Ενας καβγάς, η Λυσιστράτη και ο φόβος των τακουνιών

  • ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ

Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη, TA NEA: Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

  • Το πρώτο sold-out των φετινών Επιδαυρίων πέτυχε ο Αριστοφάνης του Εθνικού το Σάββατο µε περίπου 10.000 προπωληµένα εισιτήρια – και 8.500-9.000 θεατές στην πρεµιέρα. Η παράσταση του Γιάννη Κακλέα µε τον Βασίλη Χαραλαµπόπουλο ως πρωταγωνιστή, είχε χειροκρότηµα, συγκίνηση, ψηλά τακούνια και πολλά… σουτιέν

Η σκηνή της Επιδαύρου φωτίζεται. Η µουσική ξεκινά. Ηµίγυµνα κορµιά, ανδρικά και γυναικεία, αγκαλιάζονται και χωρίζουν σε έναν παράξενο χορό… «Πολύ παλιά η φύση µας δεν ήταν αυτή που είναι σήµερα», ακούγεται. «Τα γένη των ανθρώπων ήταν τρία: το αρσενικό, το θηλυκό και το ανδρόγυνο, που είχε µεγάλη δύναµη και µεγάλη έπαρση. Οι ανδρόγυνοι τα έβαλαν µε τους θεούς και ο Δίας για να τους τιµωρήσει τους χώρισε στα δύο.

Εκτοτε ο άνθρωπος, απαρηγόρητος, ψάχνει να βρει το άλλο του µισό και ο µόνος που µπορεί να τη γιατρέψει την παλιά πληγή του είναι ο έρωτας». Ξαφνικά, ψηλά από το κοίλον του αρχαίου θεάτρου ακούγονται φωνές. Αναστάτωση. «Τι κάνεις, ρε συ; Ε; Τι κάνεις;», ακούγεται µια οργισµένη ανδρική φωνή. Ο άντρας ντυµένος µε µαύρο κοστούµι και γραβάτα σηκώνεται και µιλάει δυνατά σε µια γυναίκα (µε µαύρο φουστάνι). Το κοινό γύρω έχει ενοχληθεί πολύ. «Ασ’ την ήσυχη».

«Τι κάνεις, ρε;», «Δεν ντρέπεσαι, µ…;», «Ψευτόµαγκα», ακούγονται οργισµένες φωνές, πρώτα γύρω του και στη συνέχεια καλύπτουν όλο το πέταλο, ενώ εκείνος την τραβάει στα σκαλιά. «Πάµε να φύγουµε» της φωνάζει, τραβώντας την όλο και πιο άγρια.

«Ουουουου» βοά το κοινό. Κάποιοι σηκώνονται να τον εµποδίσουν. «Αίσχος», «Ντροπή σου». Τι κι αν το ζευγάρι έχει ήδη βρεθεί στη σκηνή. Το κοινό είναι εξοργισµένο. «Δεν υπάρχει Αστυνοµία να τον µαζέψει;», κραυγάζει κάποιος. «Ντροπή».

«Δεν σε φοβάµαι πια», φωνάζει εκείνη. «Θέλεις πόλεµο; Θα τον έχεις». Κάπου εκεί το συνειδητοποιούν όσοι αποδοκιµάζουν τον άντρα: είναι η συνέχεια της παράστασης. Εκείνη βγάζει το εσώρουχό της και το πετάει (στον Γιώργο Παπαγεωργίου, γιο της Φιλαρέτης Κοµνηνού, που µετά την παράσταση εξοµολογούνταν πως τα χρειάστηκε µε την αντίδραση του κοινού): «Πάρε κι αυτό για να µε θυµάσαι. Καλή διασκέδαση, µ…», λέει και φεύγει. Και η προηγούµενη οργή του κοινού ξεσπά σε ένα πολύ δυνατό χειροκρότηµα… Προκλητικά ξεκίνησε η «Λυσιστράτη» του Εθνικού Θεάτρου. Και µάλλον δραµατικά. Αλλωστε αυτό, το δραµατικό στοιχείο, φαίνεται πως ήθελε να κοµίσει στη νέα δική του ανάγνωση της αριστοφανικής κωµωδίας ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας. Καθώς ο καβγάς ακολουθεί, σε εµβόλιµα «σκετς», το κείµενο (σε απόδοση Κ.Χ. Μύρη). Φέρνοντας σκηνές από την – καθηµερινή; – µάχη των δύο φύλων στην κόντρα των γυναικών της αρχαίας Ελλάδας µε τους άνδρες και τον «εκβιασµό» τους µε σεξουαλική αποχή και µε την κατάληψη του ταµείου, ώστε να σταµατήσει ο πόλεµος.

Το έχει ξεκαθαρίσει από την αρχή ο σκηνοθέτης.

Βάζοντας το ανδρόγυνο στο παιχνίδι της «Λυσιστράτης». Και εξηγώντας το. Με τον χορό των ανδρών – του πολέµου και της εξουσίας, άλλοτε µε κοστούµια, άλλοτε µε φόρµες εργασίας, άλλοτε µε στολές αστυνοµικών – από τη µια, µε το γυναικείο να εµφανίζεται κάθε που ο Αριστοφάνης ανακεφαλαιώνει διδάγµατα – µε κοστούµια σε άσπρο µαύρο και… τούλι – και µε το ανδρόγυνο «πανταχού παρών» στη σκηνική δράση.

Κάρµεν Μιράντα
Αρχής γενοµένης από τη Λυσιστράτη (Βασίλης Χαραλαµπόπουλος). Πάνω στο παράξενο επικλινές σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη: ένα τµήµα οδοστρώµατος, υπόλευκο, µε διαχωριστική γραµµή, ένα λευκό περιπολικό στην «ανηφοριά», λευκά λάστιχα αυτοκινήτων, µια λευκή βέσπα και γύρω λευκά ποδήλατα, µπαούλα, µεταλλικά κρεβάτια, κιβώτια… Το κοινό χειροκρότησε θερµά την είσοδο της Λυσιστράτης. Με µια καπελαδούρα και φουρό από σατέν ασπρόµαυρα σουτιέν, σιθρού τούλι στην κοιλιά – µια ασπρόµαυρη Κάρµεν Μιράντα! Κι έπειτα ήρθε ντυµένη µε ροζ σουτιέν, στο φόρεµα, στο καπέλο, παντού, η πανύψηλη Κλεονίκη (Γιώργος Χρυσοστόµου). Και οι… άλλες.

Πολύχρωµες, προκλητικές, ένας στρατός από drag queens, όχι ακριβώς γυναίκες αλλά περφόρµερ, ανδρόγυνοι διασκεδαστές.

Με κάτι από κόµικς (έτσι δεν είχαµε πρωτογνωρίσει τον Γιάννη Κακλέα στον Τεχνοχώρο;) και κάτι από την αυστραλιανή ταινία «Πρισίλα, η βασίλισσα της ερήµου», των ‘90s.

Η µουσική του Σταύρου Γασπαράτου, σεµνά και υποβλητικά, από την ambient εισαγωγή της περνά στο πιο… trance της για να κορυφώσει στον ξεκαρδιστικό και πολυχειροκροτηµένο Ορκο (αποχής από το σεξ). Σε κάποια στιγµή γίνεται πιο «ροµαντική», υπογραµµίζοντας αλλά όχι σκεπάζοντας τη δράση και κυρίως τον αριστοφανικό λόγο. Τον οποίο είναι από τις λίγες φορές που ακούσαµε αρθρωµένο, δίχως – ευτυχώς! – τις εύκολες και κάποτε φτηνές προσθήκες «επιθεωρησιακών» στοιχείων (πολιτικά σχόλια, συνθήµατα δηµοφιλών διαφηµίσεων – όπως το 11888 – τσιτάτα από τραγούδια και ελληνικές ταινίες…) που πολύ «φοριούνται» τα τελευταία χρόνια στον Αριστοφάνη.

Μοναδική αναφορά στα πολιτικά, απευθείας από τον πάντα επίκαιρο Αριστοφάνη, ήταν στα µαθήµατα… οικιακών προς τον Πρόβουλο (Χρήστο Χατζηπαναγιώτη). Οταν του εξηγούν πως χτυπάνε το µαλλί µε τον κόπανο για να φύγουν τα αγκάθια, «να απαλλαγεί η χώρα από τους κλέφτες, τους πονηρούς και τις συµµορίες» (δυνατό χειροκρότηµα). Και πως απ’ αυτό το κουβάρι µαλλί – «κλωστές απ’ αυτής της πόλης το µαλλί είναι κι οι δικοί µας µετανάστες, ας µην το ξεχνάµε», λέει η Λυσιστράτη – απ’ αυτό το ανθρώπινο κουβάρι πρέπει οι πολιτικοί να υφάνουν ένα ζεστό παλτό για ΟΛΟ τον λαό, επιτέλους (ακόµη πιο δυνατό χειροκρότηµα και συγκίνηση).

  • «Λαµπιντόλµπι σαράουντ»

Οσο για την επόµενη δράση, ούτε στον Χρησµό, ούτε στη Συµφιλίωση, αργότερα, ούτε στον Μύθο, η µουσική δεν έπλασε τραγούδια. Αφήνοντας πάντα τον λόγο να ακουστεί και µένοντας διακριτικά, αλλά καταλυτικά, στο φόντο. Αλλωστε τι µπορεί να προσθέσει κάποιος σε µια Λαµπιτώ (Λαέρτης Μαλκότσης) µεταξύ Στάθη Ψάλτη και Τζούλιας µέσα στο υπερβολικό έως γκροτέσκο – όπως όλα όσα σχεδίασε η Ελένη Μανωλοπούλου – drag κοστούµι της («Λαµπιντόλµπι σαράουντ» όπως την αποκαλεί η Λυσιστράτη); Ή στην ντυµένη στα εκτυφλωτικά γαλάζια Γοργώ (Γιώργος Παπαγεωργίου) πάνω σε ποδήλατο, στην πανύψηλη Βοιωτή (Κωνσταντίνος Τσερκάκης) και στη «µαζεµένη» συνοδό της (Κωνσταντίνος Μαραβέλιας) από τη Στενωπό Κορινθίας – «δεν το πιστεύω, το έχεις και σε small;» είναι η ατάκα της Λυσιστράτης – στην Αρχιδάµεια (Σταύρος Μαυρίδης) που έχει το «κολαράκι της νυχτερίδας». Ή τι να προσθέσει στη σκηνή κατά την οποία στο άκουσµα της αποχής από το σεξ εκσφενδονίζονται γυαλιστερές, πολύχρωµες ψηλοτάκουνες γόβες; Μόνον στην αφήγηση της Κλεονίκης η µουσική µπλέκεται χαριτωµένα µε ήχους από πιστολάκια µαλλιών, ψαλίδια και… ψεκασµούς.

«Ως γυναικείο φύλο, ξεκωλιάρικο, δικαίως µας ξεµπροστιάζουν στις τραγωδίες. Αυτό µας αξίζει: πλυσταριό και νεροχύτης». Η ατάκα της Λυσιστράτης χειροκροτήθηκε πολύ, περισσότερο από τις αναφορές σε σεξουαλικά όργανα και πράξεις που συνήθως κερδίζουν πολύ χειροκρότηµα στα σύγχρονα ανεβάσµατα κωµωδιών.

ΙΝFΟ

«Λυσιστράτη» την Τετάρτη στο Θέατρο Βράχων (Βύρωνας), στις 30, 31/7 στην Κύπρο, 7/8 στη Σπάρτη, 20/8 στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, 23/8 στο αρχαίο θέατρο Δίου, 26/8 στο Αττικό Αλσος, 29/8 στη Νέα Σµύρνη, 2/9 στο Ρωµαϊκό Ωδείο Πάτρας, 5/9 στην Ελευσίνα.

  • Ενα µωρό στο άσπρο σεντόνι…

Ο Βασίλης Χαραλαµπόπουλος διαχειρίστηκε θαυµαστά τα πανύψηλα τακούνια της Λυσιστράτης – και µάλιστα στο επικλινές σκηνικό – από τα οποία, όπως εξοµολογούνταν τις προάλλες στα «ΝΕΑ», θα ήταν έκπληξη και θαύµα να µην πέσει: κατάφερε να περπατά µε τα πόδια σαν σε παρένθεση, µε κλίση προς τα µέσα και έκανε αυτή του τη «µαρκέ» στάση σήµα κατατεθέν της Λυσιστράτης, προκαλώντας γέλιο άµα τη εµφανίσει! «Εκανε το πρόβληµα προτέρηµα», σχολίαζε τον δηµοφιλή κωµικό παρέα νεαρών θεατών, βγαίνοντας από το θέατρο… Ενα ακόµη προτέρηµα ήταν η άρθρωσή του στον αριστοφανικό λόγο – όπως τουλάχιστον ακουγόταν στο σηµείο που καθόταν ο γράφων – µε εντυπωσιακή σαφήνεια.

Ο Γιάννης Κακλέας, στο µεταξύ, θέλησε να αξιοποιήσει όσα µέσα µπορούσε να έχει στη διάθεσή του. Πέρα από την εµµονή στην επαναφορά του ζευγαριού που τσακώνεται (κάποια στιγµή δίνει τη θέση του στη Φαίη Κοκκινοπούλου και τον Χρήστο Μαλάκη), πέρα από το καλλίφωνο τραγούδι του Νίκου Καρδώνη και της Μαριάνθης Σοντάκη και τα χορευτικά – γυµνόστηθο στη Συµφιλίωση – που επανέρχονταν σαν µίνι διαλείµµατα (παρ’ ότι κάποιοι στις κερκίδες σχολίαζαν πως ήταν «παραπανίσια»…), χρησιµοποίησε και προβολές πάνω στο επικλινές σκηνικό: κλαδιά δέντρων, βαµµένα χείλη, πλύσιµο χεριών από το αίµα… Ακόµη και το µωρό της Μυρρίνης και του Κινησία το είδαµε σε προβολή πάνω στο λευκό σεντόνι που σήκωσε ο δεύτερος, για να πείσει τη συµβία του να γυρίσει στο σπίτι τους (και να το χειροκρότηµα).

Κινησίας, είπαµε. Εδώ έπεσε πολύ χειροκρότηµα. Στη σκηνή που ο Μάκης Παπαδηµητρίου (µέχρι εκείνη τη στιγµή ενσάρκωνε, ντυµένος ως drag queen, τη Μυρρίνη) εµφανίζεται στον ρόλο του «ξαναµµένου» συζύγου της µε ένα έντονο φαλλικό εξόγκωµα στο εσώρουχο – η σκηνοθεσία απέφυγε τους γιγαντιαίους φαλλούς που έχουµε δει σε άλλες παραστάσεις, προτιµώντας τα «εξογκώµατα» – και ζητά από τη Μυρρίνη (στον ρόλο πια η Ελένη Κοκκίδου) να του δοθεί. Για να επιδοθούν σε ένα προκαταρκτικό παιχνίδι ρόλων (σεξουαλικό role playing) µε εκείνη πότε ως υπηρέτρια, πότε ως γιατρό, πότε ως… Γκρέτα η σαδίστρια.

Πολύ και θερµότατο χειροκρότηµα πήρε και ο Πρόβουλος (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης) στη σκηνή του. Τον οποίο οι drag queens της Λυσιστράτης έγδυσαν – όπως και τον Κινησία/Μυρρίνη – για να ντύσουν µε «ξεχαρβαλωµένο» φόρεµα από σατέν σουτιέν, καπέλο και στραβοπατηµένες κόκκινες γόβες, τις οποίες έσυρε νικηµένος πια, διακωµωδηµένος (και ως εξουσία), ως το κέντρο της σκηνής…

  • Πανταχού παρούσα συγκίνηση

«Κάποια στιγµή προς το τέλος, µετά τη Συµφιλίωση, συγκινηθήκαµε πολύ», εκµυστηρευόταν µετά την παράσταση η Μαρία Τσιµά (από το ζευγάρι του δεύτερου χορικού, «Αέρα στα πανιά µας»). Κάτι που, όπως φάνηκε, το εισέπραξε το κοινό και το ανταπέδωσε µε εντυπωσιακή ησυχία και προσοχή και χειροκροτήµατα συγκίνησης προς το φινάλε. Οπως στο σηµείο που ο Χορός των Γυναικών ανάµεσα σε πολλά «σουµπιντουά, σουµπιντουά» τραγουδά: «Θα ’ρθει καιρός που θα µας λένε Λυσιµάχες / τέλος θα βάλουµε στων ανδρών τις διαµάχες».

Οµως, συγκινητική ήταν από την αρχή και η προσέλευση πολλών θεατών µε αναπηρικά αµαξίδια, που κάλυψαν σχεδόν ολόκληρο το χώρο µπροστά στην πρώτη σειρά των κερκίδων. Με εντυπωσιακή τάξη και µπήκαν και βγήκαν από το αρχαίο θέατρο, µε τη βοήθεια των ταξιθετριών. Οπως εµφανής ήταν και η συγκίνηση στα καµαρίνια.

Κάποιοι επιµένουν πως διέκριναν δάκρυα συγκίνησης (και χαράς;) στα βαριά βαµµένα µάτια του Βασίλη Χαραλαµπόπουλου, ο οποίος είχε µόλις εισπράξει το βροντερό και παρατεταµένο χειροκρότηµα από το κοινό της πρεµιέρας, κατά τι περισσότερο από εκείνο για τον Πρόβουλο (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), για τον Μάκη Παπαδηµητρίου (Κινησίας-Μυρρίνη) και για τον Γιώργο Χρυσοστόµου (Κλεονίκη).

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: