Monthly Archives: Δεκέμβριος 2010

Ένας «Επιστάτης» του κοινωνικού βίου

Λαέρτης Βασιλείου και Δημήτρης Καταλειφός σε μια σκηνή από τον «Επιστάτη» του Πίντερ, που παρουσιάζεται στο Απλό Θέατρο

Έχοντας μόλις πριν από λίγες μέρες τιμηθεί με το μεγάλο βραβείο της Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για την πολυετή και ουσιαστική προσφορά του στον χώρο του θεάτρου, ο Αντώνης Αντύπας ετοιμάζεται να γιορτάσει τα είκοσι χρόνια δημιουργικής πορείας του Καλλιτεχνικού Οργανισμού «Φάσμα» και του Απλού Θεάτρου, που υπήρξε η στέγη του όλα αυτά τα χρόνια, με τη σκηνοθεσία δύο κορυφαίων δραματουργών του αιώνα που πέρασε: του Χάρολντ Πίντερ και του Σάμιουελ Μπέκετ.

Έτσι, η Νέα Σκηνή του «Απλού» άνοιξε την αυλαία της για να παρουσιάσει τον Επιστάτη, ένα έργο που στάθηκε σημείο καμπής για τον δημιουργό του. Γραμμένο το 1951, παρουσιάστηκε στις 27 Απριλίου 1960 στο Arts Theatre London και ένα μήνα αργότερα μεταφέρθηκε στο Duchess, όπου έδωσε 444 παραστάσεις, κάνοντας τον δημιουργό του διάσημο σε όλο τον κόσμο, αφού στη συνέχεια παίχτηκε σε σκηνές σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1965, από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Ως «το πρώτο έργο του Πίντερ που έχει επιτύχει την πλήρη σύνθεση μεταξύ απόλυτου ρεαλισμού στην εξωτερική δράση και της ποιητικής μεταφοράς» χαρακτηρίζει τον Επιστάτη ο θεωρητικός του «θεάτρου του παραλόγου» Μάρτιν Έσλιν στη μελέτη του για τον Πίντερ. Για να συνεχίσει τονίζοντας ότι «η αίσθηση αλήθειας που παίρνει ο θεατής οξύνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να αρχίσει να αντιλαμβάνεται κοινά, καθημερινά γεγονότα που δεν είχε μέχρι τότε παρατηρήσει. Τα νιώθει με τέτοια ένταση ευαισθησίας που υπερβαίνουν τον εαυτό τους και συμβολίζουν ολόκληρες κατηγορίες εμπειριών».

Πράγματι, οι τρεις ήρωες του έργου αποτελούν αναγνωρίσιμους καθημερινούς χαρακτήρες. Ένας γερο-αλήτης, ο Ντέιβις (Δημήτρης Καταλειφός) βρίσκει καταφύγιο σε ένα ακατάστατο δωμάτιο ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού που διεκδικούν δύο αδέλφια. Ο ένας, ο Άστον (Λαέρτης Βασιλείου), ζει σε μια συναισθηματική απομόνωση, μαστορεύοντας τις διάφορες μηχανές του και κάνοντας όνειρα ότι θα φτιάξει στην αυλή ένα υπόστεγο. Ο άλλος, ο Μικ (Χάρης Φραγκούλης), μοιάζει πολυάσχολος, με επιχειρηματικές ανησυχίες, αλλά κατά βάση ζει σε έναν ονειρικό κόσμο. Ο εισβολέας δέχεται τη δουλειά του επιστάτη που του προσφέρουν, αλλά δεν εμπιστεύεται κανέναν τους, μισεί τους ξένους, φοβάται και κρατάει σε απόσταση τα δύο αδέλφια και νιώθει να απειλείται ακόμη και από την προσφορά τους, υπονομεύοντας τη σχέση του μαζί τους, αλλά και μεταξύ τους.

Βέβαια, αυτό που στην πραγματικότητα ορίζει τις σχέσεις των τριών αυτών ανθρώπων είναι ένα παιχνίδι εξουσίας, μέσα από το οποίο ο Πίντερ αφηγείται την ιστορία της κοινωνικής ζωής, αναλύοντας τα τεχνάσματα, τις παγίδες και τις μεταμορφώσεις, χρησιμοποιώντας όλο το οπλοστάσιο της λεκτικής και σωματικής βίας μέσα σε αυτό τον ατελείωτο πόλεμο για επιβίωση και επιβολή.

Ίσως αυτό το στοιχείο, μαζί με την ευστροφία και την ακρίβεια του διαλόγου, είναι που κάνει το έργο κωμικό -μια «μαύρη κωμωδία». Όμως για τον συγγραφέα του «μέχρι ένα σημείο ο Επιστάτης είναι αστείος. Πέρα όμως απ’ αυτό το σημείο σταματάει να είναι αστείος και αυτός είναι μάλλον ο λόγος που το έγραψα».

Ο Επιστάτης παρουσιάζεται στο Απλό Θέατρο σε μετάφραση Κώστα Σταματίου, σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα, σκηνικά-κοστούμια Μαγιούς Τρικεριώτη και μουσική Ελένης Καραΐνδρου.

 

Είκοσι χρόνια «Απλό Θέατρο»

Τιμώντας τα είκοσι δημιουργικά χρόνια του Απλού Θεάτρου και του καλλιτεχνικού του διευθυντή Αντώνη Αντύπα, οι εγνωσμένης ευαισθησίας (και καλαισθησίας) εκδόσεις Μικρή Άρκτος κυκλοφόρησαν πρόσφατα ένα λεύκωμα 272 σελίδων, μέσα από τις σελίδες του οποίου ζωντανεύει βήμα-βήμα η δημιουργική αυτή πορεία, από το 1990 μέχρι σήμερα. Με φωτογραφίες, σκηνικά, κοστούμια, σκίτσα, ντοκουμέντα, αποσπάσματα κριτικών αλλά και κείμενα από τους Κώστα Γεωργουσόπουλο, Δημήτρη Μαρωνίτη, Ελένη Βαροπούλου και Χαρά Μπακονικόλα, ο αναγνώστης μπορεί να επιστρέψει στα 38 έργα που παρουσιάστηκαν την εικοσαετία αυτή, αλλά και στους λαμπρούς ηθοποιούς που ενσάρκωσαν τους ρόλους τους, κάποιοι, όπως η Αλέκα Παΐζη, δεν βρίσκονται πια κοντά μας. Τιμώντας ιδιαίτερα αυτή τη μεγάλη κυρία του θεάτρου μας, στο λεύκωμα περιλαμβάνεται ένα διπλό CD με την ηχογράφηση της ιστορικής πλέον παράστασης του 1993 Η διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε, του Χέρμαν Μπροχ.

Παράλληλα, κυκλοφορούν από τη Μικρή Άρκτο, σε 3 CD, οι πρωτότυπες ηχογραφήσεις της Ελένης Καραΐνδρου για 22 θεατρικές παραστάσεις σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα (1986-2010). Συνοδεύουν ένα βιβλίο, αφιερωμένο στη Μουσική για το θέατρο, της διεθνούς φήμης συνθέτριας, εμπλουτισμένο με φωτογραφίες από παραστάσεις, αποσπάσματα κριτικών και πληροφορίες για τις ηχογραφήσεις. [Κακουριώτης Σ., Η ΑΥΓΗ: 29/12/2010]

Αόρατη μαγεία…

Επιστρέφουν στην Αθήνα για τέσσερις εορταστικές παραστάσεις οι Βικτόρια Τσάπλιν και ο Ζαν-Μπατίστ Τιερέ με το «Αόρατο τσίρκο» τους, που είχαν μαγέψει το κοινό το καλοκαίρι, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με την ποιητική ευαισθησία των ακροβατικών τους και το σουρεαλιστικό χιούμορ τους.

Με τη φαντασία και την παιδικότητα της ματιάς τους, οι δύο καλλιτέχνες δημιουργούν ένα σκηνικό εικαστικό σύμπαν, όπου τα οπτικά τρυκ και η ευρηματική χρήση καθημερινών αντικειμένων μαγεύουν τον θεατή, μικρό ή μεγάλο αδιάφορο, θυμίζοντας με τον τρόπο τους την παμπάλαια τέχνη των περιπλανώμενων θαυματοποιών.

Οι δύο καλλιτέχνες θα παρουσιάσουν στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, στις  στις 1-2 Ιανουαρίου, μιαν ιδιαίτερη παράσταση που, όπως ταιριάζει σε ένα σουρεαλιστικό θέαμα, προέκυψε «τυχαία». Φθάνοντας για μια παράσταση στη βόρεια Ιταλία, αντίκρισαν ένα άδειο θέατρο, λόγω κακής συνεννόησης. Αμέσως ο Γάλλος ηθοποιός ανάρτησε μια ανακοίνωση που έγραφε: «Το Αόρατο τσίρκο θα παίξει για το αόρατο κοινό». Ας σημειωθεί ότι και το καστ της παράστασης αυτής είναι κάπως… ιδιότυπο, αφού παίρνουν μέρος και ζώα, που όμως δεν είναι εκπαιδευμένα, αλλά παίζουν τον «ρόλο» τους φυσικά, όπως σε οποιοδήποτε άλλο περιβάλλον.

Ποδαρικό με ένδεκα πρεμιέρες

Ποδαρικό με ένδεκα πρεμιέρες

Ποιες θεατρικές παραγωγές «ανοίγουν» τη χρονιά και ποιες παραστάσεις είναι αυτές που κάνουν «ποδαρικό» σε αυτή; Διάφορες και διαφορετικές οι προτάσεις: Από παραστάσεις για μικρά και… μεγαλύτερα παιδιά, ψυχολογικά θρίλερ μέχρι και μονολόγους και εναλλακτικές δουλειές νέων δημιουργών.

Στο «Επί Κολωνώ» και τη σκηνή «Black Box» ανεβαίνει στις 7 του μήνα ο «Καλός μαθητής»του Στίβεν Κινγκ σε σκηνοθεσία Ζαφείρη Χαϊτίδη. Στο ψυχολογικό θρίλερ που έχει επίκαιρα στοιχεία παίζουν οι Γεωργιάδης, Τόμας, Καρανίκας, Παντελίδης

Δύο μέρες μετά ανεβαίνει το νέο έργο της Κάρμεν Ρουγγέρη «Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη-σαν παραμύθι» στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος.

Από τις 11/1 το «Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» θα αγκαλιάζει το έργο «Μαρία Κ. Μορέντο» της Ολγας Λασκαράτου. Πρόκειται για έναν θεατρικό μονόλογο για τη ζωή αλλά και το έργο της Μαρίας Κάλλας που σκηνοθέτησε η ίδια η συγγραφέας και που υποστηρίζει υποκριτικά η Εύα Κεχαγιά…

Την ίδια ημέρα στο «Χυτήριο» της Ιεράς Οδού ανεβαίνει το «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει», ένα «μικρό μιούζικαλ για μικρούς και μεγάλους θεατές»του Νίκου Κυπουργού από τις «Οπερες των ζητιάνων». Τη σκηνοθεσία έκανε η Μαριάννα Κάλμπαρη και παίζουν-τραγουδούν οι Κουτελιέρης, Δημόπουλος, Φόρτη.

Στις 13 του μήνα ανεβαίνει το νέο έργο του Χάρη Ρώμα «Γηραιά ηθοποιός χάνει τον έλεγχο» στο «Αμφιθέατρο» του «Αθήνα 9,84» στο Γκάζι. Σκηνοθετεί ο ίδιος ο Ρώμας και παίζουν οι Σκούντζου, Καλφαγιάννης, Λώλος, Παπαφωτίου.

Τόπος στα νιάτα. Το Εθνικό Θέατρο ανοίγει έναν… διάδρομο απογείωσης στις νέες ομάδες και αγκαλιάζει στην «Αίθουσα εκδηλώσεών» της τις «Στοές» της ομάδας «ΑΣΠΙΚΑ» (7/1), το «Αυτό δεν είναι μια πίπα» της ομάδας «Osmonis» (14/1), τον «Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου-μια παράσταση για το έθνος» της «Nova Melancholia» (21/1), το «Εορτασμοί σε πρώτο ενικό» (28/1). Η έναρξη είναι στις 18.00 και η είσοδος είναι ελεύθερη.

Στις 20/1 ανεβαίνει το «Γκρης Ηλέβεν» του Γιώργου Νανούρη (σ. σ. ο τίτλος έχει δοθεί έτσι ακριβώς) στο «Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης». Σκηνές της καθημερινής μας ζωής, δοσμένες άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε ποιητικά φτιάχνουν μια παράσταση με λόγο, τραγούδι, μουσική, κίνηση και βίντεο. Με τον Γιώργο Καραμίχο, την Ανδριάνα Μπάμπαλη και τον Γιώργο Νανούρη. Μαζί τους 18 φοιτητές δραματικών σχολών.

  • «CHERRY-BRANDY»
    Χοροθέατρο στη «Στέγη Γραμμάτων και τεχνών» και μάλιστα με την υπο­γραφή του σημαντικού χορογράφου Γιόζεφ Νατζ. Η νέα παραγωγή του «Cherry – Brandy» θα παιχτεί από τις 6 έως και τις 9 του μήνα προσφέροντας ένα υπερθέαμα αξιώσεων.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 31/12/2010

Kώστας Βουτσάς: Το λέει η περδικούλα του

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

 

Ο Κώστας Βουτσάς επέστρεψε στο θέατρο γεμάτος δύναμη.

Aκμαιότατος και γεμάτος διάθεση εμφανίστηκε στο «σανίδι» χτες το βράδυ και καθήλωσε το κοινό που τόσο τον αγαπά με τις ατάκες του και το αμίμητο γέλιο του. Ο Κώστας Βουτσάς δεν ανήκει στους ηθοποιούς που το βάζει κάτω εύκολα. Κι αν η υγρασία της Θεσσαλονίκης τον ταλαιπωρεί, επιβαρύνοντας το αναπνευστικό του σύστημα, αυτός ξέρει καλά πως τη δύναμη τη βρίσκει πάντα στο θέατρο και την ολοζώντανη επαφή του με το κοινό, που τον ακολουθεί πιστά τόσα χρόνια. Ο 80χρονος γεμάτος ζωής καλλιτέχνης μας στέλνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας και δύναμης για όλους μας για αυτές τις μέρες…

Ο Κώστας Βουτσάς πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Το άνθος του κάκτου» μαζί με τη Μιμή Ντενίση και Παναγιώτη Μπουγιούρη στο θέατρο «Αθήναιον». Την Πρωτοχρονιά στις 21.00, την Κυριακή, στις 18.30 και στις 21.00. Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται στις 6 Ιανουαρίου.

Κούκλες στο σκοτάδι στο Τελλόγλειο

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Κουκλοθεατρική παράσταση με τίτλο «Fete de la Musique» θα δοθεί την Κυριακή 9 Ιανουαρίου (12.00) στο Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ. Η παράσταση είναι σπονδυλωτή και αποτελείται από εξι μικρές σκηνές, όπου η μουσική «ζωντανεύει» έμψυχα και άψυχα αντικείμενα. Ουσιαστικά πρόκειται για χορογραφίες όπου οι χορευτές είναι ψάρια, λουλούδια και πουλιά. Συντελεστές της παράστασης είναι οι: Χριστίνα Βασιλείου, Φαίη Βουγίδου, Ναυσικά Κατσικέα, Στέλλα Νέδογλου, Βαγγελιώ Σταμάτη, Θεοδοσία Τουρτόγλου και Αλέγρα Φρανσέ. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η ομάδα μαύρου θεάτρου «Hocus Pocus» και τις χορογραφίες επιμελήθηκαν οι Βερονίκη Τσουγκράνη και Τατιάνα Μύρκου.

Η κουκλοθεατρική ομάδα μαύρου θεάτρου «Hocus Pocus» είναι μια από τις ελάχιστες ομάδες στην Ελλάδα που εξασκεί τη συγκεκριμένη τεχνική και η μοναδική μέχρι σήμερα στη Θεσσαλονίκη. Στο σύγχρονο μαύρο θέατρο οι ηθοποιοί – κουκλοπαίχτες, φορώντας ολόσωμες μαύρες στολές, παίζουν σε σκηνή η οποία είναι καλυμμένη με μαύρο ύφασμα. Οι ειδικοί φωτισμοί με λάμπες διαχωρισμού χρωμάτων (black light) τους δίνουν τη δυνατότητα «να εξαφανίζονται», ενώ τα αντικείμενα – κούκλες που παίζουν λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Το παιχνίδι αυτό ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο δημιουργεί ένα συναρπαστικό και μοναδικό θέαμα.

Οι Αντιγόνες: Η ψυχρή θέαση των πραγμάτων

  • Του ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ, Επτά, Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Σε μια εποχή όπου αμφισβητούνται οι μεγάλες αφηγήσεις, θα περίμενε κανείς πως η πρώτη μεγάλη αφήγηση του δυτικού λογοτεχνικού κανόνα, η αρχαία θεατρική γραμματεία, θα είχε καταποντιστεί.

Δύο σύγχρονες εκδοχές του αρχαίου μύθου, του Κοκτό και του Ανούιγ, έρχονται σε αντιπαράθεση μέσα από την παράσταση των φλαμανδών tg STAN, που θα δούμε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

Δύο σύγχρονες εκδοχές του αρχαίου μύθου, του Κοκτό και του Ανούιγ, έρχονται σε αντιπαράθεση μέσα από την παράσταση των φλαμανδών tg STAN, που θα δούμε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Σίγουρα δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο. Ελέγχεται αυστηρά από πολλούς «άλλους» λαούς και «άλλες» ομάδες, που θεωρούν ότι η υπερβολική προβολή της ήταν η αιτία της δικής τους περιθωριοποίησης (ως ενδεικτικό παράδειγμα να θυμίσω την ταραχώδη συζήτηση που προκάλεσαν οι απόψεις του Μπερνάλ στο βιβλίο του «Μαύρη Αθήνα»). Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να απολαμβάνει τεράστιας δημοτικότητας που υστερεί μόνον έναντι του μόνιμα πρώτου Σέξπιρ. Μάλιστα, από τότε που την ανακάλυψε η Ευρώπη (την ίδια περίπου περίοδο που ανακάλυψε και την Αμερική) δεν ήταν ποτέ τόσο δημοφιλής όσο τις τελευταίες πέντε περίπου δεκαετίες. Κάτι διόλου τυχαίο, αν αναλογιστεί κανείς τις ριζοσπαστικές αλλαγές που σημειώνονται τα χρόνια αυτά (κίνημα των λουλουδιών, πασιφισμός, ανθρώπινα δικαιώματα, φεμινισμός, αντιαποικιοκρατισμός, εθνοτισμός κ.λπ.), αλλαγές που θα αποτελέσουν βασικά ερεθίσματα για τη στροφή όχι μόνο των Δυτικών αλλά και των Ανατολικών σε κλασικά πρόσωπα, όπως η Εκάβη, η Ιοκάστη, ο Αίαντας, η Κλυταιμνήστρα, η Αντιγόνη, η Ηλέκτρα, η Μήδεια, για να συζητηθούν οι έμφυλες σχέσεις, ο έρωτας, η βία, ο πόλεμος, η οικογένεια, η εγκληματικότητα, η καταπίεση των γυναικών, η πατριαρχία, οι σχέσεις Δύσης και Ισλάμ, ιδεολογίας και φύλου/φυλής, ζητήματα σχετικά με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, την ηθική.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σε όλες αυτές τις αναβιώσεις (και διασκευές) της τραγωδίας αντικατοπτρίζονται τα σημαντικότερα ρεύματα της σύγχρονης θεατρικής πρακτικής: από το «Στα μούτρα σου θέατρο» (βλ. «Φαίδρας έρως» της Σάρα Κέιν) μέχρι το θέατρο των εικόνων (βλ. «Αλκηστη» του Ρ. Γουίλσον), το σωματικό θέατρο των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης και αυτό που ο Λέμαν ονομάζει «μεταδραματικό θέατρο», δείγματα του οποίου έχουμε δει αρκετά τα τελευταία χρόνια: Φαμπρ, Γούστερ Γκρουπ, Μπρουκ, Βασίλιεφ, Μπάους, Λεπάζ, Σουζούκι, Κομπλισιτέ, Ρίμινι Προτοκόλ, Καστελούτσι, Μπρούερ και, από τους «δικούς μας», Μπλιτζ, Νόβα Μελανκόλια, Βασίστας, Οχι παίζουμε, Θέατρο Σημείο Μηδέν, Κανιγκούντα. Και τώρα (την Παρασκευή και το Σαββατοκύριακο), στην εντυπωσιακή Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, το φλαμανδικό σχήμα tg STAN με την παραγωγή του «Les Antigones» (πρεμιέρα στην Τουλούζ το 2001), βασισμένη στα κείμενα των Ανουίγ και Κοκτώ.

Ο μύθος της Αντιγόνης, από την πρώτη παράστασή του (442; π.Χ.) μέχρι σήμερα, παραμένει μακράν ο πρώτος σε δημοτικότητα ανάμεσα στις σωζόμενες τραγωδίες. Μόνο στα αγγλικά κυκλοφορεί σε 13 μεταφράσεις. Εγινε «σημαία» του γερμανικού ιδεαλισμού στο έργο του Τικ το 1841. Το 1858 μπήκε στο ρεπερτόριο της Κομεντί Φρανσέζ. Εγινε μυθιστόρημα από τον Μπάρι το 1887, διήγημα από τη Γιουρσενάρ, έμβλημα αγωνιστικού πνεύματος από τον Μπρεχτ, τον Φούγκαρντ, τον Βάιντα και τον Χίνεϊ, σύμβολο ελευθερίας από το Λίβινγκ Θίατερ και τον Στίφεν Ρι, τηλεοπτικό σενάριο από τον Ζαν-Κλοντ ντε Νελ. Διαφορετικές γραφές, όλες ωστόσο με έναν κοινό προβληματισμό: ποιος έχει δίκαιο στη σύγκρουση Αντιγόνης/Κρέοντα;

Η αφήγηση από την αρχή

Ο μοντερνιστής Ζαν Κοκτό, στη δική του σύντομη εκδοχή, μένει αρκετά κοντά στο πρωτότυπο, στο ύφος και στη δομή, σε αντίθεση με τον «βουλεβαρδιέρη» Ανούιγ που δανείζεται τους μηχανισμούς του Μπρεχτ ώστε να ενισχύσει, αφενός, την αυτοσχεδιαστική αύρα των δρωμένων του και, αφετέρου, τη συμπάθεια του θεατή και προς τον Κρέοντα. Ο Κοκτό, μέσα από το ηρωικό στιλ που υιοθετεί, δεν ενδιαφέρεται να προτείνει κάτι πολιτικά επίκαιρο. Αλλά ούτε και ο επίσης αδιάφορος πολιτικά Ανούιγ. Το ότι η δική του, πιο καθημερινή, «Αντιγόνη» συζητήθηκε ήταν, πιστεύω, περισσότερο θέμα συγκυριών. Ας μην ξεχνάμε ότι το Παρίσι βρισκόταν τότε υπό γερμανική κατοχή, οπότε η σύγκρουση Αντιγόνης/Κρέοντα ήταν λογικό να προσκρούσει σε ευήκοα ώτα.

Οσο για το ειδικό ενδιαφέρον με την περφόρμανς των Φλαμανδών, πηγάζει από τον τρόπο που διαχειρίζονται τις μιμητικές δυνατότητες των κειμένων. Στη θέση ηθοποιών ταμπουρωμένων πίσω από το προσωπείο απλών μεταφορέων κάποιων θέσεων ή εξωτερικών φορτίων, ο θεατής παρακολουθεί τώρα άτομα (σαν και μας) να παλεύουν να επενδύσουν στους ρόλους τη δική τους σωματική λογική, τις δικές τους παρορμήσεις και ανασφάλειες. Γι’ αυτούς η σκηνή γίνεται ένα είδος αφετηρίας και αναχώρησης. Στα όρια αυτού του χώρου πιο πολύ νοιάζονται να μεταμορφώσουν τους εαυτούς τους, παρά μια πραγματικότητα που βρίσκεται πέρα από αυτούς. Και το πράττουν με τον πλέον μινιμαλιστικό τρόπο και με τη βοήθεια δύο κειμένων γραμμένων σε μια γλώσσα (στα γαλλικά) που δεν είναι η μητρική τους, με αποτέλεσμα η εκφορά της να αποκτά ιδιαίτερες ηχητικές στρωματώσεις.

Θα μου πείτε, και τι γίνεται με τον θεατή, ο οποίος έχει συνηθίσει να ψυχαγωγείται με ιστορίες που έχουν αρχή, μέση και τέλος, σασπένς, συγκρούσεις, συναισθήματα, αληθοφανή δραματικά πρόσωπα; Πώς μπορεί να διαχειριστεί παραστασιακά γεγονότα που εκπαραθυρώνουν την ψυχολογία, αγνοούν τις κλιμακώσεις και τις κορυφώσεις και γενικά υπονομεύουν την απόλαυση που πηγάζει από την αναγνώριση του σκηνικού κόσμου ως μιας κατά συνθήκη διπλής κατασκευής;

Οπως οι Φλαμανδοί ηθοποιοί αγωνίζονται, υποτίθεται χωρίς διαμεσολαβητές, να ανακαλύψουν ξανά το μύθο διαβάζοντας, ψελλίζοντας ή επαναλαμβάνοντάς τον, έτσι και ο θεατής καλείται να ανακαλύψει ξανά τι σημαίνει «ακούω» μια αφήγηση ή «παρακολουθώ» ένα θέαμα χωρίς περιτύλιγμα. Ενθεν κακείθεν τείνει να επικρατήσει μια «αθώα», σχεδόν «άτεχνη», επαφή με το κείμενο/θέαμα, υπό την έννοια ότι το γεγονός της αφήγησης και της θέασης συμπίπτει με την ανακάλυψη της δυναμικής του νοήματος της περφόρμανς.

Ανάμεσα στο δράμα και το θέατρο

Πού οδηγούν όλα αυτά, τελικά; Μάλλον στην ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στο θέατρο και το δράμα. Ομως, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, μας διαβεβαιώνει ο γνωστός αμερικανός σκηνοθέτης Πίτερ Σέλαρς, ο οποίος, αιτιολογώντας τις δικές του παραναγνώσεις στο σώμα των «Περσών», είχε πει ότι η αρχαία τραγωδία είναι σαν ένα μεγάλο, διατηρητέο σπίτι, στο οποίο ο κάθε ένοικος που μπαίνει αλλάζει και κάποια πράγματα ώστε να νιώθει σαν στο σπίτι του. Αλλάζει κουρτίνες, χρώματα, πόρτες, καναπέδες, και καμιά φορά του αλλάζει και τα φώτα. Δηλαδή, θέτει τα όρια της νέας συγκατοίκησης η οποία, εν προκειμένω, μπορεί να είναι «ψυχρή» (cool), δεν είναι όμως αδιάφορη, καθώς ενεργοποιεί καινούριους τρόπους πολιτικής πρόσληψης του κόσμου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι η προσωπική απάντηση των σύγχρονων καλλιτεχνών στο απρόσωπο της τηλεόρασης, του Ιντερνετ και του προκατασκευασμένου ρεαλισμού. *

Ενας μελωδικός Σιρανό

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Είναι αθεράπευτα ερωτευμένος με την όμορφη Ρωξάνη. Δεινός ξιφομάχος και ταλαντούχος ποιητής, θα ήταν ο ιδανικός άντρας αν στο πρόσωπό του δεν δέσποζε μια τεράστια μύτη.

Χρ. Λούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Νίκος Καραθάνου.

Χρ. Λούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Νίκος Καραθάνος.

Ευαίσθητος και ρομαντικός δέχεται να προσφέρει τον ποιητικό του οίστρο στον φίλο του Κριστιάν προκειμένου να τον βοηθήσει να κερδίσει την καρδιά της Ρωξάνης. Τι είναι αυτό όμως που θα κερδίσει τελικά την ωραία νέα; Η ομορφιά του Κριστιάν ή οι δικοί του στίχοι;

Ο «Σιρανό ντε Μπερζεράκ», η έμμετρη «ηρωική κωμωδία» του Εντμόν Ροστάν -από τις σημαντικότερες του παγκόσμιου δραματολογίου- με ήρωα έναν «αλλόκοτο» άνθρωπο, εξεγερμένο απέναντι σε μια κοινωνία απαξιωτική, παρουσιάζεται από το Εθνικό Θέατρο, δεύτερη φορά μετά την παράσταση του Δημήτρη Ροντήρη το 1948, σε σκηνοθεσία τώρα Νίκου Καραθάνου. Το έργο, γραμμένο το 1898, σημείωσε θριαμβευτική επιτυχία από το πρώτο κιόλας ανέβασμά του κι έχει παρουσιαστεί από τότε αμέτρητες φορές στο θέατρο, ενώ έχει μεταφερθεί και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο.

Ο Σιρανό ντε Μπερζεράκ υπήρξε πραγματικό πρόσωπο και έζησε γύρω στα 1650. Ηταν άθεος, ελεύθερος, ρομαντικός άντρας και έγραφε για πράγματα ονειροπόλα, τρελά -οργάνωνε ακόμα και ταξίδι στη… σελήνη- και πέθανε μόλις 35 ετών εν μέσω πλήρους δραστηριότητας… Την ίδια άποψη για τη ζωή και τον θάνατο είχε άλλωστε και ο ήρωας του Ροστάν: «Κάτω από ρόδινο ουρανό θα ήθελα να πεθάνω με μια πληγή κατάκαρδα να την απολαμβάνω».

Από τότε που ο Σιρανό πέρασε στη δραματουργία στοίχειωσε όλο τον κόσμο. Το θρυλικό όνομά του πήραν γιαπωνέζικες τηλεκάρτες, κρασιά, εστιατόρια, ελληνικές καφετερίες, δρόμοι, πλατείες.

Είκοσι ένας ηθοποιοί (Λένα Κιτσοπούλου, Χρήστος Λούλης, Αγγελος Παπαδημητρίου, Κοσμάς Φοντούκης κ.ά.) αφηγούνται μελωδικά την ιστορία του, ερμηνεύοντας ρόλους, χορεύοντας, παίζοντας μουσικά όργανα. Η μετάφραση, έμμετρος δεκαπεντασύλλαβος, είναι της Λουίζας Μητσάκου, το λιτό σκηνικό και τα σύγχρονα κοστούμια με στοιχεία εποχής, της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου.

Η παράσταση του Νίκου Καραθάνου -ερμηνεύει επίσης τον ομώνυμο ρόλο- αποτελεί, όπως λέει ο ίδιος, μια μικρή θρησκευτική λειτουργία πάνω στο έργο. «Είναι μια παράσταση γι’ αυτούς που δεν μπορούν… Εγινε με ταπεινά υλικά, που η μαγεία του παραμυθιού τα μετατρέπει σε μεγαλοπρεπή. Με συγκινεί το έργο όπως και οι αρετές αυτού του μοναδικά ελεύθερου, του αληθινού άντρα, του γάλλου Ζορμπά. Κι αν ο, επίσης μυταράς, Πινόκιο έλεγε ψέματα, ο Σιρανό λέει μόνον την αλήθεια. Σήμερα είναι δύσκολο να συναντήσεις τέτοιους ήρωες στη ζωή. Οι παλιοί άνθρωποι διέθεταν ήθος, είχαν έναν τρόπο να στέκονται. Ηξεραν πού, πότε και πώς θα δώσουν το χέρι στον άλλον, ποιον δρόμο θα ακολουθήσουν». *

Τι απέγινε η «Νόρα»

  • Μια νέα παράσταση ακολουθεί τα βήματα της ηρωίδας του Ιψεν
  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε η Νόρα εκείνο το βράδυ που βρόντηξε την πόρτα του «Κουκλόσπιτού» της εγκαταλείποντας σύζυγο, παιδιά και κοινωνικές προκαταλήψεις για να βγει ολομόναχη έξω, στο παγωμένο πουθενά.

Τι απέγινε εκείνη η πρώιμη αγωνίστρια του Ιψεν, πώς κατέληξε η επανάστασή της; Μια παράσταση την ανακαλύπτει κι ακολουθεί τα βήματά της στην ερημιά της σημερινής «απελευθερωμένης» και «δημοκρατικής» Δύσης. Το ανατρεπτικό έργο του Ιψεν, «Νόρα» ανεβαίνει την Παρασκευή στο θέατρο «Τόπος Αλλού» με μια καινούρια ματιά και τίτλο «Η Νόρα… μετά».

Συναντούμε τη Νόρα (Μαρλέν Σαίτη) όπως την επινόησαν στο κείμενο αυτής της ιδιαίτερης παράστασης ο σουηδός ποιητής Ερικ Λάρσον (με διατριβή πάνω στη «Νόρα») και ο σκηνοθέτης Νίκος Καμτσής, κάπου σε μια μεγαλούπολη, σ’ ένα ερείπιο σκηνικού-σπιτιού, παραλογισμένη έτσι όπως το λογικό ενός ανθρώπου που καίγεται και θρυμματίζεται όταν επωμίζεται την ευθύνη του απονενοημένου, της επανάστασης ενάντια στο παλιό, το υπόδουλο στη σύμβαση και την υποκρισία.

Δίπλα της κινούνται όλα τα πρόσωπα του έργου, συμπρωταγωνιστές στη νεύρωσή της, οι ίδιοι ρόλοι μέσα στον εφιάλτη της, αφού το έργο ξαναπαίζεται: Νίκος Αλεξίου (Χέλμερ), Γιώργος Κροντήρης (Κρόγκσταντ), Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Ρανκ), Γεωργία Μαυρογιώργη (Λίντε).

Τα κοστούμια (Μίκα Πανάγου), το σκηνικό (Βασίλι Ροκομάνοφ-Νίκος Καμτσής), οι φωτισμοί, δημιουργούνται μπροστά στα μάτια των θεατών. Τα ρούχα μεταφέρουν συναισθήματα από τον ψυχικό κόσμο των ηρώων: ρομαντικά στοιχεία εποχής στο κοστούμι της Νόρας, αλλά με κυρίαρχο το κουρέλι της ήττας της μέσα στο χρόνο.

Οταν το 1879 ο Ιψεν δημιουργούσε τη Νόρα, έβλεπε την επανάσταση και την απελευθέρωση που ερχόταν στην κοινωνία, στη θέση της γυναίκας, στην επιστήμη. Το έργο του προκάλεσε διεθνή σάλο, θεατρικό και κοινωνικό. Αλλά το «Κουκλόσπιτο» της παράστασης του Ν. Καμτσή παραπέμπει κριτικά στον σημερινό κόσμο, στο οικοδόμημα που προέκυψε απ’ όλες τις επαναστάσεις, δικαιωμένες και αδικαίωτες, σχολιάζοντας πεσιμιστικά τη ριζοσπαστική πράξη της Νόρας. Αντιμετωπίζει την ηρωίδα ως την ίδια την επανάσταση, ως οικουμενικό ον που περιδιαβαίνει τους αιώνες, σαν τον «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ, με λόγο, σάρκα και οστά, αλλά αποτυγχάνει.

«Ο σημερινός άνθρωπος βιώνοντας συνεχείς και διαδοχικές επαναστατικές αποτυχίες, προδοσίες, κοινωνικές και υπαρξιακές απογοητεύσεις, δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τη Νόρα με τη ρομαντική διάθεση άλλων καιρών, ούτε με την παιδαριώδη αισιοδοξία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού «θα νικήσουμε»», λέει ο σκηνοθέτης. «Το γεγονός της διεφθαρμένης εξουσίας, όπως διαιωνίζεται μέσα στο χρόνο, περνώντας από γενιά σε γενιά, από χώρα σε χώρα, λειτουργεί ως πυρήνας προβληματισμού στο θέατρο. Τα γεγονότα της εξέγερσης των νέων δεν μας άφησαν ασυγκίνητους… Σε μια εποχή έκπτωσης, οποιαδήποτε μορφή επανάστασης δυσκολεύεται να στοχεύσει στο κέντρο. Η αλλοτρίωση μας έχει διαποτίσει όλους».*

Από την TV στο σανίδι

  • Με επιτυχία ανεβαίνει στο Λονδίνο η θεατρική διασκευή των σίριαλ, επιτομή του βρετανικού χιούμορ, «Yes Minister» και «Yes Prime Minister»

Δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας φανατικός του βρετανικού χιούμορ που να μην έχει απολαύσει το «Yes Minister» και το «Yes Prime Minister».

Οι πρωταγωνιστές της τηλεοπτικής σειράς «Μάλιστα, κύριε πρωθυπουργέ». Στο θέατρο έχουν αντικατασταθεί από νεότερους συναδέλφους τους, αφού οι ίδιοι έχουν αποβιώσει.

Οι πρωταγωνιστές της τηλεοπτικής σειράς «Μάλιστα, κύριε πρωθυπουργέ». Στο θέατρο έχουν αντικατασταθεί από νεότερους συναδέλφους τους, αφού οι ίδιοι έχουν αποβιώσει.

ΟΚ, καταλαβαίνω ότι το «Faulty Towers» μπορεί να βγάζει πιο αβίαστο γέλιο και το «Thin Blue Line» να είναι το κρυμμένο διαμάντι του στέμματος, αλλά η σειρά των Τζόναθαν Λιν και Αντονι Τζέι εξακολουθεί να κρατάει τα σκήπτρα της τηλεοπτικής κωμωδίας όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από την πρώτη προβολή της. Και τώρα επιστρέφει ανανεωμένη (και σχετικώς εκσυγχρονισμένη…) στη θεατρική σκηνή για να δρέψει καινούριες δάφνες.

Τη μεταφορά του σίριαλ στο σανίδι (στο Γκίλγκουντ Θίατερ του Λονδίνου για την ακρίβεια, υπό τον τίτλο «Yes Prime Minister») έχουν αναλάβει οι ορίτζιναλ δημιουργοί του, με τον Τζέι να γράφει και τον Λιν να σκηνοθετεί. Εκείνοι που έχουν φυσικά αλλάξει είναι οι μυθικοί πρωταγωνιστές, καθώς τόσο ο Πολ Εντιγκτον (στο ρόλο του σχετικώς αφελούς υπουργού και πρωθυπουργού Τζιμ Χάκερ) όσο και ο Νάιτζελ Χόθορν (στο ρόλο του σατανικού υφισταμένου του σερ Χάμφρεϊ Απλμπι) έχουν αποβιώσει εδώ και χρόνια. Ιδιο παραμένει το πνεύμα του έργου, με την ανελέητη σάτιρα των δημοσίων υπαλλήλων που επιμένουν να ρυθμίζουν και να ελέγχουν τα πάντα πίσω από τις πλάτες των πολιτικών.

Και το αποτέλεσμα; Να σας πω την αλήθεια δεν πρόλαβα να περάσω από τη βρετανική πρωτεύουσα για να το δω με τα ματάκια μου, αλλά έστειλα κατάσκοπο να με ενημερώσει. Η αναφορά του; Με δυο λόγια πρόκειται για μια όχι και τόσο αδέξια συρραφή έξοχων στιγμών από τα τηλεοπτικά επεισόδια, προσαρμοσμένη κατά κάποιον τρόπο στο σήμερα. Βλέπε αναφορές σε συμμαχικές κυβερνήσεις, στο Αφγανιστάν, στην ειδική σχέση με τις ΗΠΑ, στα τηλέφωνα Blackberry και στο επικοινωνιακό εργαλείο Twitter και πάει λέγοντας. Πέφτει ολίγον βρισίδι επίσης και ακούγονται λέξεις («fuck» και «blowjob» μεταξύ άλλων) που θα έκαναν ακόμη και τη (φανατική των «Yes Minister» και «Yes Prime Minister») Μάργκαρετ Θάτσερ να κοκκινίσει.

Τι να κάνουμε, κάπως έπρεπε να αλιευθεί και το νεανικό κοινό που αλλιώς έχει συνηθίσει και μάθει τις ίντριγκες της εξουσίας. Οσες αλλαγές κι αν έγιναν πάντως, ο πυρήνας του «Yes Prime Minister» παραμένει σταθερός. Είτε στο 1985 βρισκόμαστε είτε στο 2011, το συμπέρασμα είναι ένα και μοναδικό: Politics as usual! [Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010]

Στέφανος Ληναίος: «Το γέλιο είναι όπλο πολιτικό»

«Η άγνοια είναι η βάση της αδικίας. Σήμερα πρέπει να εκμεταλλευτούμε το γεγονός ότι εμείς οι άλλοι, οι θεατράνθρωποι, οι διανοούμενοι, οι ηθοποιοί, έχουμε το δικαίωμα του λόγου και τη δυνατότητα να ενημερώνουμε τους νέους. Εχουμε το χρέος να αφηγούμαστε τη ζωή. Γιατί αυτό που μου προξενεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η βαθιά άγνοια που επικρατεί. Ιδιαίτερα οι νέοι δεν έχουν ιδέα για το τι συμβαίνει, για τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στο όνομα του κρατικού συμφέροντος» (Ντάριο Φο).

Με καταβολές από την Κομέντια ντελ άρτε και το θέατρο των Ρουτζάντε, Γκολντόνι και Μολιέρου, ο Φο σημάδεψε το θέατρο της εποχής του και συνεχίζει ακόμα να το τροφοδοτεί με ευφυή θεατρική σκέψη και το όνειρο, για ένα άλλο θέατρο, για έναν άλλο κόσμο καλύτερο! Οπως λέει και ο ίδιος «το γέλιο είναι όπλο πολιτικό».

Ο Ντάριο Φο γράφει πολιτικό θέατρο, αναπτύσσοντας διαλεκτικά το θέμα που δραματοποιεί. Στο «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» μας μιλά για την επανάσταση των απλών ανθρώπων, των εργατών, όταν η ακρίβεια έχει φτάσει στο απροχώρητο, όταν μαζικές απολύσεις ή μειώσεις ωραρίου και αμοιβών έχουν γίνει καθημερινές και η ζωή έχει γίνει δυσκολότερη από ποτέ. Ο ένας μετά τον άλλο οι ήρωες του έργου υψώνουν το ανάστημα και τη φωνή τους: «Ακριβαίνετε εσείς τα πράγματα; Ε, κι εμείς, λοιπόν, δεν τα πληρώνουμε, τα «απαλλοτριώνουμε». Μας κάνετε τη ζωή μας δυσβάσταχτη; Σας κάνουμε τη δική σας δύσκολη».

Ληναίος – Ράμε – Φο

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στο Θέατρο «Αλφα», ο Στέφανος Ληναίος, η Ελλη Φωτίου, ο Τρύφων Παπουτσής, ο Θοδωρής Προκοπίου, η Μαρία Βλάχου, ο Θανάσης Μπριάνας παίζουν στην επίκαιρη, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, κοινωνική σάτιρα του Νομπελίστα Ντάριο Φο «Δεν πληρώνω …δεν πληρώνω», που ως γνωστόν την παρουσίασαν σε χίλιες διακόσιες παραστάσεις, στην Αθήνα και σε ολόκληρη την Ελλάδα, το 1979-81, το 1991 και το 2000. Τώρα παρουσιάζεται στη σύγχρονη διασκευή, του ίδιου του συγγραφέα, με το νέο τίτλο: «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω τίποτα…».

  • Επίκαιρο και διαχρονικό

«Εκλεισαν τριάντα χρόνια από το 1979-1981» – σημειώνει ο Στέφανος Ληναίος – «που πρωτοπαρουσιάσαμε στο Θέατρο «Αλφα» και σε όλη την Ελλάδα αυτό το έργο του Ντάριο Φο. Από την πρώτη στιγμή καταλάβαμε ότι θα είναι μια σάτιρα, πάντα επίκαιρη, δυστυχώς. Το διαπιστώσαμε όταν το παρουσιάσαμε και πάλι στο Θέατρο «Αλφα» το 1986. Και όταν ο Ντάριο Φο πήρε το βραβείο Νόμπελ, το 1997, το ξαναπαρουσιάσαμε, για να τον τιμήσουμε, το 2000, διασκευασμένο αυτή τη φορά και προσαρμοσμένο στις μεγάλες, παγκόσμιες, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που είχαν ήδη προκύψει στο τέλος του Εικοστού Αιώνα μας. Ποτέ όμως δεν πιστεύαμε ότι σήμερα, έπειτα από τριάντα χρόνια, αυτή η κοινωνική σάτιρα θα ήταν τόσο επίκαιρη, περισσότερο από κάθε άλλη φορά… Και την ξαναπαρουσιάζουμε τώρα για τρεις λόγους. Επειδή είναι ένα διαχρονικό, σπουδαίο έργο που θα έπρεπε να υπάρχει πάντα στο ρεπερτόριο ενός θεάτρου που θέλει να προβληματίζει κάθε γενιά. Επειδή μας έστειλε το έργο του ο Ντάριο Φο. Προσαρμοσμένο, από τον ίδιο, στις νέες, παγκόσμιες, σημερινές πολιτικοοικονομικές συνθήκες… Και επειδή μας το ζήτησαν και το ζητούν επιμόνως, κάθε χρόνο, πολλοί, παλιοί και νέοι θεατές. Ξανά μαζί λοιπόν. Μεγαλωμένοι όλοι μας κατά 30 χρόνια. Εκτός από το έργο του Ντάριο Φο… Που δείχνει σαν να μη μεγάλωσε ούτε μια μέρα. Σαν να γεννήθηκε σήμερα, σαν να γράφτηκε τώρα. Για να είναι όπως ήταν πάντα. Δίπλα στους παλαιούς και νέους, προβληματισμένους Θεατές-Πολίτες. Οχι μόνο για να γελάσουμε και να εκτονωθούμε, αλλά, ταυτόχρονα, να προβληματιστούμε και να αισιοδοξήσουμε… Και όπως λέει κρυφογελώντας κι ο ίδιος ο Ντάριο Φο, στο έργο του: Αιώνες τώρα αυτά τραβάει η ανθρωπότητα. Και από μας, αποκλειστικά, εξαρτάται, με τη σιωπή μας ή την ανυπακοή μας, να συντηρήσουμε ή να αλλάξουμε την παράλογη κοινωνία μας και τα σάπια προϊόντα της»…

Η σύγχρονη απόδοση και σκηνοθεσία είναι του Στέφανου Ληναίου και τα σκηνικά του Μάριου Ζαφείρη. Κάθε Δευτέρα στις 8 μ.μ. με γενική είσοδο 15 ευρώ και κάθε Τρίτη στις 9.15 μ.μ. με γενική είσοδο 20 ευρώ. Θυμίζουμε ότι στο Θέατρο «Αλφα», από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή, παρουσιάζεται το κοινωνικό έργο του Ντόναλντ Μάργκιουλις «Στοπ Καρέ», σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη και σκηνικά Γιώργου Πάτσα. Παίζουν: Γιώργος Παρτσαλάκης, Πέγκυ Τρικαλιώτη, Κρατερός Κατσούλης, Τζένη Θεωνά.

Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 31 Δεκέμβρη 2010 – Κυριακή 2 Γενάρη 2011