Daily Archives: 23 Οκτωβρίου, 2010

Παραμύθια και «Τριαντάφυλλα» στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών

«Ο πνιγμένος από τα ελληνικά πιάνεται». Με αυτό το σύνθημα το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών παρουσίασε το πρόγραμμα της νέας καλλιτεχνικής περιόδου, το οποίο βασίζεται σε δικές του παραγωγές, μετακλήσεις και παράλληλες εκδηλώσεις.
«Φέτος ανοίγουμε το θέατρο στην πόλη. Καλούμε την πόλη στο μεγάλο πλαίσιο του θεάτρου. Ανοίγουμε το φουαγιέ του θεάτρου στη ζωγραφική. Καλούμε τους ερασιτέχνες της πόλης, ηθοποιούς, μουσικούς, κοντά μας. Φιλοδοξούμε να στηρίξουμε τη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση. Αυτό νιώθουμε, αυτό πιστεύουμε, αυτό το αντίδοτο προτείνουμε», δήλωσε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου, Θοδωρής Γκόνης.

Η παιδική σκηνή θα παρουσιάσει ελληνικά, λαϊκά παραμύθια σε μια ενιαία παράσταση με τίτλο «Το μαλαματένιο μήλο», σε σκηνοθεσία Τ. Ράτζου, όλη τη χρονιά, για τα σχολεία, με πρεμιέρα την 11η Νοεμβρίου.

Ο Στ. Μάινας και ο Χρ. Χατζηπαναγιώτης θα παρουσιάσουν θεατρικά αναλόγια, ο πρώτος το «Συγκοπή πλατάνου» του Η. Παπαδημητρακόπουλου (18/12) και ο δεύτερος «Ο αφιλόξενος καρδινάλιος» του Ε. Γονατά (24/1/2011). Ο Θ. Γκόνης θα σκηνοθετήσει τη Φ. Κομνηνού στη «Δεύτερη γέννα» του Θ. Γρηγοριάδη (5-9/1/2011)

  • 4 συγγραφείς

Τέσσερις συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στις Σέρρες οι Σ. Αραμπατζής, Γ. Καρτέρης, Λ. Μαυρόπουλος, Λ. Μαραγκάκης, διαβάζουν κείμενά τους (30-31/1/2011), ενώ στην κεντρική σκηνή θα παρουσιαστεί από τον Απρίλιο του 2011 η παράσταση «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα» σε κείμενα Καρυωτάκη-Πολυδούρη και σκηνοθεσία Θ. Γκόνη. Παράλληλα, το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών φιλοξενεί την παράσταση «Μαράναθά» σε σκηνοθεσία Δ. Αβδελιώδη με τη Γ. Κηλαηδόνη, «Το μόνο της ζωής μου ταξείδιον», επίσης σε σκηνοθεσία Δ. Αβδελιώδη, την κωμωδία «Κατσαρίδα» του Β. Μαυρογεωργίου, τη μουσικοθεατρική παράσταση «Αιώνες μακριά από την Αλάσκα» με την Π. Ζούνη και τον Θ. Οικονόμου, τη «Γυναίκα της Πάτρας» σε σκηνοθεσία Λ. Κιτσοπούλου με την Ελ. Κοκκίδου. Επίσης συναυλίες αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο με την Ε. Πασπαλά (24/10), της Ν. Μποφίλου (27/11), του Θ. Μικρούτσικου – Χρ. Θηβαίου (13/12), Μ. Φαραντούρη (28/2/2011) κ.ά.

Οι θεατές μπαίνουν στο σώμα του Ιβάν Ιβάνοβιτς

Η μαύρη κωμωδία του Νικολάι Εβρέινοβ παρουσιάζεται στο «Studio Μαυρομιχάλη»

Ενα καλειδοσκόπιο φαντασιώσεων ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια των θεατών
Ενα καλειδοσκόπιο φαντασιώσεων ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια των θεατών

Μια παράσταση-οδηγός για το τι πρέπει να αποφεύγει εκείνος που έχει επιλέξει διπλή ερωτική ζωή, μια ιστορία απιστίας που διαδραματίζεται μέσα στο ανθρώπινο σώμα είναι το θέμα του μονοδράματος του Νικολάι Εβρέινοβ, «Στα Παρασκήνια της Ψυχής», από την Εταιρεία Δραματικής Εκφρασης και Θεραπείας «Παλμός». Εργο γραμμένο το 1912, σε διασκευή και σκηνοθεσία Λάμπρου Γιώτη, παρουσιάζει στο «Studio Μαυρομιχάλη», έως τις 10 Ιανουαρίου.
Οι θεατές εισέρχονται στο σώμα του Ιβάν Ιβάνοβιτς, για να εμπλακούν στη διαμάχη ανάμεσα σε δύο ρόλους, τη λογική και το συναίσθημα, που διεκδικούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, σύζυγο και ερωμένη, με μεσάζοντα το υποσυνείδητο. Σ’ αυτό το φαντασιακό περιβάλλον σταδιακά αναδύονται θετικές και αρνητικές εικόνες της συζύγου και της ερωμένης του, καθεμιά από τις οποίες διεκδικεί και συγκρούεται με τη λογική, τη συναισθηματική και την υποσυνείδητη υπόσταση του άντρα. Αυτό το καλειδοσκόπιο φαντασιώσεων επιταχύνεται προοδευτικά, καθώς εξελίσσεται το έργο, έως ότου όλοι οι ρόλοι στροβιλιστούν σε ένα ξέφρενο παιχνίδι ζωικών ενστίκτων χωρίς επιστροφή. Μόνον ένας απ’ όλους θα γλιτώσει για να μεταναστεύσει σε κάποιο άλλο σώμα… Ποιος άραγε;

Μαύρη κωμωδία, γραμμένη πριν από 100 χρόνια, με έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία πολύ πριν από το θέατρο του παραλόγου, από τον πρωτοπόρο Ρώσο συγγραφέα και σκηνοθέτη Νικολάι Εβρέινοβ (1879-1953), εμπνευστή της «θεατροθεραπείας» και πρόδρομο του χάπενινγκ. Η παράσταση έχει προκύψει έπειτα από έναν χρόνο ερευνητικής δουλειάς της ομάδας, ως τώρα γνωστής στον θεατρικό χώρο από τις παραστάσεις θεάτρου Playback, πάνω στη ζωή και το έργο του Ρώσου συγγραφέα.

Τα σκηνικά – κοστούμια είναι της Ερωφίλης Πολιτοπούλου, η μουσική των Κατερίνα Ελοσίτου – Γιάννη Παπαθανασίου και η κίνηση της Στέλλας Κρούσκα. Παίζουν: Δάνης Απτόσογλου, Χρήστος Θεοχαρόπουλος, Αντώνης Ιορδάνου, Μαργαρίτα Καστρινού, Νίκος Κουρνιάτης, Μαριλίζα Χρονέα.

Από τα βουλευτικά έδρανα στην «Αλάσκα»

Επιστρέφει στη σκηνή από σήμερα με τον μονόλογο του Ακη Δήμου που διηγείται την ιστορία της Βιολέτας στο θέατρο «Κάππα»

   Δέκα χρόνια μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του έργου, η Πέμη Ζούνη επιστρέφει στο «Αιώνες μακριά από την Αλάσκα»

Δέκα χρόνια μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του έργου, η Πέμη Ζούνη επιστρέφει στο «Αιώνες μακριά από την Αλάσκα»

Επιστρέφει. Η Πέμη Ζούνη στον μονόλογο του Aκη Δήμου «Αιώνες μακριά από την Αλάσκα». Από σήμερα (και έως τις 28 Νοεμβρίου) στο θέατρο «Κάππα» ζωντανεύει η ιστορία της Βιολέτας. Εικόνες και μνήμες ζωντανεύουν στον λόγο της με βίαιο ρυθμό. Τα οικογενειακά τραύματα της παιδικής ηλικίας, η νοσταλγία του πρώτου έρωτα, το αναγκαστικό ταξίδι από την κλασική μουσική στην άκρη του κόσμου, στο σκυλάδικο «Αλάσκα», αποτυπώνουν το διάγραμμα της πολυτάραχης ζωής της.

Η «Αλάσκα» παίχτηκε στην Αθήνα, στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα, και ύστερα ταξίδεψε σε πόλεις της επαρχίας. Εχουν περάσει σχεδόν 10 χρόνια από την πανελλήνια πρεμιέρα της και «δεν δείχνει να εξαντλείται. Αντίθετα, κάθε φορά που επανέρχομαι βαθαίνει» λέει η Πέμη Ζούνη. «Δεν πρόλαβα να το χαρώ και να το μοιραστώ όσο του αναλογεί». Στο καινούργιο ανέβασμα, μαζί της στη σκηνή, στο πιάνο, βρίσκεται ο Θοδωρής Οικονόμου.

Η Πέμη Ζούνη χαρακτηρίζει την εμπειρία της ως βουλευτή «σχολείο ζωής»

Η Πέμη Ζούνη χαρακτηρίζει την εμπειρία της ως βουλευτή «σχολείο ζωής»

«Το έργο είναι αμιγώς θεατρικό. Ο ρόλος του μουσικού είναι ρόλος για ηθοποιό» εξηγεί η πρωταγωνίστρια. «Πέρα από τη μουσική του, υπάρχει και συνομιλεί μαζί μου μ’ έναν τρόπο που δίνει στον ρόλο της Βιολέτας το πραγματικό της βάθος πεδίου. Τα τέσσερα τραγούδια, που δεν υπήρχαν στο πρώτο ανέβασμα της παράστασης, είναι δραματουργικά συνδεδεμένα με την ιστορία αυτής της γυναίκας».

Μοιρασμένη μεταξύ θεάτρου και πολιτικής, δεν μπήκε ποτέ στο δίλημμα «τι από τα δύο». Η απάντηση ήταν «μονόδρομος»: «Η τέχνη. Γι’ αυτό «δεν απαντούσα θετικά στην πρόσκληση όσο υπήρχε το ασυμβίβαστο. Είναι σαφές ότι είμαι στην πολιτική γιατί θέλω να προσφέρω στους τομείς που γνωρίζω, αλλά ο αλτρουισμός μου δεν θα έφτανε ως το σημείο να εγκαταλείψω κάτι που με κάνει καλύτερο άνθρωπο». Ωστόσο, είχε ενεργή παρουσία και σε άλλους τομείς, πέραν της υποκριτικής.

«Δεν έχασα καθόλου χρόνο σε λάθος μονοπάτια, ακόμα κι αν ασχολήθηκα -ή ασχολούμαι- πολλές φορές με τομείς διαφορετικούς απ’ την τέχνη, όπως η εκπαίδευση ή η πολιτική». Χαρακτηρίζει την εμπειρία της ως βουλευτή «σχολείο ζωής. Χρειάζεται συνεχής μελέτη, ωριμότητα σκέψης, αυξημένα αντανακλαστικά, στέρεο ηθικό έρμα».

Ο πολιτισμός είναι μέρος της ελληνικής πραγματικότητας; «Ποτέ δεν θα πάψει η Ελλάδα να παράγει πολιτισμό. Ευτυχώς! Το θέμα είναι πόσο του δίνουμε σημασία, πώς τον χειριζόμαστε και πόσο τον βοηθάμε. Πρώτα η Πολιτεία και μετά ο κάθε «θεατής». Ελπίζω ότι θα έρθει σύντομα η στιγμή που ο Πολιτισμός θα αποτελεί μείζον θέμα για τους πολιτικούς γενικά, και όχι μόνο για τους ειδικευμένους του χώρου. Στη συνείδηση της παγκόσμιας διανόησης αυτή τη στιγμή είναι το μόνο αντίβαρο για την οικονομική κρίση που περνάει ο πλανήτης».

  • Οι ρόλοι

«Κανέναν ρόλο δεν βαρέθηκα, κανέναν δεν πλησίασα διεκπεραιωτικά. Ολοι, και οι πιο εύκολοι για μένα, ακόμα και οι κινηματογραφικοί ή τηλεοπτικοί, άφηναν ένα δώρο» υπογραμμίζει η Πέμη Ζούνη. Αν ωστόσο πρέπει να ξεχωρίσω κάποιον, θα έλεγα τη Μάρθα απ’ το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» (που μου χάρισε και το βραβείο Κοτοπούλη), τη Μαργαρίτα Γκοτιέ και την Μπλανς Ντιμπουά.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 23/10/2010

Ληξίαρχος μιας εποχής

  • ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αν μου επιτρεπόταν μια αναγωγή στην πλατωνική θεωρία όπου ο κόσμος των ειδώλων, τα μιμήματα, έχουν ένα πεδίο αναφοράς στον κόσμο των αιώνιων ιδεών, τότε ο φίλος Γιάννης Δαλιανίδης που πριν από λίγες μέρες απεδήμησε θα σκηνοθετεί τώρα ένα μεταφυσικό μιούζικαλ με τον θίασο των αγγέλων και των φτωχοδιαβόλων!

Oφείλω να ομολογήσω εκ προοιμίου πως είμαι εκτός από βαθιά συγκινημένος και προκατειλημμένος, αφού ο Γιάννης Δαλιανίδης υπήρξε φίλος ακριβός, συζητήσαμε νύχτες πολλές σιγοπίνοντας, μου άνοιξε την καρδιά του, γνώριζα τις πικρίες του και μου αποκάλυπτε τα σχέδιά του και είχα την τύχη να ακούω την ταινία της ζωής του σε συνέχειες έτσι ώστε αυτονόητα, όταν τα απομνημονεύματά του πήραν τη μορφή βιβλίου, τα προλόγισα. Είχα επίσης τη χαρά να τον συνδέσω με την κ. Λυδία Παπαδημητρίου που εκπόνησε το διδακτορικό της στην Αγγλία για το «ελληνικό μιούζικαλ», έτσι ώστε σήμερα αυτό το ελληνικό κινηματογραφικό υβρίδιο να διδάσκεται σε βρετανικό πανεπιστήμιο. Η φιλία μας όμως είχε, τουλάχιστον για μένα, πολύ βαθιές ρίζες μέσα στον χρόνο. Στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια στην επαρχία που μεγάλωσα, ως φανατικό για το θέατρο παιδί, είδα τον Γιάννη Νταλ, ως χορευτή, να μετέχει σε περιοδεύοντες επιθεωρησιακούς θιάσους.

Φοιτητής αργότερα στην Αθήνα, συναντώ τον Γιάννη Νταλ σεναριογράφο και ηθοποιό, σε «Μουσίτσες» και «Μιμίκους». Το άλμα δεν ήταν πρωτοφανές. Για να θυμηθούμε τον Σεφέρη, όλοι σ΄ αυτόν τον τόπο είμαστε τραγικά αυτοδίδακτοι. Ο Κατράκης ξεκίνησε τη θεατρική του καριέρα ως χορευτής κρητικών χορών στον «Ερωτόκριτο» στη διασκευή του Συναδινού και στο Θίασο των Νέων στο Παγκράτι με τον Ρώτα. Ο Τζαβέλλας, ο Σακελλάριος, ο Ιωαννόπουλος μεταπήδησαν στην κινηματογραφική σκηνοθεσία ορμώμενοι από τη συγγραφή. Ο Ρίτσος χορευτής ήταν στο παράρτημα του Εθνικού Θεάτρου της Λυρικής Σκηνής, με χορογράφο τον Γριμάνη. Ο Δαλιανίδης μεθοδικότερος, όπως υπήρξε πάντα στη ζωή του, ξεκίνησε από την υποκριτική του σινεμά και το σενάριο. Η μαθητεία του εκεί ήταν πολύτιμη διότι ασκήθηκε με τις τεχνικές της άλλης πλευράς. Πειθάρχησε στους ρυθμούς και στους κώδικες, τους όρους και τα όρια της φιλμικής χρόνωσης, της οικονομίας του λόγου και της προοικονομίας των ανταποκρίσεων των αφηγηματικών ενοτήτων, πριν περάσει από την άλλη πλευρά. Παράλληλα, μυήθηκε στα μυστικά της τρικέζας και του μοντάζ, δίπλα σε άλλους παλιότερους και το ίδιο αυτοδίδακτους και ως εκ τούτου πανούργους όπως κάθε αυτοδίδακτος που θέλει να επιβιώσει. Δεν είναι τυχαίο ότι αγαπήθηκε από τον άλλον αυτοδίδακτο, τον Φιλοποίμενα Φίνο. Ο Γιάννης Δαλιανίδης δεν υπήρξε ποτέ, ούτε το θέλησε ούτε το καμώθηκε, θεωρητικός, αισθητικός και διανοούμενος του σινεμά. Επίμονα και εξακολουθητικά βελτιούμενος παρέμεινε μάστορας, στην αρχή κάλφας και αργότερα αρχιτεχνίτης της κινηματογραφικής βιοτεχνίας στην Ελλάδα. Αλλά ήταν απόλυτος, καθολικός παραγωγός του θεάματος. Σεναριογράφος, δάσκαλος ηθοποιών, σκηνοθέτης, μοντέρ, φωτιστής ακόμη και άτυπος ενδυματολόγος. Δεν τον εγκατέλειψε ποτέ η εμπειρία που απέκτησε στα περιοδεύοντα μπουλούκια, όπου ο καθένας βοηθάει από το βεστιάριο και τη μεταφορά των σκηνικών, έως το υποβολείο και τη διαφήμιση, την τροφοδοσία και το ταμείο. Αν εκτιμήθηκε, όσο λίγοι, στον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς του, ήταν διότι γνώριζε από τραυματικές εμπειρίες το κόστος κάθε αναπνοής, τσαπατσουλιάς, ανοργανωσιάς κ.τ.λ. Οταν, όπως είναι σχεδόν φυσικό (;) στον τόπο μας, αντιμετώπιζε αναποδιές, μιζέρια, αμέλειες, ατεχνίες στα επιμέρους ως παλιός μπουλουκτζής, είχε το θείο χάρισμα να βρίσκει εκ των ενόντων όχι απλώς γρήγορες, οικονομικές αλλά και συχνά ευφάνταστες λύσεις. Αφηγείται στο βιβλίο του μεταμορφώσεις κουρτινών σε μπροκάρ αριστοκρατικών κυριών και χαρτοπετσετών σε αμπαζούρ. Και αυτά όχι βέβαια στα νεορεαλιστικά του δράματα αλλά και στην γκλαμουριά των φανταχτερών μιούζικαλ, όπου έλαμπαν τα στρας και ανέμιζαν τα φτερά, που είχαν πρώτη ύλη αλλοπρόσαλλα είδη αποθήκης. Γνωρίζω τις αντιρρήσεις των κριτικών του καιρού του για το ροζ θέαμα των μουσικών του ταινιών. Θα ήθελα να επαναλάβω κάτι που το έχω γράψει παλιότερα, αν ο Δαλιανίδης έκανε μεγαλύτερο κακό στον ελληνικό πολιτισμό από τους έλληνες μηχανικούς και αρχιτέκτονες που παρέλαβαν μια Ελλάδα με «δοχεία ζωής», όπως τα χαρακτήριζε ο Κωνσταντινίδης, και την πλημμύρισαν με τσιμεντένια μπουντρούμια. Και για να παραφράσω τον Μπρεχτ. Τι κακό είναι το «Μια κυρία στα μπουζούκια» αν το συγκρίνεις με την εγκατάσταση στην Πάρνηθα ενός καζίνου.

Ηδη η Λυδία Παπαδημητρίου στο έξοχο βιβλίο της, πέρα από τα φιλμικά προβλήματα, αναλύει τα κοινωνιολογικά και αισθητικά σύνδρομα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τα οποία αποτύπωσε ώστε να αποτελούν τεκμήρια εποχής ο Δαλιανίδης, πιστά και απροκατάληπτα.

Είτε δράμα σκηνοθέτησε και έγραψε είτε λαϊκό μελόδραμα είτε φαντασμαγορία λαϊκών φαντασιώσεων, ο Δαλιανίδης υπήρξε μητρώο και ληξίαρχος μιας ολόκληρης εποχής και του ήθους της. Οι μεγάλες εισπρακτικές πιένες του Δαλιανίδη τι δηλούσαν; Οτι ένα μεγάλο λαϊκό, μικροαστικό και μεγαλοαστικό κοινό αγόραζε τον εαυτό του!

Το «Κτήνος» καταπίνει για δεύτερη χρονιά το φεγγάρι

Μιλγουόκι, Γουισκόνσιν 1921. Ο 20χρονος Αρμένιος Αράμ Τομασιάν (Δημήτρης Τάρλοου) είναι ο μόνος από την οικογένειά του που επέζησε της Γενοκτονίας και διέφυγε στις ΗΠΑ για να ασκήσει το επάγγελμα του φωτογράφου, ειδικευμένου σε οικογενειακές φωτογραφίες. Η 15χρονη Σέτα (Ταμίλα Κουλίεβα) είναι «η νύφη από φωτογραφία» που καταφθάνει στο σπίτι του. Από εκεί και πέρα αρχίζει η κοινή τους πορεία ως ζευγαριού που ελπίζει να κάνει οικογένεια.

«Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι είναι μια ανθρώπινη ιστορία βασισμένη σε ένα πραγματικό ιστορικό στοιχείο, τη γενοκτονία των Αρμενίων. Οσο για τον τίτλο του, προέρχεται από τον μύθο που θέλει, κατά την έκλειψη Ηλίου του 1893 στην Τουρκία, ένα «κτήνος» να κατάπιε το φεγγάρι. Τότε, λέγεται, οι Τούρκοι έστρεψαν τα όπλα τους για να το σκοτώσουν και με τα ίδια όπλα αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν τους χριστιανούς Αρμένιους.

Οταν η παράσταση στο θέατρο Πορεία φθάνει στο τέλος της, έχουν περάσει δώδεκα χρόνια (1933). Ο Αράμ και η Σέτα δεν έχουν κάνει παιδιά, οι συμβιβασμοί έχουν δώσει τη θέση τους στα όνειρα, αλλά ένα μικρό ορφανό αγόρι μπορεί να είναι αυτό που θα τους δώσει ελπίδα για το μέλλον. Ο Στάθης Λιβαθινός υπογράφει τη σκηνοθεσία μιας παράστασης που επαναλαμβάνεται για δεύτερη συνεχή χρονιά.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5
  • Παραστάσεις κάθε Κυριακή στις 19.30
  • Ως τις 9/1/2011 Τιμές εισιτηρίων: 22 και 15 ευρώ

Στον καιρό των «μαγισσών»

  • Αρθουρ Μίλερ, ο συγγραφέας, ο ακτιβιστής, ο σύζυγος της Μονρόε
  • Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Γράφοντας το περασμένο Σάββατο για τον Χάρολντ Πίντερ, καθώς κοίταζα τα χαρτιά μου, τον συνάντησα να επισκέπτεται το 1985, μαζί με τον Αμερικανό ομότεχνό του Αρθουρ Μίλερ την Τουρκία, σε μια αποστολή για λογαριασμό της Πεν Κλαμπ (της Διεθνούς Οργάνωσης Συγγραφέων), της οποίας ο Μίλερ ήταν πρόεδρος.

Είχαν τις πληροφορίες τους, αλλά εκεί διαπίστωσαν ότι συγγραφείς όχι μόνο είχαν φυλακιστεί, αλλά και βασανιστεί από το στρατιωτικό καθεστώς του Κενάν Εβρέν. Το αναφέρει ο ίδιος ο Μίλερ στην αυτοβιογραφία του «Στη δίνη του χρόνου» (στα ελληνικά σε μτφ. Φώντα Κονδύλη, εκδ. Καστανιώτη, 1988):

«Ηταν λίγο-πολύ αριστεροί -όπως οι περισσότεροι μορφωμένοι στον Τρίτο Κόσμο- και χλεύαζαν τους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί δημοκρατικών αρχών, όταν το μόνο που ήξεραν για εμάς ήταν η υποστήριξη σε δεξιές δικτατορίες, ανάμεσα στις οποίες και η τουρκική στρατιωτική κυβέρνηση που τους είχε κλείσει στα σίδερα».

Μακαρθισμός

Ο,τι ήταν ο Πίντερ για την Αγγλία ήταν, θα μπορούσε να ειπωθεί, για την Αμερική ο Μίλερ, καθώς και ο ένας και ο άλλος, εκτός από σπουδαίοι συγγραφείς, υπεράσπιζαν τους διωκόμενους όπου γης. Με τον Μίλερ όμως να υφίσταται και ο ίδιος το 1956 διώξεις από την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ερευνών του διαβόητου γερουσιαστή Μακάρθι.

Να σταθούμε λοιπόν και σ’ αυτόν τον συγγραφέα, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν πέντε χρόνια από τον θάνατό του (10 Φεβρουαρίου 2005) και ενενήντα πέντε από τη γέννησή του (17 Οκτωβρίου 1915).

Ο Μίλερ, όπως και ο Πίντερ, έχει αγαπηθεί από το ελληνικό κοινό για τα έργα του, που έχουν πολυπαιχθεί στις ελληνικές σκηνές, με πρώτη, όπως και στην περίπτωση του Πίντερ, το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, που ανέβασε το «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» το 1947, την ίδια χρονιά που ανέβηκε στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησε, από τον ίδιο, το βραβευμένο με Πούλιτζερ «Ο θάνατος του εμποράκου», το 1949, και το «Ψηλά απ’ τη γέφυρα», το 1967. Κι από κοντά άλλοι, με τα ίδια ή άλλα έργα. Συνεπής ωστόσο στις αρχές του, ο Μίλερ, αντιτιθέμενος στο δικτατορικό καθεστώς, απαγόρευσε το 1969 το ανέβασμα έργων του στην Ελλάδα.

Ηταν λοιπόν τον Ιούνιο του 1956, όταν κλήθηκε από την επιτροπή του Μακάρθι να «απολογηθεί» για τις κομμουνιστικές του, όπως είχε εκτιμηθεί, ιδέες και να δώσει ονόματα «συνενόχων». Αρνήθηκε, με συνέπεια να στιγματιστεί από το Κογκρέσο. Οχι με φυλάκιση, αλλά με προσκόμματα στο ανέβασμα των έργων του.

Στην πραγματικότητα η «ανατρεπτική» του δράση περιοριζόταν σε συναντήσεις με μερικούς κομμουνιστές συγγραφείς, στη συμπάθειά με ό,τι θετικό εκτιμούσε ότι γινόταν στις υπό κομμουνισμό χώρες («πραγματικά είχα πιστέψει κατά καιρούς με παθιασμένη ηθική βεβαιότητα ότι στο Μαρξισμό βρισκόταν η ελπίδα της ανθρωπότητας», γράφει στην αυτοβιογραφία του) και στην αντίθεσή του σε όποια ιδεολογική δίωξη. Ενδεικτικό της στάσης του είναι το έργο «Οι μάγισσες του Σάλεμ» – του Σάλεμ του 17ου αιώνα, με τις θρησκευτικές δίκες και θανατικές καταδίκες για συνέργεια με τον Σατανά.

  • Με τη Μονρόε

Σε αντίθεση με τον Μίλερ, αυτός που προθυμοποιήθηκε, ως γνωστόν, να δώσει ονόματα ήταν ο φίλος του σκηνοθέτης, Ελία Καζάν, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο ανέβασμα έργων του. «Εστω κι αν εξακολουθούσα να νιώθω κάποια αηδία για το ότι ο Καζάν είχε απαρνηθεί το παρελθόν του μ’ εκβιασμό, δεν ήμουν σίγουρος πως θα έπρεπε ν’ αποκλειστεί από μια θέση για την οποία ήταν εξαιρετικά κατάλληλος με το ταλέντο και την ανεκτίμητη πείρα του», σημειώνει με σχετική κατανόηση.

Ηταν λοιπόν ο επιτυχημένος και βραβευμένος, παρά τα προσκόμματα, συγγραφέας, όχι μόνο στην Αμερική, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, ο ακτιβιστής, αλλά και ο άνθρωπος με μια ενδιαφέρουσα προσωπική ζωή.

Αίσθηση ανά τον κόσμο έκανε το 1956 ο γάμος του με το σύμβολο του σεξ Μέριλιν Μονρόε. Είχε προηγηθεί ένας γάμος και δύο παιδιά και, μετά τη Μονρόε, ένας τρίτος κι ακόμη ένα παιδί. Με τη Μονρόε συνέζησε πέντε χρόνια, ώς το 1961. Λίγους μήνες αργότερα η Μέριλιν πέθανε από χρήση ναρκωτικών στα 36 της. «Με γέμιζαν απελπισία αυτά που είχα πιστέψει, η ηλιθιότητα να νομίζω πως εγώ θα μπορούσα να προλάβω το κακό», γράφει. Πρόλαβε ωστόσο να κάνει τους «Απροσάρμοστους», μια ταινία σε δικό του σενάριο, σκηνοθεσία Τζον Χιούστον, με πρωταγωνιστές τη Μονρόε, τον Κλαρκ Γκέιμπλ και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ.

Ο ίδιος απήλαυσε, στο υπόλοιπο της ζωής του, την αναγνώριση κι έναν ανέφελο οικογενειακό βίο. Κι εμείς έχουμε ν’ απολαμβάνουμε τα έργα του και να εκτιμούμε τον υποδειγματικό τρόπο ζωής του. *

Τι έχει να πει ο Αµλετ;

  • [ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ]
  • Του Π.Κ. Ιωακειµίδη, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

ΠΡΙΝ ΑΠΟ λίγες εβδοµάδες (στις 7 Οκτωβρίου) βρέθηκα στην πρεµιέρα της νέας παραγωγής του Hamlet στο Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο σκηνοθετηµένη από τον διευθυντή του θεάτρου Nicholas Hytner µε τον Rory Kinnear στον ρόλο του Αµλετ. Δεν ήταν µια συνηθισµένη, παραδοσιακή σαιξπηρική παράσταση. Ηταν ο «Αµλετ» ως πολιτική τραγωδία στο σηµερινό περιβάλλον και πραγµατικότητα, χωρίς ωστόσο καµία αλλοίωση του σαιξπηρικού λόγου. Στο περιβάλλον ενός αυταρχικού, αστυνοµικού κράτους, όπου κυριαρχούν το παρασκήνιο, η καχυποψία, συνωµοσίες, υπονόµευση, διαπλοκές, διαβολές, ψέµατα, συκοφαντίες, όπου οι πάντες παρακολουθούν µε τα πλέον προωθηµένα τεχνολογικά µέσα τους πάντες, όπου ο πολιτικός λόγος υποκαθίσταται από τον τηλεοπτικό στόµφο. Με άλλα λόγια, ήταν µια συναρπαστική παράσταση. Και ήταν συναρπαστική γιατί έλεγε ότι «κάτι σάπιο υπάρχει όχι στη Δανία αλλά στη σηµερινή Ευρώπη», κάτι βαθύτατα ανορθολογικό στη σηµερινή ανθρώπινη συµπεριφορά, όπου το δίληµµα της ύπαρξης («να ζει κανείς ή να µη ζει») προβάλλει ως εφιαλτική αναµέτρηση όχι µόνο µε τις µεταφυσικές δυνάµεις και αβεβαιότητες, αλλά και µε τις πολιτικές συνθήκες της καταπίεσης και συρρίκνωσης της ατοµικής ελευθερίας, της αλλοτρίωσης, όπου η έννοια του «ατοµικού χρέους» ακυρώνεται από την καθολική ανοµία και τη σύγχυση ρόλων, θέσεων και συµπεριφορών. Ο «Αµλετ» του Εθνικού Θεάτρου µε το Τ-shirt που έφερε επάνω του τη λέξη Villain («κάθαρµα») κι έµοιαζε λίγο σαν έλληνας κουκουλοφόρος «έλεγε» (ή έτσι τουλάχιστον το ερµήνευσα) ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση, ότι µπορεί να διολισθήσει στην κατάσταση του αστυνοµικού, αυταρχικού κράτους, όπου θα συνθλιβούν οι αξίες της ελευθερίας, του ορθολογισµού, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας µε κατάληξη την ολική τραγωδία. Για να ξεφύγει από την κατάσταση αυτή, χρειάζεται µια ανατροπή (ανατροπή που θα προετοιµάσουν ίσως κάποια «καθάρµατα»). Οπωσδήποτε µια ανατροπή µε δηµοκρατικό περιεχόµενο, που θα ακυρώσει τις ταχύτατα αναπτυσσόµενες αυταρχικές δυναµικές σε πανευρωπαϊκή κλίµακα µε συνεχώς υιοθετούµενα µέτρα και ρυθµίσεις συρρίκνωσης της προσωπικής ελευθερίας, των ατοµικών δικαιωµάτων και επιλογών χάριν, υποτίθεται, της ασφάλειας. (Εχω την αίσθηση ότι ο Αµλετ µε την επιγραφή «κάθαρµα» επάνω του δύσκολα θα περνούσε από τον έλεγχο ασφαλείας στο Αεροδρόµιο Χίθροου του Λονδίνου). «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή».

Ο Π. Κ. Ιωακειµίδης είναι καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών και µέλος του Δ.Σ. του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Hytner Stages Rory Kinnear Hamlet at NT in 2010

First Night: Hamlet, National Theatre, London

  • Here comes the son, with ghosts of Hamlets past
    • By David Lister
    • Friday, 8 October 2010
    • Rory Kinnear as Hamlet

      Geraint Lewis

      Rory Kinnear as Hamlet

      A great Hamlet is not only a Hamlet for his time, it can be a Hamlet that defines his time. John Gielgud was the lyrical romantic in the 1930s, David Warner the rebellious student in the sixties, David Tennant a mercurial adolescent for the “whatever!” generation of teenagers in the noughties.

      It was intriguing to know how the National’s artistic director Nicholas Hytner, directing his first Hamlet, and Rory Kinnear as the prince would define our own age. Kinnear, son of the late comic actor Roy, must be one of the least famous names to play the role, but Hytner earmarked him for it more than two years ago.

      Initially, it’s not altogether easy to see why. Sat in his dark suit, the wiry figure with receding hair looks, as do many of the cast, a little like a gangster in a Guy Ritchie movie. His initial lines and first soliloquy do not suggest the towering performance that is to come.

      Hytner’s Denmark in this modern dress production (part of the Travelex £10 ticket season) is a surveillance state. The set is a large room framed by large doorways, themselves usually framed by a security man with an earpiece. It is rare for two people to have a conversation on stage alone. Nearly always someone is watching, listening, moving off to file a report.

      David Calder’s excellent Polonius is not the bumbling fool we sometimes see, but the spymaster general. With an imperceptible nod of the head he sends three agents at a time off to do his bidding. When he tells one to keep an eye on his son Laertes in Paris, it is not the worried, doting father, it is the chief apparatchik who demands to know everything.

      In this world where everything is watched and noted, Patrick Malahide’s cold, unremorseful and unrepentant Claudius is utterly convincing as a man who would kill his brother, usurp the crown, and run a state with a mixture of paranoia, steely control, mistrust and snooping that would put Richard Nixon to shame. His henchmen are everywhere. Osric, despite Shakespeare’s own direction, is not here a fop, but a weary, efficient enforcer, knowing full well the likely result of the fight he is ordered to arrange between Hamlet and Laertes. Ruth Negga’s feisty Ophelia, after she goes mad, is trailed everywhere by two government agents, making one wonder, again for the first time, whether her drowning may have been more than suicide or an accident.

      Against all this Rory Kinnear presents Hamlet as the ordinary man. There is little noble about him, little evident that is “likely to have proved most royal” despite what we are told. He is a loner, his friendship with Horatio more understated than usual, struggling to work out a battle plan against insuperable forces and after his encounter with his father’s ghost (tellingly played by James Laurenson as a fixer who would have been no pushover himself as head of state).

      And then something remarkable happens. Hamlet welcomes the travelling players and watches the player king feign grief. The ensuing soliloquy “Oh what a rogue and peasant slave am I” is spoken with a sorrow and determination that has you on the edge of your seat. What is remarkable is that not just Hamlet changes, but Kinnear’s performance seems from that moment to change. The timbre in his voice seems to grow richer, his quicksilver movement more alarming. Certainly, it is hard to take your eyes off him.

      His descent into madness or assumed madness is rather a descent into depression. Hytner has rightly paid much attention to the line “I could be bounded in a nutshell and count myself the king of infinite space were it not that I have bad dreams.” Kinnear shows a Hamlet whose depression can be seen in fits of unwarranted aggression, withdrawal, manic high-pitched laughter, intense unhappiness or simply desperate attempts to make sense of anything, as in his the pure puzzlement that he puts across in the “to be or not to be” soliloquy, delivered while smoking a cigarette (a useful prop actually as inhaling and exhaling provide distinct pauses in which to contemplate the hereafter).

      In a supporting cast which has many strengths and one or two weaknesses, special mention must be made of Clare Higgins’s revelatory Gertrude. Predictably, this marvellous actress redefines the role. Gone is the weak, lovestruck, pliable and guilt-ridden mother and wife. This is more realistically a self-assured woman, who will have a drink when it suits her, is more than capable of barking out orders herself and knows exactly what she wants out of life. In the confrontation scene with Hamlet, where often she is played as a frightened wreck, this Gertrude raises her hand to clout her impertinent son.

      Yet Kinnear’s Hamlet is no adolescent. The actor looks all of his 32 years. His Hamlet is an adult, the ordinary adult stripped of all nobility in a self-destructive battle to make sense of life in a suveillance state that denies him trust, friends and love. If it is a Hamlet for our age, then things are bleak indeed. It is certainly a chilling production that demands to be seen.

      Related articles

    • Tom Hedley: ‘On stage, Flashdance in your face and completely alive’
    • Search the news archive for more stories

    «Δραματικές» περικοπές από το ΚΘΒΕ

     

    O καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας, Σωτήρης Χατζάκης

    • Συνέντευξη του καλλιτεχνικού διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας, Σωτήρη Χατζάκη

    «Προκειμένου ένα κρατικό θέατρο να χάσει τη φυσιογνωμία του, προκειμένου άνθρωποι – καλλιτέχνες να χάσουν τη δουλειά τους, προτιμώ να κλείσω… ντουβάρια», δηλώνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας, Σωτήρης Χατζάκης, ο οποίος προκειμένου να αντιμετωπίσει τις «δραματικές» όπως τις χαρακτηρίζει περικοπές από την κρατική χρηματοδότηση του θεάτρου σχεδιάζει ακόμα και κατάργηση σκηνών και προγραμματισμένων παραστάσεων στη δεύτερη κρατική σκηνή της οποίας ηγείται.

    «Απευθύνω έκκληση σε κάθε Θεσσαλονικιό να γίνει χορηγός του ΚΘΒΕ έστω με ένα εισιτήριο ανά σεζόν. Η πόλη πρέπει να στηρίξει το θέατρό της, αν θέλει να δηλώσει και έμπρακτα ότι το αγαπά και το χρειάζεται», δηλώνει ο κ. Χατζάκης από το γραφείο του στον 6ο όροφο του εμβληματικού για την πόλη θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

    Η πλειονότητα των κατοίκων της πόλης πιστεύει πως «όταν λέμε Κρατικό Θέατρο εννοούμε το θέατρο της ΕΜΣ. Όμως, για το θέατρο αυτό το ΚΘΒΕ πληρώνει υψηλότατο ενοίκιο καθώς δεν του ανήκει. Όπως υψηλό ενοίκιο και μέρος του προϋπολογισμού του πληρώνει και για τα δύο θέατρα της Μονής Λαζαριστών στη Σταυρούπολη. Στην ιδιοκτησία του ΚΘΒΕ ανήκει μόνο το Βασιλικό Θέατρο. Στην υποχρέωσή του, όμως, είναι να δίνει παραστάσεις και να κόβει εισιτήρια για 2.500 θεατές ανά ημέρα (770 θέσεις έχουν οι δύο σκηνές της Μονής Λαζαριστών, 737 το θέατρο της ΕΜΣ και 753 το Βασιλικό Θέατρο)», τονίζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας.

    «Τα κρατικά θέατρα χρειάζονται σήμερα περισσότερο από ποτέ γιατί όταν λειτουργούμε μέσα στους κανόνες της αγοράς, όπως σήμερα, υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν και οι σταθερές δομές του κράτους. Οι κανόνες, οι προσφορές κοινής ωφέλειας του κράτους πρέπει να υπάρχουν. Και μία απ΄ αυτές είναι και η προσφορά-παροχή πολιτισμού μέσω των κρατικών θεάτρων. Φαντάζεστε τα κρατικά θέατρα να υπέκυπταν απολύτως στους κανόνες της ιδιωτικής πρωτοβουλίας; Δεν θα είχαμε θέατρο που να απευθύνεται στον κόσμο», δήλωνε μόλις 13 μήνες πριν, όταν ανέλαβε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στη δεύτερη κρατική σκηνή, ο ηθοποιός-σκηνοθέτης Σωτήρης Χατζάκης.

    Σήμερα, ένα μόλις μήνα μετά την ανανέωση της εμπιστοσύνης του υπουργείου Πολιτισμού στο πρόσωπό του (είναι ο μόνος εκπρόσωπος πολιτιστικού φορέα, εποπτευόμενου από το ΥΠΠΟ στη Θεσσαλονίκη, που έλαβε επίσημα το χρίσμα της ανανέωσης της θητείας του από τον υπουργό Παύλο Γερουλάνο) ο κ. Χατζάκης εμφανίζεται μάλλον απογοητευμένος, αλλά παρ’ όλα αυτά μαχητικός:

    «Σ’ ένα ΚΘΒΕ το οποίο έχοντας σχεδόν το μισό ποσό να διαχειρισθεί και που δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στις προδιαγραφές για τις οποίες ιδρύθηκε, θα συρρικνωθεί η εξωστρέφειά του, το άνοιγμα στην πόλη και τους νέους, οι κοινωνικές του δράσεις θα ακυρωθούν, το ρεπερτόριο θα περιορισθεί, πιθανότατα μόνο στη Θεσσαλονίκη (χωρίς περιοδείες), δεν επιθυμώ να συμμετέχω», δηλώνει συμμετέχοντας με το δικό του τρόπο στις διαμαρτυρίες των εργαζομένων στο θέατρο ενόψει της υλοποίησης των νέων μέτρων περικοπών της κυβέρνησης.

    Γιατί, πέραν της θητείας του που ανανεώθηκε, δεν ανανεώθηκε τίποτα απ’ όσα ήξερε και θεωρούσε «δεδομένα» όσον αφορά τη διοίκηση και κυρίως την επίσημη κρατική χρηματοδότηση του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας, το οποίο παρέλαβε από την προηγούμενη διοίκηση με «ανοιχτό» χρέος ύψους 3,5 εκατ. ευρώ και με υπεράριθμο προσωπικό 361 υπαλλήλων (ηθοποιών, διοικητικών υπαλλήλων και τεχνικών). Το χρέος κατάφερε και με πρόσθετη χρηματοδότηση να το μειώσει (κατά 500.000 ευρώ, ενώ ξεχρεώθηκε και η οφειλή του ΚΘΒΕ στο ΙΚΑ ύψους 1.300.000 ευρώ), το προσωπικό επίσης («έπεσε» στα 270 άτομα με τη λήξη και μη ανανέωση συμβάσεων που είχαν υπογραφεί «εκτός ιδρυτικού νόμου και εκτός εσωτερικού κανονισμού», όπως «διακριτικά» τις χαρακτηρίζει), αλλά… ύστερα ήρθαν η κρίση και οι περικοπές, οι οποίες επαναλήφθηκαν μόλις πριν από λίγες ημέρες και αφού είχε διαμορφώσει, δημοσιοποιήσει και δεσμευτεί προς όλους τους συνεργάτες για τη συμμετοχή τους στο ρεπερτόριο του ερχόμενου χειμώνα.

    «Η πρώτη περικοπή (από 8% ανά μήνα σε 6% της τακτικής επιχορήγησης για το μήνα Σεπτέμβριο και 5% για τους τρεις επόμενους μήνες αθροίζει συνολικά ένα ποσό της τάξης των 900.000. Δυστυχώς, όπως γνωρίζει και το υπουργείο, η απώλεια των 900.000 ευρώ μέχρι το Δεκέμβρη θίγει άμεσα τη μισθοδοσία. Η δεύτερη περικοπή (αυτή του 30%) αφορά τον επόμενο χρόνο (θα ισχύσει από 1ης Ιανουαρίου)», δηλώνει ο κ.Χατζάκης και προσθέτει:

    «Η περικοπή δεν είναι οριζόντια, αυτό σημαίνει ότι ο υπουργός έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ποιοι, πόσο και γιατί θα περικοπούν. Είμαι σίγουρος ότι ο υπουργός γνωρίζει ότι το ΚΘΒΕ είναι θέατρο όχι μόνο της Θεσσαλονίκης αλλά και της Β. Ελλάδας, ο μεγαλύτερος οικονομικός οργανισμός της, και το κλειδί για τη θεατρική έξοδο στα Βαλκάνια. Γι’ αυτό το λόγο το ΚΘΒΕ ενεργοποίησε το κλιμάκιο Μακεδονίας – Θράκης και τα »Ανοιχτά Σύνορα» (περιοδείες του θεάτρου στη Βόρεια Ελλάδα και σε χώρες των Βαλκανίων). Επειδή το επιχειρείν στα Βαλκάνια θα πρέπει να συνοδεύεται και από πολιτισμό, το ΚΘΒΕ είναι το όχημα γι’ αυτό. Πιστεύω ότι ο υπουργός έχοντας υπόψη του ότι το ΚΘΒΕ γιορτάζει το 2011 τα 50 χρόνια από την ίδρυσή του (ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1961), αλλά και τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης (το 2012), δεν θα συμπεριλάβει το ΚΘΒΕ στις λίστες των οργανισμών των οποίων τα κονδύλια επιχορήγησης θα περικοπούν».

    Με αφορμή τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στο ΚΘΒΕ, το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού «θα ήθελε να τους διαβεβαιώσει πως οι όποιες περικοπές στον προϋπολογισμό του φορέα δύνανται να επιτευχθούν από τον περιορισμό των δραστηριοτήτων του ΚΘΒΕ ή περιστολών σε άλλες δαπάνες τις οποίες η διοίκηση θα επιλέξει να εφαρμόσει, οι οποίες δεν θα επηρεάσουν τη μισθολογική κατάσταση των εργαζομένων», τονιζόταν σε επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου.

    «Η μείωση της επιχορήγησης θα επιφέρει δραματική αλλαγή στη φυσιογνωμία του θεάτρου», υποστηρίζει ο κ. Χατζάκης, αλλά, παρ’ όλα αυτά ελπίζει και κινητοποιείται.

    «Η πρώτη κίνηση που προγραμματίζω είναι το »κλείσιμο» των δύο σκηνών στη Μονή Λαζαριστών. Θα αποχωρήσουμε από τη Μονή καθολικά. Η λειτουργία των δύο σκηνών εκεί στοιχίζει στο ΚΘΒΕ 360.000 ευρώ ανά έτος μαζί με τα λειτουργικά έξοδα. Θα μεταφέρουμε προς το παρόν τις δραστηριότητες του θεάτρου στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Προκειμένου να φύγουν άνθρωποι από το θέατρο, ας κλείσουν τα ντουβάρια. Εξάλλου, 2.500 εισιτήρια τη βραδιά για θέατρο στη Θεσσαλονίκη είναι μάλλον παρά πολλά…». [www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ]

    Οι πρεμιέρες συνεχίζονται

  • Στο «Βασιλάκου» μετακομίζει φέτος «Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, με την Ελένη Κοκκίδου. Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου. Σκηνικά – κοστούμια: Τατιάνα Σουχορούκωφ. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης.
  • Στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της «Οδού Κεφαλληνίας» παρουσιάζεται το έργο του Αλέξη Σταμάτη «Δακρυγόνα», σε σκηνοθεσία Αρη Τρουπάκη, με τον Νίκο Αρβανίτη και την Δανάη Παπουτσή. Μια νεαρή ζωγράφος βρίσκεται σ’ ένα διαμέρισμα ενός μεσήλικα άντρα ο οποίος τα τελευταία χρόνια ζει εγκλωβισμένος στους τέσσερις τοίχους. Μια συνάντηση που αποδεικνύεται καταλυτική και για τους δύο.
  • Το έργο του Γιώργου Τζαβέλλα «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» ανεβαίνει στο «Κιβωτός», με τους Γιάννη Μπέζο, Ναταλία Τσαλίκη, Παύλο Ορκόπουλο, Φαίδρα Δρούγκα, Γιώργο Ψυχογιό, Δημήτρη Κανέλλο, κ.ά. Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος. Σκηνικά – κοστούμια: Γιώργος Πάτσας. Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη. Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου.
  • Στο «Μεταξουργείο» αρχίζουν αύριο (για δεύτερη συνεχή χρονιά) οι παραστάσεις του έργου «Μαράν Αθά» (από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Θωμά Ψύρρα), σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη, με την Γιασεμή Κηλαηδόνη. Κάθε Κυριακή στις 19.00 και Δευτέρα στις 20.00. Μουσική: Βαγγέλης Γιαννάκης. Σκηνικά – κοστούμια: Μαρία Πασσαλή.
  • Η «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι θα παίζεται μέχρι 20 Δεκέμβρη, στο «Κάππα». Παίζουν: Ρένια Λουιζίδου, Κώστας Κόκλας, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Τάσος Γιαννόπουλος, Μαριάνθη Φωτάκη, κ.ά. Απόδοση – σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικά – κοστούμια Γιώργου Πάτσα, μουσική Θοδωρή Οικονόμου, χορογραφίες Ελενας Γεροδήμου. Ενώ σήμερα, στο «Κάππα» ανεβαίνει (για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων) και το έργο του Ακη Δήμου «Αιώνες μακριά απ’ την Αλάσκα», με την Πέμυ Ζούνη. Μαζί της στο πιάνο ο συνθέτης Θοδωρής Οικονόμου.
  • Η κωμωδία της Τζιν Κερ «Μαίρη – Μαίρη» παρουσιάζεται στο θέατρο «Πόρτα» σε μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη, σκηνικά Αναστασίας Αρσένη, κοστούμια Ιωάννας Τιμοθεάδου. Παίζουν: Αντιγόνη Δρακουλάκη, Παναγιώτης Πετράκης, Μάνος Παπαγιάννης, Ισίδωρος Σταμούλης, Ευγενία Παναγοπούλου.
  • Στο «Φούρνο» παρουσιάζεται η παράσταση «Μην κρίνεις έναν άνθρωπο από την ουρά του». Σύλληψη – σκηνοθεσία: Ολγα Ποζέλη. Επιμέλεια κειμένων: Γιώργος Τζεδόπουλος. Σκηνικά – κοστούμια: Κωστής Δάβαρης. Μουσική τραγουδιών: Νίκος Βίττης – Νάσσος Σωπύλης. Παίζουν: Ολγα Ποζέλη, Στέβη Φόρτωμα, Γιώργος Ντούσης, Σωτήρης Καρκαλέμης.