Ο «Πετρο-τσουλούφης» για μικρούς και μεγάλους

  • Μια παράσταση με μαριονέτες και μουσική, βασισμένη στο βιβλίο του Δρος Χόφμαν
  • Tης Σαντυς Τσαντακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 23 Iανoυαρίου 2011

Αν δεν συμπαθείς ιδιαίτερα τις παραστάσεις κουκλοθέατρου, με κάτι εφιαλτικές κούκλες και αντίστοιχα εκνευριστικές, γλυκανάλατες φωνές, τότε είναι μάλλον ευχάριστη έκπληξη να παρακολουθήσεις ένα θέαμα με τα παιδιά σου, στο οποίο δεν υπάρχει τίποτα στημένο, σε μια αίθουσα-μαύρο κουτί με πρωτότυπες ιστορίες… Κάθε Κυριακή, το Ιδρυμα Κακογιάννη φιλοξενεί παιδικές παραστάσεις με κούκλες. Ο «Πετροτσουλούφης» από την ομάδα Αγιούσαγια είναι μία από αυτές. Μια παράσταση με ξυλόγλυπτες μαριονέτες και ζωντανή μουσική, βασισμένη στο διάσημο βιβλίο του Δρος Χόφμαν, που μπορεί να διαρκεί μόλις 50 λεπτά αλλά προκαλεί. Γέλιο και αγωνία στα παιδιά, αμηχανία, στρες, θυμό, αναστάτωση, στους γονείς.

Ο Στάθης Μαρκόπουλος, υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία και ένας από τους κουκλοπαίκτες της παράστασης, όπως και πρόεδρος της Unima Hellas (Διεθνής Ενωση Μαριονέτας), εξηγεί:   «Παρ’ όλο που οι παραστάσεις δεν απευθύνονται μόνο σε παιδιά, αλλά είναι φτιαγμένες για όλους, ο Πετροτσουλούφης επιλέχθηκε για την «παιδική» του θεματολογία, με πρόθεση να αφορά τόσο τους μικρούς ανθρώπους όσο και τους γονείς τους. Οι ιστορίες του Χόφμαν καταπιάνονται με ζητήματα που αφορούν τα παιδιά άμεσα, χωρίς υπεκφυγές και ταυτόχρονα με χιούμορ και σατιρική διάθεση προς όλες τις κατευθύνσεις. Το έγκλημα και η τιμωρία, η παιδική ξεδιάντροπη σκανταλιά, η προκλητικότητα των παιδιών απέναντι στον αυταρχισμό ως μέσον εξερεύνησης των ορίων, τα παθήματα που συχνότατα δεν γίνονται μαθήματα, αλλά και η απερίγραπτη υποκρισία των γονέων, που μέσω των παθημάτων των τέκνων τους αυτοεπιβεβαιώνονται, είναι μερικά από τα πολλά επίπεδα στα οποία κινούνται το βιβλίο και οι μαριονέτες».

Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις ιστορίες είναι τα παιδιά, τα οποία κάνουν κάποια αταξία και τελικά την πληρώνουν ακριβά. Το ζητούμενο είναι η θεατρική εμπειρία με τελετουργικό τρόπο. Για να συνδιαλλαγούν τα παιδιά με θέματα της ζωής που συνήθως οι μεγάλοι διστάζουμε να θίξουμε ή παρακάμπτουμε, θεωρώντας τα ακατάλληλα γι’ αυτά. «Τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται για σαχλές «παιδικές» ιστορίες (εκείνες που έβρισκε και ο Χόφμαν στα βιβλιοπωλεία της εποχής του). Το κουκλοθέατρο είναι ιδανικό μέσο γιατί παρέχει την απαραίτητη ασφάλεια της σύμβασης: όλοι ξέρουν ότι οι κούκλες δεν ζουν «πραγματικά» κι έτσι μπορούν να παίξουν με τα πιο «επικίνδυνα» παιχνίδια». Το συμβατικό πλαίσιο έρχεται να συμπληρώσει η σκηνογραφία του «ανοιχτού παταριού», με όλες τις κούκλες και τους κουκλοπαίκτες ορατούς στο κοινό και τον μουσικό – τραγουδιστή που μεσολαβεί και λέει τις ιστορίες. Δεν υπάρχει σκηνικό ούτε σκηνή, για την απουσία «ρεαλιστικής» ψευδαίσθησης. Μετά την παράσταση, οι θεατές καλούνται να δουν και να αγγίξουν το ξύλο ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό που είδαν κι έφτιαξαν στο μυαλό τους…

Η αφήγηση συνοδεύεται από ακορντεόν (τη μετάφραση υπογράφει η Τζένη Μαστοράκη), έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα κι έχεις καθήσει στη μέση του δρόμου για να παρακολουθήσεις μια παράσταση χωρίς ενιαίο θέμα, αλλά μικρές, αυθόρμητες ιστορίες που μπορεί να προέκυψαν κι εκείνη τη στιγμή. «Με τις μαριονέτες μας προσπαθήσαμε να πετύχουμε ακριβώς το ίδιο στο οπτικό και δραματουργικό κομμάτι της παράστασης», λέει ο Στάθης Μαρκόπουλος. «Σκληρές» εικόνες και δράσεις συνυπάρχουν με κωμικές κινήσεις».

Οι ακραίες αντιδράσεις είναι μάλλον αναπόφευκτες. Αναρωτιέμαι αν έχουν φύγει θεατές από την αίθουσα, τι λένε μετά την παράσταση παιδιά και γονείς, ποιοι είναι οι πιο «ευαίσθητοι» τελικά… «Ο Πετροτσουλούφης (νομίζω τόσο το βιβλίο όσο και η παράστασή μας) ή αρέσει πολύ ή καθόλου», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Στις παραστάσεις μας έχουμε αντιμετωπίσει από θερμότατα χειροκροτήματα και ειλικρινείς ευχαριστίες έως βίαιες αντιδράσεις γονέων ή εκπαιδευτικών, οι οποίοι είτε πήραν τα παιδιά κι έφυγαν είτε σταμάτησαν την παράσταση, θεωρώντας ότι έτσι θα σώσουν τις παιδικές ψυχές από το «βάναυσο» θέαμα…   Επίσης, έχουμε δεχθεί καταγγελίες στον Tύπο, ακυρώσεις παραστάσεων…».

Τα παιδιά της δικής μας παρέας, πάντως, δέκα στον αριθμό, ηλικίας από 4 έως 11, δεν δυσανασχέτησαν λεπτό.

Πόσο «σπλάτερ», βίαιο, ωμό αντέχει άραγε να είναι ένα θέαμα για παιδιά; Αν ο Ταραντίνο ή ο Ροντρίγκεζ έφτιαχναν παιδικό κουκλοθέατρο, κάπως έτσι θα το φανταζόμουν… «Πιθανόν, διότι οι σκηνοθέτες αυτοί δεν κάνουν μόνο «σπλάτερ», αλλά καταφέρνουν να ποτίζουν τις ταινίες τους με ποίηση, όσο σκληρές κι αν είναι. Το κουκλοθέατρο είναι εκ φύσεως «ωμό», είναι η τέχνη της υλο-ποίησης. Σε κάθε παράσταση, τα άψυχα παίρνουν ζωή και στο τέλος την ξαναχάνουν. Η νεκρανάσταση και όλα τα φαινόμενα που συνδέονται με το μυστήριο της ζωής, για τις κούκλες είναι τετριμμένα πράγματα.»

Το θέατρο σαν κοινωνική τελετουργία και ειδικά το κουκλοθέατρο έχει ειδικές δυνάμεις μαγείας, που οι κούκλες κουβαλούν στο υλικό κατασκευής τους: τον ίδιο τον θεατή. «Αν ο θεατής δεν πιστέψει στη μαγεία, η κούκλα δεν ζει». Τι μπορεί να πάει λάθος σε μια ζωντανή παράσταση για παιδιά; «Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων που κάτι δεν πάει καλά, το φταίξιμο είναι δικό μας, των παικτών. Οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές, οι ζωές των μαριονετών κρέμονται από κλωστές και τα όρια μεταξύ αστείου και μακάβριου, επίσης εύκολο να χαθούν».

Πόσο εμπορικό είναι το κουκλοθέατρο σήμερα στην Ελλάδα; «Ως επιχειρηματική δραστηριότητα, το κουκλοθέατρο έχει πολλούς τρόπους να γίνεται εμπορικό. Δυστυχώς, δεν τους γνωρίζω. Παρ’ όλα αυτά, εδώ και είκοσι χρόνια ζω αποκλειστικά από αυτό. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα πλουτίσει ως κουκλοπαίκτης, αλλά είναι από τα λίγα καλλιτεχνικά επαγγέλματα που όντως μπορεί να σε θρέψει. Αλλωστε, στην Ελλάδα είμαστε ακόμα σχετικά λίγοι και ο κλάδος δεν μαστίζεται από ανεργία», λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης, που σπούδασε στην Τσεχοσλοβακία. «Πήγα στην Τσεχοσλοβακία γιατί το 1989 δεν υπήρχαν και πολλά στην Ελλάδα σχετικά με τη θεατρική κούκλα. Επίσης, με ενδιέφερε η κατάσταση πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών που επικρατούσε εκεί τότε. Το πιο βοηθητικό ήταν οι πάρα πολλές παραστάσεις (καλές και κακές) που είδα. Η σχολή είχε καλή υποδομή και μαστόρους, αλλά για να είμαι ειλικρινής, κουκλοθέατρο άρχισα να μαθαίνω από ένα θίασο στον δρόμο που με υιοθέτησε κι έζησα μαζί τους. Τώρα πια και στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί τρόποι να μπει κανείς στην τέχνη. Ακόμη μαθαίνω συνεχώς».

Αν παρ’ όλ’ αυτά, εσείς διστάζετε ακόμη να πάτε τα παιδιά σας, υπάρχει και κουκλοθέατρο για ενήλικες. Οπως λέει και ο Στάθης Μαρκόπουλος: «Γιατί κι εμείς οι μεγάλοι τρομαγμένα παιδάκια είμαστε, που ψάχνουμε εναγώνια απαντήσεις και διεξόδους, παιχνίδια κι έρωτες με τη ζωή».

Δεν προκαλεί φόβο και αρέσει

Μαρία Καρανίκου, εκπαιδευτικός – κλινική ψυχολόγος: «Είδα την παράσταση με την κόρη μου και μια παρέα παιδιών από διάφορες ηλικιακές ομάδες. Οι αντιδράσεις; Διαφορετικές. Τους άρεσε και μόνο φόβο δεν τους προκάλεσε και όπως μου είπε η κόρη μου, που είχε δει αντίστοιχη παράσταση στο σχολείο, μόνο οι ενήλικες αντιδρούν. Ξαφνικά, ανακαλύψαμε οι μεγάλοι ότι τα παραμύθια είναι ιδιαίτερα βίαια. Τα παιδιά μαγεύονται, όμως, από τον λύκο, τους κακούς, τις μητριές. Οι ιστορίες μιλούν στο ασυνείδητό τους και τους δίνουν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν τους δικούς τους φόβους. Πολύ συχνά τα παιδιά έχουν τις δικές τους φαντασιώσεις, που γεννούν ενοχές και φαντάζονται ότι θα πρέπει να τιμωρηθούν γι’ αυτόν τον λόγο. Οπότε απενοχοποιούνται. Γι’ αυτό μαγεύονται όταν υπάρχει η τιμωρία στην παράσταση. Εκτονώνεται ο φόβος, όπως στο αρχαίο δράμα. Οπως και στο παραμύθι, ούτε ο θάνατος ούτε η τιμωρία έχουν διάρκεια στο μυαλό τους. Τα παιδιά είναι κατενθουσιασμένα».

Ηλέκτρα, 8 χρονών: «Μου άρεσε ο Σούλης, που δεν έτρωγε τη σούπα του και γινόταν όλο και πιο αδύνατος, σαν κλαράκι. Ο ράφτης που πετούσε με το τεράστιο ψαλίδι. Γέλασα πολύ με τον Πότη και τον Ζάχο, αλλά και με την ιστορία των μαύρων αγοριών».

Μάνος, 5 χρονών: «Ο κύριος που έπαιζε μουσική ήταν άνθρωπος ή κούκλα; Ηταν αστεία τα μαλλιά του. Εμοιαζε με τον Πετροτσουλούφη. Μου άρεσε και ο Πίπης, που έκανε πιπίλα το δάχτυλό του. Είναι ζωντανές οι κούκλες; Εχουν καρδούλα;»

* Παραστάσεις κουκλοθέατρου στο Ιδρυμα Κακογιάννη, κάθε Πέμπτη βράδυ (9 μ. μ.) για ενήλικες και κάθε Κυριακή (11 π. μ. και 5.30 μ. μ.) για παιδιά.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: