Καστελούτσι με ολίγη από Βάγκνερ

Το 2008, με την τριλογία του πάνω στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, ήταν η αποκάλυψη του Φεστιβάλ της Αβινιόν.

Το επόμενο καλοκαίρι ο Ιταλός σκηνοθέτης Ρομέο Καστελούτσι την έφερε στο Φεστιβάλ Αθηνών. Για να αναδειχτεί στην πιο δημοφιλή παράσταση των θεατών.

Εδώ και μερικές μέρες η θεατρική Ευρώπη ξαναασχολείται με τον ταυτισμένο με το μεγάλο και τολμηρό θέαμα σκηνοθέτη. Μόνο που αυτή τη φορά ο Καστελούτσι μετακόμισε -για πρώτη φορά- στην όπερα. Πήρε το βάπτισμα του πυρός ανεβάζοντας τον «Πάρσιφαλ» του Βάγκνερ στο Theatre de la Monnaie των Βρυξελλών. Η «Μοντ» γράφει ότι ο Καστελούτσι «συνέλαβε ένα θέαμα ανοιχτό, που θέτει τα ίδια, θεμελιώδη, ερωτήματα του Βάγκνερ -επιθυμία, αγάπη, αμαρτία, σοφία, θυσία, εξιλέωση- χωρίς να δίνει απάντηση».

Το μόνο που, σύμφωνα με τη γαλλική εφημερίδα, δεν αγγίζει ο σκηνοθέτης είναι το θέμα του πόνου. «Σε κανένα σημείο δεν νιώθουμε ότι μας αφορούν το πάσχον σώμα του Αμφόρτας, η μετάνοια της Κούντρι ή ο Πάρσιφαλ, που παίρνει πάνω του τις αμαρτίες του κόσμου. Ο Καστελούτσι ξεγύμνωσε τον Βάγκνερ από όλα τα ιδεολογικά όπλα του: το χριστιανισμό, το βουδισμό, τον παγανιστικό μύθο του Γκράαλ, τη σοπενχαρική απόσυρση. Ο δικός του μυστικισμός αποθεώνει το κενό -ούτε μια σταγόνα αίμα δεν υπάρχει στο κύπελλο του Γκράαλ- και την περιπλάνηση».

Η κριτική δεν είναι, όμως, διθυραμβική. Γιατί, όπως ακριβώς κάνει και στο θέατρο, όπου δίνει περισσότερη σημασία στα σώματα των ηθοποιών παρά στο κείμενο, έτσι κι εδώ φαίνεται ότι αμέλησε τη μουσική για να δώσει βάρος στην εντυπωσιακή σκηνική εικόνα. «Ο Καστελούτσι απέφυγε την αναμέτρηση με τη φόρμα της όπερας κι έκανε τη μουσική ένα αόρατο σκηνικό», γράφει η «Μοντ».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Ιταλός σκηνοθέτης διάλεξε για το οπερατικό ντεμπούτο του τον «Πάρσιφαλ». Ο Βάγκνερ ήταν ένας μάστορας των θεατρικών εφέ. Και σ’ αυτό το έργο του το θέαμα περισσεύει. Παρελάσεις ιπποτών του Αγίου Δισκοπότηρου κι ένας μαγικός κήπος. Ιδανικό πλαίσιο για τον Καστελούτσι, που έγινε με την ευκαιρία σκηνογράφος, ενδυματολόγος και φωτιστής. Ετοίμαζε, άλλωστε, την παράσταση δύο χρόνια.

Εστησε πάνω στη σκηνή ένα ολόκληρο δάσος φωτισμένο με έναν «ποιητικό τρόπο, που σου κόβει την ανάσα», σύμφωνα με τη «Μοντ». Στο δεύτερο μέρος, το μαγικό και αισθησιακό βασίλειο του Κλίνγκσορ γίνεται μια ψυχρή, παγωμένη αίθουσα. Γυμνές, δεμένες γυναίκες, μιμούμενες τα ερπετά, τριγυρίζουν την εκμαυλίστρια Κούντρι, που δεν θα καταφέρει να κατακτήσει τον Πάρσιφαλ. Τριακόσιοι χορωδοί και κομπάρσοι υπακούουν στις οδηγίες του σκηνοθέτη.

Οσο για το καθαρά μουσικό μέρος, αυτό ανήκει στον μαέστρο Χάρτμουτ Χένχεν. Πάρσιφαλ ο Αμερικανός Αντριου Ρίτσαρντς, Κούντρι η Αννα Λάρσον.

* Μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου.

  • Υπεύθυνος: Επιμ.: Β.ΓΕΩΡΓ., Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011
Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: