Ο Μπρουκ ξαναπάτησε τον όρκο του

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

«Ποτέ πια». Από τότε που η εμπειρία του στο Κόβεντ Γκάρντεν είχε κάνει τον 23χρονο Πίτερ Μπρουκ να ορκιστεί πως η σχέση του με την όπερα έληξε, πέρασαν 62 χρόνια.

Μόνο μ' ένα πιάνο, πολλά καλάμια και καμία αναφορά σε μασονία, η παράσταση στο Bouffes du Nord ήδη κέρδισε την κριτική

Μόνο μ’ ένα πιάνο, πολλά καλάμια και καμία αναφορά σε μασονία, η παράσταση στο Bouffes du Nord ήδη κέρδισε την κριτική Σ’ αυτό το διάστημα αθέτησε την απόφασή του σε ελάχιστες, πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις, με απολύτως πρόσφατη τη ρηξικέλευθα λιτή ματιά του στον «Μαγεμένο Αυλό» του Μότσαρτ. Παρουσιάζεται ως «Ενας Μαγεμένος Αυλός» μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου στο θέατρο που έχει ταυτιστεί με τον Μπρουκ, το παρισινό Bouffes du Nord. Τα καλά νέα είναι ότι θα τη δούμε κι εμείς στην Ελλάδα, αφού εκ των συμπαραγωγών της είναι η «Αττική Πολιτιστική Εταιρεία» της Ελένης Μουσταΐρα.

Της κάνουν εκλεκτή παρέα το παρισινό Festival d’ Automne, το Musikfest της Βρέμης, το Lincoln Center της Νέας Υόρκης, το Piccolo Teatro του Μιλάνου και το Barbican του Λονδίνου. Η ισχύς εν τη ενώσει υπέρ μιας οπερετικής παραγωγής που, όπως συνέβη και με τη θρυλική σκηνοθεσία της «Κάρμεν» του Μπιζέ, επιτρέπει στον Μπρουκ μια εντελώς απελευθερωμένη προσέγγιση.

Με συμμάχους τον συνθέτη Φρανκ Κραουτσίκ και τη Μαρί-Ελέν Ετιέν στη διασκευή, ο Μπρουκ σκηνοθετεί «έναν «Αυλό» δωματίου, όπου», όπως εξηγεί ο ίδιος, «οι τραγουδιστές ερμηνεύουν σαν να δίνουν ένα ρεσιτάλ με λίντερ». Ο Κρόουτσικ μετέγγραψε ελεύθερα το έργο για σόλο πιάνο και η Ετιέν μαζί με τον Μπρουκ προσάρμοσαν το λιμπρέτο του Εμανουέλ Σικανέντερ. Η απόλυτα μινιμαλιστική εκδοχή τους δεν έχει σκηνικά, ούτε εφέ και «είναι απαλλαγμένη», κατά τη «Monde», «από οποιαδήποτε αποκρυφιστική ή μασονική διάσταση».

Τελικά, όπως εξηγεί ο Μπρουκ, «μεγαλύτερη βαρύτητα έχει η εικόνα που θέλουμε να προβάλλουμε. Σ’ αυτή τη μουσική, την τελευταία που συνέθεσε ο Μότσαρτ, υπάρχει μια ανατρεπτική τρυφερότητα. Ελπίζω ότι επικεντρώνοντας το θέαμα στους χαρακτήρες και σ’ ό,τι εκφράζουν μέσω του τραγουδιού, αναδύεται η βαθιά οικειότητα». Γιατί αν κατέκτησε κάτι από την επαφή του με το θέαμα, είναι η βεβαιότητα ότι το ανθρώπινο ον «είναι το μόνο που αξίζει τον κόπο να αποκρυπτογραφηθεί».

Τολμηρή στη λιτότητά της, η άποψη του Μπρουκ για τον «Μαγεμένο Αυλό», φέρει κι άλλα δικά του αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά: οι ερμηνευτές -ανάμεσά τους και δύο Αφρικανοί ηθοποιοί- είναι ξυπόλητοι και μοναδικό σκηνικό εργαλείο στα χέρια τους είναι μερικά καλάμια. Ο κόσμος της όπερας έχει βέβαια συνηθίσει την αντισυμβατική ματιά του. Δεν ήταν πάντα έτσι.

Το 1948 ήταν ήδη μια διασημότητα στο Λονδίνο, όταν τον έχρισαν μόνιμο σκηνοθέτη στη Βασιλική Οπερα του Κόβεντ Γκάρντεν. Στα 23 του ήταν ο νεότερος δημιουργός που είχε ποτέ περάσει από τη θέση. Η θητεία του, δοκιμασμένη με τον «Μπορίς Γκοντουνόφ» του Μουσόργκσκι και τη «Σαλώμη» του Στράους, έμελλε, ωστόσο, να αποδειχτεί πολύ σύντομη…

«Στο Κόβεντ Γκάρντεν μπήκα», θυμάται,«με την ακλόνητη πρόθεση να προκαλέσω σ’ αυτόν τον νωθρό και ντεμοντέ θεσμό μια σειρά από ισχυρά σοκ που θα τον έφερναν στο παρόν. Δεν είχα καταλάβει ότι εισερχόμουν σ’ ένα σύμπαν από μπετόν αρμέ». Το πρώτο που προσπάθησε να επιτύχει ήταν την κατάργηση των ζωγραφισμένων σκηνικών. «Ζούμε σε μια τρισδιάστατη εποχή. Χρειάζονται ανάλογα σκηνικά», επέμενε.

Για τον «Μπορίς Γκοντουνόφ» ζήτησε τη συμμαχία του Ζορζ Βάκεβιτς, σκηνογράφου στο μπαλέτο «Ο Νέος και ο Θάνατος» των Ζαν Κοκτό και Ρολάν Πετί. Μαζί συνέλαβαν ένα σκηνικό μνημειακών διαστάσεων, μέρος του οποίου ήταν κι ένα τεράστιο εκκρεμές πάνω από τη σκηνή. «Οι μουσικοκριτικοί στην πλειονότητά τους είχαν σκανδαλιστεί. Το ίδιο κι οι τραγουδιστές. Στο ρόλο του Γκοντουνόφ είχαμε την τύχη να εμφανίζεται ένας από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές της εποχής, ο Βούλγαρος Μπορίς Κριστόφ. Οταν είδε το σκηνικό, αρνήθηκε να παίξει. Δεν άντεχε τον ανταγωνισμό μ’ αυτό τον οπτικό εφιάλτη. Ηθελε να βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής μόνος και λουσμένος σε άπλετο φως».

Στην επόμενη παραγωγή ο Μπρουκ τράβηξε κι άλλο το σκοινί. Δηλαδή, Σαλβαντόρ Νταλί για τα σκηνικά και τα κοστούμια της «Σαλώμης». «Εγινε μάχη! Ο Νταλί είχε σχεδιάσει τα πιο παράξενα κοστούμια. Οι τραγουδιστές αρνούνταν σθεναρά να τα φορέσουν. Το σκηνικό, ένα είδος γιγαντιαίας τέντας φτιαγμένης από πανιά που με τη βοήθεια ανεμιστήρων έμοιαζαν με κινούμενες αράχνες, είχε ανάλογη αντιμετώπιση. Η πρεμιέρα δημιούργησε σκάνδαλο. Την επομένη προσέβαλαν το συμβόλαιό μου και τελείωσε…».

Ξόρκισε ωστόσο την κακή εμπειρία του στην όπερα σχεδόν αμέσως, ανεβάζοντας στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης κατά παραγγελία του ανοιχτόμυαλου διευθυντή της, Ρούντολφ Μπινγκ, «Φάουστ» του Γκουνό και «Ευγένιο Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι. Και πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Μπερνάρ Λεφόρ από την Οπερα των Παρισίων τού ζήτησε συνεργασία, ο Μπρουκ ανέβασε μια τόσο ρηξικέλευθη «Κάρμεν» (χωρίς χορωδία, χωρίς σκηνές πλήθους, παιγμένη ανάμεσα στο κοινό) ώστε να καταχωριστεί ως μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.

«Δεν είχα ποτέ την πρόθεση να σοκάρω», λέει σήμερα. «Αλλά μια άσχημη και ακατάλληλη εικόνα μάς αποσπά από τη μουσική, ενώ μια φιλόδοξη εικόνα, συνεπής με τη μουσική, μας βοηθά στην ολοκληρωμένη ακρόαση». *

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: