Daily Archives: 16 Ιανουαρίου, 2011

Ο ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΜΠΙΧΝΕΡ

  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Ο Γκέοργκ Μπίχνερ

Μερικά χρόνια πριν ο Μαρξ κυκλοφορήσει το «Κεφάλαιο», ο νεαρός Γκέοργκ Μπίχνερ διατύπωνε τις σοσιαλιστικές θέσεις του για την επανάσταση: «Αν η επανάσταση μπορούσε ποτέ να ευοδωθεί, θα συνέβαινε μόνο εξαιτίας της μεγάλης μάζας των ανθρώπων. Η αριθμητική τους υπεροχή και το κύρος τους έπρεπε να υπερνικήσουν το στρατό».

Επιστήμονας, θεατρικός συγγραφέας ολίγων αλλά σπουδαίων έργων, θερμός επαναστάτης, πέθανε μόλις 23 χρόνων. Αν και άφησε πίσω του τρία μόνο θεατρικά έργα, ο Μπίχνερ θεωρείται πρόδρομος του Μπρεχτ αλλά, μ’ έναν τρόπο, και του Μαρξ… Από το πανεπιστήμιο, όπου σπουδάζει ζωολογία και συγκριτική ανατομία, συνδέεται με αντικαθεστωτικούς διανοούμενους. Πολύ γρήγορα ιδρύει μαζί με φοιτητές και αγρότες την επαναστατική οργάνωση «Εταιρεία Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Το 1834 συντάσσει και εκδίδει ένα μανιφέστο για τους καταπιεσμένους αγρότες, από τα πρώτα σοσιαλιστικά κείμενα στην Ευρώπη. Οι αγρότες όχι μόνο αδυνατούν να το κατανοήσουν αλλά το παραδίδουν στην αστυνομία… Ο Μπίχνερ αποφεύγει τη σύλληψη και μέσα σ’ ένα μήνα γράφει τον «Θάνατο του Δαντόν», που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, 22, 23, 26-30 Ιανουαρίου και 2-6, 9-12 και 16-18 Φεβρουαρίου) σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα και μ’ ένα πλήθος καλών ηθοποιών: Βασίλης Ανδρέου, Μελέτης Ηλίας, Στέλιος Ιακωβίδης, Νίκος Καρδώνης, Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Μπίτος κ.ά.

Το έργο διαδραματίζεται την εποχή της γαλλικής επανάστασης και της τρομοκρατίας την τριετία 1790-1793, όταν επικρατούσε αναρχία και χάος. Οι μάζες πεινούν, στερούνται των δικαιωμάτων που ευαγγελιζόταν η επανάσταση και παραπαίουν στο έλεος των δημαγωγών. Η γκιλοτίνα βρίσκεται σε διαρκή λειτουργία υποδεχόμενη κάθε φορά κεφάλια πρώην «σωτήρων» και νυν «εχθρών» της επανάστασης. Ο συγγραφέας εστιάζοντας στις προσωπικότητες των πρωτεργατών της επανάστασης, του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου, ανατέμνει θεατρικά και ιδεολογικά την τραγωδία της ίδιας της πολιτικής. Ο ηγέτης των αντιβασιλικών δυνάμεων Δαντόν αντιμετωπίζει τώρα κριτικά τον νόμο που ευνοεί τις χιλιάδες πολιτικές δολοφονίες και ζητά «οικονομία στο ανθρώπινο αίμα». Ο αδιάλλακτος δικηγόρος Ροβεσπιέρος, αρχηγός της παράταξης των Ιακωβίνων, εμμένει στην προεπαναστική θέση ότι η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας που ίδρυσε, οφείλει να αποψιλώσει την κοινωνία από κάθε ύποπτο και αντεπαναστικό στοιχείο. Ο Δαντόν αρνείται να διαφύγει, οδηγείται σε μια παρωδία δίκης και στην εκτέλεση.

Οταν ο 20χρονος Μπίχνερ γράφει τον «Δαντόν», η Γερμανία βρίσκεται σε μια κατάσταση συγγενική εκείνης που επικρατούσε στην προεπαναστατική Γαλλία. Χωρίς να παίρνει ανοιχτά θέση υπέρ του Δαντόν ή του Ροβεσπιέρου, επικεντρώνεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς αγώνες για ελευθερία-δημοκρατία και στη δεσποτική εξουσία.

Και σήμερα; Καταμεσής της οικονομικής κρίσης, η βία ως τυφλή απάντηση στο πολιτικό σύστημα έχει ανοίξει βήμα στην Ελλάδα. Στη μετεπαναστατική Γαλλία το τσεκούρι της λαιμητόμου έπεφτε επί δικαίων και αδίκων. Τώρα, βομβιστικές επιθέσεις, προπηλακισμοί πολιτικών, χτυπήματα σε κτίρια της Δικαιοσύνης και της Αστυνομίας, απαντούν στη βία της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Αποτελεί όμως αυτός ο δρόμος ουσιαστικό πλήγμα στη βαρβαρότητα του συστήματος;

Ο καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση στην Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας (και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ) Θάνος Βερέμης και καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλης Καραποστόλης (συγγραφέας του βιβλίου «Διχασμός και Εξιλέωση, περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη) προσεγγίζουν με αυτή την αφορμή για το «Επτά» το φαινόμενο πολιτική βία και φανατισμός στις μέρες μας: 7

Η ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

  • ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΒΕΡΕΜΗ

ΑΞΙΟΛΟΓΕΣ κινηματογραφικές ταινίες της τελευταίας δεκαετίας ασχολούνται, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, με τη βιαιότητα που κοιμάται μέσα μας.

Η βιαιότητα εξεγείρεται συνήθως ως μέσον αυτοπροστασίας ενώπιον απειλής και κινητοποιεί τόσο έντονα τις αισθήσεις, ώστε τακτική αναρρίπισή τους είναι δυνατό να προκαλέσει σύνδρομο εθισμού. Πώς να ερμηνεύουμε την εισβολή της εικονικής βίας αλλά και εκείνης που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όμως κάπου μακριά από την «τακτοποιημένη και πεζή ζωή μας» (Καβάφης «Θεόδοτος»); Ισως ο φόβος και ο οίκτος να γίνονται έτσι συναισθήματα καθαρκτικά της βίας που ενδημεί μέσα μας.

Αντίθετα από τον κόσμο της αρχαίας τραγωδίας, ο μεταμοντέρνος κόσμος είναι χωρίς έρμα. Η βία του είναι ανεξήγητη και γι’ αυτό ανεξέλεγκτη. Η ταύτιση του θεατή με τους μεταμοντέρνους ήρωες είναι εξαιρετικά δυσχερής. Καθώς απομακρύνονται οι γενιές που έζησαν και στη συνέχεια εκλογίκευσαν τη βία του μεγάλου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, οι υπόλοιποι, προϊόντα της παρατεταμένης μεταπολεμικής ειρήνης, γνωρίζουν μόνο την εικονική βία του κινηματογράφου και τη μακρινή βία στην Ασία ή την Αφρική από ΜΜΕ. Ως θεατές των συγκρούσεων αυτών εισερχόμαστε σταθερά στη μεταμοντέρνα εποχή της ανεξήγητης και ανεξέλεγκτης βίας. Σε περιοχές με πολιτικές ηγεσίες που επικοινωνούν με τον Θεό (ανατολικές και δυτικές) και διεθνείς οργανισμούς που αγωνίζονται να περισώσουν το πνεύμα του ρασιοναλισμού από το οποίο γεννήθηκαν, ακόμα και η βία του κινηματογράφου ή των ειδήσεων στην τηλεόραση, αποδίδουν τον παραλογισμό των σημερινών συγκρούσεων.

Ο «Θάνατος του Δαντόν» του Γκέοργκ Μπίχνερ με υπότιτλο «Δραματικές εικόνες από την τρομοκρατία της Γαλλίας» απέχει μόλις 45 χρόνια από τα γεγονότα της ιακωβινικής φάσης των γάλλων επαναστατών του 1789. Αντίθετα από τους λογικοκρατούμενους δημίους του ιακωβινισμού, ο Μπίχνερ πίστευε ότι το άτομο δεν είναι αυτόβουλος οργανισμός αλλά ελέγχεται από ανεξήγητους κοινωνικούς νόμους. Ούτε ο ηρωισμός, ούτε η ιδιοφυΐα των ηρώων ή μάλλον των αντιηρώων του, τους σώζουν. Στο πιο προχωρημένο έργο του, τον «Βόιτσεκ», που έμεινε ημιτελές, η συνείδηση του ήρωα ή του αντιήρωα αντιδρά στο κοινωνικό χάος με την τρέλα ή το έγκλημα. Ετσι η βία όταν δεν είναι μεθοδευμένη σαν αυτή του Ροβεσπιέρου, αλλά εκείνη του αδύναμου μικρού ανθρώπου, του Βόιτσεκ. Ο ρασιοναλιστής Δαντόν δεν έχει καμιά ελπίδα να επικρατήσει στο καθεστώς μεθοδευμένου χάους που οικοδομεί ο αντίπαλός του, ο Ροβεσπιέρος. Η στροφή του Δαντόν προς τη μετριοπάθεια τον έχει από την αρχή καταδικάσει σε θάνατο.

Ο Μπίχνερ βρίσκεται πολύ κοντά στην εποχή της μεταμοντέρνας βίας. Η ερμηνεία που επιχειρεί ο Δαντόν της προσωπικότητας του αντιπάλου του αποτελεί μια σύγχρονη αποδόμηση του δήθεν λογικοκρατούμενου επαναστάτη. Ο Χίτλερ, ο Στάλιν και ο Μάο θα μπορούσαν να αποτελέσουν συναρπαστικό αντικείμενο μιας νέας θεατρικής ανάγνωσης από έναν σύγχρονο Μπίχνερ. Ο ριζοσπάστης διανοούμενος και ποιητής του 1835 Μπίχνερ, ίσως βρει έτσι στη σημερινή Γερμανία έναν απόγονό του. Κάποιον σαν τον Χανς Μάγκνους Αϊζενμπεργκ.

ΤΟΤΕ ΑΔΙΚΙΑ, ΤΩΡΑ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ

  • ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ της σημερινής κρίσης αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά της σημερινής βίας.

Αλλοτε το πρόβλημα στις δυτικές κοινωνίες ήταν η αδικία, σήμερα είναι η εξαπάτηση. Αυτό που προβάλλει απειλητικό ως εχθρός των πολλών δεν είναι ο ανεξέλεγκτος εκμεταλλευτής της εργασίας τους, είναι η αμυδρή εικόνα ενός συλλογικού απατεώνα. Δεν διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο και η ταυτότητά του. Είναι όμως άκρως αισθητές οι πράξεις του και οι πράξεις αυτές αφήνουν πίσω τους τα ίχνη ενός κλέφτη, ενός σφετεριστή. Το «σύστημα» λοιπόν περισσότερο εξαπατά, παρά καταπιέζει. Αρα, ουσιαστικά, δεν είναι σύστημα. Ο καπιταλισμός αποσυντίθεται για να μετατραπεί σ’ αυτό που γράφουν και στα πανό τους οι διαδηλωτές στις πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής: σ’ ένα τεράστιο καζίνο. Αλλά και πάλι δεν είναι η τύχη που κυβερνά εδώ, είναι η πανουργία των καλύτερα πληροφορημένων και των πιο αδίστακτων. Ετσι, δεν είναι παράδοξο που η αντίδραση των χαμένων σ’ αυτό το στημένο παιγνίδι δεν θυμίζει σε τίποτα την εξέγερση άλλων καιρών.

Τώρα μαζί με το πορτοφόλι θίγεται και το μυαλό, και μάλιστα πιο πολύ αυτό. Η απατεωνιά του «συστήματος» προσβάλλει κατ’ ευθείαν τη νόηση του αγρότη, του εργάτη, του μισθωτού, του ελεύθερου επαγγελματία, του καλλιτέχνη και του επιστήμονα. Ολοι τους θεωρούνται «κορόιδα», λίγο ώς πολύ, αφού βλέπουν εμβρόντητοι τα εισοδήματά τους να μειώνονται και τις καταθέσεις τους να απειλούνται. Κάποιοι τους ξεγέλασαν, αυτό είναι το μόνο που καταλαβαίνουν, κι αυτό βέβαια είναι τόσο πιο προσβλητικό όσο πιο υψηλή είναι η εκπαίδευσή τους. Το να σε θεωρούν κουτό αφού πρώτα σ’ έχουν σπουδάσει, αυτή είναι η κύρια αντίφαση της σημερινής κοινωνίας. Γι’ αυτό και η βία που γεννιέται είναι άγρια και τυφλή. Τυφλή επίτηδες, για να δείξει πως σε όποιο σχολείο να πάει κανείς, σ’ όποιο πανεπιστήμιο, δεν θ’ ανοίξουν τα μάτια του ποτέ. Η σημερινή βία εκδικείται τη γνώση και την εκπαίδευση πιο πολύ και από την πολιτική. Ή για να το πούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια: το σχολείο πληρώνει τα σπασμένα της πολιτικής. Ηδη στις ΗΠΑ οι ιθύνοντες ανησυχούν πολύ για το φαινόμενο. Σε πρόσφατη ομιλία του ο Ομπάμα έκανε έκκληση στους εφήβους να επιστρέψουν στις τάξεις τους. Το ίδιο και στην Αγγλία και τη Γαλλία. Αυξάνεται ο αριθμός των νέων που δεν βρίσκουν τον λόγο να πάνε στο σχολείο.

Στην Ελλάδα τα πράγματα, προς το παρόν, είναι διαφορετικά. Δεν εγκαταλείπουν το σχολείο οι νέοι, αλλά αδρανούν μέσα σ’ αυτό. Τι μπορούμε άραγε να τους πούμε; Ισως μόνον αυτό: εάν θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο πρέπει να τον καταλάβουν και για να τον καταλάβουν πρέπει να μάθουν ορισμένα πράγματα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το κυριότερο: πως ποτέ το δίκιο δεν το κατέχει κάποιος εντελώς. Ούτε καν οι δυστυχισμένοι. Είναι δύσκολο, βέβαια, να τους πείσουμε. Είναι άλλωστε δύσκολο να πειστούμε και εμείς οι πρεσβύτεροι. Πρέπει να το προσπαθήσουμε όμως. Οχι για ν’ αθωώσουμε κάποιους ανάξιους πολιτικούς ή άπληστους τραπεζίτες, αλλά για να σώσουμε το μυαλό μας. Ο Δαντόν έλεγε: «Δεν θέλουμε να καταδικάσουμε τον βασιλιά, θέλουμε να τον σκοτώσουμε». Εμείς μετά από όσα έχουν συμβεί στην Ιστορία, πρέπει να πάμε πιο πίσω, πρέπει να μάθουμε να δικάζουμε.

Άγαμοι Θύται στον «Ζυγό»: Στοχεύοντας το κοινό: Αλλιώς δεν γίνεται…

  • ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 14/01/2011

Έχω αναφέρει και στο παρελθόν ότι οι εκπρόσωποι της σάτιρας στην Ελλάδα διακωμωδούν πολιτικούς αποφεύγοντας να επισημάνουν την τεράστια ευθύνη του λαού-κοινού, που γελά αχαλίνωτα με τον επιδερμικό εξευτελισμό των εκλεγμένων. Όλα αυτά σε μία εποχή που ο κωμικός «διασυρμός» δεν έχει πραγματική δύναμη, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή και να ερμηνευθεί η σάτιρα ως στρατευμένη τέχνη.

Και εδώ αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η μοναδική επίπτωση της σάτιρας σήμερα στον διακωμωδούμενο είναι να αποκτήσει δημοσιότητα, ενώ κατά τον 5ο αι. π.Χ. η κωμωδία, ούσα στρατευμένη, επιδίωκε τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, με έμμεση συνέπεια ο εκτιθέμενος να εξοριστεί ή και να εκτελεστεί. Άλλωστε ορισμένοι μελετητές, μάλλον άδικα, συσχετίζουν την εκτέλεση του Σωκράτη με τον διασυρμό του από τον Αριστοφάνη.

Επιστρέφοντας όμως στη σύγχρονη πραγματικότητα, διαφαίνεται η σάτιρα, κυρίως η τηλεοπτική, να αποσκοπεί στην ψυχαγωγία και σε μια δήθεν σιωπηλή «συνωμοσία του καναπέ», όπου κοινό και παρουσιαστής δηλώνουν «συνειδητοποιημένοι» και από κοινού καταριούνται τους γνωστούς και άγνωστους, αλλά πάντα έτερους, υπαίτιους της κακής τους τύχης.

Ωστόσο ποιος εκπρόσωπος του είδους τόλμησε να καταδείξει τους συνυπεύθυνους, όλους εμάς που βρισκόμαστε σε μία κατάσταση διαρκούς ύπνωσης; Έως τώρα φερόμασταν σαν να μας φταίνε οι άλλοι, σαν να ήμασταν αμέτοχοι, συνηθίσαμε, και τώρα φερόμαστε σαν οι επιπτώσεις να πλήττουν πάλι κάποιον άλλον.

Την ανατροπή της σχέσης αυτής επιδιώκουν με τη φετινή τους εμφάνιση οι Άγαμοι Θύται, οι οποίοι έχουν αποδείξει στα είκοσι χρόνια της ύπαρξής τους ότι εκτίθενται όντες ουσιαστικοί. Τις δύο δεκαετίες που πέρασαν η καλλιτεχνική ομάδα έγινε σχολή, με τα ιστορικά μέλη να υποδέχονται κάθε σεζόν νέους καλλιτέχνες, μουσικούς, τραγουδιστές, ηθοποιούς και να τους μυούν σε ένα πρωτόγνωρο καλλιτεχνικό πνεύμα ομαδικότητας.

Στην παράσταση των Άγαμων Θυτών με τον τίτλο Αλλιώς δεν γίνεται ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, στο σκετς «Κουρείον: Η ειλικρίνεια» (παίζουν: Χρύσανθος Καγιάς πελάτης, Ι. Μιχαηλίδης κουρέας, σε κείμενο του ίδιου), τόλμησε να καταγγείλει τους εκατοντάδες εμβρόντητους θεατές της παράστασης και ήταν η πρώτη φορά που άκουσα έναν καλλιτέχνη επιτέλους να μιλά «ειλικρινά» στους «χαϊδεμένους» θεατές, φανερώνοντας την ανάγκη του δημιουργού να αναπτύσσει αληθινή σχέση με το κοινό. Ωστόσο μια αμηχανία απλώθηκε στον «Ζυγό», που γρήγορα ξεχάστηκε από τα αυθόρμητα γέλια… Όλα τα κείμενα της παράστασης σέβονται τον θεατή: διεισδυτικά, έξυπνα, υπαινικτικά, ξεκαρδιστικά, εναλλάσσονται με τις εξαιρετικές μουσικές, πρωτότυπες και διασκευές. Τα δώδεκα σύντομα αυτοτελή θεατρικά κείμενα θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως σπονδυλωτό θεατρικό έργο, που θεματολογικά πραγματεύεται την ελληνική πραγματικότητα και την περιβόητη κρίση, ιδωμένη από την πλευρά διαφορετικών ανθρώπων (ο κουρέας, ο αγρότης, ο άστεγος, ο ερωτευμένος φοιτητής, η γιαγιά, οι τραγουδιστές κ.ά.).

Σημασία ωστόσο στην τέχνη έχει η πρόσληψη, η απήχηση του καλλιτεχνικού εγχειρήματος στο κοινό… Και η αλήθεια είναι ότι το προηγούμενο Σάββατο, μετά τη λήξη της παράστασης, ο ενθουσιασμός αλλά και η πολυπόθητη αισιοδοξία ξεχείλιζαν… Αύριο Σάββατο δίνεται η τελευταία παράσταση.

  • ΑΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ. Σκηνοθεσία: Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Κείμενα: Ι. Μιχαηλίδης, Γιώργος Κλήμεντος, Χρήστος Τολιάδης, Ταξιάρχης Χάνος. Χορογραφίες: Μπέσυ Μάλφα, Ελευθερία Κόμη. Μουσική επιμέλεια: Νίκος Στεφανίδης, V. Gatz.

* Η Κ. Διακουμοπούλου είναι θεατρολόγος

Από τη λογοτεχνία στο θέατρο και την εικόνα

Ακροβατώντας ανάμεσα στο θέατρο και τις εικαστικές τέχνες, ανάμεσα στο μυθιστορηματικό και το πραγματικό πρόσωπο, ο Γιάννης Σκουρλέτης και η ομάδα Bijoux de Kant επιχειρούν μιαν ανάγνωση των Παθών του νεαρού Βέρθερου, του νεανικού έργου του Γκαίτε που του προσέφερε πανευρωπαϊκή φήμη καθιστώντας τον συγγραφέα ηγετική μορφή του ρομαντικού κινήματος του ύστερου 18ου αιώνα.

«Εκρηκτικό μηχανισμό» το χαρακτήριζε ο δημιουργός του, καθώς ήταν γι’ αυτόν ο τρόπος να ξορκίσει, να βυθίσει μέσα στη λογοτεχνία τόσο τον δικό του αδιέξοδο έρωτα όσο και την αυτοκτονία ενός ανθρώπου του κύκλου του και να απελευθερωθεί από τη μελαγχολία… Έτσι, Γκαίτε και Βέρθερος ήταν «δύο πρόσωπα σε ένα, που το ένα πέθανε και το άλλο έμεινε ζωντανό προκειμένου να γράψει την ιστορία του πρώτου».

Γύρω από αυτήν την αμφιθυμία, του δημιουργού προς το δημιούργημα, του ερωτευμένου προς το αντικείμενο του πόθου του, κινείται η παράσταση Βέρθερος: Ένα εγκώμιο των δακρύων, που ερμηνεύουν οι Δημήτρης Λιγνάδης, Δημήτρης Πασσάς και Κατερίνα Μισιχρόνη στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών από σήμερα έως και τις 30 Ιανουαρίου.

Η σκηνοθεσία και η σκηνογραφία είναι του βραβευμένου (για την περσινή παράσταση Graveyard Cafe Band / In Extremis) Γιάννη Σκουρλέτη, ενώ η πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Κώστα Δαλακούρα. Σημειώνεται ότι μετά την παράσταση της 21.1 θα ακολουθήσει συζήτηση των συντελεστών με το κοινό, με συντονιστή τον καθηγητή Δημήτρη Τσατσούλη.

Κάρολος Κουν: «Για να γίνουν θαύματα πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα»

  • Μαρτυρίες, αυτοβιογραφικές σελίδες, αθησαύριστο υλικό, σύγχρονα κείμενα, παραστασιογραφία και πολλές φωτογραφίες αναβιώνουν την «εποχή Κουν» στο θέατρο

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Τον Οκτώβριο του 1942 μια ανήσυχη αγριόπαπια άνοιξε δυναμικά τα φτερά της και διέσχισε τον γκρίζο κατοχικό ουρανό της Αθήνας. Αφετηρία της το θέατρο Αλίκη της πλατείας Καρύτση. Προορισμός της το άγνωστο. Το ταξίδι της επρόκειτο να αποδειχθεί μακρύ και περιπετειώδες: δεν θα επηρέαζε απλώς την πνευματική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας, θα την άλλαζε για πάντα.

Η απόφαση του Καρόλου Κουν να ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο του Ιψεν σίγουρα δεν ήταν τυχαία. Αποτελούσε ιδανική επιλογή για την εναρκτήρια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, της νεοεμφανιζόμενης ομάδας που είχε μόλις ιδρυθεί, το καλοκαίρι του 1942. Εργα όπως «Η αγριόπαπια» του νορβηγού συγγραφέα, που εξερευνούσαν την ψυχολογική αλήθεια των ηρώων, τα ψέματα και τις αυταπάτες πάνω στις οποίες οικοδομούν τις ζωές τους, επρόκειτο να συνθέσουν τη ραχοκοκαλιά του Θεάτρου Τέχνης στα πρώτα κρίσιμα χρόνια της πορείας του. «Σε αυτούς κυρίως βρήκαμε τους εαυτούς μας» έλεγε αργότερα ο Κουν για τον Ιψεν και τον Τσέχοφ, τους δύο συγγραφείς που αποθέωσε μέσα από την προσήλωση, τον θαυμασμό και την επίμονη σκηνοθετική ματιά του.

Η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης έγινε «με πολύ φτωχά μέσα, χωρίς ενίσχυση από πουθενά, αλλά με τη θερμή υποστήριξη λίγων εκλεκτών φίλων, χωρίς μεγαλόστομες εξαγγελίες αλλά με πάθος και φανατική προσήλωση στον ιερό σκοπό» γράφει ο Δημήτρης Σπάθης σε ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που περιλαμβάνει ο νέος τόμος του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). «Και είναι φαινομενικά παράδοξο πώς ένα παρόμοιο εγχείρημα μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα στις συνθήκες της ξένης κατοχής, της πείνας,των στερήσεων και σε τόσες άλλες αντιξοότητες» συνεχίζει ο ερευνητής.

Αν φαινόταν παράδοξο στους Αθηναίους που έσπευσαν να γεμίσουν τη μικρή αίθουσα του θεάτρου Αλίκη για να παρακολουθήσουν την «Αγριόπαπια», σε εμάς σήμερα, περίπου 70 χρόνια αργότερα, φαντάζει περισσότερο σαν μια από εκείνες τις ημέρες όπου το σύμπαν συνωμότησε για να αποκτήσουμε έναν μύθο. Γιατί αυτό ακριβώς είναι πλέον στην εθνική συνείδηση ο Κουν: ένας μύθος που έλαμψε με όλη του τη δύναμη τον περασμένο αιώνα, η ισχύς και η αξία του όμως ουδέποτε εξαντλήθηκαν. Το αποδεικνύει άλλωστε αυτό το νέο λεύκωμα του ΜΙΕΤ σε επιμέλεια Δηούς Καγκελλάρη, το οποίο συγκεντρώνει μαρτυρίες, αυτοβιογραφικές σελίδες, αθησαύριστο υλικό, σύγχρονες μελέτες, πλήρη παραστασιογραφία και, φυσικά, πλούσιο φωτογραφικό υλικό σε μια πολυτελή έκδοση.

  • Η ανώτερη ιδέα

«Λέμε αποστολή και ούτε σκιαζόμαστε τη λέξη, μήτε μας ενοχλεί η ιδέα,γιατί μονάχα με απόλυτη πίστη, με απόλυτη θυσία του εαυτού μας σε μια ανώτερη ιδέα μπορούμε ν΄ αποχτήσουμε τη δύναμη, την οντότητα και να φέρουμε στην επιφάνεια τον ψυχικό πλούτο που βρίσκεται θαμμένος μέσα μας για την πραγματοποίησή της. Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα για να γίνουν θαύματα». Αν τα λόγια αυτά- από τη διάλεξημανιφέστο που έδωσε ο Κουν στους φίλους του Θεάτρου Τέχνης τον Αύγουστο του ΄43- θυμίζουν κήρυγμα θρησκευτικού ηγέτη, η εντύπωση δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Γιατί ο ίδιος πίστευε στην Τέχνη σαν να ήταν θρησκεία.

Ζητούσε ολοκληρωτική αφοσίωση από τους «ακολούθους» του, όπως ολοκληρωτικά αφοσιωμένος ήταν και ο ίδιος. Εθετε υψηλούς στόχους, μια πορεία καλλιτεχνική χωρίς συμβιβασμούς, μακριά από βεντετισμούς και μαρκίζες, μακριά από κάθε επιχειρηματική λογική που επικρατούσε τότε στην αγορά και ενάντια στο κυρίαρχο αστικό μοντέλο θεάτρου. Γι΄ αυτό άλλωστε το Θέατρο Τέχνης συστάθηκε εξαρχής ως «θέατρο συνόλου», όπου όλοι οι «εργάτες» του, από τον σκηνοθέτη ως τον τεχνικό και από τον πρωταγωνιστή ως τον κομπάρσο, θεωρούνταν ισότιμοι και αμείβονταν σχεδόν ίσα. Εξίσου σημαντικό ρόλο σε αυτή τη φιλοσοφία έπαιζε και η Σχολή που ιδρύθηκε παράλληλα και τροφοδοτούσε ασταμάτητα με έμψυχο υλικό τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Συγκοινωνούντα δοχεία ήταν η σχολή και η σκηνή, με Δάσκαλο και Σκηνοθέτη έναν. Μια κοινότητα καλλιτεχνών με κοινές αρχές και κοινή γλώσσα- όπως τις συναντούσαμε ως τότε μονάχα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όχι όμως και στην Ελλάδα. Πυξίδα τους εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν ο Στανισλάφσκι, συνιδρυτής, ηθοποιός και σκηνοθέτης του περίφημου Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Τα εγχειρίδια που είχε γράψει με θέμα την τέχνη της υποκριτικής – με έμφαση στη μέθοδο του ψυχολογικού ρεαλισμού- ήταν και τα μοναδικά θεωρητικά εφόδια που χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί του Κουν κατά το πρώτο μεγάλο διάστημα.

Επιδίωξή τους η μελέτη και η ανάλυση της εξωτερικής πραγματικότητας με υποκειμενικούς όρους. Οπως τόνισε ο Δάσκαλος στη διάλεξη του ΄43, «σκοπός της τέχνης μας δεν είναι το αντικείμενο αλλά το νόημα που του δίνουμε εμείς». Ετσι, με το κείμενο στο χέρι οι ηθοποιοί προσέρχονταν στις πρόβες, οι οποίες διεξάγονταν «μέσα σε κλίμα πυρετού, κατεπείγοντος», όπως γράφει η Μάγια Λυμπεροπούλου, και ήταν πάντοτε «μεστές, πυκνές, χωρίς ανάσα».

Ο Κουν, φιγούρα ηγετική, εξαιρετικά αυστηρή, απαιτούσε απόλυτο δόσιμο αλλά ταυτόχρονα παρέμενε ανοιχτός σε κάθε ενδεχόμενο- δεν ερχόταν με προειλημμένες αποφάσεις. «Μέσα στην ένταση της πρόβας δημιουργούσε την ατμόσφαιρα, σχημάτιζε τα πρόσωπα. Αυτοσχεδιάζοντας. Εν τω γίγνεσθαι…» θυμάται χαρακτηριστικά η Ρένη Πιττακή. Η μέθοδός του ήταν υπαινικτική, μαιευτική: δεν «έδειχνε» τους ρόλους απαιτώντας την αντιγραφή. «Ανάλογα με το ρεπερτόριο άλλαζαν οι κατευθύνσεις. Στα έργα ατμόσφαιρας οι επεμβάσεις του αφορούσαν συνήθως μια λεπτομέρεια στο βήμα, στο βλέμμα, στον τρόπο με τον οποίο κάθεσαι, στρέφεις τον ώμο σου. “Δεν βλέπω το σκοτάδι στην κίνησή σου…”,“Δεν ακούω τη φωνή του στα μαλλιά σου…” έλεγε» προσθέτει η Πιττακή.

  • Εργα-σοκ

Στις δοκιμές ο Κουν απαιτούσε να είναι παρόντες όλοι οι ηθοποιοί: όχι μόνο αυτοί που είχαν αναλάβει ενδεχομένως μικρούς ρόλους, αλλά και εκείνοι που δεν συμμετείχαν καν στην παράσταση. «Πώς αλλιώς να γινόταν άλλωστε, όταν τα περισσότερα έργα τότε μετά δυσκολίας τα καταλαβαίναμε και η πρώτη μας επαφή στην ανάγνωση αποτελούσε κάποτε ισχυρότατο σοκ;» σημειώνει η Λυμπεροπούλου. Πόσο τρομακτικό να πιάνεις για πρώτη φορά στα χέρια σου Ιονέσκο, Πίντερ, Μπέκετ ή Μπρεχτ! Και να πρέπει να «σπάσεις» τους καινούργιους κώδικες, να ερμηνεύσεις τις σιωπές, να κατανοήσεις την «αποστασιοποίηση», να ξεχάσεις τον όποιο ρεαλισμό, ακόμη και τον ψυχολογικό.

Σε αυτές τις προκλήσεις έσπευσε να ανταποκριθεί το Θέατρο Τέχνης από τη δεκαετία του ΄60 και μετά. «Εκεί γύρω στο 1963-64 αρχίζει μια δεύτερη υποκριτική περίοδος, όπου “μουσικά” οι παραστάσεις αντί να λικνίζονται πια στον ρυθμό του μπλουζ αρχίζουν να δονούνται, να “ροκάρουν” σε πιο beat ρυθμούς… Απρόσμενα στακάτη άρθρωση,συγκοπτόμενη συμπεριφορά. Ο συνδυασμός έργων και συγγραφέων, όπως Ιονέσκο, Αραμπάλή Μπέκετ και Πίντερ, μαζί με την εμπειρία του αρχαίου δράματος οδηγούν τον Κουν σε μια άρνηση της συναισθηματικής έκφρασης (έφτασε μάλιστα να την αποκαλεί συναισθηματολογία) και σε μια απόρριψη της όποιας ψυχολογικής αντίδρασης» παρατηρεί η Λυμπεροπούλου.

Σε αυτή τη μεγάλη στροφή- την απογαλάκτιση από τον Στανισλάφσκι και την εξερεύνηση ολότελα νέων ρευμάτων- καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το Υπόγειο, το οποίο έμελλε, από το 1954 και μετά, να γίνει σήμα κατατεθέν του Θεάτρου Τέχνης. «Μετά από περιπλανήσεις σε διάφορα θεατρικά κτίσματα, με βασικότερο το θέατρο Αλίκη (Μουσούρη), θα επιλέξει συνειδητά τον αντισυμβατικό του χώρο, στην εγκαταλελειμμένη αποθήκη της οδού Σταδίου κάτω από τον κινηματογράφο Ορφέα […] Η αμεσότητα της σχέσης ηθοποιών και θεατών, από τις βασικές συνιστώσες του θεατρικού “πιστεύω” του Κουν, βρίσκει εδώ τον ιδανικό χώρο της» σημειώνει η Δηώ Καγκελλάρη.

  • Τι έκανε προτού γίνει ο Κουν

* Κορυφαίος σκηνοθέτης και παιδαγωγός του θεάτρου, ο Κάρολος Κουν ταύτισε το όνομά του με την ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης και την εδραίωση της νεωτερικότητας στη νεοελληνική σκηνή.

* Κοσμοπολίτης,με γερμανοπωλονοεβραϊκές ρίζες, γεννήθηκε το 1908 στην Προύσα και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη σε αστικό περιβάλλον με κατ΄ οίκον διδασκάλους.

* Το 1928 παρακολουθεί μαθήματα αισθητικής στη Σορβόννη. Τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται στην Αθήνα.

* Καθηγητής αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών, δραστηριοποιείται στο ερασιτεχνικό θέατρο των καθηγητών της αγγλοαμερικανικής παροικίας και το 1930 υπογράφει την πρώτη σκηνοθεσία του. Παράλληλα, μετά την καθοριστική συνάντησή του με τον Κόντογλου, ιδρύει μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη (ο οποίος έμελλε να αποδειχθεί από τους ζωτικότερους συνεργάτες του) και τον Διονύσιο Δεβάρη τη Λαϊκή Σκηνή (1934-1936) με ηθοποιούς παιδιά του λαού που «βιοπαλαίουν», ένα πρωτοποριακό σχήμα που επιχειρούσε να εκφράσει το μοντέρνο μέσα από την ελληνική ταυτότητα.

* Υστερα από σύντομη θητεία ως σκηνοθέτης στους θιάσους της Κατερίνας Ανδρεάδη και της Μαρίκας Κοτοπούλη ιδρύει το 1942 το Θέατρο Τέχνης.

  • Χωρίς στόμφο και σοβαροφάνεια

Ενα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στην ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου έγραψε η σχέση του Κουν με το αρχαίο δράμα. «Για μένα είπαν πως ανέβασα καλά τον Αριστοφάνη και τον Αισχύλο, πως η παράσταση των “Ορνίθων” και των “Περσών” ήταν οριακά γεγονότα στη νεότερη ιστορία της ερμηνείας του αρχαίου δράματος» ανέφερε ο ίδιος. «Αυτή η αναγνώριση μου αρκεί».

Για τον Κουν το αρχαίο δράμα αποτελούσε πεδίο διαρκούς αναζήτησης και σύγκρουσης: δεν το αντιμετώπιζε ως κάτι νεκρό, μνημειακό, αλλά ως κάτι παλλόμενο, σημερινό, που μας αφορά.

Γι΄ αυτό και απεχθανόταν τον στόμφο,τη σοβαροφάνεια,την αρχαιοπρέπεια που συνόδευαν τα περισσότερα ανεβάσματα της εποχής του. Οσο για τον Αριστοφάνη,τον προσέγγισε με διάθεση ερωτική, παιχνιδιάρικη, αντι-αστική: «Ανατρέχοντας στο χωριό, στο αγροτικό περιβάλλον, σε τελετουργίες και φαλλικά σύμβολα, αλλά και στην κουλτούρα ορισμένων αστικών στρωμάτων και περιθωριακών ομάδων, συνέδεσε τον Αριστοφάνη με χειροπιαστές πραγματικότητες. Του προσέδωσε ένα γήινο υπόστρωμα. Του εξασφάλισε μια ζωτική ρωμαλέα αφετηρία, μακριά από άψυχες συνταγές και ακαδημαϊκά καλούπια» γράφει η Ελένη Βαροπούλου.

«Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι Δαντόν και πολλοί Ροβεσπιέροι»

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

  • Ο Μελέτης Ηλίας και ο Βασίλης Ανδρέου αναμετρούνται μέσα από τους ρόλους τους στο έργο του Μπύχνερ «Ο θάνατος του Δαντόν» και ανακαλύπτουν αντιστοιχίες ανάμεσα στους δύο γάλλους επαναστάτες και σε διάφορους «επαναστάτες» τού σήμερα
  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Δύο μορφές της Γαλλικής Επανάστασης. Δύο αινιγματικές προσωπικότητες. Ο Δαντόν και ο Ροβεσπιέρος. Μία και μοναδική συνάντησή τους καταγράφεται στο θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ «Ο θάνατος του Δαντόν», που κάνει πρεμιέρα την προσεχή Πέμπτη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Μια σκηνή καταλυτική. Αμέσως μετά ο Ροβεσπιέρος λαμβάνει την καθοριστική απόφαση να βγάλει από τη μέση τον Δαντόν, επειδή είναι πλέον και αυτός εχθρός. Ο Δαντόν καρατομείται- την ίδια τύχη θα έχει, τρεις μήνες αργότερα, και ο Ροβεσπιέρος.

Δύο ηθοποιοί, ο Μελέτης Ηλίας και ο Βασίλης Ανδρέου, ανέλαβαν αντιστοίχως τους ρόλους του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου και μαζί με τους ήρωές τους μοιράστηκαν σκέψεις για την επανάσταση του χθες και του σήμερα, για τις επαναστάσεις όλων των εποχών. Την Επανάσταση άλλωστε υποδύεται επί σκηνής μια γυναίκα, η Μαρία Ναυπλιώτου.

«Αν η Γαλλική Επανάσταση δεν έχει άμεση σχέση με το σήμερα, οι αξίες και τα ιδεώδη της έχουν» λέει ο «Δαντόν» Μελέτης Ηλίας. «Το πώς θα φτιάξουμε κάπως αλλιώς τον κόσμο, με ποιες αξίες και με ποιες ιδέες, και μάλιστα σε μια εποχή όπως αυτή που ζούμε σήμερα, με την κρίση να δεσπόζει και με έναν κόσμο που ζητεί να εμφανιστούν “όλοι αυτοί που πήραν τα λεφτά”, νομίζω ότι το έργο γίνεται εξαιρετικά σύγχρονο. Τότε ο κόσμος διψούσε για αίμα και ήθελε να δει ανθρώπους στην γκιλοτίνα: Ολο αυτό έχει άμεση σχέση με την εποχή μας. Ο κόσμος σήμερα θέλει να δει ανθρώπους να τιμωρούνται».

Αινιγματική φιγούρα που φαινομενικά μοιάζει να έχει παραιτηθεί απ΄ όλο αυτό, ο Δαντόν στο έργο του Μπύχνερ «δείχνει ότι η προσπάθεια που έχει κάνει δεν τον οδήγησε εκεί που ήθελε, εκεί που πίστευε. Γι΄ αυτό και έχει το θάρρος να αποσυρθεί και να θέσει το κεφάλι του στην γκιλοτίνα προς τη σωτηρία της κατάστασης και της χώρας. Δύσκολο να συμβεί κάτι αντίστοιχο σήμερα» παρατηρεί ο ίδιος. «Είναι σαν να λέει ότι όλο αυτό που ονειρευτήκαμε δεν έγινε και εγώ προσπαθώ να πείσω τους άλλους ότι κάναμε λάθος. Γι΄ αυτό και βάζει το ίδιο του το κεφάλι». Ο Βασίλης Ανδρέου ως Ροβεσπιέρος σκιαγραφεί τον ήρωά του με αντιφατικά στοιχεία: «Από τη μία είναι έτοιμος να πεθάνει και από την άλλη φοβάται στην ιδέα του θανάτου. Αν και προτιμά να πεθάνει με θάρρος και αξιοπρέπεια, νιώθει δειλία απέναντι στον θάνατο. Για μένα παραμένει αινιγματική φυσιογνωμία. Είναι πολύ πιο μπροστά από το δικό μας το μυαλό και τις δικές μας φιλοδοξίες. Θυμίζει αρχαία τραγωδία».

Ο Ροβεσπιέρος συνεχίζει τον αγώνα του μη πιστεύοντας ότι κάποιες αξίες είναι λανθασμένες. Αντιθέτως, πιστεύει ότι πρέπει να συνεχίσει να κυλάει το αίμα. Οι δυο τους ξεκίνησαν μαζί. Κάποτε ήταν φίλοι και για το καλό της Επανάστασης σκότωναν μαζί ανθρώπους. Τώρα άλλαξαν στρατόπεδα. Ο Ροβεσπιέρος είναι πολύ πιο ενεργός και δυναμικός, αν και ο Δαντόν τον βλέπει λίγο σαν καρικατούρα. «Εγώ κατάλαβα ότι αυτό που κάναμε μας άλλαξε και μας πήγε κάπου αλλού, κάπου που δεν περιμέναμε. Αν και ξεκινήσαμε για καλό, θεωρώ ότι τελικά μας πήγε λάθος» λέει ο Ανδρέου για τον Δαντόν: κατά τη διάρκεια του έργου γίνεται καυστικός απέναντι στον Ροβεσπιέρο, τον κοροϊδεύει, ενώ οι φίλοι του τού συνιστούν να τον παρακαλέσει για να σωθεί.

Από τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης, ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος ήταν ανθρωπιστής και ιδεολόγος, ένας δικηγόρος που ανελίχθηκε και, όπως σχολιάζει ο Βασίλης Ανδρέου, «μια δύσκολη προσωπικότητα, ψυχαναγκαστική, δεσποτική, συγκεντρωτική,αποφασιστική. Είχε δεσμούς με όλους, ακόμη και με τον βασιλιά, και πρωτοστάτησε στο να καρατομηθεί ο Δαντόν. Οταν έπρεπε να μοιραστεί η πίτα,όπως συμβαίνει σε όλες τις επαναστάσεις, πήρε θέση και έγινε ο υπερασπιστής των κεκτημένων. Βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο της Επανάστασης (1789-1794), στην εποχή της εξουσίας. Τρεις μήνες μετά την εκτέλεση του Δαντόν, εκτελείται και ο Ροβεσπιέρος. Από τη μία ο Δαντόν είναι αποφασισμένος να μη συνεχίσει, από την άλλη ο Ροβεσπιέρος θέλει να φθάσει ως το τέλος. Παρακολουθούμε πώς τον σέρνουν σε αυτή την ψευτοδίκηκαι τελικά τον καρατομούν».

Στην κοινή τους σκηνή στο θεατρικό παρακολουθούμε τον Ροβεσπιέρο να ξεκινά με στόχο να φέρει πίσω τον Δαντόν στην Επανάσταση. «Από τη στιγμή όμως που αρνείται, βάζει στόχο να τον εξαφανίσει» λέει ο Βασίλης Ανδρέου. «Ο Δαντόν τον επισκέπτεται στο σπίτι του για να τον ξεμπροστιάσει. Οι υπόλοιπες σκηνές» συνεχίζει «είναι ομιλίες του Ροβεσπιέρου εναντίον του Δαντόν».

Ως προς τα βαθύτερα νοήματα ενός έργου που πραγματεύεται ένα ιστορικό γεγονός, ο ηθοποιός συμπληρώνει ότι «αυτά που άφησαν πίσω τους οι ήρωες της Επανάστασης επηρέασαν στη συνέχεια τον Στάλιν, τον Χίτλερ. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εκμεταλλεύθηκαν τον Ροβεσπιέρο- ακόμη και η τρομοκρατία που ζούμε σήμερα είναι δικό του κατάλοιπο. Το δίπολο της επανάστασης, ιδεολόγοι και εξτρεμιστές, αυτό είναι το ζήτημα. Ως προς το σήμερα σαφώς είναι ελάχιστοι οι Δαντόν και περισσότεροι οι Ροβεσπιέροι. Ελάχιστοι έχουν τύψεις και ενοχές σήμερα».

Υπενθυμίζει ωστόσο ότι «μιλάμε για εκείνους που θέσπισαν τη λίστα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και είναι οι ίδιοι με αυτούς που σκότωναν τον λαό, όποιον θεωρούσαν εχθρό. Ο Δαντόν αναρωτιέται για τον Ροβεσπιέρο: “Είσαι ο αστυνόμος του ουρανού; Θέλεις να είμαστε όλοι διεφθαρμένοι για να φαίνεσαι εσύ καθαρός;”». Μια φράση που εξακολουθεί να σημαίνει πολλά και σήμερα.

  • ΟΙ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Ο Μελέτης Ηλίας είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης. Εχει δουλέψει με τον Θόδωρο Τερζόπουλο και το Αττις, στη συνέχεια συνεργάστηκε με την Αντζελα Μπρούσκου και τη Νικαίτη Κοντούρη, ενώ τα τελευταία χρόνια δουλεύει με τον Στάθη Λιβαθινό- Κεντ στον «Βασιλιά Ληρ», Χοσέ στην «Κάρμεν». Είναι 30 ετών.

Ο Βασίλης Ανδρέου είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κώστα Καζάκου. Προηγουμένως εργαζόταν ως δάσκαλος στην Κύπρο, όπου γεννήθηκε. Επαιξε τον Μνίσκιν στον «Ηλίθιο» του Ντοστογέφκσι, στην παράσταση-σταθμό τής τότε Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Είναι 40 ετών.

  • «ΠΕΘΑΙΝΕΙ» ΕΠΙ 175 ΧΡΟΝΙΑ

Γραμμένος το 1835,«Ο θάνατος του Δαντόν» ήταν το πρώτο θεατρικό του Γερμανού Γκέοργκ Μπύχνερ: σε ηλικία 21 ετών, τότε, αντιμετώπιζε ήδη διώξεις για την επαναστατική δράση του. Το έργο ανέβηκε το 1902, ενώ η παράσταση που το καθιέρωσε ήταν εκείνη του Μαξ Ράινχαρντ το 1916. Το έχουν σκηνοθετήσει,μεταξύ άλλων, οι Τζόρτζιο Στρέλερ, Ζαν Βιλάρ, Ερβιν Πισκάτορ, Κλάους-Μίκαελ Γκρύμπερ, Κριστόφ Μαρτάλερ. Στην Ελλάδα ανέβηκε το 1933 από τον Φώτο Πολίτη στο Εθνικό.

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • «Ο θάνατος του Δαντόν» Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, λεωφ. Συγγρού 107-109, τηλ.210 9005.800.
  • Πρεμιέρα Πέμπτη 20.1.2011, στις 20.30.
  • Παραστάσεις ως τις 18/2.
  • Τιμές εισιτηρίων: από 8 ως 32 ευρώ.

 

Από την γκιλοτίνα στο Μνημόνιο

«Ζούμε στη φάση της μεγάλης Τρομοκρατίας», υποστηρίζει ο Ροβεσπιέρος της παράστασης Βασίλης Ανδρέου, ο ήρωας που οποιονδήποτε «εναντιώνεται στα κεκτημένα της Επανάστασης» τον οδηγεί με συνοπτικές διαδικασίες και δίκες-παρωδία στην γκιλοτίνα.

Εκεί που θα στείλει και τον μέχρι χθες σύντροφό του Δαντόν, αφού από ένα σημείο και μετά παίρνει τις αποστάσεις του απ’ το αβυσσαλέο αιματοκύλισμα.

«Το έργο κάνει πολύ καθαρά διάλογο με το σήμερα», προσθέτει με έμφαση ο ηθοποιός. «Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν την περίοδο της γαλλικής Τρομοκρατίας έχουν ομοιότητες με τα πρόσφατα ή σύγχρονα απολυταρχικά καθεστώτα, που επιβάλλουν κολεκτίβες, κοινές φόρμες, νοοτροπίες, ακόμη και Μνημόνια. Είναι ένα έργο πολύ κοντά σε αυτό που περνάμε όλοι σήμερα, πολεμώντας για τα δικαιώματα που μας στερούν».

Δεν είναι σίγουρος για το αν «πρέπει να πάρουμε πέτρες και να στείλουμε κόσμο στις γκιλοτίνες», όμως η παράσταση, πατώντας στέρεα στο κείμενο του Μπίχνερ, «κλείνει διαρκώς το μάτι στο σήμερα», αποκαλύπτει ο Ροβεσπιέρος της. «Επειδή η ανθρωπιστική τάση του Ροβεσπιέρου και του Δαντόν από τη θέση εξουσίας στρεβλώνεται, βλέπουμε πώς η πράξη διαφέρει από τη θεωρία. Οι άνθρωποι και μετά την πτώση της μοναρχίας δεν μπορούν να αγοράσουν ψωμί, πεινάνε, εκπορνεύονται και αλληλοσκοτώνονται».

Το πορτρέτο του Ροβεσπιέρου στον Μπίχνερ είναι «του ακραίου ανθρωπιστή», σχολιάζει ο Β. Ανδρέου. Ξεκίνησε ως δικηγοράκος. «Εχουμε, δηλαδή, μεγάλη αντιστοιχία με γνωστούς πολιτικούς που ξεκίνησαν με ιδεώδη ανθρωπιστικά, και στην πορεία, όπως ο Ροβεσπιέρος, πέρασαν τον πήχυ. Στο όνομα των δικαιωμάτων του λαού ο Ροβεσπιέρος έπνιξε τελικά το λαό. Είναι ρομπότ της εξουσίας και παλεύει. Θυμίζει τον Στάλιν. Ας αφήσουμε όμως ελεύθερο το θεατή να κάνει τους συσχετισμούς με ηγέτες Ευρωπαίους, Ρώσους, Αμερικανούς. Πιστεύω, θα βρει πολλούς!»

Πώς μπήκε στο σαρκίο του δύσκολου ρόλου ενός «έργου της ανθρωπότητας», που είναι «αδύνατο να παίξεις το επικό στοιχείο του»; «Ξεκινώντας απλά, λιτά. Δεν ήταν βρικόλακας ο Ροβεσπιέρος. Δεν ήθελε να πίνει αίμα. Οφείλω όμως να κατανοήσω και το παρελθόν του».

Ο Ανδρέου είναι σίγουρος ότι θα υπάρξουν θεατές που θα πουν «Ροβεσπιέρε, καλά τα λες. Σωστά πράττεις». «Εγώ πιστεύω στην Επανάσταση», δηλώνει. «Δεν ξέρω αν θα συμβεί σήμερα. Στο έργο βλέπουμε ότι ήταν αγνή η Επανάσταση. Το θέμα είναι πώς τη διαχειριζόμαστε: ροβεσπιερικά ή δαντονικά; Το ερώτημα ανήκει στην ανθρωπότητα και μένει και στην παράσταση ανοικτό». Ελευθεροτυπία, Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

«Στην κρίση ο κόσμος διψάει για αίμα»

«Ηρωας ή αντιήρωας;». Είναι ένα από τα πολλά και δύσκολα ερωτήματα που θέτει το μεγαλειώδες έργο του Μπίχνερ για τον Δαντόν και τον Ροβεσπιέρο, στο οποίο ο Δαντόν του Λιβαθινού, Μελέτης Ηλίας, αρνείται να απαντήσει με ευκολία.

«Πιστεύω ότι είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος», υποστηρίζει. «Ο Ροβεσπιέρος παραμένει μαχητικός. Ο Δαντόν αποσύρεται κάποια στιγμή. Αυτό συνιστά πολιτική πράξη. Κάτι δηλώνει. Ο Δαντόν είναι παθητικά δραστικός, με άλλα λόγια. Ενώ ξέρει ότι η στάση του θα τον στείλει στην γκιλοτίνα, δεν κάνει πίσω. Εχει ένα μεγαλείο. Και είναι ένας τρομερά δύσκολος ρόλος. Ακόμα παλεύω…».

Ο βίαιος προπηλακισμός του πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη από εξαγριωμένους με τη διαφθορά του πολιτικού βίου και τα πρόσφατα αντιλαϊκά μέτρα πολίτες πιστεύει πως είναι μια πράξη που συνομιλεί ευθέως με τη γαλλική Τρομοκρατία. «Ελπίζω ο κόσμος να κάνει παραλληρισμούς με την κατάσταση της χώρας μας. Και να αποχωρήσει από το θέατρο προβληματισμένος»,.

«Γιατί με τις τελευταίες εξελίξεις στην Ελλάδα έτυχε το κείμενο του Μπίχνερ να μας αφορά 100%. Με την κρίση ο κόσμος ψάχνει να βρει έναν ένοχο. Διψάει για αίμα», λέει ο ηθοποιός. «Ομως κανείς από τους Ελληνες ενόχους δεν θα βγει να πει «βάλτε με στη φυλακή». Εξίσου δύσκολα θα μπορέσουμε να συσπειρωθούμε όλοι μαζί για να πορευτούμε προς ένα στόχο. Ευτυχώς υπάρχουν κάποιοι ενεργοί πολίτες που προβαίνουν σε μια μορφή διαμαρτυρίας».

Εντούτοις, δεν τρέφει αυταπάτες. «Απογοητεύομαι», εξομολογείται. «Ναι μεν, από τη μία, υπάρχει κόσμος που διαδηλώνει μαχητικά μπροστά από τη Βουλή για τα αυτονότητα, από την άλλη όμως γίνεται χαμός τα βράδια στα μπουζούκια. Η χώρα καταρρέει και κάποιοι ξοδεύουν το μισθό τους στα σκυλάδικα», παρατηρεί συνοφρυωμένος. «Εκεί έχω ένα σοβαρό ερωτηματικό κατά πόσο μπορούμε να επαναστατήσουμε».

Στο έργο του Μπίχνερ ο εξαθλιωμένος όχλος άγεται και φέρεται διαρκώς. «Στην ίδια σελίδα του έργου ο λαός ξεκινά με «Ζήτω ο Δαντόν» και καταλήγει με «Ζήτω ο Ροβεσπιέρος». Τα τελευταία 12 χρόνια που ψηφίζω, το ίδιο βλέπω να γίνεται και με τους Ελληνες», διαπιστώνει. «Με την ίδια ευκολία που τη μία ψηφίζουνε τον έναν, την επομένη ψηφίζουνε άλλον. Δεν ξέρω κατά πόσο ο Ελληνας είναι σε θέση να κάνει το άλμα για την επανάσταση! Αν και ενδεχομένως θα ήταν η μοναδική διέξοδος.* Ελευθεροτυπία, Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

«Ο οργισμένος δεν έχει πάντα δίκιο»

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Ενα θεατρικό έργο για τη διαλεκτική της επανάστασης, μέσα από ένα κορυφαίο παράδειγμα: τη Γαλλική Επανάσταση, την ύστατη αιματοκυλισμένη περίοδο της «Τρομοκρατίας», από το 1790 και μετά.

Ενα προκλητικό θεατρικό κείμενο για τη νομιμοποίηση ή όχι της βίας, προκειμένου να ενεργοποιηθούν μέσα από ριζοσπαστικές διεργασίες οι μηχανισμοί της Ιστορίας για το συλλογικό καλό.

Θα έλεγε κανείς πως η πολυπρόσωπη ιστορική «τραγωδία της πολιτικής», που συνέγραψε μόλις 21 ετών ο έντονα πολιτικοποιημένος Γκέοργκ Μπίχνερ, ο περίφημος «Θάνατος του Δαντόν», μια σκηνική πρόκληση για καλλιτέχνες και κοινό, που κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σήμερα, σε εποχές ταραγμένες, με κυρίαρχο όπως στη Γαλλική Επανάσταση το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, αποκτά νέα δυναμική.

Ο Λιβαθινός το παραδέχεται ότι δεν επέλεξε τυχαία το πρώτο θεατρικό έργο του Μπίχνερ. Ενα αυθεντικό πολιτικό δοκίμιο, το οποίο μέσα από τη σκληρή αντιπαράθεση δύο πρωτοπαλίκαρων της Γαλλικής Επανάστασης, του σκληροπυρηνικού υπέρμαχου της βίας Ροβεσπιέρου (Βασίλης Ανδρέου) και του υποστηρικτή, από ένα σημείο και μετά, των ειρηνικών μεταρρυθμίσεων Δαντόν (Μελέτης Ηλίας) πραγματεύεται τα όρια της εξουσίας και της ασυδοσίας της. Τα όρια της βίας και μαζί τον οπορτουνισμό τού διαχρονικά χειραγωγούμενου όχλου.

Από μόνη της η ερώτηση «γιατί σήμερα να ανεβάσεις το «Θάνατο του Δαντόν»» τα λέει όλα, θεωρεί ο Στάθης Λιβαθινός, που έστησε για τη Στέγη μια μινιμαλιστική, «καθαρή» παράσταση, που φλερτάρει με τους πίνακες του Ντελακρουά, διατρέχεται από τις ηλεκτρονικά «πειραγμένες» επικές γαλλικές μουσικές εποχής (άνθρωπος – ορχήστρα ο Μπλέιν Ρέινινγκερ) και στοχεύει ξεκάθαρα στο θυμικό.

«Επανάσταση και τρομοκρατία είναι το μέρος όπου ζούμε σήμερα», τονίζει ο σκηνοθέτης. «Δεν θα μπορούσα να προτείνω στο θεατή κάτι περισσότερο αντιπροσωπευτικό. Γιατί οι ήρωες του έργου είναι νέοι και ερωτευμένοι με την ιδεολογία και τη ζωή. Το έργο του Μπίχνερ μιλά γι’ αυτό ακριβώς που ζούμε, με συναίσθημα», προσθέτει. «Το κείμενο είναι ένα πλήρως εξοπλισμένο ιδεολογικό και συναισθηματικό αριστούργημα στο οποίο αποδεικνύεται ότι την επανάσταση την κάνουν και την πληρώνουν άνθρωποι. Είναι μια επική τραγικωμωδία, που με εκφράζει και φιλοσοφικά και πολιτικά και αισθητικά».

Μελετώντας το πυκνό έργο, που με μεγάλη προσοχή διασκεύασε κρατώντας την ουσία, αισθάνθηκε τη μεγάλη συγγένειά του με τους «Δαίμονες» του Ντοστογιέφσκι. «Η ομάδα του Δαντόν αλλά και ο ίδιος κινδυνεύουν να καταναλωθούν και να καταστραφούν από τη μηχανή που οι ίδιοι έφτιαξαν. Οποιος μιλά για την επανάσταση και το αίμα πρέπει να ξέρει και το τίμημα που θα πληρώσει», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης, που αρνήθηκε να αντιμετωπίσει το κείμενο του Μπίχνερ μανιχαϊστικά.

«Δεν είναι ο Δαντόν ο καλός κι ο Ροβεσπιέρος ο κακός», ξεκαθαρίζει. «Υπήρξαν και οι δυο φανατισμένοι ιδεολόγοι. Επαναστάτες που θέλησαν να αλλάξουν την Ιστορία. Και εν μέρει τα κατάφεραν. Εντέλει, το πιο ενδιαφέρον για μένα είναι ότι η Γαλλική Επανάσταση έφερε με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη ρηξικέλευθα άρθρα για την ισότητα, την αδελφότητα, που έως σήμερα έχουν μείνει ανεφάρμοστα. Η κατηγορία δεν βαραίνει μόνο τη δική μου χώρα».

  • «Αλλο επανάσταση, άλλο βία»

Το θεατρικό του Μπίχνερ έχει χαρακτηριστεί «απαισιόδοξο», «μηδενιστικό». Ο Λιβαθινός διαφωνεί: «Οι χαμένοι αγώνες έχουν μεγαλύτερη αξία», υποστηρίζει. «Αλλωστε ο Δαντόν, ο Ροβεσπιέρος, η ομάδα των Ιακωβίνων, οι πλανόδιοι θεατρίνοι, η πόρνη Μαριόν είναι υπαρκτά, απίστευτα ποιητικά και έντονα πρόσωπα».

Επιπλέον, δεν θεωρεί ότι «το θέατρο έρχεται για να κάνει πολιτικές δηλώσεις. Μου φαίνεται ωστόσο αδιανόητο στη συγκυρία που ζούμε να κάνεις θέατρο χωρίς να έχεις την ευθύνη της κοινωνίας στην οποία ζεις και δημιουργείς. Δεν σημαίνει πάντως ότι κάθε οργισμένος έχει και δίκιο στις μέρες μας».

Νιώθει ότι το έργο θα ακουμπήσει σε αιτήματα – ερωτήματα της εποχής, ειδικά σήμερα που ο νεοέλληνας χειμάζεται με τα Μνημόνια; Μην ξεχνάμε ότι η πείνα, η φτώχεια κι η εξαθλίωση των γαλλικών μαζών οδήγησαν στη ριζοσπαστική λύση της Επανάστασης και στις κατοπινές ακρότητες της Τρομοκρατίας. «Είμαστε μια συντηρητική κοινωνία και τα επαναστατικά μηνύματα δεν είναι αφομοιωμένα σωστά ούτε κατανοημένα», πιστεύει ο Λιβαθινός. «Η χώρα μου περνά δύσκολες ώρες, αλλά το θέμα της Τρομοκρατίας και της Επανάστασης είναι βαθύτερο. Η ελληνική κοινωνία το αντιμετωπίζει με συντηρητικότητα και με στενά μυαλά. Το να καίμε ωστόσο τράπεζες και να σκοτώνουμε τον διπλανό μας δεν είναι λύση στην κρίση. Γιατί εκεί βλέπω να οδηγούμαστε…».

Ούτε ο Μπίχνερ ούτε ο Λιβαθινός ενθαρρύνουν πάντως την επανάσταση. «Δεν έχω καμία δουλειά να μιλώ με τις παραστάσεις για την επανάσταση ή την πολιτική κατάσταση της χώρας ή τα Βατοπέδια. Αλλοι θα έπρεπε να το κάνουν αυτό. Ο Τύπος, για παράδειγμα, που όμως ασχολείται με το πώς θα κάνει τους ανθρώπους πιο απελπισμένους, την ώρα που χρειάζονται κουράγιο».

Η παράστασή του θέλει πάντως να ενθαρρύνει «τη σκέψη και τον προβληματισμό». Και μαζί «τον λεπτό αλλά αναγκαίο διαχωρισμό μεταξύ της επανάστασης και της βίας».*

*Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Κεντρική Σκηνή. Ωρα έναρξης: 20.30. Παραστάσεις: 20-23 και 26-30 Ιανουαρίου, 2-6, 9-12 και 16-18 Φεβρουαρίου. Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία-Διασκευή: Στάθης Λιβαθινός. Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Μουσική: Μπλέιν Ρέινινγκερ. Χορογραφία-Κινησιολογία: Ζωή Χατζηαντωνίου. Ερμηνεύουν: Βασίλης Ανδρέου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μελέτης Ηλίας, Στέλιος Ιακωβίδης, Νίκος Καρδώνης, Μιχάλης Μουλακάκης, Δημήτρης Μπίτος, Δημήτρης Μυλωνάς, Μαρία Ναυπλιώτου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Ευθύμης Παππάς, Χρήστος Σουγάρης, Γιωργής Τσαμπουράκης.

Η μικρή Βουλή του Πολιτισμού

  • Ηθοποιοί, σκηνοθέτες και εκπρόσωποι του υπουργείου προβληματίζονται για το θέατρο
  • Tης Oλγας Σελλα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 16 Iανoυαρίου 2011

Mια προσομοίωση της Bουλής και των διαδικασιών της, με κανένα όμως από τα χαρακτηριστικά των συζητήσεων που συνηθίζουν τα μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας, στήθηκε για μερικές ώρες, την περασμένη εβδομάδα, στο θεατράκι του Bios, στην οδό Πειραιώς. Nέοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί, περφόρμερ, αλλά και εκπρόσωποι του υπουργείου Πολιτισμού, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της «Kίνησης Mαβίλη» για να τοποθετηθούν και συζητήσουν πάνω στο θέμα «H πολιτιστική πολιτική και το σύγχρονο θέατρο στην Eλλάδα». Συμφωνώντας κατ’ αρχήν στο ότι «η πολιτιστική πολιτική ξεκινάει με την παραδοχή ότι ο πολιτισμός είναι απαραίτητος, κι ότι είναι σημαντική η ενίσχυση της τέχνης σε καιρούς κρίσης».

Ποια είναι όμως η «Kίνηση Mαβίλη»; Oι ίδιοι αυτοσυστήνονται ως «αυθόρμητη συνάντηση καλλιτεχνών» που κυρίως ασχολούνται με το ερευνητικό ή το πειραματικό θέατρο – «το θέατρο που περιέχει έναν προβληματισμό για το ίδιο το θέατρο». H πρώτη τους συνάντηση έγινε στο σπίτι ενός μέλους της ομάδας, στην πλατεία Mαβίλη, εξ ου και το όνομα της Kίνησης και συντονιστές ανέλαβαν οι σκηνοθέτες Aνέστης Aζάς και Γεωργία Mαυραγάνη. Aπό τότε, στο blog που έχουν ήδη στήσει, δημοσιεύουν κείμενα παρέμβασης και τις απόψεις τους για τη σύγχρονη πολιτιστική πολιτική που σχετίζεται με τις παραστατικές τέχνες. Aναζητώντας όμως την προσωπική επαφή, έξω από τα όρια του απρόσωπου διαδικτύου, διοργάνωσαν μια ημερίδα. Για να γνωρίσουν και να γνωριστούν με τους συναδέλφους τους, για ν’ ακούσουν περισσότερες απόψεις, για να οργανώσουν όλοι τη σκέψη τους. Xωρίς την έπαρση του ειδήμονα, αλλά με το πάθος των ανθρώπων που αγωνιούν πολύ για την τέχνη τους. «Στόχος μας είναι αυτή η συνάντηση να φέρει κοντά δημιουργούς, παραγωγούς, καλλιτέχνες. Mιλάμε για θέματα που μας απασχολούν χωρίς να είμαστε ειδικοί», είπε στην αρχή της ημερίδας η θεωρητικός των παραστατικών τεχνών Γκίγκη Aργυροπούλου.

Zητούμενο, το πώς θα συνδεθεί η πολιτιστική πολιτική με τη σύγχρονη παραγωγή. Kαι άρχισαν οι τοποθετήσεις, με αξιοθαύμαστη τήρηση της τάξης, του σεβασμού των συνομιλητών, της αποδοχής των διαφορετικών απόψεων. Στο αυτοσχέδιο βήμα αυτής της ημερίδας ανέβηκαν άνθρωποι με πάθος, με όραμα, με ανησυχίες, με ερωτήματα, και με παιδεία. Oι ομιλητές δεν έμειναν σε αριθμούς ή στείρα αιτήματα. Eδωσαν και στοιχεία για την κατάσταση των παραστατικών τεχνών σήμερα, την άνθησή τους την τελευταία δεκαετία. Kαι συμφώνησαν όλοι στην «πρωτοφανή ανάπτυξη της θεατρικής παραγωγής, τα τελευταία χρόνια, και την άνθηση μιας νέας γενιάς δημιουργών που μοιράζονται κοινές αισθητικές απόψεις».

Δεν έμειναν μόνο στα εντυπωσιακά στοιχεία αυτής της άνθησης. Kατέγραψαν και τις αρνητικές της όψεις: το αποπροσανατολισμένο κοινό, τις αποσπασματικές καλλιτεχνικές προτάσεις, τα φεστιβάλ που διαρκώς ξεφυτρώνουν, αλλά χωρίς άξονα. Στη διάρκεια της ημερίδας έθεσαν ερωτήματα όπως: μπορεί το θέατρο να αλλάξει τον κόσμο; Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης δίπλα στον κλασικό πολιτισμό, και αυτοσαρκάστηκαν: «Eρευνητικό είναι το θέατρο που πάντα ψάχνει να βρει λεφτά, χώρο, θεατές».

Tα μέλη της «Kίνησης Mαβίλη» έχουν στείλει στο υπουργείο Πολιτισμού μια επιστολή, την οποία μέχρι στιγμής έχουν υπογράψει 329 καλλιτέχνες και δημιουργοί. «Πιστεύουμε ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει μια ανεξάρτητη αρχή για το θέατρο, όπως ισχύει για τον κινηματογράφο (EKK) και για το βιβλίο (EKEBI), η οποία θα απαρτίζεται από ειδικούς του θεάτρου που θα έχουν και την ευθύνη χάραξης πολιτικής για το θέατρο στην Eλλάδα. Aισθανόμαστε ότι με την κατάργηση, αντί της εξυγίανσης, του EKEΘEX κάναμε ένα βήμα πίσω», σημειώνουν. Kαι από τις προτάσεις που ακούστηκαν, καταγράψαμε μερικές: κοινό γραφείο Τύπου που θα αναλύει τις πειραματικές παραστάσεις, φεστιβάλ ερευνητικού θεάτρου, στήριξη των ομάδων από το Eθνικό Θέατρο.

Στο θεατράκι του Bios σχηματοποιήθηκε -άσχετα από το πόσο θα κρατήσει- μια κοινότητα νέων ανθρώπων, με αγωνίες, αναζητήσεις και οράματα για την τέχνη. Παραδέχτηκαν ότι αυτό ήταν το κατ’ αρχήν ζητούμενο: η αναζήτηση συλλογικότητας και ομαδικής διαδρομής. Σε εποχές που οι ατομικές επιλογές και διαδρομές γίνονται ολοένα και περισσότερο πρότυπο δράσης και συμπεριφοράς, τα μέλη της «Kίνησης Mαβίλη» ξαναθύμισαν, στους εαυτούς τους και στους άλλους, ότι υπάρχει και ο δρόμος της συλλογικότητας και του διαλόγου.

«Διάδρομος Απογείωσης» στο Εθνικό Θέατρο

  • Φεστιβάλ για νέες θεατρικές ομάδες και δημιουργούς μέχρι τέλος του μήνα
  • Της Σαντρας Bουλγαρη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 16 Iανoυαρίου 2011

Με συγκίνηση και δύναμη. Με κινήσεις γεμάτες ενέργεια και κείμενα που τα λένε «χύμα», όπως μόνον η νιότη μπορεί… Αυτή ήταν η πρώτη αίσθηση, φρέσκια και εντυπωσιακή, μιας σημαντικής πρεμιέρας για τα θεατρικά δρώμενα της Αθήνας. Ενας στενόμακρος χώρος ανάμεσα στις σειρές των θεατών (χωρισμένες στα δύο και τοποθετημένες απέναντι η μία από την άλλη) μεταμορφώθηκε σε σκηνή κι έγινε (τι ευφάνταστο!) ένας αληθινός «Διάδρομος Απογείωσης», εξ ού και το όνομα που δόθηκε στο φεστιβάλ νέων δημιουργών, το οποίο εγκαινιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο με την έναρξη της καινούργιας χρονιάς (7/1).

Τέσσερα ζευγάρια νέων, αγόρια και κορίτσια, ανέβασαν τα στόρια στον δεύτερο όροφο του Κτιρίου Τσίλλερ, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων, καθώς οι μεγάλοι πολυέλαιοι έκλεισαν, αφήνοντας ως μοναδικό φόντο τούς ήχους και τα φώτα της Πειραιώς. Αν και ήταν λίγοι οι θεατές που παρακολούθησαν την πρώτη βραδιά του «Διαδρόμου Απογείωσης» παρ’ όλα αυτά τα σχόλια όσων παρευρέθησαν έκρυβαν θαυμασμό για τη δουλειά των καλλιτεχνών (στην πρεμιέρα η ομάδα ΑΣΙΠΚΑ παρουσίασε το πρότζεκτ «Στοές», βασισμένο σε δημοσιογραφικό υλικό που σχετίζεται με τον πρόσφατο εγκλωβισμό των μεταλλωρύχων στη Χιλή). Στο ταμείο του Φουαγιέ άκουγες τις τηλεφωνήτριες να προσπαθούν να βρουν θέσεις για θεατές (τις λιγοστές που είχαν μείνει) για τις παραστάσεις της Κεντρικής και Νέας Σκηνής. Σαν μυστικό που πρέπει να αποκαλυφθεί, σκεφτόσουν το νέο φεστιβάλ (προς ενημέρωση θα διαρκέσει ολόκληρο τον μήνα), που με ένα φτηνό εισιτήριο των πέντε ευρώ, προσφέρει μια «γεμάτη» αίσθηση, ίσως πιο φρέσκια κι αιχμηρή από τις άλλες, επίσημες προτάσεις του Εθνικού.

Βέβαια αυτή ήταν και η πρόθεση. Να δημιουργηθεί μια νέα πλατφόρμα εκδηλώσεων όπου θεατρικές ομάδες επιλεγμένες θα είχαν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν την πρότασή τους σε μορφή work in progress. Οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν έχουν ήδη ξεχωρίσει για την πειραματική τους δουλειά και ανήκουν στους ανερχόμενους της γενιάς τους. Κοιτώντας τα βιογραφικά των ομάδων και των συντελεστών, βλέπεις ένα πλούσιο υλικό παραστάσεων στο πρόσφατο παρελθόν τους, με κύρια χαρακτηριστικά το συλλογικό έργο, τον πειραματισμό με άλλες τέχνες όπως τα εικαστικά, το σωματικό θέατρο, τον κινηματογράφο, σπουδές ή και τωρινές συνεργασίες/μετακινήσεις στο εξωτερικό, παρουσίαση έργων σε καθημερινούς ή γενικά ασυνήθιστους χώρους εκτός θεάτρου.

Την Παρασκευή που μας πέρασε (14/1) ο πολύ καλός Ευριπίδης Λασκαρίδης (ομάδα Osmosis), ο οποίος επεξεργάζεται «την ευρύτερη έννοια του μεταμοντέρνου», παρουσίασε το πρωτότυπο «Αυτό δεν είναι μια Πίπα» που βασίστηκε σε έναν μονόλεπτο διάλογο (σε ελεύθερη απόδοση) από την ταινία του Γούντι Αλεν «Διαλύοντας τον Χάρυ». Αυτή την εβδομάδα (21/1) ο Μανώλης Τσίπος (ομάδα Nova Melancholia) ανεβάζει το work in progress με τίτλο «Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου: Μια παράσταση για το έθνος», που επιλέχθηκε (η βάση του είναι το κείμενο «Οι Πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου» του Φλωμπέρ) «για να μιλήσω για την Ελλάδα του σήμερα επιχειρώντας μια αλληγορία της σύγχρονης Ελλάδας ως βαλλόμενου τοπίου “πειρασμών”», όπως είπε ο ίδιος σε σύντομη συνομιλία του με την «Κ».

Ενδιαφέρουσα κι επίκαιρη η θεματολογία (ένα ακόμη κοινό στη δουλειά των τεσσάρων συνολικά ομάδων του «Διαδρόμου Απογείωσης»), αφού και το τελικό κομμάτι του φινάλε του φεστιβάλ, οι «Εορτασμοί σε πρώτο ενικό» (28/1, ομάδα Mkultra, σκηνοθεσία Γκίγκη Αργυροπούλου/Πέντερ Κιρκ), είναι αφιερωμένο στο Βοστόκ 1 και «στις αποστολές που δεν μπήκαν ποτέ σε τροχιά». Η Γκίγκη Αργυροπούλου, ιδρύτρια της ομάδας, η οποία δραστηριοποιείται στο εξωτερικό και έχει δημιουργήσει πολλά κοινωνικά και εκπαιδευτικά προγράμματα για νέους μίλησε στην «Κ» καταρχάς για το έργο: «Χρησιμοποιώντας αρχεία ήχου, μεταδόσεις από φαντάσματα και μια ομάδα περφόρμερ από 5 έως 50 χρόνων θα προσπαθήσουμε να εξορκίσουμε τα φαντάσματα του τελευταίου μισού αιώνα, και να βρούμε πώς φτάσαμε έως εδώ και ακόμα τι αξίζει να γιορτάσουμε μετά από όλα». Το ότι η ομάδα Mkultra σηματοδοτεί το τέλος του νέου φεστιβάλ του Εθνικού, δεν μπορούσε παρά να φέρει στην επιφάνεια κι ένα ερώτημα. Ωραία όλα αυτά, αλλά θα υπάρξουν ευκαιρίες και πόσες στην Ελλάδα του σήμερα για μια θεατρική ομάδα που βρίσκεται στην αρχή της πορείας της. Στο κάτω κάτω μιλάμε για έναν Διάδρομο Απογείωσης…

«Εξαρτάται τι ακριβώς ευκαιρίες» λέει η Γκίγκυ Αργυροπούλου. «Σίγουρα υπάρχουν ευκαιρίες για να παρουσιάσει κανείς μια πρώτη δουλειά, με λιγοστά μέσα φυσικά. Αλλά όταν ξεκινάς να δημιουργείς παραστάσεις αυτό δεν μετράει, εκείνο που μετράει είναι να έχεις την ευκαιρία να παρουσιάσεις κάτι μπροστά στο κοινό. Τα προβλήματα έρχονται στη συνέχεια γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για να εξελιχθεί μια ομάδα».

  • Στην Ελλάδα υστερούμε σε δύο σημεία

«Σε ό,τι αφορά το σύγχρονο θεατρικό τοπίο στην Ελλάδα», μας λέει ο Μανώλης Τσίπος της Νοva Μelancholia, «θα έλεγα ότι τα πράγματα βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο το οποίο, αν και είναι ένα από τα αποτελέσματα αυτής της αποπνικτικής οικονομικής, κατάστασης που βιώνει η χώρα, δεν συνδέεται μονάχα με αυτήν. Θέλω να πω πως στην Ελλάδα δεν υστερούμε σε τίποτα σε δυναμικό. Αυτό που λείπει είναι μια σαφής πολιτιστική πολιτική.

Φυσικά, δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από την Πολιτεία. Πιστεύω ότι υπάρχει τρόπος να εμπλακούμε οι καλλιτέχνες και οι ομάδες των παραστατικών τεχνών με δυναμικό τρόπο στη διαμόρφωση της όποιας πολιτιστικής πολιτικής για τη χώρα. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται συσπείρωση και κριτική σκέψη. Η δύσκολη οικονομική συγκυρία της χώρας μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία.

Από τον προηγούμενο Σεπτέμβρη βρίσκομαι στην Ολλανδία, στο Αμστερνταμ, παρακολουθώντας το Master of Theatre του Das Arts. Ενα από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση ήταν ο συνδυασμός ανοιχτότητας στην αντίληψη για την τέχνη και πρακτικής σκέψης, δηλαδή σκέψη που προσανατολίζεται στη διαμόρφωση ενός πλαισίου όπου ο καλλιτέχνης να διευκολύνεται να παράξει έργο. Πιστεύω ότι στην Ελλάδα και τα δύο αυτά σημεία είναι ελλιπή. Αποτέλεσμα αυτού: το κατακερματισμένο θεατρικό τοπίο της Αθήνας και της χώρας και ένα γενικότερο αίσθημα δυσθυμίας που δεν δημιουργεί δυναμικό πρωτοβουλιών».