Ο θηλυκός κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς

 

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ, Επτά, Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Αρχισε τη συγγραφική του καριέρα στα 28 του χρόνια, στα 34 βρήκε τον ατομικό του λόγο με τον «Γυάλινο κόσμο», στα 36 έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα δραματικός συγγραφέας της γενιάς του με το «Λεωφορείο ο πόθος», στα 44 έγραψε την τελευταία εμπορική του επιτυχία («Νύχτα της Ιγκουάνα»), στα 70 το τελευταίο του θεατρικό έργο («Now, the Cats With Jewelled Claws») και στα 72 πέθανε από ένα πώμα μπουκαλιού που σφηνώθηκε στον λαιμό του, ολομόναχος σ’ ένα άξενο δωμάτιο ξενοδοχείου της Νέας Υόρκης, της πόλης που τον ανέδειξε αλλά και τιμώρησε, καταβροχθισμένος από τα θραύσματα του ραγισμένου κόσμου του.

Αυτός είναι ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο «καταραμένος ποιητής» (poete maudit) του αμερικανικού θεάτρου, ο καλλιτέχνης που έκανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη του τραυματισμένου «Εγώ» του ρυθμιστές της σκηνικής του γλώσσας. Ο καλλιτέχνης που, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον αμερικανό δραματικό συγγραφέα, έσπρωξε τον εγχώριο ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό.

  • ΣΕΞ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

Χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές ικανότητες ή βαθυστόχαστες και πρωτότυπες ιδέες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για πολλούς από τους χαρακτήρες του (συχνά δεν ξέρει τι να τους κάνει), χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ή ιδεολογικούς προβληματισμούς (σ’ αντίθεση με τον άλλο μεγάλο της εποχής του, τον Αρθουρ Μίλερ), θα περίμενε κανείς μια πλήρη αποτυχία ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή μετριότητα». Κι όμως, το έργο του όχι μόνον επιπλέει, αλλά και ορθώνεται μπροστά μας σαν μια καταξιωμένη ποιητική μαρτυρία θαυμαστής ευαισθησίας και σκηνικής αρτιότητας. Αρκεί να πούμε ότι είναι ο δημοφιλέστερος αμερικανός δραματικός συγγραφέας στην Ευρώπη. Σε 110 υπολογίζω τις παραγωγές των έργων του στην Ελλάδα, με πρώτο τον «Γυάλινο κόσμο». Μακράν δεύτερος ο Ε. Ο’ Νιλ με 35 παραγωγές και τρίτος ο Αλμπι. Δεν θυμάμαι θεατρική σεζόν που να μην έχει να παρουσιάσει έστω και έναν Ουίλιαμς.

Φέτος, το Εθνικό θέατρο επέλεξε το «Γλυκό πουλί της νιότης» (σκην. Ε. Θεοδώρου), για να γιορτάσει έτσι και τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Μια εύστοχη επιλογή, καθώς πρόκειται για ένα έργο-συμπερίληψη των βασικών χαρακτηριστικών (ακόμη και ελαττωμάτων) της δραματουργίας του. Εκεί τέμνονται το συναίσθημα με τον βαθύ υπολογισμό, το ηθικό δέος και το καλλιτεχνικό δέον, ο ατομικός λόγος και ο κοινός, η ποίηση και η φλυαρία, η ευλογία του έρωτα και ο αναθεματισμός του.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανένας άλλος αμερικανός δραματικός συγγραφέας δεν είναι τόσο επικεντρωμένος στο σεξ όσο αυτός. Και το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ οδηγεί τους ήρωές του στον δρόμο της σάρκας, στο τέλος τούς τιμωρεί παραδειγματικά για τις επιλογές τους. Με τον τρόπο του είναι σαν να αποτίει φόρο τιμής στον καλβινιστή Θεό του γενέθλιου τόπου του, έναν Θεό τιμωρό. Από την άλλη, πάλι με τον τρόπο του, είναι σαν να αποτίει φόρο τιμής στη Μέκκα του αμερικανικού θεάτρου, το μεσοαστικό Μπρόντγουεϊ.

  • ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΦΗΜΗΣ

Είναι γνωστό πως ο Ουίλιαμς, από την αρχή της καριέρας του, αποζητούσε το μεγάλο κοινό. «Οσο μεγαλύτερο το κοινό τόσο το καλύτερο», συνήθιζε να λέει. Ακόμη και αυτοί οι γκροτέσκοι χαρακτήρες που δημιουργεί (και δεν είναι λίγοι), εμπίπτουν σ’ αυτή τη λογική του φλερτ με τον ορίζοντα των προσδοκιών του μεγάλου κοινού. Είναι σαν να ζητά απ’ αυτό να μην τους κρίνει με αυστηρώς αποδεκτά μέτρα και σταθμά, αλλά να τους δει ως «άλλες», ειδικές περιπτώσεις (άρα, με συγκατάβαση). Η τρέλα της Μπλανς ζητάει μια ειδική αντιμετώπιση, όπως και οι εμμονές της Σεραφίνα («Τριαντάφυλλο στο στήθος»), ο γυάλινος κόσμος της Λόρα κ.ο.κ. Ο Ουίλιαμς, γενικά, ήξερε να επιβιώνει στο μεταίχμιο της σύμβασης και της ανατροπής της. Η θεατρική του καριέρα ήταν ένα συνεχές σλάλομ μεταξύ του αποδεκτού και του μη αποδεκτού, γεγονός που τον βοήθησε να δημιουργήσει ιδιόμορφα σκηνικά πλάσματα, στα οποία διοχέτευσε τις ευαισθησίες των πολλών από τη μια και τις δικές του απόψεις περί διαφορετικότητας, από την άλλη.

  • ΓΥΝΑΙΚΟΚΡΑΤΙΑ

Στα έργα του λειτουργεί συνήθως ένα τρίγωνο, όπου στην κορυφή βρίσκεται ένας άντρας (τρόπαιο και θύμα μαζί) και, στη βάση, δύο γυναίκες (αρπακτικές και θερμόαιμες) έτοιμες για όλα. Απ’ όλα τα γυναικεία πορτρέτα που δημιούργησε, ο ίδιος ομολογεί πως με την Αλμα («Καλοκαίρι και καταχνιά») ταυτίζεται πιο πολύ γιατί, όπως αυτή, έτσι και ο ίδιος ξύπνησε αργά στη ζωή του. Από μια ηρωίδα του στιλ των ηρωίδων ενός Κορνέιγ (αφοσιωμένη στην αγάπη, το καθήκον, την έντιμη ζωή), μεταμορφώνεται σε μια παρουσία με το προσωπείο των dramatis personae του Ρακίνα (παραδομένη στις έξεις και τις ορέξεις της).

Γενικά, το θεατρικό σύμπαν του Ουίλιαμς είναι ένας κόσμος δυνατών και επιθετικών γυναικών και σεξουαλικά αβέβαιων ανδρών, ανίκανων να δημιουργήσουν ζωή, ικανών όμως να πάρουν ζωή. Δεν υπάρχει χώρος για τον γάμο σ’ αυτή την κοινωνία με τις Αμαζόνες, όπου η βασική λειτουργία του άνδρα είναι να λειτουργεί ως διαθέσιμο πέος, όπως διαπιστώνει κανείς στο «Γλυκό πουλί της νιότης», όπου η οικονομικά ευκατάστατη Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο είναι εκείνη που θέτει τους όρους της συνδιαλλαγής. Μάταια προσπαθεί ο Τσανς, ο ζιγκολό και εραστής της, να της επιβληθεί. «Είμαι πιο παλιά πουτάνα σ’ αυτό το παιχνίδι», του λέει και του κόβει τη φόρα. Αυτή η αδυναμία να ελέγξει καταστάσεις τον ευνουχίζει, με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος ευνουχίζει τις γυναίκες, όπως του υπενθυμίζει η Αλεξάνδρα, αλλά και το νυστέρι του γιατρού ευνουχίζει τη Χέβενλι, όταν της αφαιρεί τη μήτρα (το τίμημα της σχέσης της με τον Τσανς).

Δεν υπάρχει εύκολη εξίσωση ανάμεσα στον συγγραφέα και τα λάγνα θηλυκά του. Ο ίδιος είπε κάποτε ότι ταυτίζεται περισσότερο με τις γυναίκες των έργων του, γιατί υπήρξαν γι’ αυτόν πηγή έμπνευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα θηλυκά του είναι θηλυπρεπείς άνδρες σε μεταμφίεση (drag) ή ότι ο Ουίλιαμς μας κοροϊδεύει προτάσσοντας στο προσκήνιο έναν χαρακτήρα, όπως η Μπλανς, με το προσωπείο και όχι το σώμα μιας γυναίκας.

Η Μπλανς (ή η όποια Μπλανς) είναι ένα απόβλητο της συμβατικής κοινωνίας που, ανίκανη να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στις γειτονιές του φανταστικού της κόσμου, εκεί όπου οι πληγές δεν πονούν και οι ρυτίδες δεν φαίνονται. Γι’ αυτήν, όπως και για όλους τους ήρωες-παραβάτες του Ουίλιαμς, δεν υπάρχει απόδραση. Είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στο και για το «βρόμικο» σώμα τους.

Ο Ουίλιαμς γράφει σαν ένας διχασμένος μποέμ, ένας ασταθής πουριτανός που κατόρθωσε να παντρέψει το σεξ με τον θάνατο, χωρίς το happy end μιας τελικής υπέρβασης ή απελευθέρωσης. Θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να σπάσει τον κώδικα σιωπής και να μιλήσει πλέον ανοιχτά για τη διαφορετικότητά του. Βέβαια, όταν το έκανε ήξερε πως το Μπρόντγουεϊ του είχε ήδη κλείσει για πάντα την πόρτα. Δεν είχε να χάσει τίποτε. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί μια εξέχουσα θέση στη θεατρική ιστορία της χώρας του (και όχι μόνο). Με το έργο του (κυρίως το πρώιμο) βοήθησε, όσο κανένας άλλος, το αμερικανικό θέατρο να εγκαταλείψει το ερώτημα «Τι έγινε;» ή «Γιατί έγινε;» και να στραφεί στις συνέπειες του συμβάντος, δηλαδή εντός.

  • ΕΠΑΝΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Σήμερα, τόσο η θεωρία του φεμινισμού όσο και η θεωρία της διαφορετικότητας, της περφόρμανς και της διαπολιτισμικότητας, έχουν ανοίξει τον δρόμο για νέες αναγνωστικές προτάσεις, οι πιο πολλές από τις οποίες στρέφονται σ’ αυτό που θεωρούν ως ανομολόγητη ομοφυλοφιλία των χαρακτήρων. Τα αποτελέσματα, ανάμεικτα. Στο μιούζικαλ «Bellle Reprieve», λ.χ. βασισμένο στο «Λεωφορείο ο Πόθος» (συμπαραγωγή του γνωστού νεοϋορκέζικου λεσβιακού σχήματος Split Britches και του λονδρέζικου Bloolips), οι συντελεστές έκοψαν κι έραψαν το έργο ώστε να του φορέσουν το κοστούμι της σεξουαλικής διαφορετικότητάς τους. Κατάληξη: μια παρωδία της πλάκας. Στη σαφώς πιο σοβαρή πολυφυλετική παράσταση της «Λυσσασμένης γάτας» (Νέα Υόρκη, 2008), το επίκεντρο ήταν η πολυπρισματική προβολή του εσωτερικού κόσμου διαφορετικών ατόμων ιδιαίτερου ψυχισμού. Αποψη που εν μέρει κυριάρχησε και στην παράσταση του έργου «Λεωφορείο ο Πόθος» που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών (2010), σε σκηνοθεσία Βαρλικόφσκι. Η Μπλανς (της Ιζαμπέλ Ιπέρ), δεν ήταν αυτό που ξέρουμε: γλυκομίλητη, μελοδραματική και νάρκισσος. Ηταν μια φιγούρα ψυχικά ταραγμένη και μόνη, σε μια στάση λεωφορείου. Η απόλυτη μοναξιά, που έπαιξε ανάμεσα στην εικόνα και το σώμα και που στήριξε μια πληθώρα από videowall που δεν λειτούργησαν ως αγκωνάρι στον λόγο, αλλά ως ισότιμος «συνταξιδιώτης». Μία σωματική και εγκεφαλική ανάγνωση, αρκούντως υπερβολική, που άνοιξε τους ορίζοντες του έργου στο αθέατο δράμα ενός μυαλού που βρίσκεται στον προθάλαμο του ψυχιατρείου. Από τη mise en scene στη mise en abyme.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: