Daily Archives: 10 Οκτωβρίου, 2010

Σπύρος Βασιλείου: Ο ζωγράφος με τα 6.000 έργα

Η Δροσούλα Ελιοτ-Βασιλείου θυμάται τον πατέρα της, με αφορμή την παρουσίαση του σκηνογραφικού έργου του στο Μουσείο Μπενάκη. Από το μοιραίο εξώφυλλο της «Νέας Εστίας» ως τα περίφημα Κούλουμα της οδού Γουέμπστερ

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

«Ο πατέρας μου σηκωνόταν στις πέντε-έξι το πρωί και έπαιρνε θέση στο καβαλέτο του. Ηταν πολύ ήρεμος άνθρωπος, δημιουργικός, δουλευταράς. Δεν μπορούσε να μη ζωγραφίζει- ήταν η ζωή του. Μέσα στη διάρκεια της ημέρας καθόταν κάθε τόσο για διάλειμμα στην πολυθρόνα του- την έχουμε πάντα εκεί πάνω» : η μεγαλύτερη από τις δύο κόρες του Σπύρου Βασιλείου, η Δροσούλα Ελιοτ-Βασιλείου, καθισμένη στο πατρικό σπίτι που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, θυμάται τον πατέρα της. «Εκλεινε τα μάτια του για τα δεκάλεπτα υπνάκια του.“Δεν κοιμάμαι”μας έλεγε. “Μη σταματάτε να μιλάτε, σας ακούω”. Ξεκούραζε τον νου του. Είχε ανάγκη από γαλήνη, ήθελε να χαλαρώσει. Και αυτό τον κράταγε. Συνήθως δούλευε ως αργά το βράδυ και μετά έβγαινε. Ηταν πολύ κοινωνικός- του άρεσε να βγαίνει αλλά και να καλεί κόσμο στο σπίτι μας». Ιστορικά, άλλωστε, έχουν μείνει τα Κούλουμα άλλοτε στην Ερέτρια και άλλοτε στην Αθήνα, μια συνήθεια που κράτησε από τον τόπο του, το Γαλαξίδι, ως το τέλος.

«“Ο Πικάσο έλεγε ότι ζωγράφιζε ένα έργο κάθε μέρα”μας έλεγε. “Εγώ μπορώ να πω ότι κάνω ένα έργο μέρα παρά μέρα”. Μια φορά μου είχε πει ότι τα υπολόγιζε πάνω από έξι χιλιάδες. Οταν τον ρωτούσαν πόση ώρα χρειάστηκε για να ολοκληρώσει έναν πίνακα, απαντούσε: “Σαράντα χρόνια και δύο ώρες”. Η πείρα,βλέπετε,είχε το μεγαλύτερο κομμάτι. Αλλοι πίνακες, βέβαια, έβγαιναν γρήγορακαι άλλοι όχι- τους έβαζε στο πλάι και τους ξανάπιανε. Φαίνονται άλλωστε όσοι έχουν πολλή δουλειά, πολλή λεπτομέρεια».

Από το σπίτι της οδού Γουέμπστερ 6, όπου ζούσε σαν εργένης – εκεί μένει σήμερα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος-, ο Σπύρος Βασιλείου μετακόμισε το 1957 απέναντι, στο 5Α του ίδιου δρόμου, κάτω από την Ακρόπολη. «Εδώ όπου βρισκόμαστε τώρα ήταν το σπίτι της γιαγιάς και του παππού» λέει, ενώ γύρω μας στους τοίχους τα έργα του Βασιλείου μάς συντροφεύουν. «Ηταν ένα απλό αστικό σπίτι του ΄30. Οταν ξέσπασε ο πόλεμος, τον έπιασε ένας μικρός πανικός. Ηταν κοντά στα 40 και αποφάσισε να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Δεν κοίταξε μακριά. Πήρε τη γειτονοπούλα από απέναντι! Με τη μητέρα μου δεν γνωρίζονταν καλά. Την είχε όμως προσέξει, ήταν η πιο κομψή και η πιο χαριτωμένη από τις τρεις κόρες του παππού. Ο γάμος έγινε την ημέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, γι΄ αυτό και τελέστηκε στο σπίτι».

«“Το πινέλο είναι εξάρτημα του χεριού” μας έλεγε συχνά» επανέρχεται. «Ξέρετε,ήταν ένας πολύ γλυκός,πολύ σοφός, πολύ ήρεμος άνθρωπος. Μας μεγάλωσε χωρίς διαμάχες και τσακωμούς. Οταν τον ρωτούσα τι να κάνω, μια συμβουλή έλεγε πάντα και σε μένα και στην αδελφή μου:“Εγώ σου τα ΄πα, κάνε ό,τι νομίζεις”. Μας άφηνε πολύ ελεύθερους. Γιατί και ο ίδιος ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος, επαναστάτης, με τον τρόπο του… Από τα χρόνια της Καλών Τεχνών ανήκε στους μπροστάρηδες της τέχνης και κατάφερε μαζί με συμφοιτητές του να αλλάξουν πολλά. Δεν χρειάζεται να φωνάζεις για να είσαι επαναστάτης- οι επαναστάτεςσυνήθωςέχουν μια εσωτερική δύναμη». Μαζί με τη μικρότερη αδελφή της, τη Δήμητρα, η Δροσούλα έμαθε, όπως λέει, «τον κόσμο μέσα από τα μάτια του Βασιλείου, μέσα από την αισθητική του». Και θυμάται χαρακτηριστικά: «Πόσο γκρινιάζαμε όταν άρχισαν να βγαίνουν οι κεραίες της τηλεόρασης και εδώ στην περιοχή χαλούσαν το τοπίο με τον Παρθενώνα. Κάνει όμως τότε ο πατέρας κάτι πίνακες και βάζει μέσα κεραίες. Και τότε τις είδαμε με άλλο μάτι και είπαμε ότι “δεν είναι και τόσο άσχημες”. Είχε μια θετική ματιά σε όλα».

Και αυτό ήταν κάτι που διατήρησε ως το τέλος: «Ακόμη και τη χρονιά που πέθανε είχε προλάβει πριν να γιορτάσει την Καθαρή Δευτέρα με κόσμο στο σπίτι μας, όπως έκανε πάντα. Τον θυμάμαι να κάθεται στο πάνω μπαλκονάκι και να κοιτάζει τον κόσμο και ήξερα τι σκεφτόταν: ότι δεν θα προλάβει άλλα Κούλουμα. Πέθανε τον Μάρτιο του ΄85. Το βράδυ που έφυγε, κατά σύμπτωση, είχαμε μαζευτεί όλοι στο σπίτι, ένας ένας, παιδιά, γαμπροί, χωρίς συνεννόηση. Τον καληνυχτίσαμε και φύγαμε. Κοιμόταν τότε κάτω- ήταν κουρασμένος για να ανεβαίνει τις σκάλες αλλά ζωγράφιζε πάντα. Η γυναίκα που τον φρόντιζε μας είπε ότι εκείνο το βράδυ σηκώθηκε, έριξε μια ματιά στο σαλόνι- απίστευτο… -και ευχαρίστησε τον Θεό. Υστερα πήγε και ξάπλωσε και έφυγε τόσο ήρεμος… Δεν έφυγε με άγχος. Ηταν γαλήνιος. Αυτή η γαλήνη ήταν και η δύναμή του. Μια δύναμη που ακόμη εκπέμπει». Και η Δροσούλα Ελιοτ-Βασιλείου καταλήγει: «Πάντα μου έλεγαν ότι είναι τύχη να έχεις έναν τέτοιον μπαμπά. Και εγώ τους απαντούσα: “Δεν είμαι τυχερή, είμαι έξυπνη που πήγα και τον βρήκα”».

«ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΙΣ ΠΡΟΒΕΣ ΚΑΙ ΞΕΧΝΟΥΣΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ»

«Ηταν πολύ νέος όταν ξεκίνησε το θέατρο» λέει η Δροσούλα Ελιοτ-Βασιλείου. «Τον ανακάλυψε ο Φώτος Πολίτης. Είχε δει την ξυλογραφία ενός πορτρέτου στο εξώφυλλο της “Νέας Εστίας” και διέβλεψε ότι αυτός είναι σκηνογράφος. Η αλήθεια είναι ότι αγαπούσε πάντα το θέατρο αλλά όταν άρχισε να το ζει έγινε μια σχέση ζωής. Πήγαινε στις πρόβες και δεν έφευγε ακόμη κι όταν τέλειωνε η δική του δουλειά. Τον θυμούνται να κάθεται στα πίσω καθίσματα, να παίρνει ακόμη και τον υπνάκο του και να παραμένει ως το πρωί μήπως και χρειαστεί κάτι». Η ίδια θυμάται ότι τους μιλούσε συχνά για έργα, παραστάσεις και συνεργασίες- με το Εθνικό, τη Λυρική, το Ελεύθερο Θέατρο. «Δούλεψε με τον Σολομό, τον Κατράκη, έφτιαξε τη μακέτα για το θέατρο της Δόρας Στράτου, συνεργάστηκε με το Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί αν δεν τον είχε καλέσει ο Πολίτης» αναρωτιέται, για να δώσει μόνη της την απάντηση: «Τελικά δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Η μαγεία του θεάτρου τον συνέπαιρνε».

Αρκεί μια επίσκεψη στο Μουσείο Μπενάκη για να επιβεβαιώσει κανείς την αγάπη του Σπύρου Βασιλείου για τη θεατρική τέχνη: 133 παραστάσεις και επτά ταινίες που έγιναν από το 1929 ως το 1984 έχουν τη υπογραφή του- στην έκθεση περιλαμβάνονται 40 θεατρικά και μία ταινία. Το σωζόμενο υλικό (μακέτες, ζωγραφικές ή πλαστικές,κοστούμια ή ακόμη και τμήματα σκηνογραφιών)συμπληρώνεται από φωτογραφικό υλικό μα και από κείμενα ή μαρτυρίες του ίδιου του ζωγράφου. «Το υλικό ταξινομήθηκε σε επτά ενότητες» εξηγεί η επιμελήτρια της έκθεσης δρ Ιλία Λακίδου: «Τέσσερις χρονολογικές- δηλαδή, Μεσοπόλεμος, δεκαετία του ΄40, πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική περίοδος- και τρεις θεματικές, δηλαδή παραστάσεις στις κρατικές σκηνές, παραγωγές αρχαίου δράματος και του Ελληνικού Χοροδράματος. Επίσης, έμφαση δίνεται στη σχέση του Βασιλείου με τους υπολοίπους της γενιάς του ΄30, τους Τσαρούχη, Γκίκα, Μόραλη, Νικολάου και Εγγονόπουλο».

«Ο σκηνογράφος Σπύρος Βασιλείου» Μουσείο Μπενάκη, Κτίριο της οδού Πειραιώς 138.

Εγκαίνια στις 27 Οκτωβρίου.

Από 29 Οκτωβρίου ως 5 Δεκεμβρίου

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=359705&dt=10/10/2010#ixzz11wx2SHA2

«Είναι υγιές να είσαι βίαιος»

Ισορροπούν ανάμεσα στο πολιτικό και στο απολιτικό. Θεωρούν το θέατρο τον δικό τους χώρο πολιτικής δράσης. Οι τριαντάρηδες συγγραφείς της «Κατσαρίδας» Βασίλης Μαυρογεωργίου και Κώστας Γάκης επιστρέφουν με φόρα στη σκηνή και δημιουργούν ευκαιρίες για συνομηλίκους τους και νεοτέρους

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Με κοινή καταγωγή την Ικαρία, ο ένας εκ πατρός και ο άλλος εκ μητρός, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου και ο Κώστας Γάκης, οι οποίοι γνωρίστηκαν ένα καλοκαίρι προ δεκαπενταετίας στο νησί, συνεχίζουν τους τεμνόμενους αλλά και παράλληλους βίους τους με σημείο εκκίνησης το θέατρο. Από την πρώτη ευκαιρία που τους έδωσε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ως σήμερα, που εξακολουθούν να δουλεύουν (κυρίως) στον ίδιο χώρο, αυτό το ντουέτο των συγγραφέων, σκηνοθετών, ηθοποιών και μουσικών (ο Γάκης) έχει προσφέρει στη θεατρική καθημερινότητα έναν αέρα ανανέωσης. Φίλοι κολλητοί, ο Βασίλης και ο Κώστας διανύουν τα πρώτα-άντα της ζωής τους έχοντας συσσωρεύσει εμπειρίες και επιτυχίες.

Με δεδομένη τη διαρκή δημιουργική τους διάθεση και με μια «Κατσαρίδα» να αποτελεί το θεατρικό τους γούρι, μπαίνουν στη νέα θεατρική σεζόν με καινούργια έργα, νέες προτάσεις, φρέσκες σκέψεις και ένα εντυπωσιακό φινάλε- την άνοιξη, στη σκηνή του Βadminton, η «Κατσαρίδα» θα ρίξει την αυλαία της και οι δυο τους θα μοιραστούν και πάλι τους ρόλους που σφράγισαν την είσοδό τους στον χώρο, στις αρχές του 2000. Αν και τότε δεν ήξεραν ότι θα στραφούν στο θέατρο- «ο Κώστας είχε ήδη δείξει την αγάπη του για την κιθάρα» λέει ο Βασίλης και «ο Βασίλης είχε μεγαλύτερη σχέση με τη ζωγραφική και με μια γενικότερη εικαστικότητα» συμπληρώνει ο Κώστας-, φοίτησαν σε δραματικές σχολές και το σανίδι έγινε σπίτι τους.

Η σιωπή και οι μαύρες τρύπες

«Σκεφτόμουν πώς θα είναι να παίζουμε την “Κατσαρίδα” όταν γίνουμε 60 χρόνων» ξεκινά την κουβέντα ο Κώστας Γάκης ένα απόγευμα στο προαύλιο του «Νέου Κόσμου», που δεν προβληματίζεται διόλου για το μέγεθος της σκηνής και του θεάτρου που θα τους φιλοξενήσει την άνοιξη. «Απλώς πρέπει να απλώσεις αυτό που κάνεις και να αλλάξεις τους κώδικες. Οι βασικοί άξονες της ιστορίας μένουν ίδιοι,όπως και η διάθεση για επικοινωνία, η χαρά…». «Το αγαπάμε και οι δύο πολύ αυτό το έργο» συμπληρώνει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, ο οποίος επισημαίνει ότι για εκείνον η εξέλιξη στο μέλλον «δεν έχει να κάνει με την εμπορική, την οικονομική ή την επαγγελματική έννοιααλλά με τους νέους ή τον πειραματισμό, την επικοινωνία και τη σχέση μας με τους άλλους». Απολαμβάνουν άλλωστε τους μικρούς χώρους, την «τρυφερή» επαφή με το κοινό, αλλά γοητεύονται και από τα μεγάλα θέατρα…

Εφέτος ο καθένας τους γράφει και σκηνοθετεί το δικό του έργο, ενώ κατά τη διάρκεια της χρονιάς συνεργασίες και νέες δουλειές αναμένεται να ξεπηδήσουν: «Μπλεκόμαστε μεταξύ μας, μιλάμε, επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον» συμφωνούν, ενώ ετοιμάζονται να μου μιλήσουν για τις παραστάσεις τους.

«Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πολλή φασαρία, όπου ο καθένας μπορούσε να λέει ό,τι θέλει» λέει ο Κώστας Γάκης, του οποίου η παράσταση μόλις έκανε πρεμιέρα. «Μας παρακινούσαν να είμαστε εκδηλωτικοί. Βγαίνοντας έξω συνειδητοποίησα ότι υπάρχει πολλή σιωπή και πολλές μαύρες τρύπες,πολλά θέματα για τα οποία δεν μιλάς, όπως το σεξ. Το “Δεν μιλάμε γι΄ αυτά” αποτελείται από θραύσματα, εικόνες, τραγούδια, μικρά μανιφέστα για το σεξ. Βγήκαμε στον δρόμο, μιλήσαμε με ανθρώπους επί ώρες,διαβάσαμε αρκετά και μετά,παρέα με τους τέσσερις νέους ηθοποιούς που κάνουμε την παράσταση, ξεδιπλώσαμε ο καθένας χωριστά, επί δύο μήνες και με πολύ άγριο και βάναυσο τρόπο, ό,τι θέλουμε να πούμε σχετικά με το θέμα…». Και αυτό ενοχλεί, σοκάρει; «Αυτές οι λέξεις δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιό μου. Σε κάθε παράσταση υπάρχουν τα σημεία συνάντησης και τριβής. Το σεξ προκαλεί αντιδράσεις, αλλά για μας δεν είναι αυτός ο στόχος».

Στον αντίποδα, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου προετοιμάζει τη δική του παράσταση με τίτλο «Η μεγάλη έκρηξη» που βασίζεται σε «βιωματικές ιστορίες από την περίοδο της αθωότητας, από την περίοδο που ένα παιδί θέλει να υπάρξει, να αποκτήσει ταυτότητα. Και έχει μέσα του ενέργεια την οποία διοχετεύει σε ρόλους- ιππότης, μουσικός, εραστής-μπας και καταφέρει να υπάρξει…».

Μήπως τελικά οι δυο τους φτιάχνουν ένα θέατρο μόνο για νέουςμια που νέοι είναι και οι ίδιοι; Και πώς θα αναπροσαρμοστούν στο μέλλον; «Ο,τι κάνουμε αυτή τη στιγμή, αν ψαχνόμαστε» απαντά ο Βασίλης «εύχομαι να το συνεχίσουμε και στο μέλλον, σπάζοντας τα όρια,κάνοντας κάτι πιο καινούργιο από το καινούργιο». «Αλλωστε» προσθέτει ο Κώστας «δεν είχα ποτέ κάτι από κάτω που να μου λέει τι κάνω. Μπαίνουμε στο θέατρο με άγνοια και χαρά και θέλουμε να ζήσουμε και να ανακαλύψουμε τη σκηνή. Δεν αισθάνομαι ότι απευθύνομαι μόνο σε νεανικό κοινό».

Με μια συναισθηματική προσέγγιση στη δουλειά τους και με μια αφοσίωση οι δυο τους πρόσθεσαν στην καθημερινότητά τους και έναν επιπλέον χώρο δουλειάς, στον Κεραμεικό, τον οποίο νοίκιασαν για να δουλεύουν με τις νεανικές ομάδες που έφτιαξαν με τελειοφοίτους ή αποφοίτους θεατρικών σχολών- το αποτέλεσμα θα φανεί στο Lοw Βudget Festival, στο θέατρο του Ιδρύματος Κακογιάννη. «Αν έχεις κάτι καλό να κάνεις, δεν χρειάζεσαι πολλά χρήματα. Εχει μια ζεστασιά όλο αυτό,μια χαρά…» συμφωνούν, όπως συμφωνούν ότι το θέατρο είναι πλέον τρόπος ζωής, ενώ μέσα από τον διάλογο με τους νέους (νεότερους) κερδίζουν πολλά…

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΙ

Συνειδητοποιημένοι και με απόψεις για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, οι δύο τριαντάρηδες του θεάτρου αμφισβητούν τους πολιτικούς και τον λόγο τους και στέκονται δίπλα στα παιδιά που αντιδρούν: «Τελικά σήμερα είναι υγιές να είσαι βίαιος» λέει ο Κώστας Γάκης.

«Ομολογώ ότι με το ξέσπασμα του Δεκέμβρη ήμουν μάλλον χαρούμενοςαποδοκιμάζοντας φυσικά τις ακρότητες. Μακάρι να υπάρχει ένας κόσμος που αντιστέκεται.Προσωπικά ισορροπώ ανάμεσα στο πολιτίκ και στο απολιτίκ.

Οσο για τους πολιτικούς όρους, θα έλεγα ότι είναι πλέον παρωχημένοι. Πρέπει να βρουν έναν άλλον τρόπο να μιλήσουν.

Εμείς ευτυχώς έχουμε το θέατρο και αυτό είναι μια άμεση μορφή πολιτικής δράσης». Από την πλευρά του, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου πιστεύει ότι «υπάρχει πολύς φόβος- και η βία είναι μια έκφραση του φόβου απέναντι σε αυτό που συμβαίνει. Δεν νομίζω ότι τα νεότερα παιδιά εκφράζονται ελεύθερα. Η εποχή μας είναι μια εποχή επιβίωσης που φοράει το προσωπείο της σύγχρονης, όπως ήταν προ 15ετίας… Σήμερα βλέπω τα παιδιά που βγαίνουν στο θέατρο. Δεν έχουν πού να πάνε. Λείπει η καινούργια ιδέα. Ελπίζω στο μέλλον να σπάσει αυτό το θολό και σκοτεινό τοπίο» καταλήγουν με αισιοδοξία.

Θέατρο του Νέου Κόσμου, Αντισθένους 7 και Θαρύπου, Φιξ, τηλ. 210 9212.900.

«Δεν μιλάμε γι΄ αυτά» του Κώστα Γάκη (οι παραστάσεις άρχισαν)

«Η μεγάλη έκρηξη» του Βασίλη Μαυρογεωργίου (από 11 Νοεμβρίου)

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artId=359699&dt=10/10/2010#ixzz11wvdeXPA

 

Το βιβλίο πάει θέατρο

Μπορεί το ρεπερτόριο να μην έχει όρια, συχνά όμως όρια δεν έχουν και οι διαθέσεις του καλλιτέχνη. Και έτσι τα βιβλία που συνήθως δίνουν την πρώτη ύλη για σενάρια κινηματογραφικών ταινιών μπορούν να δώσουν και το πρωτογενές υλικό για θεατρικές παραστάσεις. Γινόταν πάντα.

Σκηνές από τις «Επικίνδυνες σχέσεις»

Σκηνές από τις «Επικίνδυνες σχέσεις» Ο «Καλός στρατιώτης Σβέικ» είναι ένα παράδειγμα. Ενα άλλο «Η κυρία με τις καμέλιες». Ενα πιο πρόσφατο και πολύ πιο ελληνικό, το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Σκαμπαρδώνη. Και στη φετινή θεατρική σεζόν, τα βιβλία που ανεβαίνουν στη σκηνή είναι πολλά.

«Το μάθημα» του Στίβεν Κινγκ ανεβάζουν στο «Επί Κολωνώ», το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Δέλτα στο Εθνικό, όπως επίσης και τη «Μητέρα του σκύλου» του Μάτεσι. Η «Κυρία Κούλα» του Μένη Κουμανταρέα θα παρουσιαστεί στο Θέατρο Τέχνης, ο «Φράνκενσταϊν» της Σέλεϊ στην «Knot Gallery», οι «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό στο «Αλμα», η «Λωξάντρα» της Ιορδανίδου στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, ο «Συμβολαιογράφος» του Βασιλειάδη στο Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη ενώ ένας Αλβανός, ο Ενκε Φεζολάρι και ένας Ελληνοϊρανός, ο Βασίλης Κουκαλάνι θα ερμηνεύουν δυο ποιήματα του Ρίτσου από την «Τέταρτη διάσταση» στο «Χώρα».

  • Οι ανάσες των ηρώων

Και γιατί το βιβλίο ανεβαίνει στο σανίδι; «Γιατί έτσι θέλει ο καλλιτέχνης» απαντάει αποστομωτικά ο Γώργος Κιμούλης, που διασκεύασε και σκηνοθέτησε τις «Επικίνδυνες σχέσεις». Παλιότερα, εξάλλου, είχε ανεβάσει τη «Δίκη» του Κάφκα, το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογέφσκι και την «Καρδιά του σκύλου» του Μπουλγκάκοφ. Ο ίδιος επισημαίνει τρία βασικά προβλήματα που αφορούν τη θεατροποίηση ενός λογοτεχνικού κειμένου: ένα μυθιστόρημα ή ένα διήγημα κινείται σε περισσότερους από έναν ή δύο χώρους, οπότε αναγκαστικά η θεατρικοποίηση απομακρύνεται από οποιαδήποτε κινηματογραφική ματιά. Επειτα, οτιδήποτε στο χώρο της μυθιστοριογραφίας γίνει εικόνα «περιορίζει» το βλέμμα της φαντασίας του αναγνώστη, ενώ αντίθετα το βιβλίο γυμνάζει αυτό το βλέμμα. «Το τρίτο πρόβλημα το οποίο μπορεί να εμφανιστεί», προσθέτει «είναι το κατά πόσο τα διαλογικά μέρη που χρειάζεται μια θεατρική παράσταση έχουν την αντίστοιχη δυναμική στο βιβλίο».

Μπορεί το θέατρο να περιορίζει τους ορίζοντες ενός μυθιστορήματος, «αλλά ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα, ακριβώς λόγω της παρουσίας των ηθοποιών, να καταγραφούν οι κραδασμοί κάθε ψυχισμού με πολύ μεγαλύτερη διαύγεια. Δηλαδή να βλέπεις την ιστορία και παράλληλα ν’ ακούς και τις ανάσες της», λέει ο Ακης Δήμου που δούλεψε την «Κυρία Κούλα» και συνεχίζει: «Μπορεί από τη μία να φαίνεται αυτό δεσμευτικό για τη φαντασία, δεν νομίζω όμως ότι είναι επί της ουσίας. Ισα ίσα μιλάμε για την ανατροφοδότησή της».

Ο ίδιος έχει παλαιότερα διασκευάσει για την Πέμη Ζούνη την «Κυρία με τις καμέλιες» του Δουμά ως «Η Μαργαρίτα Γκοτιέ ταξιδεύει απόψε» και για τον Γιώργο Σαχίνη την «Κερένια κούκλα» του Χριστομάνου. Πιστεύει δε ότι «υπάρχει πλούσιο δραματουργικό πεδίο σε πολλά λογοτεχνικά έργα, καθώς πολλά από αυτά έχουν εγγεγραμμένη στον πυρήνα τους μια θεατρικότητα που είναι εξαιρετικά προκλητική να την ανακαλύψεις και να τη φέρεις στο φως. Είχα πάντα την ανάγκη του διαλόγου με κείμενα που με έχουν συγκινήσει στη λογοτεχνία. Ενιωσα την ανάγκη της επανανακάλυψής τους με πιο προσωπικούς όρους πια, με τους όρους της τέχνης του συγγραφέα. Στην «Κυρία Κούλα» βρήκα μια ιστορία εξαιρετικά απλή, αλλά με υπόγειες δράσεις και εντάσεις και κυρίως με πολύ βαθύ αίσθημα. Το δράμα μιας «μικρής» γυναίκας, καθημερινής, που πέφτει προσπαθώντας να σταθεί στο ύψος της καρδιάς της. Είναι μια ερωτική ιστορία εξαιρετικά διαυγής και προκλητικά αδρή στη γραφή της, που κρατάει γερά φυλαγμένα όλα τα μυστικά της. Αυτά τα μυστικά ήθελα ν’ ανακαλύψω και να φέρω στο φως της σκηνής».

Ο Θέμελης Γλινάτσης που θα ανεβάσει τον «Φράνκενσταϊν» του χρόνου τον Φεβρουάριο, μεταφράζει εξαρχής το κείμενο της Σέλεϊ, επιπλέον δε «ανεβάζει» τη συγγραφέα στη σκηνή. «Το θέμα», λέει, είναι «πως εκφέρεται ένα τέτοιο κείμενο. Ακριβώς επειδή ο λόγος είναι πεζός, θέλω να διατηρήσω την πρωτογένειά του».

Ο σκηνοθέτης εργάζεται με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου που θα υποδυθεί τον δόκτορα «Φράνκενσταϊν» αλλά και το τέρας, και τη Μαρία Φιλίνη που θα υποδυθεί τη Μαίρη Σέλεϊ. «Ανεβάζω τη συγγραφέα στη σκηνή, γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να κάνουμε μια παράσταση για την έννοια της δημιουργίας και της συμπλεγματικής σχέσης που έχει ο δημιουργός με το δημιούργημά του. Γιατί όντως υπάρχει αυτή η αμφίρροπη σχέση μεταξύ δημιουργίας και καταστροφής, αγάπης και μίσους. Υπάρχει μια στιγμή σε κάθε δημιουργό που θέλει να καταστρέψει αυτό που μια ζωή ποθεί να φτιάξει. Η ίδια η Σέλεϊ αγαπούσε αυτό το βιβλίο, αλλά παράλληλα την είχε στοιχειώσει. Μετά τη συγγραφή του, έχασε τα παιδιά της και τον άντρα της».

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, από το 1910 που γράφηκε εξακολουθεί να πουλάει σταθερά. Γονείς που το έχουν διαβάσει στον καιρό τους, το αγοράζουν για τα παιδιά τους, ενώ διδάσκεται ενίοτε και στα σχολεία. Είναι αυτή μια από τις πρώτες επισημάνσεις του Βαγγέλη Ραπτόπουλου που το διασκεύασε για το Εθνικό Θέατρο (το σκηνοθέτησε ο Τάκης Τζαμαργιάς). Η δεύτερη έχει να κάνει με το μέγεθος του βιβλίου, που ενώ θέλει να ονομάζεται «παραμύθι», επί της ουσίας είναι μυθιστόρημα. Η τρίτη παρατήρηση αφορά τις αντιστοιχίες με τον παρόντα χρόνο, αφού οι ήρωες κινούνται σε μια χώρα που ονομάζεται «Μοιρολατρία», ο κρατικός κορβανάς είναι μείον αφού όλοι κλέβουν, το δε βασιλόπουλο, ένας από τους θετικούς ήρωες, είναι σαν τα σημερινά εικοσάχρονα παιδιά που θέλουν να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους διότι στη χώρα βασιλεύει η παρακμή και η κατάπτωση.

  • Με οικολογική διάσταση

«Το βασικό ατού της Δέλτα», θα πει ο Ραπτόπουλος, «είναι η χαρισματική της αφήγηση, που χάρη σ’ αυτήν ξεπερνά την ακαμψία ενός ηθικοπλαστικού αφηγήματος ή τις προθέσεις ενός παιδαγωγικού αναγνώσματος. Στη στάση του βασιλόπουλου, που σκέπτεται ότι πριν κρίνεις τους άλλους πρέπει ν’ αναλάβεις τις ευθύνες σου και ν’ αγωνιστείς εσύ για το κοινό καλό, εγώ είδα την πιο ευγενική, αλληλέγγυα και ανθρώπινη πλευρά μας. Αυτό που πρόσθεσα στο έργο είναι η οικολογική διάσταση. Τοποθέτησα την πλοκή, αφού ούτως η άλλως ο χρόνος δεν ορίζεται, σε άδηλο μέλλον, όπου υπάρχουν τεχνολογικά ερείπια ή ένα ποτάμι είναι σχεδόν ξερό και γεμάτο σκουπίδια».

Γνωστός ως ηθοποιός, ο Γιώργος Καραμίχος εμφανίζεται πρώτη φορά διασκευάζοντας (με την Εμμανουέλα Αλεξίου) ένα διήγημα, τον «Συμβολαιογράφο» του Νίκου Βασιλειάδη αλλά και σκηνοθετώντας την Ηρώ Μανέ στον μοναδικό ρόλο της παράστασης. Το διήγημα αναφέρεται στον Αργύρη, του οποίου το παρατσούκλι είναι «συμβολαιογράφος» γιατί ο λόγος του είναι συμβόλαιο. Ο Αργύρης θα ερωτευτεί τη Ματούλα, την κόρη της Ερασμίας που είναι περιπτερού. Χήρα, η τελευταία, υποφέρει από την αγαμία και την καταπίεση της μικρής κοινωνίας στην οποία ζει. Κάποια στιγμή θα προκαλέσει το γαμπρό της στο κρεβάτι.

«Το τρίτο πρόσωπο έγινε πρώτο για τις ανάγκες της θεατρικής παράστασης. Αφηγείται η Ερασμία που αναγκαστικά αναφερόμενη στη διήγηση και στα άλλα πρόσωπα τα υποδύεται ή μάλλον τα μιμείται», εξηγεί ο Καραμίχος και προσθέτει πως είναι ακόμα αρκετές οι αλλαγές στο λόγο σχετικά με το πρωτογενές κείμενο. Χαρακτηρίζει εντέλει το έργο τραγική κωμωδία, τον μονόλογο ενός δραματικού προσώπου που προκαλεί και γέλιο. Και πιστεύει ότι η θεατρικοποίηση του κειμένου διευρύνει ένα μέρος του που έχει να κάνει με τη δυνατότητα του ηθοποιού να μεταλλάσσεται κι ακόμα με το πόσο ανοιχτή και γενναιόδωρη είναι η φαντασία του, ώστε να δίνει και στους θεατές τη δυνατότητα να ταυτιστούν μ’ αυτό το πρόσωπο και να το ζήσουν σε σκηνικό χώρο. *

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Κατάχρηση εξουσίας

Σαράντα δύο χρόνια την είχε στο συρτάρι του τη «Φρεναπάτη» του Πιέρ Κορνέιγ ο Δημήτρης Μαυρίκιος. Διάβασε το έργο, το αγάπησε, ολοκλήρωσε την έμμετρη μετάφρασή του. Εφτασε η στιγμή να το ανεβάσει και στο θέατρο. Το ιδιαίτερο κείμενο του γαλλικού κλασικισμού κάνει πρεμιέρα στις 20 του μηνός στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με βασικούς ερμηνευτές τους Χρήστο Λούλη, Εύα Κοταμανίδου, Εμιλυ Κολιανδρή, Γιάννη Βογιατζή, Γιώργο Γάλλο, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη κ.ά.

«Το αγάπησα σε πολύ τρυφερή ηλικία αυτό το έργο. Σ’ ένα φλεγόμενο Παρίσι, τον Μάη του ’68! Στο μάθημα θεατρολογίας του Ντορτ πρωτάκουσα για τη «Φρεναπάτη», η οποία ταίριαξε απόλυτα με την αγαπημένη μου τότε κραυγή του Αντρέ Ζιντ «Οικογένειες, σας μισώ»! Ηταν για μένα ένα είδος μυστικού συνθήματος. Ισως επειδή είχα μια σχέση λατρείας με τους γονείς μου και συνειδητοποιούσα τι θα έχανα αν μου είχαν αρνηθεί να ασχοληθώ μ’ αυτό που αγαπούσα -όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή του έργου Κλίνδορα», λέει ο σκηνοθέτης.

Τι τόσο γοητευτικό, όμως, έχει αυτό το κείμενο; «Κατ’ αρχάς το γεγονός ότι ένας ευαίσθητος μάγος υπερασπίζεται την τέχνη του θεάτρου απέναντι σ’ έναν… σκληρόκαρδο γονιό. Το παραμύθι, ο έρωτας -άλλοτε απολλώνιος κι άλλοτε διονυσιακός- η δίψα για ελευθερία, ο αντικομφορμισμός, η εξέγερση ενάντια στη γονική εξουσία, όλα αυτά με θέλγουν στη «Φρεναπάτη»».

Η αλήθεια, πάντως, είναι πως ο Κορνέιγ διαπραγματεύεται με μαεστρία διάφορα ζητήματα (το ερωτικό παιχνίδι, την περιπέτεια, τα όρια της πραγματικότητας με την ψευδαίσθηση). Κυρίως, όμως, στέκεται στις σχέσεις γονιών – παιδιών: Στο επίκεντρο μια συγκεντρωτική, συντηρητική και αυταρχική μητέρα που με τη στάση της εξώθησε το γιο της στη φυγή. Συγχρόνως, επειδή ανησυχεί, καταφεύγει σ’ έναν διάσημο μάγο για να τον βρει. Εκείνος της διηγείται την τυχοδιωκτική του ζωή, τις περιπέτειες που τον φέρνουν κοντά στο θάνατο αλλά και το γεγονός ότι πλέον είναι αφιερωμένος στο θέατρο.

  • Ολέθριος ρόλος

«Ο Κορνέιγ παρουσιάζει ένα γονιό που στενοχωριέται τόσο με την είδηση ότι το παιδί του πέθανε, όσο και με το ότι έγινε ηθοποιός!», λέει ο Δημήτρης Μαυρίκιος. «Βέβαια, το 1635 είχες να πείσεις πολύ κόσμο ότι το θέατρο δεν είναι πράμα του σατανά. Από αυτή τη μεσαιωνική «θεατροφοβία» όλο και κάποιο κατάλοιπο φωλιάζει μέσα μας. Αρκεί να σκεφτούμε την αρνητική σημασία που συχνά έχουν οι λέξεις «θεατρίνος», «σκηνοθεσία», «υποκριτικός», ιδιαίτερα από στόματα πολιτικών… Η παράσταση καταγγέλλει κάθε είδους κατάχρηση εξουσίας και τον ολέθριο ρόλο πολλών σημερινών γονιών που αποφασίζουν για το επάγγελμα, τον τρόπο ζωής ή τους έρωτες του παιδιού τους, ερήμην των δικών του επιθυμιών, κλίσεων, ικανοτήτων».

Αυτό άραγε είναι και ένα στοιχείο που κάνει διαχρονικό ένα παλιό έργο; «Ενα παλιό κείμενο μπορεί να γίνει σημερινό, αν είναι σημερινοί οι κώδικες της παράστασης (γλωσσικός, δραματουργικός, υποκριτικός, αισθητικός κ.λπ.). Ενα έργο μοιάζει σύγχρονο αν ηθοποιοί και συντελεστές δεν διακατεχόμαστε από μια επιστημονικοφανή σεμνοτυφία συντηρητών έργων τέχνης ή, χειρότερα, από έναν επιδεικνυόμενο επαγγελματισμό εμπόρων αρχαιοτήτων. Δυστυχώς υπάρχουν, εν έτει 2010, κάποιοι που υποστηρίζουν ότι οι παραστάσεις οφείλουν να προσφέρουν αναπαλαιωμένα θεατρικά έργα. Χρέος κάθε δημιουργού είναι να σεβαστεί το πνεύμα κι όχι το γράμμα ή τους τύπους κάθε εποχής, αλλά και να μην καταντήσει συντηρητής -ή και αντικέρ- θεάτρου».

Δεν ήταν λίγες οι δυσκολίες της έμμετρης μετάφρασης -που επίσης επιμελήθηκε ο ίδιος. «Συνήθως τα νοήματα κι οι λέξεις ενός γαλλικού 12σύλλαβου στίχου μετά βίας χωράνε σ’ έναν ελληνικό 15σύλλαβο. Θα το πω πιο απλοϊκά: Για κάθε 60 λεπτά που αφιερώνει ένας Γάλλος ή ένας Αγγλος σε μια παράσταση Ρακίνα ή Σέξπιρ, ο Ελληνας πρέπει να αφιερώσει τουλάχιστον 75 ή 90 λεπτά αντίστοιχα! Κι αυτό γιατί στη θέση πολλών μονοσύλλαβων του πρωτοτύπου στοιβάζονται πολυσύλλαβες λέξεις, καθιστώντας το ελληνικό κείμενο μιας παράστασης κατά μισή ή και μία ώρα μεγαλύτερο. Επειδή η πυκνότητα είναι αρετή στο θέατρο και ο χρόνος του θεατή σεβαστός, προβληματίζομαι με το «άπλωμα» που θα προκύψει. Ο σκηνοθέτης δεν είναι ζωγράφος ή πεζογράφος που αφήνει τον αποδέκτη του έργου του να αποφασίσει για το χρόνο που θα αφιερώσει σ’ αυτό. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι μεγάλης διάρκειας παραστάσεις ή ταινίες μού δίνουν την εντύπωση «αρμένικης βίζιτας» ή υποχρεωτικού εκκλησιασμού».

* Τα σκηνικά επιμελήθηκε ο Δημήτρης Πολυχρονιάδης, τα κοστούμια η Ελένη Μανωλοπούλου, τη μουσική ο Στάθης Σκουρόπουλος, τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος, τα βίντεο ο Χρήστος Δήμας. *

Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Πρώτος ρόλος στο «τρίτο φύλο»

Πόσο προκαλεί η θέα δύο ανδρών σε ερωτικές περιπτύξεις στη σκηνή; Κι αν το θέατρο καθρεφτίζει την πραγματικότητα, γιατί κάποιοι δυσανασχετούν με τα έργα που πραγματεύονται ομοφυλοφιλικές σχέσεις; Η σύγχρονη παγκόσμια δραματουργία στράφηκε εδώ και δύο δεκαετίες σε έργα ωμού ρεαλισμού.

Στη μεγάλη φωτογραφία «Fucking games» με τους Γιώργο Γιαννακάκο, Μάνο Καναβό, Χάρη Μπόσινα.

Στη μεγάλη φωτογραφία «Fucking games» με τους Γιώργο Γιαννακάκο, Μάνο Καναβό, Χάρη Μπόσινα. Οι αναφορές σε καυτά επίκαιρα θέματα όπως η βία, η καταπίεση, η πολιτική, η ομοφυλοφιλία, τα θέματα που αφορούν στους μετανάστες μετατρέπονται σε πρωταγωνιστές του σύγχρονου θεατρικού έργου. Ακολουθώντας, λοιπόν, τις τάσεις που επικρατούν στο εξωτερικό, φέτος ανεβαίνουν στην Αθήνα έξι έργα που αναφέρονται σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

«Γκέι θέατρο υπάρχει μόνο σε ό,τι αφορά στη θεματολογία», λέει ο Δημήτρης Κομνηνός που στα τέλη Φεβρουαρίου θα σκηνοθετήσει το «Fucking games» του σκοτσέζου συγγραφέα Γκρέι Κλεγκ, ένα ειρωνικό πορτρέτο δύο γκέι ζευγαριών. «Δυστυχώς έχουμε ανάγκη τις ταμπέλες για να συνεννοούμαστε», σχολιάζει η Κατερίνα Μπερδέκα, που φέτος αναμετριέται με σχετικό θέμα. «Συνήθως βαφτίζουμε γκέι θέατρο ένα κείμενο που παραπέμπει στο lifestyle των ομοφυλόφιλων, στα στερεότυπα με τα οποία τους έχουμε χρωματίσει και όχι αυτά που αναπτύσσουν τους βασικούς προβληματισμούς τους. Νομίζω πως διαχωρίζοντας τα είδη απλώς γκετοποιούμε μεγάλη μερίδα ανθρώπων».

  • Ξεσηκώθηκε η Λυρική

Υπαινιγμούς ή γκέι χαρακτήρες έχουν δεκάδες έργα που ανεβαίνουν τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Αυξάνονται όμως και τα κείμενα που πραγματεύονται αποκλειστικά ομοφυλοφιλικές σχέσεις. «Το κλουβί με τις τρελές» συγκέντρωσε πέρυσι στο «Παλλάς» ένα ετερόκλητο, μαζικό κοινό. Εκεί, όμως, που δοκιμάστηκε η ανεκτικότητα των πιο συντηρητικών ήταν στο γκέι φιλί που αντάλλαξαν οι πρωταγωνιστές της όπερας «Ρούσαλκα» του Αντονίν Ντβόρζακ στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Η σκηνοθέτρια Μαριόν Βάσερμαν αποφάσισε πως ο πρωταγωνιστής πρίγκιπας πρέπει να φιλήσει έναν άλλο άντρα (δηλαδή το είδωλό του στον καθρέφτη) και όσα ακολούθησαν άγγιξαν τα όρια του γελοίου: Στην πρεμιέρα μέλη της ορχήστρας της Λυρικής προειδοποιούσαν με φυλλάδια τους θεατές ότι η παράσταση περιέχει «ακραίες σκηνές ομοφυλοφιλικού περιεχομένου». Την επόμενη ομάδα γκέι και λεσβιών απάντησαν με δικό τους κείμενο διαμαρτυρίας.

Και φυσικά, μην ξεχνάμε το έργο του Τόνι Κούσνερ «Αγγελοι στην Αμερική» που ανέβηκε το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη. Στην αμερικανική παράσταση του συγκεκριμένου έργου, μάλιστα, αναφέρεται και άρθρο των «Νιου Γιόρκ Τάιμς» -επτά θεατρικά και μούζικαλ με γκέι θεματολογία ανέβηκαν πρόσφατα στη Νέα Υόρκη: «Κυριαρχεί μια νέα φουρνιά έργων που αναφέρονται σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις» γράφει η εφημερίδα. «Αυτά, σε αντίθεση με έργα που δέσποζαν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 -όπως το «Αγγελοι στην Αμερική»- δεν εστιάζουν τόσο στο πολιτικό μήνυμα, αλλά στις προσωπικές έλξεις και την πρόοδο της κοινωνίας σε αυτόν τον τομέα. Δεν είναι έργα που μιλούν για το AIDS, αλλά για το πάθος και την αμφιθυμία. Η πολιτική υπάρχει σε αυτά ως απόχρωση. Αντιθέτως, αυτό που δεσπόζει είναι οι σύγχρονες ανησυχίες ενός μέσου Αμερικανού μέσα σε ένα γκέι πλαίσιο. Κάποια από αυτά, μάλιστα, επιδιώκουν να αποδείξουν ότι καίρια ζητήματα όπως οι γάμοι, η απόκτηση παιδιού, η μια υιοθεσία δεν διαφέρουν ανάλογα με το φύλο».

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; «Σίγουρα δεν απελευθερωθήκαμε από τη μια μέρα στην άλλη», λέει ο Δ. Κομνηνός. «Τα πρώτα δείγματα με τις γκέι αποχρώσεις ανιχνεύονται ήδη στα έργα του Τένεσι Ουίλιαμς, ή σε άλλα όπως το «The Boys in the Band»» του Μαρτ Κρόουλι. Επειτα περάσαμε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 την περίοδο της «μεταμφίεσης». Πολλά έργα πραγματεύονταν τις ομοφυλοφυλικές σχέσεις, αλλά ο έρωτας δύο γκέι κρυβόταν πίσω από ένα μεγάλο πρόβλημα: άλλοτε ήταν το AIDS, άλλοτε ένας πόλεμος που έφερνε τους ανθρώπους κοντά, άλλοτε ήταν η πολιτική του Μπους. Σήμερα, προσπεράσαμε τα ταμπού και περάσαμε στο άλλο άκρο: δεν υπάρχουν περιορισμοί και η γκέι κοινότητα καλείται πλέον να εξετάσει -και μέσω του θεάτρου- αν η καταπίεση τόσων ετών έχει ως αποτέλεσμα την επιθετικότητα και τη βία που συχνά συναντάμε σε αυτά τα έργα».

Πράγματι, τη δεκαετία του ’60 οι συγγραφείς υποχρεώνονταν να αναφέρονται στην ομοφυλοφιλία μέσα από γενικολογίες και υπαινιγμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «The Boys in the Band» του Μ. Κρόουλι (1968) που μιλάει για τον φόβο των ομοφυλόφιλων. Χαρακτηριστική η ατάκα του έργου: «Δείξε μου έναν χαρούμενο ομοφυλόφιλο και θα σου δείξω ένα χαρούμενο πτώμα».

  • Εύκολη λύση η καρικατούρα

Ανάλογη ιστορία έχουν και «Οι ψίθυροι» της Λίλιαν Χέλμαν όπου δύο γυναίκες έρχονται «επικίνδυνα» κοντά. Το θεατρικό έργο έγινε ταινία το 1961 με «πέτρες του σκανδάλου» τις Οντρεϊ Χέπμπορν και Σίρλεϊ Μακ Λέιν. Αρκετά χρόνια μετά η Μακ Λέιν παραδέχτηκε πως με τη Χέπμπορν δεν αντάλλαξαν ποτέ κουβέντα σχετικά με τον υπαινισσόμενο ομοφυλοφιλικό δεσμό τους και πως ο σκηνοθέτης (Γουίλιαμ Γουάιλερ) έκοψε σκηνές φοβούμενος την αντίδραση του τύπου.

Οπως επισημαίνουν και οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», «τα έργα εκείνης της εποχής ίσως από ενοχή ή από ανάγκη για κάθαρση είχαν πάντοτε αιματοβαμμένο τέλος, αφού οι γκέι πρωταγωνιστές αρρώσταιναν, αυτοκτονούσαν ή τους σκότωναν επειδή είχαν προκαλέσει γενική εχθρότητα».

Οταν πάλι αρχίσαμε να αφήνουμε πίσω μας τα ταμπού ήταν πολύ εύκολο να παρουσιάσουμε τη διαφορετικότητα ως καρικατούρα. «Αν στα έργα που πραγματεύονται γκέι θέματα δεν αποφύγεις τα στερεότυπα, τότε είναι βέβαιο ότι καταλήγεις στη γελοιοποίηση», επισημαίνει ο Σταύρος Στάγκος, που φέτος θα σκηνοθετήσει στην «Αθηναΐδα» το περίφημο «The Pride», που έσκισε πριν από δύο χρόνια στη Νέα Υόρκη. Να και τα υπόλοιπα έργα που πραγματεύονται σχετικά θέματα και ανεβαίνουν φέτος στα αθηναϊκά θέατρα:

* Με τη φράση «Drunk enough to say Ι love you?» ξεκινά η Κάριλ Τέρτσιλ το τελευταίο ομότιτλο έργο της το οποίο πρόκειται να ανέβει το Μάρτιο στο «Από μηχανής» θέατρο. Η βρετανίδα συγγραφέας διηγείται σε αυτήν την αναρχική κομεντί την ιστορία ενός μοναδικού έρωτα: «Ο Σαμ και ο Γκάι είναι ζευγάρι που περνά από όλα τα στάδια της αγάπης, ξεπερνά τα όρια της κτηνωδίας και φτάνει σε ένα παγκόσμιο ερωτικό ολοκαύτωμα», λέει η σκηνοθέτις Κατερίνα Μπερδέκα. «Πρόκειται για μια ιστορία έλξης και θαυμασμού που βαθμιαία μετατρέπεται σε απέχθεια και μίσος για να μπορέσει να ζητήσει την αγάπη με νέους όρους. Είναι, όμως, κι ένα βαθιά πολιτικό έργο, δεδομένου ότι η Τσέρτσιλ χρησιμοποιεί την ερωτική ιστορία δύο αντρών για να μιλήσει για τις σχέσεις των ΗΠΑ με τα άλλα κράτη. Με αυτόν τον τρόπο περιγράφεται στο έργο μια σχέση 70 ετών απόλυτης εξάρτησης και υποταγής. Σε λιγότερο από μία ώρα αναλύουμε τον έρωτα, τις εκλογές, τους πολέμους, τη δημοκρατία, τα βασανιστήρια, τον καφέ, την τρομοκρατία, τον πόλεμο, το κάπνισμα. Οπως οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών, έτσι και αυτή των δύο ανδρών ξεκινά από τη γοητεία που ασκεί ο ένας στον άλλον και καταλήγει στη βία». Παίζουν: Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Γιώργος Ντούσης.

* Αρκετή κουβέντα σηκώνει και το προκλητικό «Fucking games» του Γκρέι Κλεγκ στο θέατρο «Βικτώρια», μιας και πέρα από το πορτρέτο δύο γκέι ζευγαριών μελετά τη σύγκρουση δύο διαφορετικών γενιών ομοφυλοφίλων. Το 2002 κέρδισε το βραβείο «Λόρενς Ολίβιε» και πολλοί είναι εκείνοι που βάφτισαν ήδη τον Γ. Κλεγκ «διάδοχο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ. «Ο Τέρενς και ο Τζόνα είναι μαζί δέκα χρόνια. Τους έχει χτυπήσει η ρουτίνα κι έτσι αποφασίζουν να «ανοίξουν» το κρεβάτι τους και σε άλλους», εξηγεί ο σκηνοθέτης Δ. Κομνηνός. «Ο ένας είναι ένας 45άρης που ζορίστηκε στα νιάτα του και δεν παραδέχτηκε ποτέ στους γονείς του την σεξουαλική του ταυτότητα. Και ο άλλος είναι ένας πιτσιρικάς που αντιμετώπισε στα ίσια το θέμα του αλλά δεν είναι σίγουρο πως ξέρει να διαχειριστεί την απόλυτη ελευθερία». Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Γιαννακάκος, Μάνος Καναβός, Χάρης Μπόσινας.

* Τέλη Οκτωβρίου πρόκειται να κάνει πρεμιέρα στο θέατρο «Ζωή Λάσκαρη», στην Αθηναΐδα, το έργο «The Pride» του Αλέξι Κέι Κάμπελ. Η «Περηφάνια» κέρδισε αρκετά βραβεία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη το 2008, παρουσιάζοντας δύο ιστορίες που εξελίσσονται το 1958 και το 2008.

«Και στις δύο αυτές ιστορίες, τους ρόλους κρατούν οι ίδιοι ηθοποιοί, οι χαρακτήρες έχουν τα ίδια ονόματα, αλλά προσεγγίζουν τα πάθη τους με άλλον τρόπο», λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης Σ. Στάγκος.

«Πριν από 50 χρόνια η ομοφυλοφιλία θεωρούνταν ψυχική ασθένεια και ποινικό αδίκημα. Σήμερα που όλα επιτρέπονται, οι σχέσεις στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου και συχνά δοκιμάζονται στο βωμό του χρήματος. Κάποτε οι άνθρωποι είχαν τα συναισθήματα και το πάθος αλλά δεν μπορούσαν να το εκφράσουν. Σήμερα ο έρωτας γίνεται συχνά αντικείμενο προς πώληση». Πρωταγωνιστούν: Πέτρος Λαγούτης, Στάθης Μαντζώρος, Λιλή Τσεσματζόγλου, Δημοσθένης Φίλιππας.

  • Συντροφικότητα και πάθος

* Κλασικό έργο επέλεξε από την άλλη ο Γιώργος Μεσσάλας, που ανεβάζει στο «Αλκυονίς» το «Κάτω από τη σκάλα» του Τσαρλς Ντάγερ, έχοντας δίπλα του τον Πάνο Χατζηκουτσέλη. Είναι μια κωμωδία που πρωτοπαίχτηκε το 1966 στο Λονδίνο σε σκηνοθεσία Πίτερ Χολ και προσεγγίζει τις σχέσεις και τη συντροφικότητα των ανθρώπων, έπειτα από πολλά χρόνια συμβίωσης. «Δεν ακολουθώ τις μόδες. Θέλουμε απλώς να μιλήσουμε για τη συνύπαρξη δύο ανθρώπων. Αλλωστε το έργο αυτό είναι πρόδρομος της σημερινής τάσης», λέει ο Γ. Μεσσάλας. Το παράξενο ζευγάρι ζει μαζί επί 20 χρόνια. Ο ένας είναι αποτυχημένος ηθοποιός που στη συνέχεια γίνεται μπαρμπέρης και ο άλλος είναι επαγγελματίας κουρέας. Ο ερχομός της κόρης του πρώτου θα ανεβάσει τη μεταξύ τους ένταση στο ζενίθ.

* Εν τω μεταξύ, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης ανεβαίνει το «Δεν έχει ωραίες εικόνες» της Γερτρούδης Στάιν με ερμηνεύτρια την Δ. Χατούπη (13-19/10). Το σκηνοθετεί η Μαριάννα Κάλμπαρη και αναφέρεται στη σχέση δύο γυναικών.

* Τέλος, η περσινή επιτυχία «La Chunga» του Μάριο Βάργκας Λιόσα που η ομάδα «Νάμα» συνεχίζει στο θέατρο «Επί Κολωνώ». Η Ελένη Σκότη σκηνοθετεί και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υποδύεται εξαιρετικά μια σκληροτράχηλη Περουβιανή που διατηρεί ένα περιθωριακό καφενείο σε μια παραγκούπολη της Λίμας το 1945. Μεταξύ άλλων το έργο (γραμμένο το 1985) θίγει και το δικαίωμα στη διαφορετικότητα της ερωτικής επιλογής. Η Τσούνγκα, που αρχικά φαίνεται μια ανέραστη γυναίκα, γοητεύεται από τη χαριτωμένη Μέτζε που συνοδεύει έναν θαμώνα του μαγαζιού. Οταν η Τσούνγκα κερδίζει στα ζάρια το κορίτσι, την ανεβάζει στο δωμάτιό της και περνά μαζί της το βράδυ. *

Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Μερικά στρέμματα «Βυσσινόκηπος».

Κείμενο: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

«Ψηλά στης Ρωσίας τα χιόνια, που πάντα φυσάει ο βοριάς», έλεγε ένα αντάρτικο τραγούδι που αγαπούσαν οι ΕΛΑΣίτες. Το ίδιο λέμε κι εμείς, εδώ μέσα, στο λεγόμενο Θέατρο του Μπάντμιντον, με τόσο ψοφόκρυο που κάνει.. Ίσως οι διοργανωτές έμαθαν πως θα ’ρθουν οι Ρώσοι απόψε να παίξουν Τσέχοφ και για να τους τιμήσουν έριξαν τη θερμοκρασία σε επίπεδα Σιβηρίας.

Πρώτη μου φορά έρχομαι σε τέτοιο γήπεδο-θέατρο και ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Σεκιούριτι, σκάλες, ουρές και φασαρία – κανονικό ΟΑΚΑ, δηλαδή. Κάπως έτσι θα φανταζόταν και ο Τσέχοφ, στα 1903 που έγραψε τον «Βυσσινόκηπο», το μέλλον που περίμενε με λαχτάρα ο φοιτητής του, ο Τροφίμοφ: «Για ν’ αρχίσουμε να ζούμε σήμερα, πρέπει να εξιλεωθούμε από το παρελθόν μας, να το ξεπεράσουμε και μπορούμε να εξιλεωθούμε μ ονάχα  αν κοπιάσουμε με αδιάκοπη και σκληρή δουλειά…»

Εμείς, οι Έλληνες, εξιλεωθήκαμε με τρομερή δουλειά. Πρώτα χτίσαμε αυτό το στάδιο για ένα άθλημα το οποίο έχει δύο ρακέτες με δίχτυ και για μπαλάκι ένα φτερωτό πράγμα. Μετά, αφού φτιάξαμε και άλλα τέτοια στάδια για αθλήματα που κανένας δεν παίζει και αφού μπήκαμε μέσα γύρω στα 60 δισ. Από τη ρεμούλα της Ολυμπιάδας, τι να τα κάνουμε τα άχρηστα στάδια; Να τα φάμε; Όχι. Τα κάναμε «πολυχώρους πολιτισμού»!

Έτσι κομψά καλύφθηκε η ελληνική χρεοκοπία. Δήθεν για λόγους αθλητισμού και πολιτισμού. Στην πραγματικότητα, η χρεοκοπία μας ήταν έργο των εργολάβων που έφαγαν τα λεφτά  και των πολιτικών που τα μοίρασαν για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση. Και, κάπως έτσι, μας έμεινε το Μπάντμιντον, το Τάε Κβον Ντο και δεν συμμαζεύεται. Μείναμε άνεργοι, αλλά έχουμε πολιτισμό να φάνε και οι κότες.

Ξέρετε τι σημαίνει «πολυχώρος πολιτισμού»; Σημαίνει ότι σήμερα βλέπεις Τσέχοφ και αύριο βλέπεις τσίρκο. Και μεθαύριο μπουζούκια. Τώρα, όταν λέμε «βλέπουμε», μην το πάρετε και τοις μετρητοίς. Διότι ο θεατής από τη σκηνή αυτή απέχει περίπου όσο το Παγκράτι από την Κολιάτσου. Μιλάμε για στάδιο. Εδώ είσαι εσύ, ο θεατής, και απέναντι είναι ο Τσέχοφ και σε χαιρετάει από το πατρικό του στην Οδησσό. Από μακριά κι αγαπημένοι. Αυτή η απόσταση είναι πολύ καλή, πρώτον, ο θεατής δεν βλέπει τι ακριβώς παίζεται  στη σκηνή και, δεύτερον, ο ηθοποιός δεν κινδυνεύει από τον θεατή. Έχει απόσταση ασφαλείας. Είναι ένα θέατρο αυτό, το Μπάντμιντον, κατάλληλο για όλους τους μοντέρνους έλληνες σκηνοθέτες. Και εμείς δεν θα τους βλέπουμε και αυτοί δεν θα ακούνε το γιούχα.

Αλλά επειδή ο Τσέχοφ είναι αγαπημένος συγγραφέας, πάμε και μέσα στα άλση, τι να κάνουμε; Εφέτος, εξάλλου, έχουμε και τα 150 χρόνια από τη γέννησή του και εφόσον έρχεται στην Αθήνα το περίφημο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, το οποίον έφτιαξε ο μεγάλος Στανισλάφσκι, είμαστε υποχρεωμένοι να πάμε για να δούμε πώς παίζουν Τσέχοφ οι ίδιοι οι Ρώσοι, που κάτι παραπάνω θα ξέρουν.

Ο κόσμος είναι πολύς. Από Δάφνη Σημίτη μέχρι Νίκο Κούνδουρο. Οι πάντες. Πάω πίσω στη θέση μου και βλέπω κάπου στο βάθος, αμυδρά, ένα ξέφωτο που πιθανολογώ ότι είναι η σκηνή.. Μετά διακρίνω κάτι φιγούρες να κινούνται μέσα στο ξέφωτο αυτό και υποθέτω βασίμως πως αυτές οι σκιές είναι οι ηθοποιοί. Και επειδή δεν γνωρίζω ρώσικα και επιπλέον δεν ακούω κιόλας τις ομιλίες, προσπαθώ να διαβάσω τους υπέρτιτλους, ούτως ώστε να είμαι ενήμερος γι’ αυτά που συμβαίνουν εκεί στο βάθος του ορίζοντα.

Αλλά έχω δει τον «Βυσσινόκηπο» αρκετές φορές, με κορυφαία εκείνη της Λαμπέτη με τον Παπαμιχαήλ, κι έτσι το ξέρω το έργο και δεν χρειάζεται να ακούω καθαρά. Μόνον τον Λιοπάχιν ακούω που θέλει να κάνει το βυσσινόκηπο ξενοδοχείο και τον ξεπεσμένο αριστοκράτη Λεονίντ που μόνο το μπιλιάρδο τον νοιάζει. Διότι, γιατί μας αρέσει ο Τσέχοφ; Επειδή ρίχνει μια γλυκιά ματιά στον παλιό κόσμο που έφυγε, τον κόσμο που δεν εκτιμούσε καθόλου το χρήμα: οι αριστοκράτες διότι ήταν γαιοκτήμονες και εκτιμούσαν μόνον τη γη και οι ακτήμονες διότι ζούσαν υπό την προστασία των ιδιοκτητών και δεν είχαν καμιά επαφή με το χρήμα. Ο έμπορος και ο τοκογλύφος ήταν ακόμα μακριά. Και όταν πλησίασαν οι δανειστές, όλοι στην αρχή χρεοκόπησαν και μετά κατέρρευσαν. Διότι στη Ρωσία οι έμποροι δεν έγιναν βιομήχανοι, όπως στην Αγγλία. Έμειναν τοκογλύφοι. Και η ρωσική κοινωνία διαλύθηκε εντελώς, εκεί γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν να την αναλάβουν οι μπολσεβίκοι. Λέει ο υπηρέτης ο Φριτς, στον «Βυσσινόκηπο»: «Αχ, πριν από μερικά χρόνια, είχε ο αφέντης το μουζίκο του και ο μουζίκος είχε τον αφέντη του. Τώρα όλα καταστράφηκαν!»

Αυτά ο Τσέχοφ τα λέει τέλεια. Και γελάς κι από πάνω, εάν είσαι τυχερός και δεν πετύχεις καμιά σκηνή-πισίνα, όπου οι ηθοποιοί κολυμπάνε, ή καμιάν άλλη όπου οι θεατές υποχρεώνονται να αγγίζονται μεταξύ τους! Διότι αυτά τα απίθανα συμβαίνουν εσχάτως στη θεατρική Αθήνα. Έγινε το θέατρο χάπενινγκ. Και, αντί για Τσέχοφ, βλέπεις κυρίως ερωτικά σκιρτήματα, χαϊδέματα, τραγούδια ποπ και ροκ και από Ρωσία μηδέν. Οπότε, απέναντι στους τρομερούς Ρώσους του Θεάτρου Τέχνης, τη Λιούμπα  Renata Litvinova, τον αδελφό της Αντρέι Sergey Dreiden και τον σκληρό έμπορο Λιοπάχιν Andrey Smolyakov, που τους σκηνοθέτησε ο Adolf Shapiro, νιώθεις πόσο σημαντικό είναι να μελετάει ένας λαός την τέχνη του και την παράδοσή του.

Εμείς εδώ  είμαστε πλέον σε τέτοια αφασία, που μέχρι και την Ακρόπολη πρέπει να ξεχάσουμε, που λέει και στη «Le Monde» ο συγγραφέας Αλεξάκης. Να ξεχάσουμε κι όλους τους συγγραφείς μας, επίσης, από Όμηρο μέχρι Πλάτωνα και Χρυσόστομο. Και τι να διαβάζουμε; Τον Αλεξάκη!

«Εψιλον» (Ελευθεροτυπία), τ. 1017, 10/10/2010

Καμπαρέ από πόλη σε πόλη. Ενα δρώμενο από το Λονδίνο φέρνει τον χορό πιο κοντά στο κοιν

Ελάτε μαζί μας σε μια ακόμη συναρπαστική δράση του προγράμματος Creative Collaboration του British Council με το γενικό τίτλο Skills Exchange και στην υπέροχη παράσταση καμπαρέ με τη συμμετοχή καλλιτεχνών από τη Βρετανία, την Κροατία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα.

Οι παραστάσεις του City to City Cabaret στις 4 συμμετέχουσες χώρες είναι αποτελέσμα της διετούς συνεργασίας ανάμεσα στο Greenwich Dance Agency (Βρετανία), τη Full House Promotion (Ελλάδα), τη Heteropodi Dance (Βουλγαρία) και τη Hrvatski institut za pokret i ples/HIPP (Κροατία).

Το City to City Cabaret είναι μια κοινωνική χορευτική βραδιά που παρουσιάζει τα καλύτερα στοιχεία μιας παραδοσιακής παράστασης καμπαρέ (σερβίρισμα ποτών σε τραπέζια, ζωντανή μουσική, παρουσιαστή) παράλληλα με ένα εξαιρετικό και πολύπλευρο πρόγραμμα από διαφορετικά ολιγόλεπτα έργα σύγχρονου χορού, περφόρμανς, ακροβατικών και αφήγησης.

Στόχος του City to City Cabaret είναι να αναδείξει τον πλουραλισμό στο σύγχρονο Ευρωπαϊκό χορό ενισχύοντας τις ευκαιρίες δημιουργίας και παρουσίασης καθώς και την καλλιτεχνική ανταλλαγή μεταξύ καλλιτεχνών και όσων ασχολούνται με την πολιτιστική διαχείριση στις 4 πόλεις που εδρεύουν οι συνεργάτες του προγράμματος (Λονδίνο, Σόφια, Ζάγκρεμπ, Αθήνα).

Βασισμένο στα περίφημα cabaret που διοργανώνει εδώ και χρόνια το Greenwich Dance Agency στο Λονδίνο, το City to City Cabaret θα παρουσιάσει μια ξεχωριστή παράσταση χορού, δίνοντας το στίγμα κάθε πόλης και εντάσσοντας στον προγραμματισμό της βραδιάς έργα από τοπικούς επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες καλλιτέχνες και μουσικούς, με φιλοξενούμενους χορευτές από τις 4 συνεργαζόμενες πόλεις.

Το μοντέλο του cabaret είναι ένας τρόπος να συλλέγονται και να παρουσιάζονται διαφορετικές χορευτικές εμπειρίες, που είτε προϋπάρχουν είτε έχουν φτιαχτεί ειδικά για την βραδιά, και ουσιαστικά αναδεικνύουν την πολιτισμική ποικιλομορφία της τοπικής κοινότητας χορού.

Πριν από κάθε παράσταση, προηγείται μία περίοδος δημιουργικού «residency» όπου μέλη της τοπικής καλλιτεχνικής κοινότητας, επαγγελματίες και μη, καλούνται να δημιουργήσουν ολιγόλεπτα έργα με την καθοδήγηση ενός καλλιτέχνη χορού από μια από τις πόλεις των εταίρων.

Οι καλλιτέχνες θα ανακοινωθούν σε λίγες μέρες.

Το πρόγραμμα Skills Exchange επικεντρώνεται στη δημιουργία δεσμών ανάμεσα στη Βρετανία και χορευτές ή οργανισμούς ορχηστικής τέχνης στη Βουλγαρία την Κροατία και την Ελλάδα. Το πρόγραμμα στοχεύει στο να υποστηρίξει ανταλλαγές γνώσεων, εμπειριών και ευκαιριών για καλλιτεχνική δημιουργία και έκφραση. Κύριος στόχος του είναι να λειτουργήσει όχι μόνο ως καταλύτης για περαιτέρω εξέλιξη του χορού σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης, αλλά και να βοηθήσει το συνεχή διάλογο για τη διαμόρφωση και ενημέρωση της πρακτικής στο πλαίσιο της τετραμερούς αυτής συνεργασίας.

NIGEL CHARNOCK WORKSHOP
Ο κορυφαίος βρετανός χορογράφος, περφόρμερ και κωμικός Nigel Charnock, έρχεται στην Αθήνα για ένα δημιουργικό εργαστήριο πάνω στη χρήση της φωνής στην περφόρμανς, που απευθύνεται σε χορευτές, χορογράφους, ηθοποιούς, σκηνοθέτες και κάθε καλλιτέχνη που ασχολείται με την περφόρμανς με σκοπό τη δημιουργία μιας παράστασης που θα παρουσιαστεί και αυτή την βραδιά του Cabaret στις 16 Οκτωβρίου 2010.

Eνα παραμύθι που μπορεί να συζητηθεί στο σχολείο

Πηνελόπη Δέλτα

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σύγχρονη διασκευή, επιχειρεί να προβληματίσει τους μικρούς θεατές

Το τάιμινγκ δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Ενα έργο για παιδιά, που ανακαλύπτουν εκ νέου οι μεγάλοι με το άλλοθι των συνοδών, ανεβαίνει 100 χρόνια μετά την πρώτη του γραφή, σε μια Ελλάδα που φοβάται τα ονόματα και μπορεί κάτι να μάθει σήμερα από το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σύγχρονη διασκευή στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού με σεβασμό στο πνεύμα της Δέλτα.

Οι συνειρμοί αναπόφευκτα πολλοί. Η χώρα Μοιρολατρία, ο βασιλιάς Αστόχαστος, η αυλή από Πανούργους. Μια πολιτική αλληγορία για το πιο απαιτητικό και δύσκολο κοινό, τα παιδιά. Τα κοστούμια, η μουσική και το σκηνικό έχουν παραπομπές στο σήμερα. Σκηνικά φτιαγμένα από σκουπίδια, ηλεκτρονική, μινιμαλιστική μουσική, ρόλεϊ, δέντρα που κινούνται, γραβάτες…

Η ανάγνωση του έργου, η έρευνα, οι πρόβες, έχουν ξεκινήσει από την 1η Αυγούστου. Μια παιδική παράσταση μπορεί να απαιτεί και μεγαλύτερη ένταση απ’ ό, τι ένα έργο για ενηλίκους.

Αναρωτιέται κανείς γιατί η επιλογή του συγκεκριμένου έργου τώρα. Γιατί έναν αιώνα μετά. Τι έμεινε απέξω και τι προστέθηκε σε ένα έργο που γράφτηκε μέσα σε 10 μέρες, ένα κλασικό, παιδικό ανάγνωσμα της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Τάκης Τζαμαργιάς, σκηνοθέτης της παράστασης και υπεύθυνος για τη διασκευή του έργου μαζί με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, δεν μπορεί να κρύψει την αγωνία του. Είναι και τα σχολεία που θα πάνε να δουν την παράσταση, όπως εξηγεί. Τεράστια ευθύνη. Πριν από την παράσταση, η αγωνία της πρόβας, «τώρα συμπυκνώνονται όλα, τώρα συγκολλώνται καλύτερα», όπως λέει. Ηθοποιοί, στοιχεία, λέξεις, κοστούμια, φώτα, παίρνουν τη θέση τους στον χώρο, αποκτούν άλλη δυναμική.

Δεν είναι μόνον οι θεατές, είναι και τα σχολεία. «Η παράσταση είναι ένα στοίχημα, όχι πια καλλιτεχνικά αλλά και για όσα έχω πει σαν εκπαιδευτικός», λέει ο Τάκης Τζαμαργιάς, καθώς εκτός από σκηνοθέτης, έχει ειδικευθεί στο «θέατρο στην εκπαίδευση». «Είναι ένα έργο πολύ σπουδαίο. Και νομίζεις ότι είμαστε ακριβώς στα ίδια, έναν αιώνα αργότερα. Η Πηνελόπη Δέλτα είχε συνείδηση της πολιτικής εξαθλίωσης της εποχής», συνεχίζει.

«Το έργο δίνει τροφή και υλικό για να συζητηθεί και στο σχολείο», λέει ο σκηνοθέτης. «Σήμερα, το «Παραμύθι χωρίς όνομα» έχει ένα διδακτισμό. Και η αγωνία μου είναι ακριβώς αυτή: να απαλλαγεί η παράσταση από τον διδακτισμό». Με αυτήν ακριβώς τη λογική το έργο είναι και δεν είναι παραμύθι· είναι μια ιστορία, πικρή, γλυκιά, περασμένη, σημερινή, αυριανή, χαριτωμένη, συγκινητική, επίκαιρη. Βλέπεις τις αντιστοιχίες με την εποχή. «Το βασιλόπουλο αντιπροσωπεύει όλους μας. Σήμερα φοβάσαι ακόμη και να τις πεις αυτές τις λέξεις, για παράδειγμα, λαός. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Γάλλο ή τον Γερμανό. Κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε εθνικιστές αν μιλήσουμε με τον ίδιο τρόπο για την πατρίδα».

Για την ιστορία, το έργο είχε ανέβει το 1959 στο «Νέο Θέατρο» του Βασίλη Διαμαντόπουλου, σε ελεύθερη διασκευή του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. «Εμείς κρατάμε το πνεύμα της Πηνελόπης Δέλτα: μια μπρεχτική αλληγορία, μια πολιτική παραλλαγή με μικρές και συμπυκνωμένες εικόνες», λέει ο Τάκης Τζαμαργιάς. «Αυτή είναι η μόνη μου αγωνία. Να υπάρχει συγκίνηση καλλιτεχνική».

H παράσταση

Ο σκηνοθέτης της παράστασης της Παιδικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου μπορεί να βασιστεί σε ένα «εξαιρετικό», όπως το χαρακτηρίζει, επιτελείο. «Είναι η πρώτη φορά που κάνω παιδικό θέατρο. Εχω κάνει μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Είναι ένα αρκετά σοβαρό έργο για παιδιά. Το πρόβλημα το αντιμετωπίζει και η Ξένια Καλογεροπούλου. Το παιδί της πρώτης και της έκτης δημοτικού δεν είναι το ίδιο. Το Εθνικό Θέατρο θα ήθελε η παράσταση να απευθύνεται παντού ηλικιακά. Παραμένει πάντα το ζήτημα της κατηγοριοποίησης. Μην ξεχνάμε ότι υπάρχει μια σκοτεινιά στο έργο. Η σκηνή είναι γεμάτη από σκουπίδια, υπάρχει κι ένα οικολογικό μήνυμα. Εκεί που η παράσταση είναι φορτισμένη με διδακτισμό, προσθέσαμε κούκλες για να αποφορτιστεί».

Πρωταγωνιστές ο Βασιλιάς Συνετός, ο Αστόχαστος, η Ρηνούλα, ο Κατρακύλας, η Ξινή, το Κλεφτρόνι, ο Κουτσός, ο Σιδεράς, η Ζήλεια, η Κυρά Φρόνηση, η Γνώση, ο Αρχικαγκελάριος Πανούργος, ο Δικαστής Λαγόκαρδος, ο Φτωχούλης του Θεού… «Σκεφθείτε ότι είναι 13 άτομα στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν 41 ρόλους, είναι στο όριο. Μεγάλο στοίχημα. Εχουμε δουλέψει πολύ. Δεν το περίμενα, για να είμαι ειλικρινής. Εχω κάνει και Χειμωνά, δεν το περίμενα να δυσκολευτώ τόσο στην Πηνελόπη Δέλτα. Υπάρχει ροή, βγαίνει η ιστορία, αυτό το έχουμε πετύχει. Υπάρχει πάντα και η ουσία της επικοινωνίας, να είναι θέαμα στα μάτια για τα παιδιά…».

Εδωσα το έργο σε ένα κοριτσάκι της πέμπτης δημοτικού να το διαβάσει. Την ρώτησα αν της άρεσε. Μου είπε: «Μου άρεσε. Οχι γιατί το βασιλόπουλο φτιάχνει τον κόσμο. Αλλά γιατί είναι ένας νέος που παλεύει». Το δικό μας στοίχημα είναι το παιδί να ταυτιστεί με το Βασιλόπουλο. Το μήνυμα είναι ότι αν ονειρευτούμε κάτι, μπορεί και να το πετύχουμε.»

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα ανεβαίνει στις 12 Οκτωβρίου στο θέατρο Rex, στην Παιδική Σκηνή «Κατίνα Παξινού» του Εθνικού Θεάτρου. Διασκευή: Βαγγέλης Ραπτόπουλος – Τάκης Τζαμαργιάς. Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς. Μουσική: Δημήτρης Μαραμής.

Της Σαντυς Tσαντακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 10 Oκτωβρίου 2010

Η «Πάνδημος Ηώς» παρουσιάζει το έργο της Γερτρούδης Στάιν «Δεν έχει ωραίες εικόνες»

Δύο γυναίκες. Θα μπορούσαν να είναι η ίδια η Γερτρούδη Στάιν και η επί σαράντα χρόνια σύντροφος της, Αλις Τόκλας. Θα μπορούσαν να είναι απλώς δύο γυναίκες που αγαπιούνται και ζουν εδώ και πολλά χρόνια μαζί. Ανάμεσά τους, ο χρόνος. Που κυλάει φθείροντας τα πάντα στο πέρασμά του. Και πρώτα και πάνω απ΄όλα, τον ίδιο τον έρωτα.

Η Γερτρούδη Στάιν μετατρέπει την αγωνία και τον πόνο που της γεννάει το πέρασμα του χρόνου, σε θεατρική πράξη. Παίζοντας με την ίδια την έννοια του θεάτρου, προσπαθεί να ανακαλύψει αν η «ζημιά» που κάνει το πέρασμα του χρόνου έξω και μέσα μας, έχει κάποια θεραπεία…ή κάποιο νόημα…  «Ποιά είναι η απάντηση; Κι αν είναι έτσι, ποιά είναι η ερώτηση;», όπως είπε και η συγγραφέας πριν αφήσει την τελευταία της πνοή.

Βέβαιο είναι, ότι στο εξαιρετικό, ακόμα και σήμερα πρωτοποριακό κείμενο της Στάιν, δεν υπάρχει απάντηση, δεν υπάρχει ερώτηση, υπάρχει μόνο παιχνίδι, ένα τρελό, μαγικό παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες.

Την παράσταση σκηνοθετεί η Μαριάννα Κάλμπαρη.
Τον μοναδικό ρόλο ερμηνεύει η Δήμητρα Χατούπη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το θεατρικό κείμενο «Δεν έχει ωραίες εικόνες», που γράφτηκε μεταξύ 1908-1912, είναι το πρώτο θεατρικό κείμενο της Γερτρούδης Στάιν που ανεβαίνει στην Ελλάδα. Η μετάφραση είναι του Αντώνη Γαλέου, τα σκηνικά και κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, ο Νέστωρ Κοψιδάς έχει αναλάβει τη μουσική επιμέλεια, την κίνηση επιμελείται και συμμετέχει η Μαρίζα Τσίγκα. Τους φωτισμούς σχεδίασε ο Γιώργος Τέλλος.

Η παράσταση θα παρουσιαστεί στις 13 Οκτωβρίου στο Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο όπου και θα παίζεται για 7 συνεχόμενες παραστάσεις έως τις 19 Οκτωβρίου.

Τιμή εισιτηρίου: 15 ευρώ

Διάρκεια: 60′

Εβδομάδα Κυπριακού Θεάτρου

«DNA» από το Σατιρικό Θέατρο

Το Κυπριακό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και την Κυπριακή ΠρεσβείαΣπίτι της Κύπρου, διοργανώνουν Εβδομάδα Κυπριακού Θεατρικού Εργου στην Αθήνα.

Οι θεατρικές παραστάσεις, που θα δοθούν στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, (Πειραιώς 206, Ταύρος), τελούν υπό την αιγίδα του Πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας Ιωσήφ Ιωσήφ και πραγματοποιούνται με τη στήριξη των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Πληροφορίες-κρατήσεις 210 3418579, http://www.mcf.gr. Είσοδος ελεύθερη.

Την Τρίτη 12 Οκτωβρίου, στις 9:00 μ.μ. το Θέατρο Versus θα παρουσιάσει το έργο «Ιουλιέτα» (των σκυβάλων) του Παντελή Γεωργίου σε σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια Μαρίνου Ανωγυριάτη και σκηνικά – κοστούμια Μέλπως Νεοκλέους. Παίζουν: Μαρία Φιλίππου, Χάρης Ευριπίδου και Νούλα Θεοφυλάκτου.

Την Πέμπτη 14 Οκτωβρίου, στις 9:00 μ.μ. το Σατιρικό Θέατρο θα παρουσιάσει το έργο «DNA» του Γιώργου Νεοφύτου σε σκηνοθεσία Δέσποινας Μπεμπεδέλη, σκηνικά-κοστούμια Χάρη Καυκαρίδη, μουσικές επιλογές Ανδρέα Μακρή και σχεδιασμό φωτισμού Γιώργου Λάζογλου. Παίζουν: Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Βασίλης Μιχαήλ και Μαρία Χριστοδούλου.

  • Τα έργα
«Ιουλιέτα» (των σκυβάλων) από το Θέατρο Versus

«Η απουσία σφικτής αφηγηματικής συνοχής που χαρακτηρίζει το πρώτο θεατρικό «Ιουλιέτα» (των σκυβάλων) του Παντελή Γεωργίου είναι και το ζητούμενο του έργου. Μεταμοντέρνα αισθητική της γλώσσας του, λόγος ελλειπτικός, συμβολικός, ώρες-ώρες συνειδητά ασήμαντος και επαναληπτικός, πειραματίζεται παράλληλα σε πολλά μέτωπα θεατρικής φόρμας. Πείραμα με την Ιουλιέτα…και όχι ακριβώς. Με μόνη παντιέρα αυτή της φυσικής ομορφιάς της, όπως την ύφαινε εγκληματικά η μάνα της, αναζητάει την ανάδειξη. Από την καταναλωτική πλευρά της ομορφιάς, που σηματοδοτείται εξ αρχής με δυο σακούλες ψώνια, αλλά και δύο στοίβες σκουπιδιών ως σκηνογραφία χώρου, ένας περίεργος, υποκριτής τύπος της προσφέρει δουλειά top-model, αλλά ζητάει πολύ περισσότερα από όσα λέει. Τελευταία δοκιμασία. Μια ανεξήγητα παράλογη διανυκτέρευση στο σκουπιδότοπο. Οπου βέβαια συμβαίνουν και τα απεχθή» (όπως έγραψε η Αργυρώ Τουμάζου, Time Out Cyprus, Γενάρης 2008).

Το DNA προσεγγίζει το θέμα των αγνοουμένων του 1974 με μια άλλη ματιά, με μια σκληρή αλλά ρεαλιστική τοποθέτηση του συγγραφέα πάνω στο θέμα, μετά την ανακάλυψη του DNA. Τραγικά επίκαιρο, που υπενθυμίζει διαρκώς σε όλους μας, ότι «οι πληγές που άνοιξαν το πραξικόπημα και η εισβολή, σ’ εκείνους που περιμένουν τον γυρισμό των αγαπημένων τους, δε θα κλείσουν ποτέ» – όπως λέει ο συγγραφέας.

Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη σημειώνει για το έργο: «Χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, βρέφη και νήπια τότε – περιμένουν να γυρίσει ο πατέρας να τον γνωρίσουν. Μετά τη συμφωνία, τάφοι εντοπίζονται και ανοίγονται και οι «αγνοούμενοι» αρχίζουν να «επιστρέφουν». Με τη μέθοδο του DNA αναγνωρίζονται και τα νήπια του τότε – ενήλικες τώρα – και γονείς πια οι ίδιοι, συναντούν επιτέλους τον πατέρα. Μια γυναίκα που τότε ήταν 30 χρονών και ο γιος της βρέφος περιμένουν τον αγνοούμενο πατέρα. Τριανταπέντε χρόνια αναμονής, υπομονής, ελπίδας, αμφιβολίας, πόνου, σύγκρουσης αισθήματος και λογικής, αμέτρητων «γιατί» που παραμένουν ακόμη αναπάντητα.

Πώς μεγαλώνει ένα παιδί αγνοούμενου που γνωρίζει τον πατέρα του μόνο από φωτογραφίες και διηγήσεις της μητέρας του; Πώς διαμορφώνεται ο ψυχισμός τους; Πώς κυλούν οι μέρες σε ένα σπίτι αγνοούμενου, όπου όλα καθορίζονται από το στερεότυπο «όταν γυρίσει…» χωρίς να καθορίζεται το «πότε» και το «πώς». Πώς θα γυρίσει; Πώς θα είναι όταν γυρίσει; Πώς θα δει εκείνος εμάς όταν γυρίσει; Και όταν κάποτε ο πολυπόθητος γυρισμός πραγματοποιηθεί αλλά δεν είναι όπως τον ονειρευτήκαμε; Οταν γυρίσει ο αγνοούμενός μας και δεν μπορούμε να τον υποδεχτούμε με μια μεγάλη αγκαλιά και να τον καλωσορίσουμε στο σπίτι μας αλλά… αλλού;…. Eκεί που μόνο να τον προσκυνήσουμε μπορούμε και να του δώσουμε και να λάβουμε τον τελευταίον ασπασμόν;».

  • Διάλεξη

Επίσης την Τρίτη 12 Οκτωβρίου, στις 8.00 μ.μ., θα πραγματοποιηθεί στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, διάλεξη από την Αντρη Χ. Κωνσταντίνου με θέμα: «Η κυπριακή δραματουργία μετά την Ανεξαρτησία». Η Αντρη Χ. Κωνσταντίνου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ του Τμήματος Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δίδαξε θεατρολογικά μαθήματα στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Συνεργάστηκε με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, με την ιδιότητα της Δραματολόγου. Εργάστηκε ως θεατρολόγος σε γυμνάσια και λύκεια της Ελλάδας και της Κύπρου. Διοργάνωσε και εμψύχωσε θεατρικά εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες. Εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη με τον Λευτέρη Βογιατζή και τον Εύη Γαβριηλίδη και έχει σκηνοθετήσει τον «Ουρανό κατακόκκινο» της Λούλας Αναγνωστάκη και τη «Νόσο» του Αντώνη Γεωργίου. Εχει δημοσιεύσει άρθρα και έχει παρουσιάσει επιστημονικές ανακοινώσεις, με θέματα κυρίως γύρω από το θέατρο στη νεότερη Κύπρο. Είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Frederick της Λευκωσίας.