Daily Archives: 3 Οκτωβρίου, 2010

«Ζητείται ψεύτης» για περαίωση

Μισόν αιώνα πριν, οι θεατρικοί συγγραφείς αντλούσαν από θέματα όπως η προίκα, η αντιπαροχή, η φτώχεια, η καταπίεση μέσα στην οικογένεια ή τα ψέματα των πολιτικών για να γράψουν θεατρικά έργα, που συχνότατα, αφού ανέβαιναν στο σανίδι, γυρίζονταν και ταινίες.

Ηταν η χρυσή εποχή του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου, που κοινωνοί του έχουν γίνει έκτοτε και πολλές νεότερες γενιές, μέσω της μικρής οθόνης. Αλλά πόσο επίκαιρα μπορεί να είναι όλα αυτά τα θέματα σήμερα; Η απάντηση έχει έρθει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Δειλά στην αρχή, όλο και συχνότερα κατόπιν, πολλές πετυχημένες παλιές ταινίες ξαναγυρίζονται ή επιστρέφουν και πάλι στη σκηνή. Κι ακόμα περισσότερες τη φετινή σεζόν.

Δεν ήταν μόνον ο «Μπακαλόγατος» πέρσι με τον Πέτρο Φιλιππίδη, που έκανε τη διαφορά. Ο Κώστας Τσιάνος, που ήδη από τη δεκαετία του 1970 ανέβαζε Ψαθά και Σακελλάριο στη Λάρισα, έχει σκηνοθετήσει τον Σπύρο Παπαδόπουλο στο «Αλίμονο στους νέους» και τον Δημήτρη Πιατά πέρσι στο «Στραβόξυλο», ενώ έχει ανεβάσει, ανάμεσα σε άλλα και στο Εθνικό, το «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες». Ο Παύλος Χαϊκάλης έχει εμφανιστεί στο «Ζητείται ψεύτης» ενώ ετοιμάζει στο θέατρο «Γκλόρια» το «Ενα βότσαλο στη λίμνη». Ο Πάνος Σκουρολιάκος έχει ανεβάσει δύο φορές αντίστοιχα ελληνικά έργα στο ΔΗΠΕΘΕ Λαμίας, ενώ έχει συμμετάσχει σε άλλες παραστάσεις στην Αθήνα.

Οπου να ‘ναι βγαίνει σε κινηματογραφικό ριμέικ το «Ζητείται ψεύτης» με τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη. Ο Γιάννης Μπέζος ετοιμάζει στο «Κιβωτός» το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» ενώ στο «Ηβη» ανεβαίνει από τους Γ. Καπουτζίδη και Ε. Κωνσταντινίδου το «Φωνάζει ο κλέφτης»!

Ο Σακελλάριος, ο Ψαθάς, ο Γιαννακόπουλος και ο Τζαβέλλας ξαναγίνονται της μόδας, όχι τυχαία όμως. Αφενός έγραψαν έργα για όλη την οικογένεια, αφετέρου διακωμώδησαν καταστάσεις και ήθη της τότε ελληνικής κοινωνίας που περιέργως πώς εξακολουθούν να ισχύουν ή επανεμφανίστηκαν. Η γενιά των 600 ευρώ δεν μπορεί να στήσει σπιτικό αν δεν υπάρξει προίκα, οι πολιτικοί εξακολουθούν να λένε ψέματα, οικονομικά προβλήματα ταλανίζουν τη χώρα περισσότερο παρά ποτέ, η δε ισότητα… παραμένει ανισότητα.

Το «Ζητείται ψεύτης» π.χ. έχει να κάνει με τα ψέματα στην πολιτική και τις πελατειακές σχέσεις. Στο ριμέικ της ταινίας το έργο έχει φρεσκαριστεί, πλησιάζει περισσότερο τα καθ’ ημάς αφού η πολιτική γίνεται πλέον και μέσω των media. «Αρχισε πια η εικόνα να έχει τεράστιο ενδιαφέρον, υπάρχουν λέξεις στην πολιτική ζωή αλλά και στην καθημερινή μας ατζέντα, όπως επικοινωνία, επικοινωνιολόγος, image maker, διαφημιστές. Στήνεται ένα ολόκληρο ψέμα μέσω της εικόνας κυρίως, το οποίο αφορά τους πολιτικούς. Αν δεν υπάρχεις στο γυαλί, δεν υφίστασαι», επισημαίνει ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, προσθέτοντας πως μέρος των προβλημάτων της κοινωνίας μας παραμένει αναλλοίωτο, από την εποχή της δημιουργίας του Βασιλείου της Ελλάδος.

Ο ίδιος θα πει πως μέχρι τη δεκαετία του 1970 οι Ελληνες είχαν άλλου είδους οπτική και προβλήματα και πως με τη μεταπολίτευση μπήκαμε σ’ ένα καινούριο πλαίσιο το οποίο δεν ορίσαμε, με αποτέλεσμα, ενώ χάσαμε τον παλιό μας κόσμο και τη ματιά μας απέναντι στη ζωή να μη βρούμε νέο τρόπο για να διαχειριστούμε την καθημερινότητά μας. Μεσολάβησε έκτοτε μια χορτάτη, ανοργάνωτη και λίγο νεόπλουτη Ελλάδα, που δεν μπόρεσε όμως να εφεύρει νέα αντίληψη. «Είναι ένα ζήτημα που τίθεται εδώ και χρόνια, και η οικονομική του εκδοχή, η κρίση δηλαδή που μας αναστάτωσε κι αρχίσαμε να το συζητάμε δημόσια, νομίζω πως είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης διεργασίας», λέει ο ηθοποιός.

Το «Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα» είναι έργο που αφορά τις σχέσεις, την αδυναμία ενός άντρα να δεχτεί σε ισότιμο ρόλο τη γυναίκα δίπλα του. Ο Γ. Μπέζος θα πει ορίζοντας τα πράγματα: «Η σχέση των ζευγαριών, ο δεσποτισμός του άντρα, ή η υποχωρητικότητα της γυναίκας, δεν έχουν αλλάξει και πολύ, ούτε και η επιθυμία για μεγαλύτερη κοινωνική καταξίωση που τότε εκφραζόταν μέσα από την αντιπαροχή, το διαμέρισμα, το ρετιρέ, τα καλά ρούχα. Ολα αυτά υπάρχουν δίπλα μας ακόμα κι αν δεν τα αναγνωρίζουμε άμεσα».

Θα προσθέσει πως το έργο του Τζαβέλλα στον καιρό του δεν έκοψε πολλά εισιτήρια, αλλά ο χρόνος το «κάλυψε» και το αγάπησε. «Και μου κάνει εντύπωση ότι το αγαπούν κι οι νεότεροι, που σημαίνει ότι έχουν κάτι άλλο στο μυαλό τους, έχουν μια άλλη αλήθεια που οφείλουμε εμείς να αποκαλύψουμε. Αυτό είναι για μένα το αιτούμενο. Δεν ανεβάζω το έργο απλώς γιατί αντέχει».

Μια τριλογία έχει κατά νου ο Π. Χαϊκάλης, πάνω σε τρία θεατρικά που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και μεγαλύνθηκαν από τον Βασίλη Λογοθετίδη. Ξεκινώντας με το «Ενα βότσαλο στη λίμνη» φέτος στο θέατρο «Γκλόρια», θέλει να συνεχίσει με το «Ενας ήρως με παντούφλες» και να καταλήξει στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». «Πιστεύω», λέει, «πως εκφράζουν απόλυτα το σήμερα. Η ψίχα των πραγμάτων μένει η ίδια. Π.χ. στους «Γερμανούς» κάτι μας ενώνει αίφνης, η αντίσταση, το ξεχνάμε μετά και πάμε να βιώσουμε μία από τα ίδια. Και ξέρετε, όποιος λαός ξεχνά το παρελθόν του είναι υποχρεωμένος να το ξαναζήσει. Να προσθέσω πως οι αξίες έχουν φθαρεί; Ή να μιλήσω για τα οικονομικά προβλήματα; Τα είπαν πριν από μένα όλα αυτά ο Σακελλάριος ή ο Ψαθάς».

Και οι τρεις θα συμφωνήσουν, όπως και οι Δ. Πιατάς, Κ. Τσιάνος και Π. Σκουρολιάκος, που μπαίνουν στη συζήτηση, πως το νεανικό κοινό αποδέχτηκε συχνά με ενθουσιασμό παρόμοιες παραστάσεις. «Συνέβη το οξύμωρο», λέει ο Δ. Πιατάς, «ότι αυτές οι ταινίες μετακινήθηκαν στην τηλεόραση, ως διαλείμματα. Για να καλύψουν πρόγραμμα. Ομως οι πιτσιρικάδες τις βλέπουν, διαμορφώνοντας ένα νέο κοινό, το οποίο διαφορετικά δεν θα τις γνώριζε. Δεν θα μπορούσαμε εμείς προφορικά ή μέσα από τις παραστάσεις μας να δώσουμε την αίσθηση».

Δάνειο από τους παλιούς

Σε ό,τι αφορά τις συγκρίσεις που αυτονόητα γίνονται, όταν έχει δει ο θεατής π.χ. τον Λογοθετίδη ή τον Ηλιόπουλο στην ταινία, υπάρχουν διαφωνίες. Ο Ι. Μιχαηλίδης, που παίζει διασκευασμένο το «Ζητείται ψεύτης», λέει χαμογελώντας πως «όταν δεν μπορείς να τα βάλεις με τα μεγαθήρια, αλλάζεις γήπεδο». Ο Π. Σκουρολιάκος θεωρεί πως δεν τίθεται θέμα σύγκρισης «διότι αν κάτσεις και σκεφτείς ποιος έπαιξε τους ρόλους, δεν τους παίζεις». Ο Π. Χαϊκάλης αναφέρεται σε μη συγκρίσιμα μεγέθη, αφού «δεν πας να αποδείξεις πως είσαι καλύτερος απ’ τον Λογοθετίδη αλλά να δεις πώς μπορείς να φωτίσεις σήμερα το έργο». Ενώ ο Δ. Πιατάς θα πει ότι «κάνοντας επιτυχία κερδίζουμε πόντους ως ηθοποιοί ακόμα κι αν παίρνουμε δάνειο από τη φήμη κάποιων που δεν είναι πια στη ζωή».

Συμφωνούν οι περισσότεροι πως με το κατάλληλο θεατρικό ανέβασμα, πάντα εποχής, τα έργα δεν έχουν «ρυτίδες». Ο Γ. Μπέζος μάλιστα για να τονίσει το κλίμα των αρχών της δεκαετίας του 1960 περιλαμβάνει στην παράσταση νέα τραγούδια που έγραψαν η Δήμητρα Γαλάνη και η Λίνα Νικολακοπούλου, αλλά «είναι σαν να ακούς το τότε ραδιόφωνο».

Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση κάνει ο Π. Σκουρολιάκος για ό,τι αφορά τους συγγραφείς: «Δεν έγραφαν θέατρο στο γραφείο τους, εκεί κατέγραφαν αυτό που είχαν συλλέξει την προηγούμενη βραδιά μέσα στο θέατρο. Παρακολουθούσαν, βλέπετε, σχεδόν κάθε βράδυ τις παραστάσεις τους, περνούσαν την ημέρα τους ψάχνοντας τη νέα ατάκα για να την τοποθετήσουν στο έργο που παιζόταν ήδη, ώστε να ζωντανέψει περισσότερο. Δεν είχαν βγει αυτοί οι άνθρωποι από σεμινάρια, ήταν βιωματικοί συγγραφείς».

Να ολοκληρώσουμε με το αυτονόητο: Τα έργα στα οποία αναφερθήκαμε γράφτηκαν για να τα παρακολουθήσει όλη η οικογένεια. Το γυμνό ή η βωμολοχία δεν υπήρχαν, οι συγγραφείς έκλειναν απλώς το μάτι στο κοινό. Ταιριάζει αυτό με τους καιρούς μας; Ισως, αφού ανάμεσα στα άλλα υπάρχει ένα ακόμα κοινό γνώρισμα με την Ελλάδα του 1950, ένας νεοπουριτανισμός, που υφέρπει και χαρακτηρίζει περισσότερο κι από τους παλιούς πολλούς νεότερους. *

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Επτά, Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Η «Στοά» έχει φως

Το ιστορικό θέατρο γιορτάζει τα 40 χρόνια του με το «Αννα, είπα!»

Μια γυναίκα ρημαγμένη και διαταραγμένη αναπολεί τη ζωή της μέσα από το θάλαμο μιας ψυχιατρικής κλινικής. Μια μητέρα απελπιστικά καταπιεσμένη που έζησε εξοντώνοντας την κόρη της. Κι ένας πατέρας που άγεται και φέρεται, που βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και που απλώς παρακολουθεί μάνα και κόρη να αλληλοεξοντώνονται.

Η Αννα της παράστασης, που υποδύεται η Λ. Πρωτοψάλτη, παρακολουθεί τις δύο μητέρες της ( Νίκη Χαντζίδου, αριστερά, και Ευδοκία Σουβατζή, δεξιά) να υποφέρουν.

Η Αννα της παράστασης, που υποδύεται η Λ. Πρωτοψάλτη, παρακολουθεί τις δύο μητέρες της ( Νίκη Χαντζίδου, αριστερά, και Ευδοκία Σουβατζή, δεξιά) να υποφέρουν.

Είναι βέβαιο πως στο κοινό που παρακολουθεί στενά την πορεία του Θεάτρου Στοά η υπόθεση αυτή ξυπνά έντονες αναμνήσεις. Είναι η ιστορία του έργου «Αννα, είπα!» του Παναγιώτη Μέντη, η παράσταση του οποίου υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Θανάση Παπαγεωργίου και της Λήδας Πρωτοψάλτη. Σ’ αυτό το έργο επιστρέφουν τώρα γιορτάζοντας τα 40 χρόνια του θεάτρου.

Την Παρασκευή η παράσταση κάνει πρεμιέρα στη γνώριμη γωνιά στου Ζωγράφου, όπου το «Θέατρο Στοά» ξεκίνησε και παρέμεινε επί τέσσερις δεκαετίες. «Επιστρέφω σε μια μεγάλη επιτυχία γιατί εκτός από τον εορτασμό είναι ένα έργο που προσφέρεται για να σχολιάσεις το πλήρες αδιέξοδο της σημερινής κοινωνίας», λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης Θ. Παπαγεωργίου. «Αυτή τη φορά οι ερμηνείες γίνονται ακόμα πιο σκληρές διότι αυτό προστάζει η κοινωνία. Η ιστορία της Αννας είναι ανάλογη με αυτή άπειρων γυναικών που γλίτωσαν μεν τον εγκλεισμό σε κλινική, έχουν όμως ανεξίτηλα σημάδια από μια οδυνηρή σχέση με τη μάνα τους. Ακριβώς επειδή ήθελα η φιγούρα της μητέρας να κυριαρχεί στις αφηγήσεις του κοριτσιού, το ρόλο θα ερμηνεύουν δύο συγχρόνως ηθοποιοί».

Σε ένα σκηνικό απλό που αποπνέει παρακμή και μοιάζει να γερνά μαζί με τους ήρωες, η Αννα αναπλάθει με τη φαντασία της τη σχέση με τη μάνα της. «Τρεις άνθρωποι φτωχοί, απαίδευτοι που λιώνουν ο ένας τον άλλον: Η Αννα λιώνει τη μητέρα της γιατί της κατέστρεψε κάθε όνειρο. Η μητέρα τον πατέρα γιατί του χρεώνει ότι κληροδότησε στην κόρη του την ψυχασθένειά του. Και ο βασανισμένος πατέρας τον εαυτό του γιατί ήταν πάντα κατώτερος των περιστάσεων».

«Με συγκινεί πολύ να ξαναβλέπω στη σκηνή το έργο που με καθιέρωσε ως συγγραφέα», λέει ο Π. Μέντης, που έγραψε την «Αννα» στα μέσα της δεκαετίας του ’80 – μάλιστα στην πρώτη παράσταση υποδύθηκε ο ίδιος το ρόλο του πατέρα. «Τότε έγραφα για τους ανθρώπους που αλληλοσπαράσσονται επειδή δεν μπορούν να διαχειριστούν ένα πρόβλημα που έτυχε στην οικογένειά τους. Για εκείνους που δεν μπορούσαν να υψώσουν τη φωνή τους. Δυστυχώς, τόσα χρόνια μετά συνειδητοποιώ ότι στην Ελλάδα δεν άλλαξε τίποτα. Η μητέρα μου ζει στις δυτικές συνοικίες κι όταν την επισκέπτομαι διαπιστώνω πόσο η πολιτεία έχει περιφρονήσει την παιδεία μας. Ως αποτέλεσμα οι νεοέλληνες διδάχτηκαν πως να εκτιμούν τον πλούτο και να αδιαφορούν για όσα τους κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Γλυκαίνομαι που το κείμενό μου είναι επίκαιρο, αλλά με πληγώνει αυτή η στασιμότητα».

Πάντα σαν ομάδα

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1996 και την επόμενη χρονιά η Λ. Πρωτοψάλτη έλαβε το Βραβείο Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για την ερμηνεία της. Ο Θ. Παπαγεωργίου θυμάται ότι δεκάδες γυναίκες την πλησίαζαν τότε και της διηγούνταν μια προσωπική τους παρόμοια ιστορία. Τι άλλο κρατά απ’ όλα αυτά τα χρόνια; «Λειτουργούσαμε πάντα σαν ομάδα και δεν διαπραγματευτήκαμε ποτέ την ειλικρίνειά μας στη σκηνή» απαντά ο ίδιος. «Κάποιοι αυτό το ονόμασαν νατουραλισμό. Ηταν απλώς η αλήθεια μας».

Και τις νέες ομάδες που «αναπτύσσονται» σήμερα, πώς τις βλέπει; «Κάθε άλλο παρά αντίθετος είμαι με την πληθώρα νεανικών σχημάτων. Ομως δεν αντέχω κι αυτή τη νεαρολαγνεία. Εμείς ξεκινήσαμε, σεβαστήκαμε όσα βρήκαμε και κοιτάξαμε να εξελιχθούμε. Το να δείχνεις πλήρη περιφρόνηση στο παρελθόν δεν μου αρέσει. Οι παλαιότεροι έχουμε κοπιάσει για να φέρουμε νέους ανθρώπους στο θέατρο. Γι’ αυτό και πληγώνομαι που σήμερα πολλοί προσπαθούν να προσεγγίσουν το νέο κοινό με το χαβαλέ και την ανούσια πρωτοπορία».

* Τα σκηνικά και τα κοστούμια έφτιαξε η Αφροδίτη Κουτσουδάκη, τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν οι Θ. Παπαγεωργίου, Νίκη Χαντζίδου, Ευδοκία Σουβατζή, Εύα Καμινάρη, Δημήτρης Θεοδώρου, Βάσω Ορκοπούλου. * Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Επτά, Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Πείνα για ζωή

Νουντλς και ανθρώπινα απωθημένα σερβίρει το εστιατόριο, όπου εκτυλίσσεται η νέα παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο Εθνικό

Σε ένα ασιατικό εστιατόριο με το όνομα «Ο χρυσός δράκος», οι παραγγελίες εξωτικών πιάτων πάνε κι έρχονται. Το ίδιο και οι ζωές των πελατών, των ανθρώπων που εργάζονται εκεί αλλά κι εκείνων που μένουν στα τριγύρω διαμερίσματα.

Ενας πικραμένος μικρόκοσμος, που αποτελείται από παράνομους μετανάστες, γυναίκες-θύματα του trafficking, παντρεμένους που ασφυκτιούν στο γάμο τους, ηλικιωμένους απεγνωσμένους από τη μοναξιά, ζευγάρια που πανικοβάλλονται από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, ξετυλίγεται μέσα από την ιστορία του «Χρυσού δράκου», του Ρόλαντ Σίμελπφενιχ. Το έργο κάνει πρεμιέρα πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 21 του μηνός στο Εθνικό Θέατρο, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» (κτίριο Τσίλερ) σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Η νεαρή σκηνοθέτις καταπιάνεται με ένα έργο που αγγίζει τα αγαπημένα της κοινωνικά θέματα και είναι αρκετά ιντριγκαδόρικο.

Βίαιο και ποιητικό

«Ο χρυσός δράκος» είναι μια πολύπτυχη ιστορία που διαδραματίζεται σε μια πρωτεύουσα κάπου στην Κεντρική Ευρώπη. Από το πρώτο κιόλας ανέβασμά του χάρισε στον γερμανό συγγραφέα το Βραβείο Καλύτερου Θεατρικού του 2009 (Φεστιβάλ του Μιλχάιμ), ενώ την ίδια διάκριση απέσπασε από το έγκυρο θεατρικό περιοδικό «Theater Heute». «Είναι ένα έργο εξαιρετικά βίαιο αλλά και ποιητικό, με γρήγορες εναλλαγές εικόνων και παρουσιάζει στιγμές από τη ζωή δεκαεπτά ανθρώπων μιας σύγχρονης πολυεθνικής κοινωνίας. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ένας νεαρός Κινέζος που εργάζεται στο εστιατόριο, υποφέρει από πονόδοντο αλλά δεν μπορεί να πάει στο νοσοκομείο γιατί έχει μπει στη χώρα παράνομα και δεν δικαιούται περίθαλψης. Συγχρόνως αγωνιά για τη μικρή αδελφή του η οποία, χωρίς αυτός να το γνωρίζει, ζει φυλακισμένη μερικά μέτρα μακριά του», λέει η Κατερίνα Ευαγγελάτου που επιστρέφει στο Εθνικό Θέατρο μετά τα επιτυχημένα «Βόλφ-γκανγκ» και «Πλαστελίνη».

Εκτός από τα ενδιαφέροντα θέματα που θίγει, το έργο έχει μια καινοτομία που προκαλεί τη σκηνοθέτρια: όλοι οι ρόλοι ερμηνεύονται από ηθοποιούς του αντίθετου φύλου και ηλικίας. Οι άντρες, δηλαδή, υποδύονται τις γυναίκες, οι νέοι τους πιο ηλικιωμένους κ.λπ. «Ο συγγραφέας, ο οποίος σκηνοθέτησε και το πρώτο ανέβασμα του «Χρυσού δράκου», κινήθηκε σε αυτό το ιδιαίτερο πλαίσιο και πλέον ζητά από όσους θέλουν το έργο του να το σεβαστούν. Επίσης οι πέντε ηθοποιοί αφηγούνται, σχολιάζουν και υποδύονται πολλαπλούς χαρακτήρες ο καθένας».

Δεν «περιορίζουν» άραγε όλα αυτά έναν σκηνοθέτη; «Οχι καθόλου, ίσα ίσα που συμφωνώ. Οταν οι ηθοποιοί κρατούν αποστάσεις από τους ρόλους τους, τότε είναι ευκολότερο για τους θεατές να ταυτιστούν με τους χαρακτήρες. Θέλουμε φυσικά να βρούμε την ιστορία που μιλά στην ψυχή μας, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι για να το πετύχουμε πρέπει ο ηθοποιός να έχει και την αντίστοιχη μεταμόρφωση. Αλλωστε για τους ίδιους λόγους κανένας ρόλος δεν έχει όνομα. Ολοι αναφέρονται με κάποιο χαρακτηριστικό τους», αποκαλύπτει η ίδια.

Ανθρωποι μονάχοι

Με αυτή τη λογική, λοιπόν, θα δούμε τη Φιλαρέτη Κομνηνού να υποδύεται -μεταξύ άλλων- τον παντοπώλη προαγωγό, τον Νίκο Χατζόπουλο την 28χρονη αεροσυνοδό με το ψευδώνυμο Μπάρμπι, την Εύη Σαουλίδου ως Μικρό Κινέζο, τον Δημήτρη Παπανικολάου ως γυναίκα που εγκαταλείπει τον άντρα της γιατί ερωτεύτηκε, τον Νικόλα Αγγελή ως παππού της Φιλαρέτης! Τι κάνουν, όμως, όλοι αυτοί και πώς συναντιούνται; «Ολοι με κάποιο τρόπο περνούν από το εστιατόριο. Αυτό, όμως, που τους ενώνει είναι η κοινή τους μοίρα. Ανθρωποι με κάποιο τρόπο αποκλεισμένοι από την κοινωνία. Σαν να ζουν στο σκοτεινό της κομμάτι. Είναι ένα ψηφιδωτό ανθρώπων που μέσα από σαράντα οκτώ σύντομες σκηνές μιλούν για το πεπρωμένο, το χρόνο, τη νοσταλγία, τον έρωτα, τη μοναξιά, τη μετανάστευση. Είναι σαν να θέλουν όλοι μαζί να φωνάξουν: «Μακάρι να ήμουν κάποιος τελείως διαφορετικός από αυτόν που είμαι».

Οσο για το σκηνικό, είναι εξαρετικά απλό, λευκό και στον έναν τοίχο υπάρχουν τσιγκέλια όπου κρέμονται ρούχα και αντικείμενα που εξυπηρετούν την πλοκή. Εξαιρετικά λειτουργικό και το φωτιζόμενο πάτωμα που ανάβει και ορίζει το χώρο όπου διαδραματίζονται οι σκηνές. «Δυστυχώς αυτό το λευκό στο τέλος ματώνει. Οσο χιούμορ κι αν έχει επιστρατεύσει ο Σίμελπφενιχ, ένα κείμενο που πραγματεύεται τη σκοτεινή πλευρά της ζωής δεν μπορεί παρά να έχει βίαιη κατάληξη».

* Τη μετάφραση του «Χρυσού δράκου» έκανε η Ρούσα Δάλλα, τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα και η Ράνια Υφαντίδου, τη μουσική ο Σταύρος Γασπαράτος και τους φωτισμούς ο Σάκης Μπιρμπίλης. * Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Επτά, Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

«Θα πληρώσουμε και τη χυδαιότητα της τηλεόρασης»

«Φωνάζει ο κλέφτης» θα… φωνάζουν οι Γιώργος Καπουτζίδης – Ελισάβετ Κωνσταντινίδου στο «Ηβη». Μιλούν για τους «Παλιοκλέψαντες και παλιοκλεφταραίους» αλλά και για το «έγκλημα που γίναμε συνεργοί»

«Παλιοκλέψαντες και παλιοκλεφταραίοι» θα φωνάζει κάθε βράδυ από τη σκηνή του θεάτρου «Ηβη» ο Γιώργος Καπουτζίδης και δεν θα απευθύνεται μόνο στους κατεργαραίους ήρωες του «Φωνάζει ο κλέφτης», μα και στους… παλιοκλεφταραίους που οδήγησαν τη χώρα μας στη δεινή θέση που βρίσκεται σήμερα. Μαζί του όμως θα φωνάζει και η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, που στο έργο αρχικά καλύπτει τους ενόχους για να βρει το θάρρος μετά να τους ξεσκεπάσει. «Αυτό πρέπει να κάνουμε όλοι μας», λένε με μια φωνή στο παρά πέντε της πρεμιέρας τους. «Γιατί όταν καλύπτεις κάποιον, γίνεσαι συνεργός του. Κι είμαστε όλοι συνεργοί στο έγκλημα που έγινε». Στον επόμενο τόνο πρεμιέρα, ο Πέτρος Φιλιππίδης τους δίνει τις τελευταίες οδηγίες και εκείνοι καταθέτουν τη δική τους αλήθεια, χωρίς να μπαίνουν στην παγίδα των συγκρίσεων με Ηλιόπουλο και Βλαχοπούλου, τους αξέχαστους πρωταγωνιστές της παλιάς αγαπημένης κωμωδίας.

«Θα πληρώσουμε και τη χυδαιότητα της τηλεόρασης»

«Βρήκες ατασθαλίες στα βιβλία;», ρωτάει ο Σόλων Καραλέων τον Τιμολέοντα και εκείνος απαντάει «Ου, μύλος γίνεται. Ο κλέψας, του κλέψαντος, τω κλέψαντι, τον κλέψαντα, ω, παλιοκλέψαντες και παλιοκλεφταραίοι!». Πόσο πιο επίκαιρη μπορεί να είναι μια κωμωδία που γράφτηκε το 1960, πριν από πενήντα ολόκληρα χρόνια δηλαδή;

«Θα πληρώσουμε και τη χυδαιότητα της τηλεόρασης»

Ελισάβετ Κωνσταντινίδου: Πιο επίκαιρη δεν γίνεται! Αυτό το περίφημο «Παλιοκλέψαντες και παλιοκλεφταραίοι» είναι σαν να γράφτηκε σήμερα για να κριτικάρει όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Κοίτα πόσοι κλέφτες-παλιοκλεφταραίοι υπάρχουν γύρω μας και δες πού μας έχουν οδηγήσει. Είναι τρομερό.

Γιώργος Καπουτζίδης: Το τρομερό ξέρεις ποιο είναι; Οτι δεν έχει αλλάξει τίποτα στην Ελλάδα. Εκλεβαν από τότε και τώρα ήρθε πλέον η ώρα να βιώσουμε τις συνέπειες της ασυδοσίας αυτής. Μέσα από το έργο αυτό βλέπουμε πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία που μας έφερε τώρα στον γκρεμό… Οι μικρές κλεψιές που ήταν η εξαίρεση στον κανόνα έγιναν μεγάλες και είναι πλέον ο κανόνας. Και αυτό δεν μπορεί παρά να το πληρώναμε ακριβά κάποια στιγμή. Η ώρα αυτή ήρθε και το κόστος είναι μεγάλο.

Το «Παλιοκλέψαντες και παλιοκλεφταραίοι» θέλουν πολλοί να το πουν σε αυτούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή…

Γ.Κ.: Δεν ξέρω πόσοι έχουν το σθένος και το κουράγιο να το κάνουν, αλλά εμείς θα το κάνουμε συνέχεια από τη σκηνή του «Ηβη». Και πιστεύω ότι ο κόσμος θα το χαρεί, αφού θα του δώσουμε τη δυνατότητα να το εκφράσει και αυτός μέσα από μας. Αν περνάτε από την οδό Σαρρή και ακούσετε?εν χορώ το «Παλιοκλεφταραίοι» να το ξέρετε ότι είναι από το θέατρο! Και θα ‘ναι δυνατό!

Ε.Κ.: Ξέρεις, πολλοί θέλουν να το βροντοφωνάξουν, αλλά φοβούνται. Φοβόμαστε να ορθώσουμε τη φωνή μας και είναι λίγο σαν να το κουκουλώνουμε όλο αυτό, όπως κάνει και η ηρωίδα που παίζω στο έργο. Δεν είναι άτιμη η ίδια, αλλά καλύπτει τον κλέφτη αδελφό της. Και, δυστυχώς, άμα το καλύψεις το έγκλημα και δεν βγεις να φωνάξεις, να αντιδράσεις είναι σαν να είσαι συνεργός σε αυτό. Χρόνια τώρα βλέπαμε όλες αυτές τις κλεψιές που έκαναν και δεν τους στήναμε στον τοίχο, δεν κάναμε κάτι να μπουν μέσα στη φυλακή. Και τώρα πληρώνουμε όλοι μαζί το τίμημα -κι ας ήμασταν εμείς τίμιοι. Αμα κάνεις… πλάτες με έναν τρόπο στον άλλο, είσαι συνεργός! Και αυτό πληρώνουμε. Οτι γίναμε συνεργοί σε έγκλημα!

Γ.Κ.: Η Λία, που παίζει η Ελισάβετ, φτάνει κάποια στιγμή να βροντοφωνάξει ενάντια στην ατιμία που έχει συγκαλύψει. Της παίρνει δύο θεατρικές ώρες να το κάνει. Εμάς μας πήρε πολύ περισσότερο και ακόμα βλέπεις ότι οι φωνές οργής δεν είναι τόσες πολλές. Η Λία είναι ο μέσος Ελληνας. Δεν είναι άτιμη. Κι εμείς δεν είμαστε άτιμοι σαν λαός, τίμιοι είμαστε, αλλά δεν ξεσκεπάσαμε τη βρωμιά την ώρα που έπρεπε να το κάνουμε.

Ε.Κ.: Οτιδήποτε δεν γίνεται με διαφάνεια και οτιδήποτε φέρει «βρωμιά» γυρίζει μπούμερανγκ.

Νομίζεις ότι δεν θα έρθει η ώρα να πληρώσουμε και όλη αυτή τη χυδαιότητα που υπάρχει στην τηλεόραση με τα μεσημεριανά, τους καφέδες, τους γαμπρούς και τις νύφες;

«Κοίτα φίλε μου! Ζει στην Ελλάδα και δεν ξέρει τι θα πει κομπίνα. Α, μα εσύ παιδί μου είσαι τελείως, μα τελείως αστοιχείωτος. Στουρνάρι! Κομπίνα… Κομπίνα θα πει πολιτική». Ο Ψαθάς έγραφε για το ‘60, αλλά… ακουμπά δραματικά στο σήμερα. «Κομπίνα θα πει πολιτική»; Κι ας μην έπρεπε να ισχύει αυτό.

Ε.Κ.: Οι πολιτικοί που θα έπρεπε να «ραπίζουν» την κομπίνα, είναι αυτοί που την κάνουν πρώτοι και της δίνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, για να κερδίσουν και αυτοί τις βίλες, τα κότερά τους, τη χλιδή τους… Τι ντροπή, ε; Αλλά δεν ντρέπονται αυτοί. Δεν ξέρουν καν τη λέξη!

Διάβαζα σε ένα σάιτ ότι κατεβαίνεις στην πολιτική στις Σέρρες ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος σε συνδυασμό που θα διεκδικήσει τον δήμο στις εκλογές. Αληθεύει;

Γ.Κ.: Ποτέ δεν μου έγινε πρόταση, ποτέ δεν με πήρε κανένας τηλέφωνο, ποτέ δεν είπα ναι – έτσι και αλλιώς δεν θα έλεγα! Είναι απίστευτο αυτό που γίνεται.

Δεν υπάρχει κανένας έλεγχος. Ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να γράψει οποιοσδήποτε ότι πας για δήμαρχος! Και μετά θα το συζητήσουν και χίλιοι άνθρωποι, «μα γιατί θέλει να γίνει δήμαρχος», και μετά θα σε βρίσουν κιόλας που θέλεις να γίνεις δήμαρχος χωρίς να θέλεις! Και δεν γελάω καθόλου με όλο αυτό, με τρομάζει πολύ το ότι ξεκινάει ένα πράγμα από το τίποτα – πίστεψέ με!

Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά λένε όμως Γιώργο!

Γ.Κ.: Και όμως υπάρχει! Θέλεις να βγάλουμε τώρα μια φήμη ότι η Ελισάβετ πολιτεύεται;

Ε.Κ.: Για μένα μάλλον θα ισχύσει η φήμη (γελάει), μια και μου έγινε ανάλογη πρόταση απ’ τον Δήμο Καλλιθέας που μένω! Δεν το σκέφτομαι για την ώρα, αλλά επειδή αγαπώ τον κόσμο και με αγαπά, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα μπορούσα να ασχοληθώ με τα κοινά και με τον τομέα των πολιτιστικών.

Πόσο σας έχει αγγίξει η κρίση προσωπικά και πόσο έχει αγγίξει τους ανθρώπους που είναι στο πλάι σας;

Ε.Κ.: Η κρίση έχει κάνει εμφανέστατα τα σημάδια της και στους γύρω μας και σε εμάς. Το θέατρο γίνεται πολυτέλεια πια, στην τηλεόραση μειώθηκαν τρομερά οι σειρές κι έμειναν πάρα πολλοί ηθοποιοί-σκηνοθέτες-σεναριο­γράφοι εκτός. Μα ας κοιτάμε εμάς, ας κοιτάξουμε την ανεργία που έχει κορυφωθεί πια, ας κοιτάξουμε όσους ψάχνουν μέσα στα σκουπίδια, όσους νέους δεν μπορούν ούτε καν να συντηρηθούν. Πρέπει να δοθεί χέρι βοηθείας, να μην αδιαφορούμε για το τι παθαίνει ο διπλανός μας!

Η κρίση έχει «χτυπήσει» και την τηλεόραση; Γίνονται πια ελάχιστες σειρές -μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού- και οι πιο πολλές είναι χαμηλού – πολύ χαμηλού κόστους. Το «Παρά Πέντε» θα μπορούσε να γίνει στις σημερινές συνθήκες;

Γ.Κ.: Δεν θα μπορούσε, πράγματι! Οπως δεν μπορούν να γίνουν κι άλλες πολύ καλές δουλειές που έμειναν στα συρτάρια για την ώρα – και για πολύ ακόμα φοβάμαι. Αλλά όταν βλέπεις ότι οι συνταξιούχοι που έπαιρναν 500 ευρώ παίρνουν τώρα 350 και πρέπει να ζήσουν μ’ αυτά, είναι προκλητικό να στέκεσαι στα της τηλεόρασης. Ανθρωποι λιμοκτονούν και θα κάτσω να ασχοληθώ γιατί δεν πήρε σάρκα κι οστά μια σειρά; Ε, όχι! Είναι και προκλητικό και γελοίο έχω να σου πω!

Σας στενοχωρεί που οι σειρές έγιναν τόσες λίγες πια;

Γ.Κ.: Με στενοχωρεί που δεν υπάρχει μέτρο στην τηλεόραση. Πετυχαίνει μια σειρά που αφορά ας πούμε τη μαγειρική και κάνουν μετά άλλες δεκαπέντε πάνω σ’ αυτή, μια και έχει το… συστατικό της επιτυχίας. Το μοναδικό συστατικό επιτυχίας που υπάρχει είναι να γίνεται μια δουλειά με μεράκι, αγάπη, όρεξη και ταλέντο. Αν υπάρχει αυτό και για το χόκεϊ να μιλά, καλά θα πάει!

Ε.Κ.: Να ‘κοίτα τι έγινε με το «Twenty» που έκανε ο Γιώργος. Μια εκπομπή με αποσπάσματα από αγαπημένα πρόσωπα και σίριαλ και να πάει τόσο καλά; Υπήρχε αγάπη από πίσω και μεράκι. Αυτή είναι -και μόνο αυτή!- η συνταγή της επιτυχίας. Ας αγαπήσουν λοιπόν αυτό που κάνουν και ας μην καίγονται μόνο για τα νούμερά τους.

Δεν φοβόμαστε τις συγκρίσεις

«Φωνάζει ο κλέφτης», λοιπόν, στο θέατρο «Ηβη». Φοβάστε τις συγκρίσεις που πιθανόν να γίνουν με την κινηματογραφική εκδοχή της κωμωδίας ή όχι;

Γ. Καπουτζίδης: Δεν φοβόμαστε τις συγκρίσεις, μια και δεν πάμε να συγκριθούμε με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς που έπαιζαν στην ταινία, τον Ηλιόπουλο, τη Βλαχοπούλου, τον Παπαγιαννόπουλο κ.λπ. Είναι χαζό να μπαίνεις σε τέτοια τριπάκια! Εμείς θέλουμε να καταθέσουμε τη δική μας αλήθεια στη θαυμάσια αυτή κωμωδία που περνάει σημαντικά μηνύματα κι όχι βέβαια να αναμετρηθούμε με… σκιές !Θα ‘ταν χαζό.

Ε. Κωνσταντινίδου: Σημασία έχει η αλήθεια που έχεις να δώσεις εσύ στον ρόλο και στο έργο και ο τρόπος που μπορείς να κάνεις το κοινό που ξέρει το κείμενο να γελάσει και πάλι μαζί του… Αυτό είναι το ζητούμενό μας κι όχι φυσικά η… αναμέτρηση και η σύγκριση με το δυνατό παρελθόν!

Γ. ΚΑΠΟΥΤΖΙΔΗΣ:
Να γίνω κάτι για το οποίο θα ντρέπομαι, δεν θα το κάνω ποτέ

Το «Just the two of us» που θα κάνεις στο Mega είναι μια εκπομπή που υπάρχεις σε αυτήν με αγάπη, Γιώργο;

Γ.Κ.: Δεν μπορώ να υπάρξω σε τίποτα αν δεν το αγαπώ. Αυτό που ζήτησα για να κάνω αυτήν την εκπομπή είναι να είναι διασκεδαστική και ψυχαγωγική, χωρίς κόντρες, ίντριγκες και παρασκήνια, καβγάδες και κιτρινισμούς. Αν αυτή η εκπομπή λοιπόν πάει καλά, χωρίς τα παραπάνω στοιχεία, πάει να πει ότι το περιβόητο επιχείρημα «Αυτά θέλει ο κόσμος!» δεν ισχύει. Αν δεν πάει καλά, πάει να πει ότι όντως αυτό θέλει ο κόσμος και θα πάρω εγώ το μάθημά μου! Κι αν ο κόσμος αυτό θέλει, τότε θα καθίσω να σκεφτώ αν θα… μεταλλαχτώ σε κάτι άλλο! Και να σου πω και κάτι; Δεν θα το σκεφτώ καν! Εχω ωραιότατη δουλειά στο θέατρο – και εδώ και στο «Rent» που έχω κάνει τη διασκευή. Να γίνω κάτι για το οποίο θα ντρέπομαι, δεν θα το κάνω ποτέ. Εδώ είσαι και εδώ είμαι.

Ε.Κ.: Είναι δώρο να κάνεις πράγματα που αγαπάς -όπως το «Παρά Πέντε» -, είναι δώρο να δουλεύεις σε μια τέτοια παραγωγή με καθοδηγητή τον ικανό Πέτρο Φιλιππίδη, που σε οδηγεί πάντοτε στο μεδούλι του ρόλου, και είναι κρίμα να λερώνεις τέτοια δώρα με κάτι που σε κάνει να ντρέπεσαι. Συμφωνώ απόλυτα με τον Γιώργο! Δεν αξίζει τον κόπο -όσα και να είναι τα αργύρια- να ξεπουλάς αυτό που είσαι και να προδίδεις τον εαυτό σου…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Το έργο του Δημήτρη Ψαθά «Φωνάζει ο κλέφτης» θα ανέβει στο θέατρο «Ηβη» το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου σε σκηνοθεσία του Πέτρου Φιλιππίδη και σε σκηνικά-κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ. Παίζουν οι Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Γιώργος Καπουτζίδης, Τάσος Κωστής, Γιώργος Λέφας, Δημήτρης Γεροδήμος, Κλέλια Ρένεση και Πόπη Χριστοδούλου. Παραγωγή «Θεατρική Εστία».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 03/10/2010

Μια «παιδική χαρά του σεξ»

Ενα διαβολάκι εισχωρεί στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και στήνει «τρελό ερωτικό καρναβάλι» μέσα στην παράσταση του Κώστα Γάκη «Δεν μιλάμε γι’ αυτά»

«Η παράσταση μιλάει για το σεξ, γι’ αυτό το απαστράπτον και βεβηλωμένο άβατο, που για τον καθένα είναι ένας διαφορετικός στίβος, μια εντελώς προσωπική ενδοχώρα...», λέει ο Κώστας Γάκης.

Μια «παιδική χαρά του σεξ» θα… λειτουργήσει σε λίγες ημέρες (και για όλη τη σεζόν) στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Δεν αναφερόμαστε βέβαια σε κάποιο σόου «ακατάλληλο για ανηλίκους» αλλά για μια παράσταση κατάλληλη για όλους τους σεξουαλικά ενήλικους (και μη…). Το έργο «Δεν μιλάμε γι’ αυτά» των Κώστα Γάκη, Προμηθέα Δοκιμάκη, Λευτέρη Καταχανά, Νάνσυς Μπούκλη και Στέλλας Νούλη, που κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη στο «Δώμα», επιχειρεί με παιγνιώδη τρόπο να ρίξει φως στα ταμπού που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητά μας και τον καταπιεσμένο ερωτισμό μας.

Ιδιωτική υπόθεση

Μια «παιδική χαρά του σεξ»

Το τι κάνουμε στο κρεβάτι μας είναι μια αυστηρά ιδιωτική υπόθεση αλλά καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ευδαιμονία μας και τη στάση μας απέναντι στους άλλους. Εξετάζοντας την «κανονικότητά» μας σε άμεση σύγκριση και αντιπαράθεση με ορισμένες ελαφρές ή πιο σοβαρές διαταραχές της λίμπιντο (εφαψίας, νεκρόφιλος, επιδειξίας, νυμφομανής κ.ά.), το έργο θέτει το ερώτημα κατά πόσο αυτή η κανονικότητα είναι συνώνυμο της σεξουαλικής μας ανεπάρκειας, παραπέμποντας σε ταμπού, άλλοτε μακρινά και τρομαχτικά (αιμομιξία, παιδοφιλία, σαδομαζοχισμός) κι άλλοτε πολύ κοντινά όπως αυνανισμός, οργασμός, απιστία, γύμνια.

«Είναι κάποιες φορές στη ζωή σου που αποφασίζεις να μιλήσεις για όλα όσα σε καίνε, να ανοίξεις το κουτί της Πανδώρας και να αφήσεις το πιο ανεξέλεγκτο και ατίθασο κομμάτι του εαυτού σου να εκφραστεί.

Κάπως έτσι αισθάνομαι σε αυτή τη σκηνοθεσία», λέει ο Κώστας Γάκης, ο οποίος, εκτός από συν-συγγραφέας, είναι ο σκηνοθέτης και ο υπεύθυνος για τη μουσική της παράστασης.

Αφετηρία και σταθερή αναφορά όλου του εγχειρήματος σε καλλιτεχνικό επίπεδο ήταν μια σειρά από τραγούδια που έγραψε ο Κώστας Γάκης (σε «διάφορες σκοτεινές στιγμές μου») τα προηγούμενα δέκα χρόνια. Τραγούδια που μιλάνε για την ηδονή άλλοτε ως βάλσαμο και μύρο κι άλλοτε ως φυλακή, απωθημένο και βίαιη έκφραση. Τραγούδια σκληρά για έναν αντεστραμμένο κόσμο με πόρνες, βιαστές, αυνανισμούς μέσα σε ασφυκτικές θρησκόληπτες οικογένειες, αιμοχαρείς εκφράσεις του ερωτισμού, κλίνες που μοιάζουν σαν τάφοι.

Οι πρόβες ήταν… «ό,τι πιο δύσβατο έχω ζήσει μέχρι τώρα στο θέατρο, μια διαρκής σύγκρουση με ιδέες, αισθητικές, μια διαρκής πάλη για διεύρυνση των ορίων μας, για την παραδοχή προσωπικών προκαταλήψεων, μια αέναη δύσκολη συνομιλία με ό,τι ορίζεται ως ταμπού» κατά τον σκηνοθέτη. «Κάθε μέρα μαθαίναμε όλοι μαζί και κάτι καινούργιο τόσο σε γνωσιακό επίπεδο διαβάζοντας μελέτες και βιβλία ή κάνοντας συνεντεύξεις στον δρόμο ρωτώντας τους περαστικούς από τις πιο απαλές έως τις πιο πολίτικλι κορέκτ ερωτήσεις.

Ενα θέμα περί σεξ θα μπορούσε να είναι εύκολα πιασάρικο αλλά και να «σκανδαλίσει», να γίνει «πιπεράτο». «Πιστεύω ότι η λέξη σκανδαλίζει δεν αφορά τη δική μου προσέγγιση γιατί δηλώνει μία κάπως επικριτική στάση απέναντι στα σημεία και στα τέρατα του σεξ. Εμείς δεν φοβόμαστε τα τέρατα αυτά αντίθετα τους δίνουμε λόγο και υπόσταση. Κάνουμε χρήση του γυμνού και με κωμικό και με υπαρξιακό-αισθησιακό τρόπο άλλα μόνο όταν υπάρχει λόγος. Δεν καταφεύγουμε στην εύκολη χρήση του για το θεαθήναι.

Μιλάμε σε 4-5 σημεία με αρκετά σκληρή γλώσσα αλλά το κάνουμε για να δείξουμε ότι η αγριότητα και η παρέκκλιση είναι κομμάτι της ζωής και ανθρώπινη έκφραση μιας ‘άλλης’ τρυφερότητας που μας ξενίζει διότι είμαστε καλά δεμένοι πάνω στο άρμα της «κανονικότητας» και του συντηρητισμού μας. Εξάλλου σε άλλα σημεία δεν διστάσαμε να κάνουμε μια μανιφεστικού τύπου επίθεση στον ρόλο που έχει παίξει η θρησκεία και οι απαγορεύσεις της στη σεξουαλική υγεία του σύγχρονου κόσμου».

Επομένως: «Ο στόχος δεν είναι το σκάνδαλο. Είναι η δημιουργία ερωτημάτων στο μυαλό των θεατών. Δεν είναι το σοκ, είναι η αναζήτηση της ανθρώπινης ζεστασιάς, δεν είναι η πρόκληση αλλά η ανάκληση της ευτυχίας που μας προσφέρει η ηδονή και η ουσιαστική ενασχόλησή μας με το «κάτω μας σώμα»».

Το σώμα και η ηδονή…

«Σαφώς μια παράσταση που ασχολείται με το σεξ δεν εμπεριέχει μόνο σκοτάδια. Υπάρχουν και αρκετές κωμικές σκηνές, φαρσικά ιντερμέδια, αθυρόστομα τραγούδια που «αλαφραίνουν και απενοχοποιούν το πειραχτήρι που κρύβουμε μέσα μας, αυτό το διαβολάκι που θέλει να μετατρέψει τη σκηνή σε ένα τρελό ερωτικό καρναβάλι, σε μια τελετή οργασμική, σε μια γιορτή αυτογελοιοποίησης και θράσους. Ε λοιπόν, ναι, δώσαμε χώρο και σε αυτό το διαβολάκι και βρήκαμε εκεί μια μυστική σχέση με τα αθυρόστομα τραγούδια της παράδοσής μας καθώς και με το μαύρο χιούμορ του ντραγκ σόου και του γαλλικού ερωτικού και παιχνιδιάρικου καμπαρέ», λέει ο Κώστας Γάκης.

Ποιο το ζητούμενο, εν τέλει; «Να ξυπνήσουμε με κάθε τρόπο απονεκρωμένα κέντρα ερωτισμού και τρυφερότητας του κοινού, να δημιουργήσουμε μια σκηνική εμπειρία αισθητηριακή, που να μεταφράζεται στο μυαλό του θεατή ως ελαφρύ αλλά ουσιαστικό ταρακούνημα σε σχέση με τις παγιωμένες αντιλήψεις του. Το έργο λέγεται «Δεν μιλάμε γι’ αυτά», αλλά θα θέλαμε με την έξοδο από τη θεατρική αίθουσα να έχει γεννηθεί στο κοινό η ανάγκη να μιλήσει γι’ αυτά και κυρίως να ασχοληθεί με το σώμα και την ηδονή του πιο ουσιαστικά και ολοκληρωμένα. Ακούγεται κάπως ουτοπικό αυτό, αλλά επειδή σε μας συνέβη, θα θέλαμε και το κοινό να βιώσει κάτι ανάλογο».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

«Δεν μιλάμε γι’ αυτά» των Κώστα Γάκη, Προμηθέα Δοκιμάκη, Λευτέρη Καταχανά, Νάνσυς Μπούκλη, Στέλλας Νούλη. Σκηνοθεσία-μουσική: Κώστας Γάκης. Σκηνικά: Γκάι Στεφάνου. Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκκορού. Παίζουν: Προμηθέας Δοκιμάκης, Λευτέρης Καταχανάς, Νάνσυ Μπούκλη, Στέλλα Νούλη. Θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα), από τις 6 Οκτωβρίου. Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21:15, Κυριακή 19:00. Εισιτήρια: 20€ (κανονικό), 15€ (φοιτητικό-νεανικό), 12€ (κάθε Πέμπτη).

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 03/10/2010

Ο Αγαμέμνων στο ταψί, η Κασσάνδρα στο φορείο

Πώς μια τριανδρία σκηνοθετών θεμελίωσε στις αρχές του 20ού αιώνα την παράδοση της σκηνοθεσίας της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στην Ελλάδα

Θωμάς Οικονόμου

«Μας εσερβίρισε τον Αγαμέμνονα στο ταψί και την Κασσάνδρα στο φορείο του Ευαγγελισμού »: το ειρωνικό αυτό σχόλιο δεν αφορά κάποιο μεταμοντέρνο θεατρικό μαγείρεμα που παρουσιάστηκε πρόσφατα στην Αθήνα αλλά παράσταση του 1932 με την υπογραφή του Φώτου Πολίτη. Οσο για την κριτική «σύνοψη» της παράστασης, αυτή δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της εποχής και έφερε την εξίσου ένδοξη υπογραφή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Ηταν άλλες εποχές εκείνες: άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο συντηρητικές απ΄ όσο νομίζουμε. Η ενδελεχής, ευανάγνωστη και κατατοπιστική μελέτη της Κατερίνας Αρβανίτη (επίκουρης καθηγήτριας στο Τμήμα Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών) μεταφέρει στον αναγνώστη όλο το ιστορικό της προσπάθειας για την αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας, όπως αυτή εκτυλίχθηκε στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Ο Θωμάς Οικονόμου, ο Φώτος Πολίτης και ο Δημήτρης Ροντήρης είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του πρώτου τόμου, κορυφαίες προσωπικότητες που συνδέθηκαν με το Εθνικό Θέατρο και άνοιξαν δρόμους σε τοπία ομιχλώδη. Ολοι τους αισθάνονταν τεράστια ευθύνη: η αρχαία τραγωδία καλούνταν να συνεισφέρει στη σφυρηλάτηση της πολιτισμικής ταυτότητας του νέου ελληνικού κράτους. Και αν όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά ή παρωχημένα σήμερα, πρέπει να θυμηθούμε ότι πριν από έναν αιώνα η αγωνία για τη συνέχεια της ελληνικής φυλής αναζητούσε επειγόντως δημιουργικές διεξόδους. Το στοίχημα ήταν δύσκολο. Πρώτος κλήθηκε να το κερδίσει ο Θωμάς Οικονόμου, ο οποίος προσελήφθη από το Βασιλικό Θέατρο το 1900.

Η παρθενική παράσταση

Η παρθενική παράσταση αρχαίας τραγωδίας το 1903 έφερε τη σκηνοθετική σφραγίδα Οικονόμου: επρόκειτο για την «Ορέστεια» του Αισχύλου σε μετάφραση του Γ. Σωτηριάδη. Η γλώσσα της μετάφρασης ήταν δημοτική με πολλά στοιχεία καθαρεύουσας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις και οδήγησε στα περίφημα Ορεστειακά, τη φοιτητική εξέγερση της 16ης Νοεμβρίου. Την εποχή εκείνη δύο ήταν τα στρατόπεδα: εκείνοι που πίστευαν ότι οι αρχαίες τραγωδίες πρέπει να παρουσιάζονται σε μετάφραση και εκείνοι που πίστευαν ότι τα αρχαία κείμενα είναι ιερά κειμήλια και πρέπει να ανεβαίνουν στο πρωτότυπο. Ο Οικονόμου ήταν ενάντιος σε κάθε στείρα αρχαιολαγνεία. Παρ΄ όλα αυτά ακολουθούσε πιστά την τάση της μόδας για ακραίο ιστορικό ρεαλισμό στη σκηνική αναπαράσταση της αρχαιότητας. Ταυτόχρονα όμως προσπαθούσε να εισάγει ένα πνεύμα εκσυγχρονισμού ευρωπαϊκής προέλευσης, π.χ. τις Ερινύες υποδύθηκαν άνδρες ηθοποιοί σκανδαλίζοντας μέλη του Τύπου και του κοινού.

Τις παραστάσεις του Οικονόμου στο Βασιλικό παρακολουθούσε ο Φώτος Πολίτης ως μαθητής Γυμνασίου. Και ο Δημήτρης Ροντήρης άλλωστε υπήρξε μαθητής του Οικονόμου στο Ωδείον Αθηνών. Οι δύο άνθρωποι που σφράγισαν τη μετέπειτα πορεία και θεμελίωσαν την παράδοση του Εθνικού Θεάτρου ήταν και οι δύο θαυμαστές του Οικονόμου.

Φώτος Πολίτης
Οι δύο μαθητές
Οταν ανέλαβε ο Πολίτης τη θέση του σκηνοθέτη τον Ιούλιο του 1931 απαίτησε να αποκλειστούν από το Εθνικό η Κοτοπούλη και η Κυβέλη – προς αποφυγήν της βεντετοκρατίας. Η παράσταση του «Αγαμέμνονα» το 1932 σημείωσε μεγάλη επιτυχία και ο Πολίτης καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες τους είδους.

Εδινε μεγάλη έμφαση στην πιστή απόδοση του κειμένου και στη σωστή εκφορά του λόγου, δηλαδή τη φορμαλιστική απαγγελία που απέρριπτε τον μελοδραματισμό. Η δική του καινοτομία ήταν η προσέγγιση της τραγωδίας μέσα από το πρίσμα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης. Σε άρθρο του στο Ελεύθερον Βήμα για την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, ο Πολίτης αντιπαραβάλλει το τραγούδι της ευριπίδειας ηρωίδας που παίρνει νερό από το ποτάμι με ένα δημοτικό τραγούδι με ηρωίδα μια Μανιάτισσα που αναγκάστηκε να φιλοξενήσει τους διώκτες του συζύγου της.

Δημήτρης Ροντήρης

Πανόραμα πολιτισμού

Τον Δεκέμβριο του 1934 ο Πολίτης πέθανε ξαφνικά. Πρώτος σκηνοθέτης διορίστηκε ο Δημήτρης Ροντήρης, ο οποίος προσπάθησε να βρει αντιστοιχίες μεταξύ τις τραγωδίας και των θρησκευτικών μυστηρίων που ήταν οικεία στον Νεοέλληνα (π.χ. της Θείας Ευχαριστίας) θεωρώντας ότι εκεί έγκειται η σύγχρονη αναλογία του τελετουργικού χαρακτήρα της τραγωδίας. Αξιοποίησε και αυτός τα δημοτικά τραγούδια, τους λαϊκούς χορούς και τα μοιρολόγια. Επιπλέον θεώρησε απαραίτητο- στο πλαίσιο αναζήτησης αυτής της περίφημης συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού που τόσο μας καταδιώκει- να συνδέσει την αρχαία τραγωδία και με το Βυζάντιο, τον ενδιάμεσο κρίκο. Ετσι κατά τη διάρκεια μιας παράστασης τραγωδίας διά χειρός Ροντήρη μπορούσε κανείς να ελπίζει σε ένα πανόραμα του ελληνικού πολιτισμού ανά τους αιώνες (σ.σ.: η επισήμανση δική μου).

Στον Ροντήρη οφείλουμε, πάντως, την επιστροφή της τραγωδίας στο ύπαιθρο καθώς και την καθιέρωση του θεσμού του Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Μαύρο θέατρο για παιδιά

Στον «Κόσμο του Ολίβιου» μας ταξιδεύει ο Νικόλας Ράπτης μέσα από μια διαδραστική παιδική παράσταση για την καταστροφή του περιβάλλοντος και τον όλο και αυξανόμενο ατομικισμό. Mια διαδραστική παιδική θεατρική παράσταση που μπλέκει περίτεχνα την τεχνική του Μαύρου Θεάτρου και τη συμμετοχή του κοινού στην εξέλιξη της ιστορίας της είναι αυτή του «Κόσμου του Ολίβιου» που θα φιλοξενείται από σήμερα και κάθε Σάββατο και Κυριακή στο «Ιλίσια-Ντενίση»

Οι θεματικοί άξονες που διατρέχουν την παράσταση στηρίζονται σε σημαντικές αρχές και αξίες της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, η διαχείριση της

Οι θεματικοί άξονες που διατρέχουν την παράσταση στηρίζονται σε σημαντικές αρχές και αξίες της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, η διαχείριση της απώλειας και του φόβου.

Ο μαγικός κόσμος της σκηνής σε συνδυασμό με τις φαντασμαγορικές δυνατότητες που προσφέρει η τεχνική του Μαύρου Θεάτρου δημιουργούν ένα υπερθέαμα -με κύριους θεματικούς άξονες την προστασία του περιβάλλοντος, τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, τη διαχείριση της απώλειας και του φόβου, την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτενέργειας, τη δύναμη της ομαδικότητας και της συνεργασίας- που ζωντανεύει βήμα βήμα κι εξελίσσεται «μαγικά» μπροστά στα μάτια των θεατών. Τι είναι όμως αυτός ο… Κόσμος του Ολίβιου;

Μαύρο θέατρο για παιδιά

Ονειρα και ανησυχίες

Ο Νικόλας Ράπτης που υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία της πρωτότυπης παράστασης μας τον… συστήνει! «Ο Ολίβιος είναι ένα παιδί τού σήμερα, γεμάτο όνειρα αλλά και ανησυχίες. Ενα τυχαίο γεγονός τον φέρνει στο θέατρο, τον χώρο όπου εργαζόταν ο παππούς του και είναι γεμάτος με γλυκές αναμνήσεις από τη σχέση τους. Μοιράζεται με τους θεατές τις σκέψεις του για τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας που τον απασχολούν: την καταστροφή του περιβάλλοντος, τα θέματα της καθημερινότητάς του, τον όλο και αυξανόμενο ατομικισμό στην κοινωνία μας.

Μια μυστηριώδης βαλίτσα κι ένας απρόσμενος επισκέπτης γίνονται το έναυσμα για να πιστέψει στον εαυτό του και να ξεκινήσει, έτσι, ένα ταξίδι σε τόπους που ποτέ δεν φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να επισκεφτεί, αναζητώντας τη λύση στα προβλήματά του και την αναγέννηση της ελπίδας του/μας. Ενα ταξίδι που θα κάνει παρέα με τους θεατές και την «παραμυθένια» φίλη του, γιατί τώρα ξέρει ότι όλοι μαζί, ενωμένοι, μπορούμε να κάνουμε πιο εύκολα τα όνειρά μας πραγματικότητα».

Μπορεί, ρωτάω τον σκηνοθέτη-συγγραφέα του έργου, μια θεατρική παράσταση να δώσει μηνύματα στα παιδιά και μάλιστα σε τόσο τρυφερή ηλικία για το περιβάλλον; Πώς το πετυχαίνει αυτό ο «Κόσμος του Ολίβιου»; «Το θέατρο αποτελεί την πλέον επικοινωνιακή ζωντανή τέχνη κι αυτό του δίνει μία σχεδόν μεταφυσική δύναμη να μπορεί, μέσα από τη σκηνική δράση, να μεταδίδει στον θεατή, με αξιοθαύμαστη ευκολία, τα μηνύματα του έργου. Για να γίνει αυτό, όμως, απαιτείται μια προσεγμένη δουλειά στο επίπεδο του κειμένου.

«Ο Κόσμος του Ολίβιου» αποφεύγει σκόπιμα κάθε ηθικοδιδακτική παρέμβαση. Στόχος δεν είναι να διδάξουμε, αλλά να νιώσουμε, να μοιραστούμε και να κατανοήσουμε. Οι θεματικοί άξονες που διατρέχουν την παράσταση στηρίζονται σε σημαντικές αρχές και αξίες της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, η διαχείριση της απώλειας και του φόβου, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτενέργειας, η δύναμη της ομαδικότητας και της συνεργασίας.

Ολα αυτά τα θέματα γίνονται διακριτικοί μοχλοί για να προκαλέσουν τη ροή της ιστορίας και να μας ταξιδέψουν στον φανταστικό κόσμο του Ολίβιου». Συνεχίζοντας τον ρωτώ για τη «διαδραστική» διάσταση της παράστασης και αν θεωρείται πλέον ότι τα… στατικά παιδικά θεάματα αποτελούν παρελθόν. «Είναι αλήθεια ότι οι εποχές αλλάζουν και μαζί με τις εποχές αλλάζουν οι συνήθειες, οι αξίες, η ιδιοσυγκρασία των λαών. Το θέατρο, ιστορικά αποδεδειγμένα, καταγράφει όλες αυτές τις αλλαγές στο DNA του, σε όποιο επίπεδο κι αν συντελούνται και εξελίσσεται παράλληλα με την κοινωνία.

Εχω την αίσθηση ότι αυτό ακριβώς είναι που κάνει το θέατρο διαχρονικό και επιτρέπει τις νέες «αναγνώσεις» παλαιότερων έργων με μία φρέσκια ματιά, σε σύγχρονα σκηνοθετικά πλαίσια και ερμηνευτικές φόρμες. Το ίδιο συμβαίνει και στο παιδικό θέατρο. Το παιδί τού σήμερα χαρακτηρίζεται από την ταχύτητα της γνώσης και της πληροφόρησης. Οι εικόνες τρέχουν γύρω του κι αυτό απορροφά με εντυπωσιακή ευχέρεια ό,τι πραγματικά το ενδιαφέρει. Το να του προτείνεις, λοιπόν, μια θεατρική παράσταση όπως θα ανέβαινε το 1980, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον και, σίγουρα, κανένα νόημα για το παιδί του 2010.Από την άλλη μεριά, βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι μια παράσταση που βασίζεται σε μία απλή πλοκή αλλά διαθέτει ένα «δυνατό» κείμενο δεν μπορεί να συγκινήσει και να κρατήσει το ενδιαφέρον ενός παιδιού.

Ο Ολίβιος ήθελα να κάνει ένα μαγικό ταξίδι παρέα με τους θεατές. Αυτό με έκανε να ψάξω τρόπους για να «συνεργαστούν» και να «ξεπεράσουν» τα εμπόδια που θα συναντήσουν στον δρόμο τους.

Στον «Κόσμο του Ολίβιου» ο θεατής επεμβαίνει στην πλοκή, βοηθάει τον ήρωα να φτάσει τον στόχο του, γίνεται συμμέτοχος στη δράση, χαίρεται και συγκινείται μαζί του. Νομίζω ότι ο μικρός και, γιατί όχι, ο μεγάλος θεατής θα θυμάται το ταξίδι του στον «Κόσμο του Ολίβιου» για πολύ καιρό μετά την παράσταση. Αυτό θα είναι η επιτυχία του Ολίβιου. Αυτό ελπίζω να συμβεί».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο – Σκηνοθεσία: Νικόλας Ράπτης. Σκηνικά – κοστούμια: Ισαάκ Μαυρίδης, Μαρία Ταπίνη. Κινησιολογία: Κωνσταντίνος Κατσαμάκης. Πρωτότυπη μουσική: Αλκαίος Αβδελάς. Μουσική επιμέλεια: Νικόλας Ράπτης, Ρόη Πορφύρη, Λεμονιά Γιανναρίδου. Σχεδιασμός Φωτισμού: Ελίζα Αλεξανδροπούλου. Δημιουργία βίντεο: Πηνελόπη Αναστασιάδου. Φωτογραφία: Νίκος Ράκκας. Παίζουν: Κωνσταντίνος Κατσαμάκης, Βλάσης Πασιούδης, Καλλιόπη Τζερμάνη, Χρήστος Βελιάνο, Μαρία Θωμά, Ελενα Καλλιγέρη, Δανάη Λαζοπούλου, Σωτηρία Λεγάτου, Αναστασία Σκοπελίτη. Παραγωγή: Τεχνηέντως 010. Παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 15.00 και Κυριακή στις 12.00 Καθημερινά (Δευτέρα – Παρασκευή) οργανωμένες παραστάσεις μόνο για σχολεία.

  • Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 03/10/2010

Ο «λοξίας» Ευριπίδης

Τα Νέα, Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010
Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

Σε αρκετά από τα σωζόμενα έργα του, ο Ευριπίδης προχωρούσε σε τολμηρές ανατροπές των κοινόχρηστων μύθων ανατρέποντας συγχρόνως και τους δραματουργικούς πυρήνες των προϋπαρξάντων δραματικών ποιητών

Στο κείμενο της περασμένης εβδομάδας ασχολήθηκα με τον ευριπιδικό μοντερνισμό στις «Φοίνισσες» όπου ο εκλεκτικιστής συνομιλητής των σοφιστών κατά Σωκράτη τρίτος μέγας τραγικός ποιητής ανατρέπει τον καθιερωμένο μύθο καινοτομώντας και «ανασταίνει» την Ιοκάστη που ο Σοφοκλής (τουλάχιστον στα σωζόμενα κείμενα του τραγικού κύκλου) την είχε εκπληκτικά οδηγήσει κατά το εικός και το αναγκαίον στην αυτοχειρία, ύστερα από την αποκάλυψη πως ο Οιδίπους ήταν γιος της, δολοφόνος του πατέρα του και ακούσιος σύζυγος, αιμομίκτης και πατέρας των τεσσάρων παιδιών τους. Και είχα εκφράσει την απορία πώς αυτή η τολμηρή πρωτοβουλία του Ευριπίδη δεν είχε απασχολήσει σοβαρά τις σύγχρονες τουλάχιστον ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, αφού ο τραγικός ποιητής παρουσίαζε τη θηβαία βασίλισσα να συγκατοικεί με τον τυφλό καταραμένο γιο και σύζυγό της και να τρέφει τρυφερά συναισθήματα υψίστης μητρικής στοργής προς τα άρρενα τέκνα της με τη συντροφιά της κόρης της Αντιγόνης, χωρίς να αναφέρει μέσα σ΄ ολόκληρο το σώμα του ποιητικού κειμένου ούτε μία τύψη, μία ενοχή, για όσα είχαν στο παρελθόν συμβεί. Κι όλα αυτά ενώ ακόμη ζει ο Σοφοκλής, ο οποίος μετά τις «Φοίνισσες» θα γράψει τον «Οιδίποδα στον Κολωνό» όπου επιμένει στην αυτοχειρία της Ιοκάστης και έρχεται και αναλύει συνταρακτικά τα επίχειρα της τραγικής του μοίρας.

Και η σοφόκλεια εμμονή στα δικά του μυθολογικά συμφραζόμενα αποδεικνύεται από μία θα έλεγα ειρωνική προσπάθεια να συνδέσει τον «μύθο» του δικού του έργου με του Ευριπίδη. Πράγματι ο «Οιδίποδας στον Κολωνό» αρχίζει σαν να συνεχίζει το τέλος των «Φοινισσών». Ο Ευριπίδης βάζει τον γέροντα καταραμένο τυφλό να εγκαταλείπει τη Θήβα για να μεταβεί στην Αθήνα και ο Σοφοκλής στον πρόλογο της τραγωδίας του εισάγει τον τυφλό γέροντα με τη συνοδεία της Αντιγόνης να εισέρχεται στον ναό των Ευμενίδων στον Κολωνό.

Αν τονίζω αυτές τις ενδοποιητικές αντιδράσεις είναι για να διαπιστώσω πως η τολμηρή διασκευή του μύθου από τον Ευριπίδη ήταν πέρα από τα όρια όχι μόνο της δραματουργικής παράδοσης αλλά κυρίως της ηθικής. Ακόμα και σήμερα δεν θα μπορούσε κανείς εύκολα να δικαιολογήσει αυτή τη συγκατοίκηση, αβίαστη και απενοχοποιημένη, δύο αιμομικτών και ενός πατροκτόνου με τα παιδιά της αιμομικτικής του με τη μητέρα του συνουσίας.

Το πράγμα θα ήταν ανεξήγητο αν ο Ευριπίδης σε αρκετά από τα σωζόμενα έργα του δεν προχωρούσε σε τέτοιες τολμηρές ανατροπές των κοινόχρηστων μύθων ανατρέποντας συγχρόνως και τους δραματουργικούς πυρήνες των προϋπαρξάντων δραματικών ποιητών που είχαν χρησιμοποιήσει τους ίδιους μύθους. Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» όλο το σινάφι των ηρωικών από το ομηρικό έπος πρωταγωνιστών (Αγαμέμνων, Μενέλαος, Οδυσσεύς, Κάλχας, Αχιλλεύς) είναι ένα σμάρι φαυλεπίφαυλοι πλιατσικολόγοι, εκβιαστές, δειλοί, συκοφάντες κ.λπ.

Στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» πέρα από το γεγονός πως καταδικάζονται οι βάρβαροι για τις ανθρωποθυσίες τους ενώ η ιέρειά τους είναι Ελληνίδα θυσια σθείσα από τον πατέρα της (!), ο Ευριπίδης εισάγει μια ανήκουστη διασκευή του μύθου, τροποποιώντας την καθιερωμένη από την «Ορέστεια» απόφαση του Αρείου Πάγου που αθωώνει τον Ορέστη και παρουσιάζοντας τις Ερινύες που πλασματικά μειοψήφησαν (επί ισοψηφίας ως γνωστόν του δικαστηρίου επικράτησε η ψήφος της προεδρεύουσας Αθηνάς) να συνεχίζουν να τον κυνηγούν έως την εσχατιά της ταυρικής χώρας.

Αυτός ο ίδιος γνωστός από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή μητροκτόνος κατ΄ εντολήν του Απόλλωνα εκδικητής (αθώος στον Αρειο Πάγο από τον Αισχύλο, ατιμώρητος από τον Σοφοκλή στην «Ηλέκτρα» του), στον «Ορέστη» του Ευριπίδη είναι ένας καταθλιπτικός άρρωστος με παραισθήσεις και ενοχικά σύνδρομα φονιάς, εκδικητικός και ανελέητος.

Το άκρον όμως άωτον της τόλμης του Ευριπίδη είναι ο Ορέστης στην «Ανδρομάχη» του. Φτάνει στην ουσία να διεκδικήσει την Ερμιόνη, πρώτη του εξαδέλφη που του την έχει υποσχεθεί ο Μενέλαος, κυνικός θείος του, τώρα όμως παντρεμένη με τον γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο. Ε λοιπόν αυτός ο κυνικός απενοχοποιημένος Ορέστης, εκδικητικός και ύπουλος, δολοφονεί τον Νεοπτόλεμο ιερόσυλα, μέσα στο ιερό του Δελφικού Απόλλωνα.

Ανατρέποντας την εικόνα της αισχύλειας παρθένας και σοφόκλειας άτεγκτης και ταγμένης στον θρήνο Ηλέκτρας, ο Ευριπίδης εισάγει μια παντρεμένη με έναν τίμιο, ευθύ αγροίκο νοικοκυρά που κατορθώνει να φέρει στο καλύβι της την Κλυταιμνήστρα χρησιμοποιώντας ως δόλωμα μια υποθετική γέννα και την παράκληση η μητέρα της να τη μυήσει στα χρέη της λεχωνιάς!

Η «Μήδεια» ως γνωστόν στην κοινόχρηστη μυθολογική αντίληψη δεν ήταν παιδοκτόνος, αντίθετα λατρευόταν (και υπάρχουν και τεκμήρια) ως θεότητα. Οσον αφορά την Ελένη, ο Ευριπίδης κάτω από την ανατρεπτική οπτική του «Εγκωμίου Ελένης» του σοφιστή Γοργία τη βάζει να στιχοποιεί το σοφιστικό πυροτέχνημα με τα ίδια επιχειρήματα στις «Τρωάδες» για να αιτιολογήσει τη μοιχεία της αλλά και στην ομώνυμη τραγωδία, όπου διασκευάζει παλαιότερη εκδοχή (πιθανόν και από τον «Πρωτέα», σατυρικό δράμα, τέταρτο στην τριλογία «Ορέστεια» του Αισχύλου) όπου η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και το μακελειό έγινε για ένα νεφελώδες είδωλό της.

Ακόμη και αν δεν ανιχνεύαμε μέσα στις τραγωδίες του Ευριπίδη ιδεολογικά ίχνη της σοφιστικής, φτάνει η τολμηρή του διασκευαστική του μύθου μανία για να στηρίξει το επιχείρημα του μοντερνισμού του. Γιατί βέβαια η σοφιστική σ΄ όλο το εύρος του θεματολογίου της (μουσική, ιατρική, πολιτειολογία, γεωγραφία, κ.τ.λ.) κινήθηκε επάνω σε δύο άξονες- τον ορθολογισμό και τη σχετικοκρατία.

Αυτοί οι δύο άξονες ερμηνεύουν και καθορίζουν τις προσεγγίσεις ακόμη και τις χρήσεις του μυθολογικού υλικού από τον Ευριπίδη. Ολα είναι ρευστά, πιθανά, ενδεχόμενα, όλα μπορούν να ειδωθούν από άλλη οπτική γωνία, ακόμη και λοξά, στρεβλά, εκ των έσω, από απόσταση και σε γκρο πλαν.

Ολοι οι μεγάλοι καινοτόμοι του θεάτρου, όσοι ανέτρεψαν τα καθιερωμένα πρότυπα, όσοι στην εποχή τους μιμήθηκαν τον Ευριπίδη, εκούσια ή ακούσια, ακολούθησαν. Ως ανατροπέα κατηγόρησε τον Σαίξπηρ ο Μπεν Τζόνσον, ο Γκότσι της κομέντια ντελ άρτε τον ρεαλιστή Γκολντόνι, ως μοντέρνος εμφανίστηκε ο Μπίχνερ, μετά τον ρομαντισμό του Σίλερ, ο Στρίντμπεργκ μετά τον Ιψεν, ο Τσέχωφ, ο Πιραντέλο, ο Μπρεχτ και ο Μπέκετ. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ολοι τους ήταν σοφιστές. Δηλαδή διαφωτισμένοι και πιθανολόγοι εραστές του τυχαίου, του σχετικού. Παιδιά του Πασκάλ, του Ρουσό, του Αϊνστάιν, του Χάιντεγκερ. Και εγγόνια του Ηράκλειτου που ο Χρόνος- παις έπαιζε αιωνίως ζάρια.

Ακόμη και αν δεν ανιχνεύαμε μέσα στις τραγωδίες του Ευριπίδη ιδεολογικά ίχνη της σοφιστικής, φτάνει η τολμηρή του διασκευαστική του μύθου μανία για να στηρίξει το επιχείρημα του μοντερνισμού του

Η Ρούλα Πατεράκη σε συνεχείς «Μεταμορφώσεις»

Ολοκληρώνοντας τη σκηνική δουλειά που είχε αρχίσει πριν από δύο χρόνια πάνω στο έργο του Γιάννη Πάνου Ιστορία των μεταμορφώσεων, η Ρούλα Πατεράκη, σύντροφος και σύζυγος του πρόωρα χαμένου λογοτέχνη, παρουσιάζει σε έναν κύκλο εννέα «μελοδραματικών αναγνώσεων» τη σκηνική αποτύπωση και των πέντε κεφαλαίων της σπουδαίας αυτής φιλοσοφικής παραβολής.

Η Ιστορία των μεταμορφώσεων υπήρξε το κύκνειο άσμα του Γιάννη Πάνου, που χάθηκε ξαφνικά σε ηλικία 55 ετών, έχοντας όμως προλάβει, ήδη με το έργο του Από το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον, να δημιουργήσει μια μεγάλη τομή στην ελληνική πεζογραφία. Το έργο δομείται σε πέντε φαινομενικά ανεξάρτητους παραβολικούς κύκλους, που όμως, ξεκινώντας από ένα μυθικό ή ιστορικό πρόσωπο, το παρακολουθούν καθώς, μέσα από αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, βιώνει τη δραματική περιπέτεια της θέωσης.

Η Ρ. Πατεράκη, η οποία είχε παρουσιάσει το 2008 στη Θεσσαλονίκη (αλλά και στην Αθήνα αργότερα) τον Φιλόσοφο, το τρίτο κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής, μέσα από την πολιτική περιπέτεια και τις φιλοσοφικές αντιφάσεις του χριστιανισμού, βιώνει την περιπέτεια της αίρεσης, σε συνεργασία με την Εταιρεία Θεάτρου Συν-Επί, κάθε Τετάρτη, αρχής γενομένης από τις 6/10, θα παρουσιάζει στο Από Μηχανής Θέατρο το σύνολο του έργου. Ο Διονύσης Μαλλούχος στο πιάνο θα παρακολουθεί τη σκηνική δράση, ερμηνεύοντας κομμάτια του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, διαφορετικά κάθε φορά, ενώ πριν από κάθε παράσταση θα ακούγεται ηχογραφημένη η περίληψη των προηγούμενων κεφαλαίων του βιβλίου. Παράλληλα, στην αρχή κάθε κύκλου (ο δεύτερος θα διαρκέσει από 9/2 έως 6/4/2011) ο φιλόλογος Αριστοτέλης Σαΐνης θα προλογίζει το έργο του συγγραφέα Γιάννη Πάνου. Η επιμέλεια του εικαστικού περιβάλλοντος ανήκει στον Νίκο Αναγνωστόπουλο.

«Πώς να πω» Μπέκετ…

Τα κωμικά στοιχεία στο έργο του Μπέκετ, το ιδιότυπο χιούμορ και τη σκληρή ειρωνεία του Ιρλανδού δραματουργού, που στις συνήθεις αναγνώσεις του μπεκετικού έργου περνούν σε δεύτερη μοίρα, επιδιώκει να αναδείξει ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης στην καινούργια δουλειά της θεατρικής ομάδας Angelus Novus που παρουσιάζεται από σήμερα, για δύο τριήμερα (1-3 και 8-10/10), στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Σοφούλη της Καλαμαριάς.

Κάτω από τον γενικό τίτλο Πώς να πω, παρουσιάζονται μονόπρακτα γραμμένα σε μια περίοδο που εκτείνεται από το 1937 έως το 1988, αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό τους. Ο μίτος όμως που τα ενώνει μέσα στο χρόνο είναι η ίδια έγνοια του συγγραφέα για τη θέση και τον ρόλο του λόγου, της υπερκατανάλωσής του ή της στέρησής του, στις σχέσεις των ανθρώπων και στη ζωή τους. Από την πολιτική Καταστροφή, του αυταρχικού σκηνοθέτη που επιδιώκει να εκμηδενίσει τον πρωταγωνιστή του, στο Πηγαινέλα, τις φανερές και κρυφές, για τον θεατή, συνομιλίες τριών γυναικών, το μονόπρακτο που δίνει και τον τίτλο της παράστασης, το τελευταίο που δημοσίευσε ο Μπέκετ πριν πεθάνει, και τα Πράξη χωρίς λόγια 2 και Play, η οντολογική αγωνία διατρέχει το έργο του Ιρλανδού συγγραφέα, καθώς κινείται αέναα ανάμεσα στο λόγο και τον μη λόγο.

Τα πέντε μονόπρακτα, στην παράσταση της ομάδας Angelus Novus, συνδέονται μεταξύ τους με μελοποιημένα Ποιήματα και αποσπάσματα από τις Σαχλοκουβέντες.

Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί Στέλλα Βογιατζάκη, Θέμης Θεοχάρογλου, Μαρία Μουστάκα και Δημήτρης Χατζημιχαηλίδης, ενώ τη μουσική του εκτελεί ζωντανά ο Κωστής Βοζίκης.