«Σήμερα, κανένας δεν θ’ αυτοκτονούσε από έρωτα»

 

  • ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΣ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ «ΒΕΡΘΕΡΟ» ΤΟΥ ΓΚΕΤΕ
  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», το δακρύβρεχτο επιστολογραφικό μυθιστόρημα- πρόδρομος του ρομαντισμού, το οποίο ο Γκέτε έγραψε το 1774, είναι, άραγε, δυνατό να αφορά τους νέους σήμερα;

Η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα «ναι», ειδικά όταν πρόκειται για την παράσταση που συνυπογράφουν οι Γιάννης Σκουρλέτης (σκηνοθεσία) και Κώστας Δαλακούρας (μουσική) της ομάδας bijoux de Kant (από την επόμενη Παρασκευή στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση). Από την περσινή τους πρώτη συνεργασία προέκυψε η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της σεζόν: το ζοφερό «In extremis» της Graveyard Cafe Band στο taf, που πρότεινε Ελληνες Ρομαντικούς του 19ου αιώνα. Αυτός είναι ο ένας λόγος.

Ο άλλος έρχεται διά στόματος των δύο νεαρών και, με μια εύθραυστη και απόκοσμη έννοια, όμορφων πρωταγωνιστών: του Δημήτρη Πασσά και της Κατερίνας Μισιχρόνη που, καταφτάνοντας χαρούμενοι στον χώρο της πρόβας, ξετύλιξαν τις σκέψεις τους για το νόημα που έχει σήμερα ένα έργο, το οποίο καταλήγει στην αυτοκτονία ενός νέου από έρωτα. Υπάρχει άραγε τόσος κρυμμένος ρομαντισμός σε μια πολύβουη και κυνική πόλη; Ή μήπως ακριβώς η έλλειψή του είναι ο λόγος που κάνει ελκυστική μια τέτοια παράσταση; Και, εν τέλει, θα μπορούσε ένας νέος να αυτοκτονήσει από έρωτα σήμερα;

«Θα το έκανε έμμεσα. Αφήνοντας τον θάνατο να στοιχειώσει την ψυχή και το κορμί του. Θα δήλωνε παραίτηση από τη ζωή, συνεχίζοντας τη φυσική του παρουσία», λέει ο Δημήτρης Πασσάς. «Αυτό έκανε άλλωστε και ο ίδιος ο Γκέτε. Γράφοντας τον «Βέρθερο», «αυτοκτόνησε» ένα κομμάτι μέσα του, το έκανε μνημείο για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει βιολογικά», συμπληρώνει. «Σήμερα δεν υπάρχει ρομαντισμός, αλλά οι συνθήκες για να τον επανεφεύρουμε», εκτιμά η Κατερίνα Μισιχρόνη που μοιάζει ιδανική Λόττε. «Είναι τόσο έντονη η απουσία του, άρα είναι πρόσφορο το έδαφος για να επανέλθει», συνεχίζει. «Για παράδειγμα, οι άνθρωποι σήμερα αυτοκτονούν από εγωπάθεια, για να δηλώσουν την παρουσία τους εν τη απουσία τους, σαν μια πράξη από τον εαυτό τους στον εαυτό τους και όχι με αποδέκτη κάποιον άλλο, όπως στο έργο», καταλήγει.

Νεο-ρομαντισμός

Προερχόμενος από το χώρο των εικαστικών, εδώ στην τρίτη του μόλις σκηνοθετική απόπειρα, ο Γιάννης Σκουρλέτης έχει έτσι κι αλλιώς τον ρομαντισμό ως βασική του θεματική σε όλα του τα έργα μέχρι σήμερα. «Οχι όμως με την καταθλιπτική διάθεση. Αλλά ακριβώς με αυτή τη δύναμη και την υπόσχεση του καινούργιου που φέρνει μέσα του ο ρομαντισμός. Αλλωστε μην ξεχνάτε πως όλα τα ποπ κινήματα του 20ού αιώνα είχαν αφετηρία τον ρομαντισμό του 19ου: ο ροκ σταρ που έγινε μπλουζάκι, ο νέος που έβαφε τα μάτια του, οι Emo, τα γκόθικ στοιχεία κ.λπ.». Παρ’ όλη την αφοσίωσή του στον ρομαντισμό, δεν τρέφει αυταπάτες: «Κανένας νέος δεν θα αυτοκτονούσε σήμερα από έρωτα. Απλώς δεν θα το έβρισκε χρήσιμο. Η έννοια της χρησιμότητας στη μετακαπιταλιστική εποχή είναι κρίσιμη. Μια βιτρίνα όμως θα την έσπαγε άνετα», λέει.

