Monthly Archives: Νοέμβριος 2010

Δείπνο μετά φόνου

Το «Έγκλημα στη Negromikele», μια μαύρη κωμωδία μυστηρίου, του τύπου «βρες ποιος είναι ο δολοφόνος», ανεβαίνει από τις 30 Νοεμβρίου, στον πολυχώρο Passport για οκτώ παραστάσεις κάθε Τρίτη, από την ομάδα «Νοn sense».

Ο Λάμπρος Παπαγεωργίου και η Ιουλία Ριζοπούλου υπογράφουν το κείμενο και τη σκηνοθεσία του έργου που βασίζεται στο γνωστό θεατρικο του Νιλ Σάιμον «Murder by death». Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος στο ρόλο του αφηγητή, μας εισάγει στην ατμόσφαιρα του απαραίτητου σασπένς που είναι διανθισμένο με σουρεαλιστικό χιούμορ. Ο κεντρικός ήρωας, ο εκκεντρικός εκατομμυριούχος Κίλτον συγκεντρώνει στο εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο του, τους 5 δημοφιλέστερους ντετέκτιβ της εποχής, προσκαλώντας τους σε ένα δείπνο… μετά φόνου. Όταν φτάνουν εκεί διαπιστώνουν ότι η βραδιά θα είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, μια και περιλαμβάνει έναν τυφλό μπάτλερ, μια κωφάλαλη μαγείρισσα, ουρλιαχτά, πόρτες που τρίζουν, μυστικά περάσματα και πιο πολλές διαστρεβλώσεις από όσες μπορεί να αντέξει μια πλοκή.

Το σχέδιο έχει ως εξής: στις 21:45 ακριβώς θα σερβιριστεί το δείπνο και τα μεσάνυχτα θα γίνει ένας φόνος. Ο σατανικός και ιδιόρρυθμος οικοδεσπότης προσφέρει ένα εκατομμύριο δολάρια σε όποιον εξιχνιάσει το έγκλημα και μετά εξαφανίζεται. Παίζουν οι: Ελισσαίος Βλάχος, Σταυρούλα Θωμοπούλου, Λάμπρος Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Πουλής, Iουλία Ριζοπούλου, Μαρία Ροβάκη, Αλκμήνη Σταθάτου, Δημοσθένης Φίλιππας, Γιώργος Πυρπασόπουλος. Παραγωγή: «Ξανθίας» Α.Μ.Κ.

Πληροφορίες: «Έγκλημα στη Negromikele» από τις 30 Νοεμβρίου και κάθε Τρίτη για οκτώ παραστάσεις, στο Passport, Καραϊσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς, τηλ. 2104296401 και 6940558558.

Δεσποινίς Μαργαρίτα: το μάθημα της ζωής

Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα», είναι μια δασκάλα αλλιώτικη από τις άλλες. Είναι αυστηρή, της αρέσει να επιβάλλει την τάξη στους μαθητές της και παραδίδει μαθήματα ζωής. Έχει «ταξιδέψει» σε παραπάνω από τριάντα χώρες, με μεγάλη επιτυχία και ξεπήδησε μέσα από την πένα του Βραζιλιάνου συγγραφέα Ρομπέρτο Ατάιντε.

Στην Ελλάδα αναμετρήθηκαν μαζί της η αξέχαστη Έλλη Λαμπέτη (1975) αλλά και η Λήδα Πρωτοψάλτη, η Θέμις Μπαζάκα, ο Γιώργος Μαρίνος, ο Κωνσταντίνος Χατζής και η Όλια Λαζαρίδου. Τη σκυτάλη παίρνει για δεύτερη χρονιά φέτος, η Μαρία Μαλλούχου, στο «Θέατρο Λόγου και Τέχνης 104», από τις 7 Δεκεμβρίου. Το έργο παρουσιάζεται στη γνωστή μετάφραση και διασκευή του Κώστα Ταχτσή, υπο τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κωνσταντίνου Χατζή.

Η Μαρία Μαλλούχου, σε αυτό τον εκρηκτικό θεατρικό μονόλογο θα επιχειρήσει να ξεδιπλώσει μερικά βασικά διδάγματα. Ο θάνατος, η ζωή, η δικαιοσύνη, η αδικία, η εξουσία, η ισότητα και το σεξ αποτελούν την ύλη του μαθήματος της. Η δεσποινίς Μαργαρίτα θέτει ερωτήσεις αλλά δεν δίνει απαντήσεις, δεν ασπάζεται ιδεολογίες αλλά επιχειρεί να κεντρίσει συνειδήσεις. Ο Ρομπέρτο Ατάιντε αποκαλύπτει τις μεταλλάξεις της εξουσίας σε μια σειρά θεσμών: στην οικογένεια, στο σχολείο, στην Εκκλησία, στο κράτος. Στο πρώτο ανέβασμα του έργου του στο Ρίο ντε Ζανέιρο οι αρχές διέκοψαν τις παραστάσεις προσπαθώντας να επιβάλλουν λογοκρισία. Στην παράσταση της ομάδας «Χρώμα» τη σκηνογραφία υπογράφει η Σοφία Λεγάτου, το κοστούμι η Μαρίνα Παπαδάτου και τις φωτογραφίες η Γεωργία Λένη.

Πληροφορίες: «Δεσποινίς Μαργαρίτα», από την Τρίτη 7 Δεκεμβρίου (ώρα έναρξης 21:30) στο στο «104 Θέατρο Κέντρου Λόγου και Τέχνης» (Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια, τηλ.: 2103826185). Οι παραστάσεις θα πραγματοποιούνται κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Είσοδος: 15 ευρώ, διάρκεια παράστασης: 75 λεπτά.

Addio εντιμότατε φίλε

O μετρ της ιταλικής κωμωδίας Μάριο Μονιτσέλι αυτοκτόνησε χθες στη Ρώμη. Όπως μετέδωσε το πρακτορείο Ansa, επικαλούμενο νοσοκομειακές πηγές, ο 95χρονος έδωσε τέλος στη ζωή του, πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου Σαν Τζοβάνι, όπου νοσηλευόταν.

Γεννημένος το 1915 στο Βιαρέτζο της Τοσκάνης, όπου πέρασε την παιδική του ηλικία,  θεωρείται  πατέρας της ιταλικής κωμωδίας. Η σειρά ταινιών του «Οι Εντιμότατοι φίλοι μου» (1975) με πρωταγωνιστές τον Ούγκο Τονιάτσι και τον Φιλίπ Νουαρέ, για τις περιπέτειες μίας παρέας τεσσάρων φίλων που έκαναν τη διασκέδαση τρόπο ζωής, παραμένει ακόμη στον κολοφώνα της ιταλικής κωμωδίας και μία από τις καλύτερες ταινίες του. Προτάθηκε τρεις φορές για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για τα έργα του «Ο Μεγάλος Πόλεμος», «Οι σύντροφοι» και  «Το κορίτσι με το πιστόλι». Αξέχαστες παραμένουν οι ταινίες του ο «Ο Κλέψας του Κλέψαντος» (1958) με τους Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Κλαούντια Καρντινάλε, «Ιστορίες της Κλειδαρότρυπας», «Κωμωδία αλά ιταλιάνα» και «Οι Γενναίοι του Μπρανκαλεόνε». Συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους Ιταλούς ηθοποιούς και γύρισε συνολικά 65 ταινίες. Εργάστηκε επίσης στο θέατρο και την τηλεόραση.

Ο Γιώργος Νινιός χορεύει τάνγκο

Ο Γιώργος Νινιός (στο μέσον) και ο υπόλοιπος θίασος του «Mala Junta _ Το τελευταίο τάνγκο»

Το τάνγκο και ο Γιώργος Νινιός πρωταγωνιστούν στην παράσταση που διαδραματίζεται στην ταραγμένη Αργεντινή του 1976, παραμονή του πραξικοπήματος του Μαρτίου εκείνης της χρονιάς στο Μπουένος Αϊρες. Εκεί, μέσα σε ένα θέατρο, μια ραδιοφωνική παραγωγή εκπέμπει ζωντανά ένα αφιέρωμα στο τάνγκο.

«Ερμηνεύω τον ραδιοφωνικό παρουσιαστή που θέλει να επαναφέρει το τάνγκο»

λέει ο ηθοποιός, εξηγώντας ότι ο ήρωάς του είναι ένας έλληνας παθιασμένος με τον συγκεκριμένο χορό, ο οποίος έχει φύγει από την πατρίδα του για να γλιτώσει από τη χούντα και βρίσκεται μπροστά σε μια άλλη. «Κάτι μπλέκεται, ακόμη και ως προς τις ημερομηνίες: 1976 και 1967, για σκεφθείτε… Ενας κυνηγημένος χορός και ένας κυνηγημένος λαός».

Γοητευμένος από τα βήματα του τάνγκο, ο Γιώργος Νινιός ξεκαθαρίζει ότι «οι κώδικες είναι σήματα από τον άνδρα προς τη γυναίκα. Οσο για το αν είναι δύσκολο, τι να πω… Το σημαντικότερο στο τάνγκο είναι το περπάτημα, από εκεί ξεκινούν όλα. Από εκεί και πέρα λειτουργεί αυτοσχεδιαστικά, αλλά δεν μπορείς να κάνεις ό,τι να ‘ναι. Δεν είναι όμως μια ιστορία έρωτα και ερωτισμού, ούτε αισθησιασμού. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα ότι το τάνγκο με παραπέμπει σε μυρωδιές σωμάτων _ και όχι μόνο. Είναι σαν να κάνεις ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο και ξαφνικά να στρίβεις στον χωματόδρομο».

Ο Γιώργος Νινιός, που αυτή την εποχή παίζει στο «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Γιώργου Διαλεγμένου στο θέατρο Βεάκη, μετά την παράσταση του «Mala Junta _ Το τελευταίο τάνγκο», όπως είναι ο τίτλος της μουσικής παράστασης των Εστερ Αντρέ Γκονσάλες και Ελλης Καραδήμου, θα… μετακομίσει στο στούντιο Μαυρομιχάλη με το έργο του Λένου Χρηστίδη «Οι δύο θεοί», σε σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Θέατρο «Ολβιο», Φαλαισίας 3, Γκάζι, τηλ. 6982 347.794
  • Από 13/12 και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.30 _ για 18 παραστάσεις
  • Τιμές εισιτηρίων: 18, 12 ευρώ

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=370384&dt=29/11/2010#ixzz16kBXkLUn

Σταμάτης Φασουλής: «Πρόκειται για ένα έργο που με σημάδεψε απ΄την αρχή που το είδα»

Ο Σταμάτης Φασουλής στο «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν

Ακριβώς έναν χρόνο μετά την πρεμιέρα στο Λονδίνο, το «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν («Red») δίνει την αθηναϊκή του πρεμιέρα στο θέατρο Δημήτρης Χορν, την προσεχή Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου: Με τον Σταμάτη Φασουλή _που μετέφρασε και σκηνοθετεί_ να υποδύεται τον Μαρκ Ρόθκο και τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο τον νεαρό βοηθό του, η παράσταση ξεκινά από μια στιγμή στην πορεία του ζωγράφου που ανήκε στο κίνημα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

  • «Είναι μια μεγάλη στιγμή για μένα», είπε στη συνέντευξη τύπου ο Σταμάτης Φασουλής, «γιατί πρόκειται για ένα έργο που με σημάδεψε απ΄την αρχή που το είδα, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω τους λόγους. Σιγά-σιγά και μέσα από τις πρόβες άρχισα να καταλαβαίνω το βάθος και τη σημασία του. Παρακολούθησα στο Λονδίνο μια παράσταση σε ένα θέατρο διακοσίων ανθρώπων και μέσα σε λίγο καιρό το είδα να μεταφέρεται στο Μπρόντγουεϊ, ανάμεσα στα μιούζικαλ, να κάνει επιτυχία για κοινό χιλίων θεατών… Και μετά να προτείνεται για επτά Τόνι και να κερδίζει τα έξι!».

Καθισμένος πάνω στη σκηνή του Χορν, μαζί τους συνεργάτες του «Κόκκινου», ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μίλησε για τον ζωγράφο και το έργο του, τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούσαν κι αυτά που θίγει το έργο του Λόγκαν: Η τέχνη και η καθημερινότητα, η σχέση με τον βοηθό του, τα χρώματα αλλά και η εξουσία, το κενό και το καινούργιο, τι θα πει αγοράζω και πουλάω, αγοράζομαι και πουλιέμαι, ποια είναι η τιμή… Ενώ θύμισε τον στίχο του Ελύτη από το «Εκ του πλησίον» που σχολίαζε τη ζωγραφική του Ρόθκο ως «απόλυτη»…. Από την πλευρά του ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος αναφέρθηκε στις «αντιφάσεις του έργου, που από τη μια μιλάει για πολύ συγκεκριμένα πράγματα και από την άλλη γα την ίδια τη ζωή, ενώ χρησιμοποιεί όρους ζωγραφικής». Κι ακόμα ότι «ενώ σχεδόν φιλοσοφεί, το έργο διαθέτει και μια παράλληλη αστυνομική αφήγηση», που σε κάνει να θέλεις να παρακολουθήσεις τη συνέχεια μέχρι να δεις που θα καταλήξει… «Είμαι τόσο ευτυχής», κατέληξε ο ηθοποιός της νεώτερης γενιάς για τη συνεργασία του με τον Σταμάτη Φασουλή, «γιατί έχω την τύχη να με σκηνοθετεί, να παίζουμε μαζί και να είμαστε μόνον οι δυό μας….».

Με έναν κόκκινο πίνακα στο βάθος, το σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη μετατρέπει τη σκηνή σε εργαστήριο, ενώ τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη υπηρετούν το πνεύμα του έργου, που φωτίζεται από τον Λευτέρη Παυλόπουλο. Υπό τους ήχους του Σούμπερτ και του Μότσαρτ, συνθέτες που αγαπούσε ο Ρόθκο, το θεατρικό έργο δεν σταματά να υπενθυμίζει την απειλή ότι «μια μέρα το μαύρο θα καταπιεί το κόκκινο….».

Μυρτώ Λοβέρδου

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

«Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν

Σταμάτης Φασουλής – Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος

Θέατρο Δημήτρης Χορν, Αμερικής 10 (τηλ. 210-3612.500)

Πρεμιέρα: Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου, στις 21.15

Παραστάσεις: Τετάρτη – Παρασκευή – Σάββατο στις 21.15 & Κυριακή στις 18.45

Εισιτήρια: 25 – 22 – 18 – 18 – 16 ευρώ

Σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με τα έργα: «Το μπουφάν της Χάρλεϊ» και «Τι είδε ο υπηρέτης»

Ο μόνος που άντεχε τη σύγκριση με τη Μελίνα

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΟΥΝΤΑΣ: 1924 – 2010
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

«Στέλλα, φύγε, κρατάω μαχαίρι». Η αρρενωπή ψηλόλιγνη φιγούρα του Γιώργου Φούντα στην τελευταία συγκλονιστική σκηνή της «Στέλλας» του Μιχάλη Κακογιάννη, λίγο πριν μαχαιρώσει την ατίθαση Στέλλα-Μελίνα Μερκούρη, είναι από εκείνες που έχουν γραφτεί ανεξίτηλα στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων θεατών.

Ο Μίλτος - Γιώργος Φούντας και η Στέλλα - Μελίνα Μερκούρη, σε μια από τις πιο δυνατές σκηνές του ελληνικού σινεμά

Ο Μίλτος – Γιώργος Φούντας και η Στέλλα – Μελίνα Μερκούρη, σε μια από τις πιο δυνατές σκηνές του ελληνικού σινεμά

Ο Φούντας, από τους τελευταίους άνδρες με άλφα κεφαλαίο του ελληνικού σινεμά, όπως έχουν δηλώσει ομόφυλοι συνάδελφοί του, ο γνήσιος ενσαρκωτής της λαϊκότητας και της ανδρικής ντομπροσύνης στη μεγάλη οθόνη αλλά και στη ζωή, έσβησε χθες το απόγευμα σε κλινική της Γλυφάδας, στην εντατική της οποίας βρισκόταν όλη την εβδομάδα. Ηταν 86 ετών. Τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρούνταν από την ασθένεια του Αλτσχάιμερ. Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 11 π.μ. στο Α’ Νεκροταφείο.

Δεν θα τον θυμόμαστε μόνο ως τον δωρικό λεβέντη που ανέδειξε κυρίως το σινεμά. Αλλά και ως τον καλοστεκούμενο ηλικιωμένο κύριο με το χαμόγελο και την τραγιάσκα, που είχε πάντα στο πλευρό του το μοναδικό έρωτα της ζωής του, τη χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα.

Ο Γιώργος Φούντας γεννήθηκε το 1924 στο Μαυρολιθάρι Παρνασσίδας. Μικρός δούλευε στο γαλατάδικο του πατέρα του, στην πλατεία Ψυρρή, και εκτελούσε παραγγελίες πελατών με το ποδηλατάκι του από την Αθήνα μέχρι το Κορωπί. Τελικά όμως το «μικρόβιο» του θεάτρου θα τον οδηγήσει στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου θα φοιτήσει με δάσκαλο τον Αιμίλιο Βεάκη. Ναι μεν θα πρωτοεμφανιστεί στη σκηνή το 1949 και θα συνεργαστεί με τους κορυφαίους θιάσους της εποχής -του Μουσούρη και της Κατερίνας-, όμως το σινεμά τον ανέδειξε σε λαϊκό ίνδαλμα.

Ντεμπούτο με «Νεκρή Πολιτεία»

Στη μεγάλη οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1951, με την ταινία «Νεκρή Πολιτεία» του Φρίξου Ηλιάδη. Εκεί η Ελένη Βλάχου προβλέπει: «Θα τον ξαναδούμε αυτόν τον νεαρό». Επιβεβαιώνεται. Τον ξαναείδε σύντομα το κοινό στο «Πικρό ψωμί» του Γρ. Γρηγορίου και στη «Μαύρη γη» του Στέλιου Τατασόπουλου.

Ομως η χρονιά του είναι το ’54, όπου πρωταγωνιστεί σε 4 ταινίες, μεταξύ αυτών η «Μαγική πόλη» του Νίκου Κούνδουρου, που τον αναδεικνύει σε κορυφαίο εκπρόσωπο του ελληνικού νεορεαλισμού. Την ίδια χρονιά ο Μιχάλης Κακογιάννης τον καλεί στο σπίτι της Μελίνας Μερκούρη. «Οταν τους είδα μαζί, ήξερα πως θα ζωντάνευε ιδανικά τον Μίλτο, το θηρίο που της έπρεπε στην κορμοστασιά, τη λεβεντιά και το μαχαίρι», έχει πει ο σκηνοθέτης. Η Μελίνα στην αυτοβιογραφία της δηλώνει «εντυπωσιασμένη» από το «παίξιμο του συμπρωταγωνιστή της», που ήταν «καλύτερο από το δικό μου». Η «Στέλλα» θα γυριστεί μία χρονιά μετά.

Η γυναίκα της ζωής του

Το ’54 είναι η χρονιά του Φούντα και για ακόμη έναν λόγο: σε μια παράσταση βλέπει για πρώτη φορά τη χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα, που είναι γνωστό ντουέτο με τον Μανώλη Καστρινό. «Αυτή είναι η γυναίκα της ζωής μου», είχε εξομολογηθεί από την πρώτη στιγμή σε φίλο του. Η ζωή τον επαληθεύει. Από τότε έως χθες ήταν διαρκώς ο ένας στο πλευρό του άλλου. Καρπός της σχέσης τους, το μοναχοπαίδι τους, ο Πάνος.

Συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Κακογιάννη στο «Κορίτσι με τα μαύρα» (1956), ενώ συναντιέται καλλιτεχνικά και με τον Ντασσέν στο «Ποτέ την Κυριακή» το ’60, για ακόμα ένα θρυλικό ερωτικό ζευγάρι με τη Μελίνα Μερκούρη, την καλοκάγαθη Πειραιώτισσα πόρνη. Το ’63 θα μετάσχει με το ρόλο του σκληρού νταβατζή στα «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη. Είχε την τύχη να συνεργαστεί και με τον Ελία Καζάν, σε ένα ρολάκι στο αξεπέραστο «Αμέρικα Αμέρικα». Σημαντική ταινία, με διεθνή απήχηση, ήταν το ’64 ο «Αλέξης Ζορμπάς» του Κακογιάννη.

Το ’66 έρχεται η πρώτη ηθική ανταμοιβή, καθώς βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο ανδρικού ρόλου του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για την ερμηνεία του στο «Με τη λάμψη στα μάτια» του Π. Γλυκοφρύδη. Την επόμενη χρονιά βραβεύεται πάλι για το φιλμ «Πυρετός στην Ασφαλτο» του Ντ. Δημόπουλου.

Παρ’ ολίγον Τζέιμς Μποντ

Το «Ποτέ την Κυριακή» ήταν πάντως η ταινία που του έδωσε το «διαβατήριο» για να γίνει διεθνής σταρ. Μία από τις προτάσεις του εξωτερικού προήλθε από τον Μπίλι Γουάιλντερ. Ο Φούντας αρνείται, προφασιζόμενος ότι δεν μπαίνει σε αεροπλάνο.

Λίγοι γνωρίζουν ότι παραλίγο να ήταν ο επόμενος, μετά τον Σον Κόνερι, Τζέιμς Μποντ. Οι παραγωγοί τού 007, αναζητώντας σε όλο τον κόσμο τον αρρενωπό διάδοχο του Κόνερι, οδηγούνται και στον Ελληνα ηθοποιό. Ο Φίνος τον πείθει να μπει σε αεροπλάνο. Από τα δοκιμαστικά δεκάδων ηθοποιών τελικά επικρατούν δύο υποψήφιοι: ο Φούντας και ο Τζορτζ Λάζενμπι. Επειδή ο Ελληνας ηθοποιός δεν θα προλάβαινε να μάθει να μιλά με ευχέρεια τα αγγλικά, χάνει το ρόλο.

Από το σινεμά, που ήταν η μεγάλη αγάπη του, απέχει την περίοδο της χούντας. Επανέρχεται στη… σκηνή με τη Μεταπολίτευση, κυρίως μέσω της τηλεόρασης, πρωταγωνιστώντας σε ποιοτικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων: «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη το ’75, «Γαλήνη» του Βενέζη το ’76 κ.ά. Εκτοτε σιγά-σιγά αποσύρεται ολοσχερώς. Ανθρωπος χαμηλών τόνων, μετριόφρων, σεμνός, ο Φούντας, που πρωταγωνίστησε σε 50 ταινίες, συνήθιζε να λέει με ταπεινότητα: «Κάνω μια δουλειά σαν όλες τις άλλες». Και το εννοούσε. *

Σκηνοθετεί «Αμαντέους»

Η Δανάη Σκιάδη θα παίξει την Κονστάνς, τη σύντροφο ζωής του Μότσαρτ στο έργο «Αμαντέους» που θα φιλοξενήσει από τα μέσα Φλεβάρη το θέατρο Βρετάνια της οδού Πανεπιστημίου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο οποίος θα παίξει το «Σαλιέρι» με Αμαντέους τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη. Αξίζει να θυμίσουμε ότι Παπακαλιάτης – Σκιάδη ήταν ζευγάρι και για τις ανάγκες της σειράς του «4» πέρυσι τον χειμώνα…

Σκηνοθετεί «Αμαντέους»

Οι «Μπαμπάδες με ρούμι» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου που είχαν «σπάσει ταμεία» στο πρώτο τους ανέβασμα στο θέατρο Βεάκη με σκηνοθέτη τον Σταμάτη Φασουλή -πρωταγωνιστούσε ο ίδιος μαζί με τη Χρύσα Ρώπα, τη Μαρία Καβογιάννη, τον Απόστολο Γκλέτσο- πρόκειται να χτυπήσουν εκ νέου. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες μας, θα ανέβουν τον επόμενο χειμώνα στο θέατρο Λαμπέτη με τη σκηνοθετική υπογραφή των ίδιων των συγγραφέων πλέον και με νέα φυσικά διανομή – ήδη γίνονται κουβέντες για αυτήν… Η σκέψη να «πάνε» οι «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» και τέταρτη χρονιά στο θέατρο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας δεν μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά, αφού η Βίκυ Σταυροπούλου με τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη που πρωταγωνιστούν σε αυτούς… μαγειρεύουν άλλα πράγματα και θεατρικά και τηλεοπτικά!

Το 13 μπορεί να θεωρείται γρουσούζικο, όχι όμως και από τον Θοδωρή Πετρόπουλο που παίρνοντας το «πράσινο φως» από την Ελληνική Θεαμάτων αποφάσισε να βάλει για 13η χρονιά στην πρίζα το «Σεσουάρ για δολοφόνους». Στη 12η χρονιά της η αστυνομική κωμωδία εξακολουθεί να «σπάει πόρτες» γι’ αυτό και παίρνει μία ακόμα χρονιά παράταση. Για αρχή φυσικά, μια και δεν αποκλείεται να παίζεται για πολλά πολλά χρόνια με το ρεύμα που έχει και το φανατικότατο κοινό που έχει αποκτήσει.

Μπορεί ο Σταμάτης Φασουλής να τρέχει… μαραθώνιο για την πρεμιέρα του «Κόκκινου», που ετοιμάζει για το θέατρο Χορν -την Παρασκευή το βράδυ θα δοθεί με τον ίδιο στον διπλό ρόλο σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή και με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο πλάι του- παράλληλα όμως κάνει και άλλες πρόβες. Τον Γενάρη θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη το μιούζικαλ «Μαρινέλλα» και κάνει νέες πρόβες, αφού τη θέση του Μέμου Μπεγνή πήρε ο Λάμπης Λιβιεράτος. Καλή συνέχεια λοιπόν…

Πληροφορία από έγκυρη πηγή: Ο Σταμάτης Φασουλής θέλει να κάνει κάτι ιδιαίτερο για το «Παλλάς» του χρόνου και όχι να… κλειστεί για μια ολόκληρη σεζόν στο Δημήτρης Χορν. Αυτό θα το εμπιστευτεί σε άλλους και ο ίδιος θα «χτυπήσει» στο θέατρο της οδού Βουκουρεστίου για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Το μόνο που μένει είναι να βρεθεί το κατάλληλο έργο που να ‘ναι εντυπωσιακό από τη μία, όχι και πολυδάπανο όμως από την άλλη, μια και οι καιροί είναι πια πολύ δύσκολοι.

Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 29/11/2010

Ταξίδι μνήμης με μια βαλίτσα

Ταξίδι μνήμης με μια βαλίτσα
  • Σαρκασμός, χιούμορ, γλυκός πόνος με λόγο πυκνό και τρεις πρωταγωνίστριες στο «Studio Μαυρομιχάλη»

Στρατιωτάκια αγέλαστα, ακίνητα, αγάλματα, κρυφτό, τα μήλα, και η μέλισσα που πέρασε με όλα τα μελισσόπουλα από μπροστά μας χωρίς να μας ρίξει ένα βλέμμα. «Μην παίζεις με τα χώματα». Αλήθεια, τι ψάχνουμε, από παιδιά ακόμη, να βρούμε στο χώμα; Το παρελθόν μας ή το μέλλον μας; Τους απόντες ή τον χαμένο εαυτό μας; Ενα παιδί που θα λερωθεί πολύ παίζοντας με το χώμα κερδίζει την αθωότητά του ως ενήλικας; Τι είναι επιτέλους αυτά τα περιβόητα παιδικά χρόνια που βάζουν στα πόδια μας αλυσίδες κατάδικου και στους ώμους φτερά δαίμονα; Μία απάντηση -από τις πολλές- στα ερωτήματα δίνει το «Μην παίζεις με τα χώματα» της Στέλλας Βλαχογιάννη που παρουσιάζεται στο «Studio Mαυρομιχάλη», από την ομάδα Gaff.

Ενα έργο που απευθύνεται σε θεατές που οπωσδήποτε όταν ήταν παιδιά «έπαιξαν» με τα χώματα, λερώθηκαν, γύρισαν σπίτι, έφαγαν μερικές ξυλιές, αλλά δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την αθωότητά τους ως ενήλικες. Πρόκειται για σπονδυλωτό θέαμα με άξονες τρεις μονολόγους και συνδετικά κείμενα από το βιβλίο της Στέλλας Βλαχογιάννη «Ιατρείον ασμάτων», που πραγματεύεται την απώλεια ποικιλοτρόπως αλλά εξαιρετικά εύστοχα.

Το κείμενο της παράστασης που διαμορφώθηκε στη διάρκεια των δοκιμών αποτελείται, εκτός από τα αποσπάσματα ραδιοφωνικού λόγου από το «Ιατρείον Ασμάτων», από τα μονόπρακτα «Ιδού Εγώ», «Αίμα», «Το ταξίδι» της Στέλλας Βλαχογιάννη. Κάποια από τα κείμενα υπήρχαν στα συρτάρια της συγγραφέως και κάποια έγραψε ειδικά για την παράσταση. Η περιπλάνηση της ανθρώπινης αγωνίας στον χρόνο είναι το «Μην παίζεις με τα χώματα». Ενα δρομολόγιο με επιβάτες τρεις γυναίκες που διανύουν πολλά χιλιόμετρα μνήμης: μια κλοσάρ που θέλει πίσω τις ηλικίες της, μια γυναίκα που θάβει μαζί με τον αυτόχειρα αδελφό της και αλλά «οικογενειακά μέλη» και τέλος μια γυναίκα που βιάζεται να εκτελέσει μιαν επιβεβλημένη αποστολή.

Η ανάγκη αποδοχής του «πένθους» ξυπνάει στις τρεις πρωταγωνίστριες ένα ταξίδι στις μνήμες. Ανασύρουν από το παρελθόν τους τις παιδικές και νεανικές τους εικόνες, τις κοιτάνε και βλέπουν το παρόν τους. Περνάνε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, από την εφηβεία στη νεότητα, από τη νεότητα στην ωριμότητα. Σε κάθε στάση αυτού του λεωφορείου ο θεατής βλέπει από τα τζάμια του ό,τι προλαβαίνει από τα σπαράγματα αυτών των γυναικών, μόνο που στο τέλος αυτά τα τζάμια καταλήγουν να είναι ο καθρέφτης του ίδιου του εαυτού του.

Το όχημα της παράστασης κινούν οι λέξεις της Βλαχογιάννη, λέξεις που δεν έχουν τίποτα περιττό. Είναι κοφτές, έχουν βάρος και ελαφράδα, σαρκασμό και χιούμορ, συγκίνηση και γλυκό πόνο, θλίψη και λύτρωση. Ο λόγος πυκνός, γρήγορος, άλλοτε δανείζεται στοιχεία από το θέατρο του παραλόγου, την ποίηση, ακόμα και την ηθογραφία.

Το ταξίδι στον χρόνο γίνεται με όχημα ένα τροχήλατο μπαούλο, μια βαλίτσα (Νίκος Τσιάμης) αλλά κυρίως με τα σώματα και τις φωνές των τριών ηθοποιών. Οι Θεοδώρα Σιάρκου, Ειρήνη Μουρελάτου, Σοφία Καραγιάννη, εξαιρετικές η καθεμία στον ρόλο της, κάνουν τεράστιες δρασκελιές μέσα σε ηλικίες, εποχές και τόπους. Η παράσταση, τέλος, καταφέρνει αυτή τη σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο μαύρο στοιχείο και το χιούμορ κι αυτό το οφείλει στις σκηνοθέτιδες Σοφία Καραγιάννη και Υρώ Μιχαλακάκου. Στις ίδιες πιστώνεται η φρέσκια ματιά, η ιδιαίτερη φινέτσα ορισμένων σκηνών και αυτή η ανάλαφρη μελαγχολία που τη διαπνέει. Τα κοστούμια είναι της Αγγελικής Καραμούτσου, η μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη και η κίνηση του Χρήστου Παπαδόπουλου.

  • Για τρεις μέρες
    Το να «Μην παίζεις με τα χώματα» παίζεται στο «Studio Μαυρομιχάλη» Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη στις 9.15 μ.μ.

Αντιγόνη Κάραλη, ΕΘΝΟΣ, 29/11/2010

Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 86 ετών, ο ηθοποιός Γιώργος Φούντας

Δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη στο «Ποτέ την Κυριακή»

Δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη στο «Ποτέ την Κυριακή»

Αθήνα

Πέθανε το απόγευμα της Κυριακής ο Γιώργος Φούντας, έπειτα από νοσηλεία του σε νοσοκομείο της Αθήνας.

Η κηδεία του μεγάλου ηθοποιού θα τελεστεί στις 11 το πρωί της Τρίτης από το Α’ νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Γιώργος Φούντας γεννήθηκε το 1924 στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας και σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών.

Έπαιξε δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη στις ταινίες Ποτέ την Κυριακή και Στέλλα και εμφανίστηκε στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του Καζαντζάκη Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται.

Ολη η χώρα μοιάζει να είναι σε κατάθλιψη

  • Ο σκηνοθέτης Αντώνης Αντύπας ανεβάζει στο Απλό Θέατρο τον «Επιστάτη» του Πίντερ και τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ
  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Nοεμβρίου 2010

Τρέχει ανάμεσα σε δύο πρόβες, στην κεντρική και τη νέα σκηνή του Απλού Θεάτρου, βυθίζεται μήνες τώρα στα κείμενα του Πίντερ και του Μπέκετ, βρίσκοντας διαρκώς νέα στοιχεία, που του δίνουν δύναμη να επιμένει σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Στέκεται στις συνθήκες της εποχής που γράφτηκαν, ανιχνεύει τις σημειώσεις των συγγραφέων και τα κείμενα, τον ψυχολογικό κόσμο των χαρακτήρων που έπλασαν.

Με το άγχος μόνιμα ενεργοποιημένο, ο Αντώνης Αντύπας ξημεροβραδιάζεται στον χώρο που καθιέρωσε σε αυτήν τη γειτονιά των συνεργείων, πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, ελέγχοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια πριν αρχίσουν οι παραστάσεις. Ομως, κι όταν ξεκινήσει από τις 9 του μηνός η σεζόν για το Απλό Θέατρο, είναι σίγουρο πως θα φεύγει τελευταίος. Βλέπει κάθε βράδυ τις παραστάσεις, χρόνια τώρα.

Κρίση, Μνημόνιο, τρόικα κι αυτόν, όπως όλους μας, του τριβελίζουν το μυαλό. «Νιώθω οργή και θυμό για όσα συμβαίνουν. Αυτός ο καταιγισμός κακών ειδήσεων τόσους μήνες μάς έχει εξαντλήσει. Μια διαρκής απαξίωση. Ολη η χώρα μοιάζει να είναι σε κατάθλιψη. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από πουθενά».

  • Επιχορηγήσεις

Είναι μια καλή διέξοδος όταν έρχεται στο θέατρο και μπαίνει στον κόσμο του Πίντερ και του Μπέκετ. «Δεν ξέρω πώς θα πάει η χρονιά για όλους εμάς. Μας έδωσαν το 70% των επιχορηγήσεων, έχει μείνει κάτι από την περσινή χρονιά, δεν μας έχουν πει να υποβάλουμε χαρτιά για τη φετινή. Καταλαβαίνει κανείς ότι το ΥΠΠΟΤ έχει άλλες προτεραιότητες. Δεν ενδιαφέρεται για τον πολιτισμό. Ολους μάς καταβάλλει αυτή η απόρριψη. Αλλά ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη την τέχνη».

Παρά τις γενικές δυσκολίες, επιμένει πως είναι μια εποχή που μπορεί να βρούμε «ανάσες» γύρω μας. «Eπί χούντας ο κόσμος είχε την ανάγκη της ψυχικής ανάτασης. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και τώρα. Ισως πιο απαιτητικά. Ο κόσμος θέλει κάπου να ακουμπήσει. Δεν είναι θέμα ρεπερτορίου. Είναι θέμα επικοινωνίας, νοημάτων. Ούτε θέμα μοντέρνου, παλιού ή κλασικού. Επιδιώκουν να βρεθούν στο θέατρο, ίσως επειδή παρουσιάζεται μπροστά τους ένας άλλος κόσμος. Δεν θέλουν έπαρση και εγωπάθεια. Ο κόσμος θέλει να ανακουφίσει την ψυχή του. Κάτι να τον αγγίξει».

  • Πρόβες

Σε λίγες ημέρες στο «Απλό», στη νέα σκηνή, κάνει την αρχή «Ο επιστάτης» του Πίντερ με τους: Δημήτρη Καταλειφό, Λαέρτη Βασιλείου, Χάρη Φραγκούλη. Φέτος, όμως, συμπληρώνονται και είκοσι χρόνια του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Φάσμα – Απλό Θέατρο. Πέτυχε το στοίχημα που είχε βάλει; «Δεν είναι θέμα στοιχήματος, αλλά πίστης. Είχα βάλει έναν στόχο, δόθηκα σε αυτόν, πίστευα ότι μπορώ να τα καταφέρω». Στην πορεία υπήρχαν και δύσκολες στιγμές, αντιξοότητες, συνήθως οικονομικές, σκαμπανεβάσματα, αλλά τα ξεπερνούσε με τη γνωστή του επιμονή και αισιοδοξία. «Ηθελα να κάνω μια ομάδα με ανθρώπους από το εργαστήρι και να δουλέψουμε όλοι μαζί. Ηταν ανέφικτο. Δεν μπορούσα να μην πληρώνω τον ηθοποιό ή να χρωστάω». Το εργαστήρι το έχασε και την ομάδα όπως τη φανταζόταν, όμως, έτσι και αλλιώς, χαρακτήρας με συνέπεια και σταθερότητα, ο Αντ. Αντύπας έχει κοντά του τα τελευταία χρόνια μια άτυπη ομάδα. Ανθρωποι που ταιριάζουν μεταξύ τους.

Στον Πίντερ είχε πάντα αδυναμία. «Τα κείμενά του διαθέτουν τα ίδια στοιχεία που έχουν τα κλασικά έργα: ρυθμό, ποίηση, χιούμορ, μουσικότητα, πρόκληση, πολιτική ματιά. Τη μετέωρη ισορροπία μεταξύ αλήθειας και μη αλήθειας. Για μένα είναι κλασικός. Νιώθω υπερηφάνεια που τον γνώρισα. Ακόμη και για τα λόγια που διάλεξε να διαβαστούν στην κηδεία του –από το έργο του, τη “Νεκρή ζώνη”–, έχουν σημασία: “ …φρόντιζε τους ανθρώπους έτσι όπως θα ήθελες κι εσύ να φροντίζουν εσένα, τώρα, εδώ, σ’ αυτό που εσείς αποκαλείτε ζωή σας”.

Ο “Επιστάτης” με ενδιέφερε γιατί είναι μια συνέχεια του “Πάρτι γενεθλίων” και του “Θερμοκηπίου”. Ενας γερο–αλήτης, ο Ντέιβις, που υποδύεται ο Δημήτρης Καταλειφός (παίζει για πρώτη φορά έργο του Πίντερ), βρίσκει καταφύγιο σε ένα ακατάστατο δωμάτιο ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού. Είναι η εισβολή ενός παρείσακτου σε ένα χώρο, που δύο αδέρφια τον διεκδικούν παρότι νιώθουν και οι ίδιοι μετέωροι. Ο ένας, ο Αστον, ο «καλός Σαμαρείτης», ζει σε μια συναισθηματική απομόνωση, μαστορεύοντας τις μηχανές του και κάνοντας όνειρα για να φτιάξει ένα υπόστεγο στην αυλή. Ο αδερφός του ο Μικ ζει σε έναν ονειρικό – εφιαλτικό κόσμο. Ο εισβολέας δέχεται τη δουλειά που του προσφέρουν τα δύο αδέρφια, αλλά δεν εμπιστεύεται κανέναν, μισεί τους ξένους, τους κρατάει σε απόσταση, νιώθει ότι απειλείται ακόμη και μέσα από την προσφορά, υπονομεύοντας τη σχέση τους προς ίδιον όφελος. Οπως υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης: «Οι σχέσεις των ηρώων καθορίζονται από το παιχνίδι της εξουσίας, της κατοχής και της επιβολής».

  • Νεόπτωχοι

Ενας 70χρονος που έχει συνθλίψει η κοινωνία είναι ο επιστάτης. Ο καθένας από τους ήρωες έχει ανάγκη να φαντασιώνεται κάτι διαφορετικό, που δεν θα το φτάσει ποτέ. «Ανέβηκε όταν ο Πίντερ ήταν και ο ίδιος πάμπτωχος. Ζούσε σε ένα μέρος στο δυτικό Λονδίνο σαν να λέγαμε σήμερα μια φτωχή γειτονιά στο Περιστέρι. Γνώριζε αυτούς τους ανθρώπους, έκανε παρέα με άστεγους και μετανάστες. Δεν είναι υπερβολή η ιστορία του επιστάτη. Νεόπτωχοι υπάρχουν, γι’ αυτό έχει σημασία αυτό το έργο».

Η συνέχεια θα δοθεί σε ένα μήνα στην κεντρική σκηνή, όπου θα ανέβουν οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ με τη Ράνια Οικονομίδου στον ρόλο της Γουίνι και τον Κώστα Γαλανάκη. Πιστεύει πως αυτά τα δύο έργα τα συνδέει η υπόγεια επικοινωνία τους με τα βαθύτερα νοήματα του αρχετυπικού «Περιμένοντας τον Γκοντό». Κορυφαίοι νομπελίστες και οι δύο συγγραφείς, που μιλούν στα έργα τους για την ανθρώπινη μοναξιά, τον θάνατο, το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης και την ανάγκη για επικοινωνία.

  • Λεύκωμα με στιγμές των 20 χρόνων

Ο Πίντερ και ο Μπέκετ μαζί με την επιμονή και την αισιοδοξία του στήριξαν τον Αντώνη Αντύπα τις δύο δεκαετίες που πέρασαν. Στιγμές αυτών των 20 χρόνων θα δούμε στο λεύκωμα που ετοιμάζει η «Μικρή Αρκτος» για το «Απλό». Οταν τον ρωτάς, απαντάει ότι δούλεψε σε ό,τι πίστεψε. Ο Κ. Γεωργουσόπουλος σημειώνει πως το μεγάλο προσόν του Αντύπα είναι ότι δεν φιλοδόξησε να δημιουργήσει αναγνωρίσιμο σκηνοθετικό, αποκλειστικό προσωπικό ύφος. «Ετσι απέφυγε να φτιάχνει, όπως πολλοί δικοί μας και ξένοι, ένα κρεβάτι του Προκρούστη και να υποχρεώνει τα έργα, κόβοντας και τεντώνοντας, να υπακούουν στα μέτρα του και τα σταθμά του. Απέφυγε, με απλά λόγια, να κολλήσει την αρρώστια του σκηνοθετισμού, δηλαδή να προβάλλει το εγώ του και να αλλοιώνει τα κείμενα, σύμφωνα με τα προσωπικά του γούστα». Ο Δημήτρης Μαρωνίτης στέκεται στην απλότητα. «Η πραγματική απλότητα δεν χαρίζεται βέβαια δωρεάν, ούτε προκαταβολικά. Αποκαλύπτεται στο τέρμα μιας επίμονης δοκιμής, που νοείται ως εξαντλητική, και συχνά επώδυνη, δοκιμασία, όπως ομολογείται στον Ερωτικό Λόγο του Σεφέρη με το καταληκτικό ημιστίχιο: ο κόσμος είναι απλός. Ομόλογη απλότητα υπόσχεται και κατορθώνει ο Αντώνης Αντύπας στην εικοσάχρονη θεατρική του δοκιμή – από την άποψη αυτή, αποτελεί μάλλον εξαίρεση στην ενοχλητική εκζήτηση, που στιγματίζει πολλές θεατρικές επιδείξεις των ημερών μας».