Daily Archives: 19 Δεκεμβρίου, 2010

Χορεύοντας με τη φιλοσοφία

  • Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Επτά, Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
  • Τριλογίες δεν υπάρχουν μόνο στο σινεμά και τη λογοτεχνία. Υπάρχουν και στο χορό, και μάλιστα μία από αυτές ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες.

Η Μαριέλλα Νέστορα και η ομάδα της YELP Dance Company παρουσιάζουν σήμερα και αύριο στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση το έργο «Lebenswelt» (21.00, Μικρή Σκηνή) με το οποίο κλείνει η τριλογία-αφιέρωμα στη φιλοσοφία.

«Πριν από μερικά χρόνια αποφάσισα πως θα φτιάξω τρεις παραστάσεις εμπνευσμένες από τη φιλοσοφία» λέει η χορογράφος. «Ξεκίνησα το 2008 με μια παράσταση που μελετούσε την οντολογία. Η δεύτερη δουλειά άντλησε το θέμα της από το βιβλίο «Tractatus Logicophilosophicus», του Αυστριακού Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Και σήμερα ολκληρώνουμε με το «Lebenswelt» το οποίο δανείζεται τον τίτλο του από τον Εντμουντ Χούσερλ. Πρόκειται για τον ιδρυτή της φαινομενολογίας ο οποίος με τον όρο Lebenswelt ορίζει το πως ο καθένας αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του. Είναι μια τριλογία που ακολουθεί και ιστορικά την εξέλιξη της φιλοσοφίας. Είναι σαν με την πρώτη δουλειά να ρωτάμε «Ποιος;», με τη δεύτερη «Με ποιο τρόπο;» και με αυτήν την τρίτη «Πώς είναι ο κόσμος του;»».

Η Μαριέλλα Νέστορα, η οποία πριν ιδρύσει τη «YELP» το 2001 στο Λονδίνο, είχε σπουδάσει βιολογία, αντιμετωπίζει τις χορογραφίες ως ένα τρόπο για να μελετά. «Η έρευνα με ενδιέφερε πάντα, όποια κι αν ήταν η θεματολογία της παράστασής μου. Πάντα θεωρούσα πως η δημιουργία μιας χορογραφίας είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων: της γνώσης που αποκτάς διαβάζοντας και της δουλειάς που κάνεις με τους χορευτές μέσα στην αίθουσα. Αυτή τη φορά προσπαθώ να θέτω τους προβληματισμούς της φιλοσοφίας ως ερωτήματα μέσω του χορού».

Το «Lebenswelt» παρακολουθεί την ιστορία ενός ντουέτου μέσα σε ένα χώρο όπου παντρεύονται οι ζωντανές μορφές με τις βίντεο προβολές. «Με ενδιαφέρει το ίδιο και ο τρόπος που μπορεί κανείς να ενώσει τις τέχνες μεταξύ τους αλλά και πώς κάθε μία από αυτές μπορεί να σταθεί αυτόνομα σε μια παράσταση».

Μεταξύ των δύο πρωταγωνιστικών μορφών δεν λείπουν οι συγκρούσεις, οι παρεξηγήσεις, αλλά και η σύμπνοια, η τρυφερότητα, η ελπίδα. Η σωματική και ψυχολογική συμπεριφορά τους καθορίζεται τελικά από την ανάγκη τους για μια κοινή πραγματικότητα. Μοιάζουν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν συχνά τις προσωπικές τους ελευθερίες, προκειμένου να νιώσουν πιο ασφαλείς, πιο πλήρεις, γιατί, όπως προτείνει και η χορογράφος, ίσως το εμείς είναι πιο αδιαμφισβήτητο από το εγώ.

Η μουσική που ακούγεται είναι των ILIOS και Francois Couperin, τα κοστούμια του Αντώνη Βολανάκη, η σκηνογραφία του Αντώνη Δαγκλίδη, τα βίντεο του Λουίζου Ασλανίδη, οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη. Ερμηνεύουν: Ι. Τουμπακάρη, Κ. Κοσμόπουλος, Ν. Καρμίρη, Ι. Καραγιάν, Ρ. Γλυμίτσα, Π. Ερωτοκρίτου, Χ. Παπαδόπουλος, Ν. Καμόντος, Κ. Χατζηιωάννου, Ν. Σπανάτης. *

Ο πιο τολμηρός Ρίτσος

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Ενας μικρός τόμος με διηγήματα του Γιάννη Ρίτσου, γραμμένα προς το τέλος της ζωής του, με γενικό τίτλο: «Το εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων».

Θάλεια Γρίβα, Βίκυ Βολιώτη και Σοφία Σεϊρλή στην παράσταση «Ανώνυμη Αγία».

Θάλεια Γρίβα, Βίκυ Βολιώτη και Σοφία Σεϊρλή στην παράσταση «Ανώνυμη Αγία».

Ενα απ’ αυτά, «Ανώνυμη Αγία ή μια κοινότατη ιστορία», είναι εξόχως τολμηρό στο θέμα και τη γραφή του. Πρόκειται για την ολοκληρωτική κατάρρευση μιας κοπέλας όταν τελειώνει μια σχέση που βασίζεται στο ωμό σεξ, στη συντηρητική μάλιστα επαρχία της δεκαετίας του ’50.

Κι όμως το κείμενο δεν φλερτάρει ούτε με το χιούμορ ούτε με την ειρωνεία. Ο Ρίτσος προς το τέλος της ζωής του, απελευθερωμένος από δεσμά που ενδεχομένως δημιουργούσε η πολιτική του στράτευση, γράφει αυθόρμητα, γενναία, προκλητικά όπως είχε κάνει και με το «Τερατώδες αριστούργημα» που πρωτοείδαμε στο θέατρο στην πετυχημένη παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου στη Μικρή Επίδαυρο. Ο λόγος κινείται ανάμεσα στην ποίηση και την ντοπιολαλιά, οι σκηνές και οι εκφράσεις είναι ακραία τολμηρές, συνδεμένες με την ερωτική πράξη…

Η Σοφία Σεϊρλή, που πέρσι είδαμε να ζωντανεύει στη σκηνή την Τζάκι Κένεντι, μεταμορφώνεται τώρα σε μια άπειρη, θρησκευόμενη γυναικούλα, την κυρα-Τριανταφυλλιά, που παρακολουθεί ενεή πώς η σεξουαλική στέρηση καταδυναστεύει το μυαλό του κοριτσιού -στη φροντίδα του οποίου αφιέρωσε τη ζωή της- οδηγώντας το στο μαράζωμα και τελικά στον αφανισμό…

Πρόκειται για την ιστορία μιας αρχοντοπούλας σε κάποιο απομακρυσμένο ελληνικό νησί. Η Ευδοκία (Βίκυ Βολιώτη), ορφανή από μητέρα -πέθανε στη γέννα- μεγάλωσε με πιάνο, γαλλικά κι ό,τι ποθούσε η ψυχή της. Το ρόλο της μάνας έπαιξε η γυναίκα του σπιτιού, η κυρα-Τριανταφυλλιά. Απ’ αυτήν άλλωστε μαθαίνουμε την ιστορία έτσι όπως τη διηγείται στους θεατές παραμιλώντας όταν εγκαταλείπει το έρημο και στοιχειωμένο από τα… καυτά γεγονότα σπίτι. Σ’ αυτό το ταξίδι μνήμης ζωντανεύουν πρόσωπα και ιστορίες. Ενας από τους γιους του επιστάτη, ο Μανωλιός (Κρις Ραντάνοφ) που μπαινοβγαίνει στο αρχοντικό, βάζει στο μάτι την ωραία και παρθένα Ευδοκία και το μοιραίο δεν αργεί να συμβεί. Κι όμως ο Γιάννης Ρίτσος δεν πλάθει μια ιστορία έρωτα, ούτε καν συνήθους ερωτικού πάθους. Αυτό που περιγράφει με λόγο ακραία τολμηρό είναι η εξάρτηση της Ευδοκίας από το ίδιο το σεξ… Μια εξάρτηση που συνεχώς μεγαλώνει κι όταν εκείνος κυριευμένος από το ταξικό μίσος τής αποσπά δόλια την περιουσία -συγχρόνως την απατά με την υπηρέτρια (Θάλεια Γρίβα)- και την εγκαταλείπει, το κορίτσι δεν συνέρχεται ποτέ από την κολασμένη επιθυμία. Είναι πια ένα «τζάνκι» του σεξ που αργοπεθαίνει από στερητικό σύνδρομο!

Η «Ανώνυμη Αγία» παίζεται Δευτερότριτο στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε διασκευή-σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Το σκηνικό και τα κοστούμια (Κωνσταντίνου Ζαμάνη) είναι αφαιρετικά, ουδέτερα, με νύξεις της εποχής. Ενα πιάνο δεσπόζει κάπου ενώ η «Σερενάτα» του Σούμπερτ αποτελεί το βασικό μουσικό μοτίβο (μουσική επιμέλεια Νέστωρ Κοψιδάς). *

Αποχαιρετισμός στη νιότη

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Τενεσί Ουίλιαμς: Ο συγγραφέας του αμερικανικού Νότου, ο ποιητής της μοναξιάς και της εγκατάλειψης που έζησε και πέθανε αποτυχημένος και άρρωστος όπως οι περισσότερες ηρωίδες του. «Κανένας δεν καταφέρνει να γνωρίσει κανέναν.

Είμαστε όλοι καταδικασμένοι σε ισόβια φυλάκιση μέσα στο πετσί μας» έλεγε στον «Ορφέα στον Αδη». Ο Τενεσί Ουίλιαμς καθιερώθηκε στο αμερικανικό θέατρο το 1945 με τον «Γυάλινο κόσμο» αλλά από το 1961 και μετά -παρά τη δόξα που γνώρισαν τα έργα του μέχρι τότε στο θέατρο και στον κινηματογράφο- ξέπεφτε από την μια αποτυχία στην άλλη.

Το 1959 ο Ηλίας Καζάν ανεβάζει το έργο του «Γλυκό πουλί της νιότης» με πρωταγωνιστές την Τζεραλντίν Πέιτζ στο ρόλο της Αλεξάνδρας ντελ Λάγκο και τον Πολ Νιούμαν στο ρόλο του Τσανς. Η ερμηνεία της Πέιτζ ως Πριγκίπισσας Κοσμονόπολις θ’ ανοίξει το δρόμο και σ’ άλλες μεγάλες πρωταγωνίστριες: Αϊρίν Γουόρθ, Τζόαν Γούντγουορντ, Λορίν Μπακόλ, Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Στην Ελλάδα το έργο ανέβηκε δύο φορές με πρωταγωνιστές τους Μελίνα Μερκούρη και Γιάννη Φέρτη: το 1960 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κ. Κουν και το 1980 στο θέατρο «Αθηνά» σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν. Το 1990 ο Ανδρέας Βουτσινάς το σκηνοθετεί στο «Αλίκη» με πρωταγωνιστές τους Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον νεαρό τότε Κώστα Σπυρόπουλο.

Το Εθνικό Θέατρο ανεβάζει πρώτη φορά το «Γλυκό πουλί της νιότης», στη Νέα Σκηνή σε μετάφραση Εφης Γιαννοπούλου και σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου. Ο νεαρός και φιλόδοξος Τσανς Γουέιν (Ανδρέας Κωνσταντίνου) επιστρέφει στο Γκουλφ Κόουστ, την πόλη που γεννήθηκε, μαζί με την άλλοτε διάσημη ηθοποιό Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο (Μαρία Σκουλά) και σήμερα παρηκμασμένη, αλκοολική. Οι δυο τους, κυριευμένοι από τρόμο μπροστά στο χρόνο που κυλάει αδυσώπητα, βρίσκουν καταφύγιο στα ναρκωτικά.

Δεν είναι τυχαίο που οι γυναίκες ήταν τα μοιραία πρόσωπα στα περισσότερα έργα του Ουίλιαμς: Αμάντα, Λάουρα, Αλμα, Μπλανς Ντιμπουά, Μάγκι, Κάθριν, Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο. Από 14 χρόνων δραπέτευε από μια άβολη γι’ αυτόν πραγματικότητα: «Προτιμούσα να διαβάζω βιβλία παρά να παίζω, εξαιτίας μιας σοβαρής παιδικής ασθένειας και της υπερβολικής προσήλωσής μου στις γυναίκες της οικογένειας που πάντα με κανάκευαν».

  • Ο Ουίλιαμς στις πρόβες

Στις «Αναμνήσεις» του περιγράφει τους προβληματισμούς του πριν ανέβει το «Γλυκό πουλί της νιότης: «Η ανάγνωση αρχίζει. Περίπου στα μισά πετάγομαι από την καρέκλα μου και φωνάζω: «Σταματήστε, σταματήστε! Δεν μπορεί ν’ ανέβει αυτό το πράγμα στη σκηνή, παραείναι απαίσιο!». Απόλυτη σιωπή πέφτει πάνω στην αίθουσα δοκιμών καθώς με μεγάλες δρασκελιές βγαίνω παραληρώντας στην Τάιμς Σκουέρ. Πηγαίνω σπίτι και βγαίνω νοκ άουτ με ποτό κι ένα χάπι. Αγνοώ το τηλέφωνο όταν κτυπάει. Το βράδυ ακούγεται ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα: το είδος εκείνο του χτυπήματος που λέει: «άνοιξε εν ονόματι του νόμου!». Μπροστά μου η Μόλι και ο Γκατζ Καζάν, χαμογελώντας γλυκά και πρόσχαρα λες και δεν είχε συμβεί τίποτα το ασυνήθιστο. Πλησιάζουν Χριστούγεννα κι ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι φωτισμένο σε μια γωνιά κι εκείνοι κάθονται άνετα πλάι του. Τώρα ντρέπομαι για τη συμπεριφορά μου μπροστά στο θίασο αλλά δεν έχω ακόμα λοξοδρομήσει από την πεποίθησή μου πώς το έργο δεν πρέπει ν’ ανέβει. Ο Γκατζ και η Μόλι μού μιλούν όπως θα μιλούσατε εσείς σ’ ένα πληγωμένο ζώο ή σ’ ένα άρρωστο παιδί. Σταδιακά η απεγνωσμένη μου αποφασιστικότητα καταρρέει: τους αγαπώ. Αποφασίζω να τους εμπιστευτώ»… *

«Tα ορφανά» Του Nτένις Kέλι

  • «Tα ορφανά» Του Nτένις Kέλι σε μετάφραση Kοραλλίας Σωτηριάδου και σκηνοθεσία Bαγγέλη Θεοδωρόπουλου, στο Θέατρο του N. Kόσμου
  • O Nτένις Kέλι είναι ένας συγγραφέας που διδάχθηκε τη θεατρική γραφή στο δρόμο και όχι σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Συνομιλεί, λοιπόν, με τους ανθρώπους των δρόμων των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, των αφιλόξενων για τους φτωχούς ιθαγενείς πόσο μάλλον για τους μετανάστες. Pεαλιστικό αστικό δράμα, κλασικό στη δομή και τη φόρμα του. Mικροαστικό ζευγάρι απολαμβάνει εορταστικό γεύμα επί τη ελεύσει του δευτέρου παιδιού τους, όταν εισβάλει ο μοιραίος τρίτος, το άτομο που θα διαλύσει την επισφαλή ισορροπία του ζεύγους και θα τινάξει στον αέρα την ευτυχία του κανονικού, μέσου ανθρώπου και την ετοιμόρροπη οικογενειακή του φωλιά. Πρόκειται για τον αδερφό της συζύγου που εισέρχεται στη σκηνή με αιματοβαμμένη μπλούζα. Aπό αυτό το σημείο και μετά ξεφλουδίζεται λίγο – λίγο όχι μόνο η έξω «πραγματικότητα» των ηρώων, αλλά κυρίως η εσωτερική τους δομή, δηλαδή ο ψυχισμός τους. Tην αποδόμηση των συνεκτικών τους στοιχείων θα ακολουθήσει μία νέα πιο βιώσιμη δομή, μία ζωή πιο αληθινή, απαλλαγμένη από τον τρόμο του άλλου; Όλα παραμένουν ανοιχτά σαν ανοιχτή πληγή.
  • H σκληρή ποίηση του δρόμου εκφράζεται με αντίστοιχη γλώσσα. Πυρετική, κοφτή, με εννοιολογικά κενά, μη ορισμένη, χωρίς διαύγεια σαν το θολωμένο μυαλό, με εκφράσεις που μένουν στη μέση, ένας λόγος τραύλισμα, ανάπηρος λόγος ψυχικά ακρωτηριασμένων ανθρώπων που μου θύμισε έντονα το σε «Φιλώ στη Mούρη» του δικού μας Γιώργου Διαλεγμένου.
  • O Bαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνεχίζει την παράδοση του «Σφαγείου», επιμένοντας να ξορκίζει με τα σκληρά αυτά έργα τη σκληρότητα της συγκυρίας. Σκηνοθέτησε, λοιπόν, το έργο ως χειρουργός σε ανατομείο, σε έναν αντίστοιχο σκηνικό χώρο, σχεδόν άδειο, στο χρώμα του λευκού που έστησε η Mαργαρίτα Xατζηιωάννου.
  • Oι τρεις νέοι ηθοποιοί αποτελούν διαμαντάκια της γενιάς τους. H Mαρία Kίτσου υπερασπίζεται με προσόντα δικολάβου την Eλεν της και ο Oμηρος Πουλάκης αποδίδει ακριβώς την τραυματική φιγούρα του τραυλίζοντα εγκληματία Λίαμ, ενώ ο Mιχάλης Oικονόμου ερμηνεύει τον αμήχανο μικροαστό Nτάνι με την αμφισημία που απαιτεί ο ρόλος του.

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

  • «Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» των Φράνσες Γκούντριχ και Αλμπέρτ Χάκετ, παρουσιάζεται στο Θέατρο Άνεσις.

«Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» είναι το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο σε όλο τον κόσμο μετά τη Βίβλο. Η πρώτη του έκδοση έγινε το 1947 στην Ολλανδία και το 1952 στην Αμερική. Από τότε μεταφράστηκε σε παραπάνω από 67 γλώσσες και έχει πουλήσει περισσότερα από 31 εκατομμύρια αντίτυπα.

Το θεατρικό έργο, βασίζεται στο πασίγνωστο ημερολόγιο της έφηβης Γερμανοεβραίας που γράφτηκε στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και είναι ένα έργο-ντοκουμέντο, μια καταγραφή του απάνθρωπου φυλετικού κατατρεγμού. Ανέβηκε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ το 1955 και αποτέλεσε κορυφαία στιγμή στην καριέρα των συγγραφέων αφού τιμήθηκαν με Βραβεία Tony Pulitzer και το βραβείο της Ένωσης Θεατρικών Κριτικών Νέας Υόρκης.

Η Άννα είχε μια όμορφη παιδική ηλικία μέχρι που τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ολλανδία. Η οικογένεια Φρανκ κρύφτηκε στη σοφίτα ενός σπιτιού για δύο ολόκληρα χρόνια. Σε αυτή τη σοφίτα, η Άννα Φρανκ καταγράφει στο ημερολόγιό της τις σκέψεις της για την αγάπη, τη ζωή, την ευτυχία…

Μέσα από τα μάτια και τα λόγια της, η ιστορία του διωγμού και της αυτοεξορίας της οικογένειάς της ζωντανεύει. Το ημερολόγιο της είναι ένα κείμενο λογοτεχνικών αξιώσεων και έχει καταγραφεί ως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία πάνω στο Ολοκαύτωμα παρ’ ότι είναι κείμενο ενός νεαρού κοριτσιού. Από τις πρώτες εκδόσεις λείπουν ορισμένες σελίδες, οι οποίες συμπεριελήφθησαν στην οριστική έκδοση του 1995, με επιμέλεια του Ιδρύματος Πολεμικών Ντοκουμέντων της Ολλανδίας. Σε αυτήν την εκδοχή η Άννα εμφανίζεται αρκετά διαφορετική, αλλά πιο κοντά στην αληθινή της εικόνα.

Το έργο έχει ανέβει σε πάμπολλες παραστάσεις σε όλον τον κόσμο σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Στην Ελλάδα γνώρισε μεγάλη επιτυχία το 1955 με τον Κώστα Μουσούρη και τη νεαρή τότε Αντιγόνη Βαλάκου και 1994 με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και την Ελένη Κούρκουλα.

Συντελεστές
Μετάφραση: Δημήτρης Μοθωναίος & Βάσια Παναγοπούλου
Σκηνικά: Μυρτώ Αναστασοπούλου
Κοστούμια: Κατερίνα Τσακότα
Μουσική επιμέλεια: Σταμάτης Γιατράκος
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Θέατρο Badminton: Καραγκιόζης από 9 Ιανουαρίου 2011

Τι κοινό έχει ο Καραγκιόζης και το σύνθημα hasta la victoria siempre (αγώνας μέχρι το τέλος) που περίτρανα δεσπόζει στη σκεπή της παράγκας του ; Εκφράζουν τον ίδιο αγώνα κόντρα στην αναδουλειά, την κοινωνική αδικία και την καταπίεση? τον αγώνα ενός λαού, μιας κοινωνικής συνείδησης, ενός πνεύματος.

Το κάλεσμα του Καραγκιόζη, τραγούδι, πόνος, όνειρο που μοιράστηκαν οι θιασώτες της παράστασης «Ο Γάμος του Μπαρμπα-Γιώργου», την Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010 στις 12.00, στο γεμάτο από  εκπαιδευτικούς, παιδιά και δημοσιογράφους Θέατρο Badminton, που πλημμύρισε από χρώματα, παράδοση, ελληνικότητα, τέχνη, μουσική, λαϊκότητα, κέφι, ζωντάνια, χιούμορ, ζεστασιά, γέλια αλλά και έντονη συγκίνηση.

Στη λαμπρή πρεμιέρα ο Καραγκιόζης και το «Ξυπόλυτο Τάγμα» του βγήκαν από τη σκιά του μπερντέ, ζωντάνεψαν και πήραν σάρκα και οστά από 10 ηθοποιούς, οι οποίοι ερμηνεύοντας 20 ρόλους επί σκηνής, συμπαρέσυραν το ενθουσιώδες μικρό και μεγάλο κοινό στις περιπέτειές τους στην πορεία τους να βρουν γαμπρό για την Ελένη. Μία η νύφη, δύο οι γαμπροί και πολλή η πείνα του Καραγκιόζη που μηχανορραφεί με τη βοήθεια του Χατζηαβάτη για να την κατευνάσει.

Την παράσταση έκλεψαν τα εξαιρετικά σκηνικά, οι ασυναγώνιστες ερμηνείες και η απαράμιλλη μουσική. Το κοινό γέλασε με την ψυχή του τόσο με τα μπερδέματα της ιστορίας όσο και με τη σάτιρα της επικαιρότητας, κυρίως όμως ενθουσιάστηκε με την επικοινωνία και τη διάδραση με τους ηθοποιούς, που κορυφώθηκε στο τέλος της παράστασης, όταν ηθοποιοί και κοινό έγιναν ένα στους ρυθμούς της μουσικής του Σαββόπουλου, που χρόνια τώρα τραγουδά τον Καραγκιόζη, συνοψίζοντας στον στίχο «κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη» την πεμπτουσία της γνήσιας ελληνικής ψυχής.

Τη φετινή σεζόν, λοιπόν, το Θέατρο Badminton μάς βγάζει από το χρονοντούλαπο και ζωντανεύει ξανά τον λαϊκό μας ήρωα, επιστρέφοντας σε μια θεατρική παράδοση που οι θεατές δέχτηκαν με μεγάλη αγάπη, ενθουσιασμό και περίσσια νοσταλγία. Στο ρόλο του Καραγκιόζη,  ο Τάκης Βαμβακίδης, ταγμένος στο ρόλο αυτό για 18 συναπτά έτη. Ο Γιάννης Μποσταντζόγλου είναι ο Μπαρμπα-Γιώργος, ενώ ο Γιάννης Ζουμπαντής ενσαρκώνει το Κολλητήρι και τον Μορφονιό. Το καστ πλαισιώνεται από ένα πλήθος ακόμα παλαιότερων και νεότερων ταλαντούχων ηθοποιών.

Το έργο «Σκιών Καμώματα» «Ο Γάμος του Μπαρμπα-Γιώργου» σε αυθεντική σκηνοθεσία Ευγένιου Σπαθάρη, επιμελήθηκαν σκηνοθετικά ο Γ. Μποσταντζόγλου και ο Τ. Βαμβακίδης, με μουσική το έντυσε ο Γ. Ζουγανέλης, ενώ τα σκηνικά ανήκουν στον Ν. Κασαπάκη και τα κοστούμια στους Ν. Κασαπάκη και Ε. Γραμματίκα. Φως στην ιστορία μας έριξε ο Γ. Αφουξενίδης και για τον ήχο φρόντισε ο Χ. Λαμπρόπουλος.

Ευγένιος Σπαθάρης
Ο λαϊκός καλλιτέχνης µε το δυναµικό πνεύµα, ο γνήσιος εµψυχωτής ενός λαϊκού ήρωα, ο ζωγράφος µε την πλούσια χρωµατική ζωντάνια, ο αληθινός εκφραστής της ελληνικής παράδοσης, µα, πάνω απ’ όλα, η προσωποποίηση της ανθρωπιάς και της απλότητας. Γεννηµένος στην Κηφισιά, το 1924, δεν άργησε να µάθει την τέχνη του πατέρα του, Σωτήρη Σπαθάρη, και να την αγαπήσει βαθιά. Στόχος του ήταν να ανεβάσει πολύ ψηλά τον Καραγκιόζη, τόσο σαν σηµαντικό ελληνικό και παραδοσιακό θέαµα, όσο και σαν εξαιρετικό είδος τέχνης και τεχνικής. Έτσι, ο Καραγκιόζης σταµατάει να µας παρακολουθεί και να µας διασκεδάζει µόνο από τον µπερντέ του: εµψυχώνεται, εκσυγχρονίζεται, εµφανίζεται σε όλον τον κόσµο, γίνεται τραγούδι και στο τέλος, αποκτά “ένα κεραµίδι” για να ξαποσταίνειπού και πού. Όλα αυτά κατάφερε να πραγµατοποιήσει ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο δάσκαλος του ελληνικού θεάτρου σκιών, όπως τον αποκαλούν, και το πέτυχε µε τέτοια προσοχή και ευλάβεια απέναντι στην τέχνη, που ο ήρωάς µας δεν έχασε ούτε την ελληνικότητα το, αλλά ούτε τη γνήσια λαϊκότητα που εκπροσωπεί.

«Οι φωνές του Καραγκιόζη, όπως οι φωνές των πλανόδιων µικροπωλητών, δυνατές, αγνές… Όλη η νοστιµάδα της ελληνικής φυλής εκφρασµένη µε ήχους…»
Γιάννης Τσαρούχης

«…Ο αεικίνητος Τάκης Βαµβακίδης είναι ίσως ο ιδανικότερος ηθοποιός να «ντυθεί» τον Καραγκιόζη, αφού
τον βοηθά απίστευτα το φιζίκ του… Η παρουσία του ήταν έντονη, εύστοχη και είχε µια σπάνια ακρίβεια…» (Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ)

Για περισσότερες πληροφορίες για τη γέννηση και την ιστορία του Καραγκιόζη, καθώς και για την παράσταση και τους συντελεστές μπείτε στο: www.karagiozislive.gr


Σκηνοθεσία  Γ. Μποστ και Τ. Βαμβακίδης

μουσική Γ. Ζουγανέλης

σκηνικά Ν. Κασαπάκης

φωτισμοί Γ. Φωτόπουλος

* Παραστάσεις: κάθε Κυριακή στις 12:00

* Τιμές Εισιτηρίων: ενήλικες 15 ευρώ – παιδιά/ φοιτητές 10 ευρώ – σχολεία 7 ευρώ

* Κρατήσεις: καταστήματα Public, τηλεφωνικά στο 210-8840600 και στο ticketnet.gr

«Έφυγε» πλήρης ημερών η Τασσώ Καββαδία

  • Αγαπημένη «κακιά»
Στο θέατρο, η Τασσώ Καββαδία έπαιξε ρόλους που κάλυπταν όλο το ρεπερτόριο
Στο θέατρο, η Τασσώ Καββαδία έπαιξε ρόλους που κάλυπταν όλο το ρεπερτόριο   (Φωτογραφία:  Τα Νέα )

Πλήρης ημερών, στα 91 της χρόνια, έφυγε από τη ζωή η Τασσώ Καββαδία. Η κηδεία της θα γίνει την Τετάρτη, στις 11 το πρωί, από το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Πεθερά, αδελφή, νύφη ακόμα και δεσμοφύλακας αναμορφωτηρίου, η Τασσώ Καββαδία καθιερώθηκε στο ρόλο της «κακιάς».

Η ίδια έλεγε: «Ήμουν αυστηρή, όχι κακιά, αλλά σωστή για τα δεδομένα της εποχής. Δεν είχα άδικο να αντιπαθώ την Τζένη Καρέζη που τα’ φτιάξε με τον Κούρκουλο, ο οποίος ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη μου, ή με τον Μάνο Κατράκη που η κομμώτρια Λάσκαρη τον απατούσε και του έτρωγε τα λεφτά».

Στο θέατρο, πάντως, έπαιξε ρόλους που κάλυπταν όλο το ρεπερτόριο, με μοναδική εξαίρεση την αρχαία τραγωδία. «Δεν έπαιξα αρχαία τραγωδία γιατί τη σέβομαι πάρα πολύ, είναι κάτι μουσειακό για μένα. Ποτέ δεν μου έγινε πρόταση. Δεν μου αρέσει το μουσειακό θέατρο, μου αρέσει το καθημερινό θέατρο» είχε δηλώσει.

Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στο Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης κοντά στον Κάρολο Κουν.

Από το 1954 ώς το 1967 εργάστηκε στο ραδιόφωνο ως δημιουργός και εκτελέστρια. Από το 1955 ώς το 1969 εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά ως συντάκτρια του ελεύθερου και καλλιτεχνικού ρεπορτάζ. Επίσης, ασχολήθηκε με λογοτεχνικές και άλλες μεταφράσεις.

Έπαιξε σε ελληνικές και ξένες παραστάσεις, σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες («Κυριακάτικο ξύπνημα», «Στέλλα», «Διακοπές στην Αίγινα», «Το κλωτσοσκούφι», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Στεφανία», «Καπετάν φάντης μπαστούνι», «Όλγα αγάπη μου», «Η κραυγή μιας αθώας», «Ξύπνα, Βασίλη!», «Μια τρελή τρελή σαραντάρα», «Προς την ελευθερία», «Θηλυκή εταιρεία» κ.ά), ενώ είχε εμφανιστεί και στην τηλεόραση («Ο χήρος, η χήρα και τα χειρότερα», «Παππούδες εν δράσει», «Για μια γυναίκα και ένα αυτοκίνητο κ.ά). [Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ]

«Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται στο λίγο»

  • Το θέατρο και η Ελένη Χαβιαρά χωρίς τον Δημήτρη Κεχαΐδη
  • Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Πέντε χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου και συνεργάτη της Δημήτρη Κεχαΐδη (15 Δεκεμβρίου 2005, στα 72 του), η Ελένη Χαβιαρά έχει, εδώ κι ένα χρόνο, καταπιαστεί με τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου -του πρώτου δικού της και του πρώτου χωρίς τον Κεχαΐδη. «Είναι οδυνηρό το γράψιμο χωρίς αυτόν», λέει στη συνάντησή μας.

Τι είναι αυτό το έργο; Εκτιμά ότι είναι πρόωρο να το κοινολογήσει -«ούτε στον τίτλο έχω καταλήξει». Υπολογίζει όμως σ’ ένα χρόνο να το έχει ολοκληρώσει.

Αλλά και ο Κεχαΐδης δούλευε μόνος του ένα έργο που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Εδώ έχουμε και τον τίτλο: «σαγαπωσυνέχεια» (σε μια λέξη), μαζί με μια γεύση από την υπόθεση: Ενας πατέρας με δύο παιδιά καταφεύγουν σ’ ένα μοναστήρι στο βουνό Μαίναλο της Αρκαδίας, προκειμένου να εμπνευστούν και να γράψουν από μια νουβέλα για έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό. Η σύζυγος και μάνα το ‘σκασε μ’ έναν φαλακρό δημοσιογράφο και συγγραφέα, με φήμη ακαταμάχητου κοσμοπολίτη εραστή…

Υπάρχουν κι άλλα στοιχεία από το σχεδιασμό του, αλλά αποσπασματικά. Μερικά ωστόσο κομμάτια παρουσιάστηκαν, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κεχαΐδη, από τον Λευτέρη Βογιατζή, σε αναλόγιο και, αργότερα, από τη Χαβιαρά στη Θεσσαλονίκη.

  • Τυχαία στο θέατρο

Σαράντα ένα χρόνια μαζί -από το 1964. Εκείνος γεννημένος στα Τρίκαλα, με σπουδές στη Νομική στην Αθήνα. Εκείνη γεννημένη στην Αίγυπτο, στο Σουέζ, με καταγωγή από τη Σύμη, με σπουδές στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη -να γίνει ηθοποιός, όπου και δοκιμάστηκε επί τρία χρόνια. Παράλληλα σπούδασε αγγλική φιλολογία και δίδαξε αγγλική λογοτεχνία και συγγραφή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, του οποίου πλέον είναι ομότιμη καθηγήτρια.

«Στο θέατρο βρέθηκα μάλλον τυχαία», λέει ο Κεχαΐδης, σε συζήτηση στα «Θεατρικά Τετράδια» της Πειραματικής Σκηνής «Τέχνης» του Νικηφόρου Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη, επ’ ευκαιρία του ανεβάσματος το 2000 (και άλλες δύο φορές αργότερα) του έργου «Με δύναμη από την Κηφισιά», σε σκηνοθεσία Ερσης Βασιλικιώτη. Και συνεχίζει: «Πήγα ένα βράδυ στου Κουν και μου άρεσε. Εκεί πρωτοσκέφτηκα το γράψιμο και αποφάσισα να δοκιμάσω».

Η δοκιμή στέφθηκε με επιτυχία. Τα μονόπρακτά του «Μακρύ λυπητερό τραγούδι» και «Παιχνίδια στις αλυκές» παίχτηκαν στο Θέατρο Τέχνης (1957). Ακολούθησαν: «Ο μεγάλος περίπατος» (1959), το μονόπρακτο «Προάστειον Νέου Φαλήρου» (1960), που παρουσιάστηκε από την ΕΡΤ1, σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα, «Το πανηγύρι» (1964), τα μονόπρακτα «Η βέρα» και «Το τάβλι» (1972). «Σ’ αυτά με βοήθησε και η Ελένη – περισσότερο στο «Τάβλι», λέει.

«Τα θέματά του είναι καίρια και σαφή, η γραφή του αποτέλεσμα βασανισμού και απόσταξης, οι χαρακτήρες του πλήρεις και με πρισματική τέχνη δομημένοι», γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.

Η συνέχεια είναι κοινή: το «Δάφνες και πικροδάφνες», που ανέβασε ο Κουν το 1979 και το «Με δύναμη από την Κηφισιά», ο Λευτέρης Βογιατζής στη «Νέα Σκηνή» το 1995. Εργα που έχουν υμνηθεί από την κριτική και, μαζί με τα προηγούμενα, παίζονται και ξαναπαίζονται από ελληνικές σκηνές, ενώ έχουν μεταφραστεί και στο εξωτερικό.

  • Συν-γράφοντας

Πώς τώρα γινόταν η συγγραφική συνεργασία; Στο πρόγραμμα της «Νέας Σκηνής» υπάρχει κι ένας σχετικός διάλογος του Βογιατζή με τους δύο συγγραφείς:

Κεχαΐδης: «Εχουμε φτιάξει ένα γραφείο μεγάλο και χωράει να κάθονται δύο άνθρωποι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Εχουμε δύο αναπαυτικές καρέκλες, τρία μαγνητόφωνα, μία γραφομηχανή, πήραμε τώρα κι έναν κομπιούτερ και καθόμαστε με τις ώρες, με τους μήνες, με τα χρόνια και συζητάμε, κι όταν ανάβει η συζήτηση κι αρχίζουμε να μιλάμε με το στόμα των προσώπων του έργου, πατάμε το κουμπί του μαγνητόφωνου…».

Χαβιαρά: «Το βασικό υλικό του διαλόγου παράγεται με αυτοσχεδιασμό και καταγράφεται στο μαγνητόφωνο. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα μέρος της διαδικασίας. Και μας είναι πάντα δύσκολο να περιγράψουμε ολόκληρη τη διαδικασία, τα διάφορα επίπεδα, τις διάφορες φάσεις της. Η αναζήτηση των χαρακτήρων, η σύνθεση της δράσης, οι ισορροπίες των ρυθμών…».

Κεχαΐδης: «Σημασία έχει κυρίως αυτό που δεν λέγεται… να το κρύψεις βαθιά σ’ αυτό που λέγεται…».

Και κάτι σχετικό από τον Κεχαΐδη, στη συζήτηση στα «Θεατρικά Τετράδια»:

«Πάντοτε μου άρεσε στην τέχνη να βλέπω το λίγο. Πιστεύω ότι η μεγάλη τέχνη βρίσκεται στο λίγο […] Πρέπει, άλλωστε, να ξεκινάς από τα χαμηλά, τα μικρά, για ν’ ανέβεις στα ψηλά, στην κορυφή. Κι αυτή είναι μια διαδρομή μύησης στα μυστικά του κόσμου».

Οσοι είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον Κεχαΐδη (κι ανήκω σ’ αυτούς) εκτιμούσαν έναν άνθρωπο φιλοσοφημένο και με πολύ χιούμορ (στοιχεία άλλωστε που αναγνωρίζονται στα έργα του). Μαζί με τα έργα που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, μας λείπει και ο άνθρωπος.*