Επιχειρώντας να στήσει μια παράσταση που να μιλά στο σήμερα, ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται σε αυτή την αμφίθυμη σχέση του δημιουργού με το δημιούργημά του -αντίστοιχη με τη σχέση ερωτευμένου προς το αντικείμενο του πόθου του. «Η φόρμα του ήρωα είναι σημερινή. Είναι κλεισμένος και μελαγχολεί αλλά ανέξοδα -οι νέοι μιλούν για το θάνατο ακριβώς επειδή δεν τους αγγίζει- και το μόνο που κάνει είναι να γράφει τραγούδια με τους στίχους του Γκέτε που στην παράσταση ακούγονται στα γερμανικά με έναν άκρως σύγχρονο ηλεκτρονικό ήχο».

Δεν κρύβει πως μέσα στις προθέσεις του είναι η συγκίνηση του θεατή. Γι’ αυτό και ο υπότιτλος του έργου είναι «ένα εγκώμιο των δακρύων». Ξεκαθαρίζει ακόμη πως ο νατουραλισμός δεν είναι καθόλου μέσα στα ζητούμενα του θεάτρου του. «Υπάρχουν άλλα μέσα που τον αποδίδουν πολύ καλύτερα, όπως το σινεμά και η τηλεόραση», λέει, προσβλέποντας σε μια τέχνη που κοιτά έξω από το παράθυρο. «Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια», υποστηρίζει κατηγορηματικά. «Είναι αναγκαιότητα. Αλίμονό μας. Δεν υπάρει τίποτε άλλο πια».

Ο ίδιος πάντως αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα πως, όταν υπάρχει το ταλέντο και μια καλοδουλεμένη πρόταση, σίγουρα μπορείς να βρεις ανταπόκριση ακόμη και εν μέσω οικονομικής κρίσης, ακόμα και σε μια Αθήνα των τετρακοσίων παραστάσεων το χρόνο. Ηδη παρέλαβε τη διάκριση «Νέων Δημιουργών» από την Ενωση Ελλήνων Κριτικών για την περσινή δουλειά του. Και ήδη η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση αγκάλιασε τη δουλειά του, μαζί με το κοινό και τα ΜΜΕ, χωρίς γνωριμίες και χωρίς να είναι μέρος του κυκλώματος. Οχι όμως χωρίς κόστος. «Οι συνθήκες καθόλου εύκολες δεν είναι. Πέρσι ανεβάσαμε μια επιτυχημένη παράσταση κι όμως οικονομικά ζημιωθήκαμε. Μόνο η ηχητική εγκατάσταση κόστισε 14 χιλιάδες ευρώ». Γι’ αυτό και θα συνεχίσει, όπως και σήμερα. Αυτή είναι και η προτροπή για τους νέους συναδέλφους του: «Οσο αντέχει το στομάχι σου, το μυαλό σου και η καρδιά σου».

* Η περσινή βραβευμένη παράσταση της Graveyard cafe band, ανανεωμένη και με τον νέο τίτλο «Alive», παρουσιάζεται από αυτή τη Δευτέρα στο six dogs. Ενώ με τον «Βέρθερο» κλείνει μια τριλογία Γκέτε που ξεκίνησε με τα «Χρώματα» στα εγκαίνια της Στέγης και με το έργο του «We are the real» στο Μετρό του Συντάγματος, στο πλαίσιο των «Εικαστικών Διαλόγων». *

info: 14- 16 Ιανουαρίου, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση. Παίζει και ο Δημήτρης Λιγνάδης.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: