εθνικό Θέατρο στήνονταν μυκηναϊκά τείχη, πλήθος κομπάρσων λειτουργούσε ως αισθητική προέκταση της σκηνής, ενώ άλογα με σάρκα και οστά έσερναν άρματα, με τις οπλές τους να δονούν τον χώρο και να εντυπωσιάζουν τους θεατές της εποχής.
Οι παραπάνω μαρτυρίες αναφέρονται στην πρώτη παράσταση αρχαίας τραγωδίας στο Εθνικό Θέατρο, το 1903, σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου (1864-1927), καταδεικνύοντας εμμέσως πλην σαφώς τις ριζικές αλλαγές στη σκηνική αναπαράσταση του είδους.
Στην παρούσα μελέτη, η Κατερίνα Αρβανίτη εξετάζει την παραστασιογραφία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στο Εθνικό, εστιάζοντας αποκλειστικά στους τρεις κορυφαίους σκηνοθέτες και διευθυντές της κρατικής σκηνής κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τον Θωμά Οικονόμου, τον Φώτο Πολίτη (1890-1934) και τον Δημήτρη Ροντήρη (1899-1981). Η έρευνά της εκτείνεται χρονικά από την πρώτη ημέρα ίδρυσής του, το 1900, ως Βασιλικό Θέατρο, μέχρι το 1955 και την οριστική αποχώρηση του Δημήτρη Ροντήρη από τον σκηνοθετικό θώκο. Στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν συμπεριλαμβάνεται η περίοδος 1908-1930, που η κρατική σκηνή παρέμεινε κλειστή, ενώ η μακροσκοπική εξέταση του θέματος θα ολοκληρωθεί με τον δεύτερο προς έκδοση τόμο, που, όπως προαναγγέλλει η Αρβανίτη στην εισαγωγή του βιβλίου, θα εστιάζει στις μορφές των Μινωτή, Σολωμού και Μουζενίδη.
Καρπός της αρχιτεκτονικής ιδιοφυΐας του Ερνέστου Τσίλερ, το Εθνικό Θέατρο σχεδιάστηκε με πρότυπο το Βασιλικό Θέατρο της Κοπεγχάγης και, όπως ένας ζωντανός οργανισμός με διακριτή ταυτότητα και παρελθόν, έμελλε να στεγάσει αλλά και να διαμορφώσει μερικές από τις μείζονες πνευματικές και καλλιτεχνικές προσωπικότητες της χώρας.
Ο κύριος όγκος των στοιχείων για τη συγγραφή της παρούσης μελέτης προέρχεται κυρίως από ενδοκειμενικές πηγές, όπως η κριτικογραφία και τα σκηνοθετικά τετράδια των δημιουργών, με το οπτικοακουστικό υλικό να σπανίζει και να χαρακτηρίζεται από την Αρβανίτη ελάσσονα πηγή άντλησης στοιχείων.
Η θεματολογία του παρόντος τόμου χαρακτηρίζεται ιδιαίτερη καθώς, ταυτόχρονα με τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από το αντικείμενο έρευνας, αναφέρεται στην πλέον πολύπαθη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, όπου τα καλλιτεχνικά δρώμενα δεν δύναται να αναλυθούν περιχαρακωμένα και ανεξάρτητα από τους εκάστοτε πολιτικούς συσχετισμούς, εσωτερικού ή διεθνούς χαρακτήρα. Ο υποκειμενισμός των κριτικών σημειωμάτων της εποχής δεν οφείλεται σε αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια, αλλά προβάλλει ως ένα σημείο «ιδεολογικά χρωματισμένος».
Η περίπτωση του Δημήτρη Ροντήρη φαντάζει ενδεικτική, καθώς προσλήφθηκε και απαλλάχτηκε επανειλημμένως από το Εθνικό Θέατρο, μέχρις ότου ο σπουδαίος έλληνας σκηνοθέτης και θεατράνθρωπος να ιδρύσει το Πειραϊκό Θέατρο (1957).
Η Αρβανίτη εξετάζει και αξιολογεί τις συνέπειες των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων και τις εντάσσει στο βιβλίο δίχως να υπερβαίνει τη λεπτή γραμμή όπου μια μελέτη θεατρικού περιεχομένου κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκτενή αναφορά πολιτικής ίντριγκας και κοινωνικοοικονομικών συσχετισμών.
Η ερευνήτρια πλαισιώνει ορισμένα αντικρουόμενα δημοσιεύματα της εποχής, με αντικειμενικά και αναμφισβήτητα κριτήρια, ώστε να αποδώσει μια σαφή εικόνα στον αναγνώστη αναφορικά με το έργο, τις επιρροές, τις καινοτομίες καθώς και τη συνολική δράση του εκάστοτε σκηνοθέτη στα εγχώρια θεατρικά δρώμενα και την αναπαράσταση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας ειδικότερα.
Σε ορισμένα ωστόσο σημεία -περιορισμένα ομολογουμένως- οι ασάφειες παραμένουν, αν και δικαιολογούνται από τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από το αντικείμενο έρευνας και την ενδεχόμενη έλλειψη στοιχείων, γεγονός που προαπαιτεί την κριτική σκέψη και τη συγκέντρωση του αναγνώστη. Η κεφαλαιοποίηση δε του βιβλίου, αν και δεν μειώνει την ουσία της μελέτης, όφειλε να είναι εντονότερη και πιο ευδιάκριτη, τουλάχιστον όσον αφορά τα άκρως ενδιαφέροντα συμπεράσματα της ερευνήτριας, που τοποθετούνται ενσωματωμένα στην κατακλείδα κάθε κεφαλαίου.
Το ανέβασμα της «Ορέστειας», την 1η Νοεμβρίου 1903 από τον Θωμά Οικονόμου, καταγράφεται ως η πρώτη παράσταση αρχαίας τραγωδίας στη σκηνή του Εθνικού, με σημείο αναφοράς τις εντυπωσιακές σκηνές πλήθους και τα επιτηδευμένα σκηνικά, που έτειναν προς τον ιστορικό ρεαλισμό.
Οι γερμανικές επιρροές στην παράσταση αποδίδονται στη μαθητεία του Οικονόμου στον θίασο Meininger, όπως και στην ανάλογη παιδεία που επικρατούσε στη χώρα μας, που εκτός των άλλων οφειλόταν στην καταγωγή πολλών εστεμμένων πρώην μελών της βασιλικής οικογένειας.
Ο Οικονόμου υπήρξε μεγάλος δάσκαλος των ηθοποιών και υπέρμαχος ενός θεάτρου συνόλου, επιλογή που -όπως υποστηρίζει η Αρβανίτη- σήμανε και το τέλος της καριέρας του, καθώς ήλθε σε ευθεία αντιπαράθεση με καταξιωμένους ηθοποιούς.
Ο σκηνοθέτης, όπως συμπεραίνουμε από τη μελέτη, υπήρξε εγκλωβισμένος από το σύνολο των προοδευτικών και συντηρητικών κύκλων.
Οι καινοτομίες του ως προς τη σκηνική αναπαράσταση, που εστιάζονταν κυρίως στα χορικά μέρη και την κατάργηση της πλαστικότητας των κινήσεων, επικρίθηκαν για «ασέβεια» στα «ιερά κειμήλια», ενώ ταυτόχρονα η γλωσσική απόδοση των αρχαίων κειμένων σε καθαρεύουσα απορρίφθηκε εξίσου από τους δημοτικιστές. Ο Νουμάς σχολιάζει δηκτικά ότι η μετάφραση στην παράσταση του «Οιδίποδα», το 1904, αποδίδεται στα «ενωμένα μεταφραστικά παγοποιεία Βλάχου – Βουτυρά».
Το πέρασμα του Οικονόμου από την κρατική σκηνή, αν και βραχύβιο, επηρέασε σημαντικά τους κατοπινούς σκηνοθέτες και έθεσε τις βάσεις στη διαμορφωθείσα παράδοση του Εθνικού ως προς την αναπαράσταση του τραγικού είδους.
Η ανάληψη σκηνοθετικών και διοικητικών καθηκόντων από τον Φώτο Πολίτη δεν άλλαξε την επικρατούσα αίσθηση ιστορικού ρεαλισμού. Η κοινή γερμανική παιδεία του Πολίτη και του Οικονόμου εγείρει την αμφιβολία κατά πόσον ο Πολίτης επηρεάστηκε από τον προκάτοχό του ή απλώς ακολούθησε τις σκηνοθετικές αρχές του Μαξ Ράινχαρντ.
Η Αρβανίτη αναφέρεται εκτενώς στις καινοτομίες και το έργο του γερμανού σκηνοθέτη, και δικαίως, καθώς, ανεξάρτητα αν επηρέασε άμεσα τον Πολίτη, ο Μαξ Ράινχαρντ υπήρξε δάσκαλος του Δημήτρη Ροντήρη και τεράστιο κεφάλαιο στο παγκόσμιο θεατρικό στερέωμα.
Ο Φώτος Πολίτης, όμοια με τον Ράινχαρντ και τον Οικονόμου, αποσκοπούσε σε ένα «θέατρο συνόλου», όπου και αποδίδεται, σύμφωνα με την Αρβανίτη, η αξίωσή του από τον Γεώργιο Παπανδρέου να αποκλειστούν από τον θίασο η Κυβέλη και η Μαρίκα Κοτοπούλη, ισχυριζόμενος ότι θα αρνούνταν να ερμηνεύσουν υποτακτικά δεύτερους ή τρίτους ρόλους. Σε αντίθεση με τον Ράινχαρντ, ο έλληνας σκηνοθέτης θεωρούσε ότι η «όψις» όφειλε να υπηρετεί τον λόγο, η ορθή εκφορά του οποίου εντείνει την ενυπάρχουσα ποιητικότητά του. Ο Πολίτης διέκρινε αισθητική συνάφεια μεταξύ τραγωδίας και δημοτικής ποίησης, εκλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη δημοτική παράδοση ως τον ενδιάμεσο σταθμό που μας φέρνει εγγύτερα στα αρχαίο δράμα.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1944 ο Πολίτης φεύγει από τη ζωή, με τον μέχρι πρότινος βοηθό σκηνοθέτη, Δημήτρη Ροντήρη, να αναλαμβάνει τη θέση του εκλιπόντος στο Εθνικό Θέατρο.
Πνευματικό παιδί και μαθητής του Ράινχαρντ και του Πολίτη, ο Δημήτρης Ροντήρης εστίασε στον εσώτερο λόγο της αρχαίας τραγωδίας, στην «αναβίωση της βαθύτερης έννοιας και της πεμπτουσίας της», αδιαφορώντας εν μέρει για το αρχαιολογικό ενδιαφέρον που αναμφίβολα παρουσιάζει.
Ομοια με τους δασκάλους του, επιδίωξε «θέατρο συνόλου», προκρίνοντας νέους και ταλαντούχους ηθοποιούς. Ενδεικτικά, ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος του Αλέκου Αλεξανδράκη, στον ρόλο του Ιππόλυτου, πραγματοποιήθηκε υπό τη σκηνοθετική επίβλεψη του Δημήτρη Ροντήρη.
Βαθύς γνώστης των αρχαίων κειμένων, ο Ροντήρης, όμοια με τον Πολίτη, πρόβαλλε τον λόγο έναντι της σκηνικής απόδοσης.
Ο Ροντήρης αντιλαμβανόταν τη μουσική στην παράσταση ως μια «λυρική στιγμή», που «χρησιμεύει μονάχα για να τονίζει τον ρυθμό, δίχως ποτέ ν’ αποκτά δική της υπόσταση και αυτοτέλεια», καθώς η μουσικότητα του λόγου επαρκούσε και απέδιδε τη «συναισθηματική κατάσταση» του εκάστοτε ρόλου.
Τον Μάιο του 1955, οι επικριτές του, με αιχμή του δόρατος την έντονη απασχόλησή του με τα διοικητικά ζητήματα του θεάτρου, κατάφεραν να τερματίσουν τη συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο.
Στον σπουδαίο έλληνα σκηνοθέτη αποδίδεται η αναβίωση του αρχαίου δράματος στις υπαίθριες σκηνές των αρχαίων θεάτρων, ενώ «ο δικός του» «Ιππόλυτος», στις 11 Σεπτεμβρίου 1954, σήμανε την ανεπίσημη έναρξη του Φεστιβάλ Επιδαύρου.
Ο Ροντήρης έθεσε νέες ερμηνευτικές και σκηνοθετικές τεχνικές για την αναπαράσταση αρχαίου δράματος σε ανάλογο χώρο, αντιλαμβανόμενος εξαρχής ότι «το φυσικό περιβάλλον παρεμβαίνει ως λειτουργικό μέρος του ίδιου του σκηνικού».

Η διεξοδική μελέτη της Κατερίνας Αρβανίτη συστηματοποιεί -με τις όποιες αδυναμίες και ενδεχόμενες παραλείψεις- στοιχεία μέχρι πρότινος μετέωρα και εν πολλοίς συγκεχυμένα, που εξυπηρετούν από ένα αμιγώς ακαδημαϊκό – ιστορικό ενδιαφέρον μέχρι την «αναψηλάφηση» μιας μακρόχρονης σκηνοθετικής παράδοσης.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: