Daily Archives: 8 Φεβρουαρίου, 2010

Σπείρα σε διονυσιακή γιορτή

  • Η περιπετειώδης θητεία της ομάδας με τον Σταμάτη Κραουνάκη στο πιάνο, σε μια παράσταση με νοσταλγία, χιούμορ και συναίσθημα
  • «Κώστα, Ντόρα και Γιωργάκη φάτε ένα σκατουλάκι…»! Ο Σταμάτης Κραουνάκης και η «Σπείρα-Σπείρα», η ομάδα που άλλαξε τα τελευταία δέκα χρόνια το μουσικό θέατρο στην Αθήνα, γιορτάζουν τα δεκάχρονά τους και κάνουν… πάρτι στη μουσική θεατρική σκηνή της «Αθηναΐδας».

Ο «Αδωνις» στον ρυθμό της σάμπα κάνει παιχνίδι με το κοινό, η «Μαλάμω» τραγουδιέται σε ρυθμούς χιπ χοπ
Ο «Αδωνις» στον ρυθμό της σάμπα κάνει παιχνίδι με το κοινό, η «Μαλάμω» τραγουδιέται σε ρυθμούς χιπ χοπ

Παρουσιάζουν μια γενέθλια μουσική παράσταση, με τα καλύτερα νούμερα και τραγούδια από την περιπετειώδη θητεία της ομάδας στα δρώμενα του μουσικοχορευτικού θεάματος. Για να μαθαίνουν οι καινούργιοι και να θυμούνται οι παλιότεροι. Το «Festivalium – 10 χρόνια Σπείρα», όπως τιτλοφορείται η παραγωγή, αντλεί τις πρώτες ύλες της από την επιθεώρηση, το ροκ, το λαϊκό και τις μπαλάντες και δημιουργεί την ατμόσφαιρα στην οποία ο μοναχικός μουσικός λόγος έρχεται να φωτίσει το συναίσθημα και την τρυφερότητα, τον αυθορμητισμό και τη νοσταλγία, το χιούμορ και το κέφι, ενώ απογειώνει το αίσθημα καταλήγοντας σε μια διονυσιακή γιορτή.

Δύο ώρες γεμάτες με γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη από το μεγαλύτερο μέρος του μουσικού του έργου, τραγούδια που γράφτηκαν για το θέατρο και το σανίδι, που στη διάρκεια του χρόνου έγιναν επιτυχίες μαζί με ολοκαίνουργια τραγούδια, πρώτες εκτελέσεις και νούμερα πρόζας από σχεδόν όλες τις παραστάσεις της «Σπείρας», που σημείωσαν ιδιαίτερη επιτυχία, περιλαμβάνει το πρόγραμμα. Ενα πρόγραμμα με τη σφραγίδα εγγύησης του Σταμάτη Κραουνάκη και τη μουσικοθεατρική ευελιξία της «Σπείρας-Σπείρα».

Με το ομώνυμο, το «Festivalium», μπαίνουμε στο κλίμα. Ο Σταμάτης Κραουνάκης με τον Χρήστο Μουστάκα συνδυάζουν στη συνέχεια εύστοχα Αμπρεβουάρ και κοινωνικές τάξεις. Το πρώτο καλωσόρισμα ανήκει στην Ελεάννα Καραντίνου, ως αρτίστα «Ελα μου Ντε», μια παλιά ξαδέλφη της… Ελα Φιτζέραλντ. Το μπριόζικο «Αχ! Μαρί» ακολουθεί με την ίδια και τους Αργυρώ Καπαρού και Μαρία Κοσκινά.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης στο πιάνο με την «Κουπαστή» βάζει όλους στο τραγούδι. «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» κι η «Σπείρα» καθιστή στον διάδρομο. Ο «Αδωνις» στον ρυθμό της σάμπα κάνει παιχνίδι με το κοινό, η «Μαλάμω» τραγουδιέται σε ρυθμούς χιπ χοπ. «Τρελαίνομαι» με τον Βασίλη Μοσχονά, «Χρόνια τριαντάφυλλα» με τη Δάφνη Λέμπερου και τον Σταμάτη Κραουνάκη σε μια ιδιαίτερη ερμηνεία.

Το κλίμα αλλάζει με το σατιρικό κομμάτι, όπου ο Χρήστος Μουστάκας δέχεται μαθήματα διδασκαλίας από τον Σταμάτη Κραουνάκη για το πώς να ερμηνεύσει σωστά το «Δυο παλτά». Το «Πρετσίπιτε Βολίσιμε Βολμέντε», τραγούδι της Κατερίνας Βαλέντε (σε στίχους Κραουνάκη), σατιρίζει την πολιτική πραγματικότητα. Το «Σεξ» ρίχνει στο πάτωμα τους τραγουδιστές, το «Εδώ καπνίζουμε», καινούργιο τραγούδι του Κραουνάκη, σηκώνει τσιγάρο και μπλέκεται, σαν φούγκα, με το «Του έρωτα μέγα κακό» από τη «Μήδεια».

Ο «Μεγάλος αραπικός», ένα έξυπνο δρώμενο όπου τα τραγούδια ακούγονται με παραφρασμένη τη λέξη «αγάπη» ως «αράπη» και με πρωταγωνιστή τον Τζερόμ Καλουτά. Το νούμερο Παρθένας Χοροζίδου μάς επαναφέρει στην τάξη: «Αδέλφια, η μέσα μας κυβέρνηση χάλασε».

«Τα πιο ωραία λαϊκά» και ο «Βράχος» ενορχηστρωμένος πάνω στο τραγούδι του Σαντάνα «Τζίνγκο Μπάμπα». «Η σωτηρία της ψυχής», «Αντίο, αντίο αγάπη», «Ο έρωτας δεν πάει πανεπιστήμιο», «Κόκκινα γυαλιά». «Σας λείπει τίποτα;», ρωτάει ο Σταμάτης το κοινό. «Πάντως εμένα θα μου λείπει το βλέμμα σου», απαντάει για να ερμηνεύσει ένα καινούργιο κομμάτι, γραμμένο για την «Εκατομμυριούχο» του Τζορτζ Μπέρναρ Σο, «Ενα βλέμμα μου φτάνει». Κάπου εδώ έρχονται τα ανκόρ…

  • 10 χρόνια
    Σταμάτης Κραουνάκης και «Σπείρα Σπείρα» γιορτάζουν δέκα χρόνια με το «Festivalium», μια μουσική παράσταση με πολλή μουσική, τραγούδια, πρόζα, κέφι, χιούμορ, όμορφες στιγμές

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 08/02/2010

Μια ζωή… ντουμάνι

  • Καπνίζει, βήχει, αναπνέει με δυσκολία και μονολογεί: «Τελικά αν αυτό συνεχιστεί σκέπτομαι πολύ σοβαρά ότι θα πρέπει… ν’ αλλάξω μάρκα».
  • Και πιο κάτω: «Ποτέ δεν χρειάστηκα τα τσιγάρα περισσότερο στη ζωή μου απ’ ό,τι τη στιγμή που έμαθα ότι πεθαίνω απ’ αυτά».

Πληροφορούμενος ύστερα από ιατρικές εξετάσεις ότι έχει καρκίνο του πνεύμονα, ένας 70χρονος μανιώδης καπνιστής αναπολεί τη ζωή του. Πρόκειται για το αυτοβιογραφικό έργο του Αγγλου θεατρικού συγγραφέα Σάιμον Γκρέι «Το τελευταίο τσιγάρο», που πρόλαβε να γράψει σε συνεργασία με τον Χιου Γουάιτμορ («έφυγε» τον Αύγουστο του 2008). Παρουσιάζεται στο θέατρο «Ανεσις» κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, σε μια ρεαλιστική και ονειρική ατμόσφαιρα, σε σκηνοθεσία Θανάση Θεολόγη και σε στρωτή μετάφραση της Ζάννας Αρμάου.

Ο Γιώργος Παρτσαλάκης σ’ έναν μονόλογο υπαρξιακό, με συγκινητικές και κωμικές πινελιές, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας αναπλάθοντας την… καπνισμένη ζωή του Γκρέι με γενναιότητα και φόβο, πίκρα και χιούμορ.

Θυμάται τα παιδικά του χρόνια και τη λαθραία απόλαυση του τσιγάρου, την αδυναμία του στην καπνίστρια μητέρα του, την ψυχρή απόσταση που τον χώριζε από τον ερωτύλο κι επίσης καπνιστή πατέρα του (και οι δύο «έφυγαν» σχετικά νωρίς εξαιτίας της βλαβερής αυτής συνήθειας). Τα πρώτα του ερωτικά βήματα, τη σχέση με τη γυναίκα του, το θάνατο του αλκοολικού μικρότερου κι αγαπημένου αδελφού του, το κακό μαντάτο της ασθένειάς του. Οπως επίσης δύο συναντήσεις με τον φίλο του, επιφανή συνάδελφο Χάρολντ Πίντερ, ο οποίος ύστερα από κείνον πέθανε από καρκίνο στον οισοφάγο.

Με τη διαδικασία της μνήμης σε πολλαπλούς ρόλους, είτε ολιγόλογη είτε σιωπηλή, η αρκετά καλή Ιωάννα Δελάκου (μητέρα, θεία, νοσοκόμα, γιατρίνα) που υποδύεται επίσης μια ολόλευκη φιγούρα θανάτου-σόουγουμαν.

«Κάπνιζες δύο πακέτα τη μέρα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τι περίμενες;» του λέει θυμωμένα ένας γιατρός. Αλλά εκείνος, που δεν… μπορούσε να κάνει αλλιώς, σκέφτεται με αγωνιώδη χαρά ύστερα από σχετική εγχείρηση πως έχει τουλάχιστον δύο χρόνια ζωής μπροστά του.

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Georges Wilson, adieu à une légende

Georges Wilson vient de mourir. Avant de lui rendre hommage dans les colonnes du Figaro et plus longuement sur ce blog, voici le texte bref publié en septembre dernier alors qu’il mettait en scène et jouait, magnifique, Simplement compliqué de Thomas Bernhard aux Bouffes du Nord. Il avait 88 ans.

Il existe une photographie à laquelle on ne peut s’interdire de penser en retrouvant Georges Wilson aux Bouffes du Nord. Il a huit ans. Il est enveloppé d’une vaste cape avec mantelet d’hermine, il tient un sceptre. La tête du petit garçon est ceinte d’une couronne : il participe à une commémoration de Saint Louis (1)… Quatre-vingts ans plus tard, il porte encore une couronne. Une couronne de théâtre, celle d’un roi shakespearien, celle de Richard III, le rôle de sa vie…

Simplement compliqué, qui date de 1986, est dédié à Minetti, comédien de légende. Pour Georges Wilson, se mettre en scène (avec l’assistance de Phil Sanders) et interpréter ce texte, est une manière de s’interroger sur le sens de sa propre vie qu’il a consacrée tout entière au théâtre. C’est aussi pour lui, une fascinante rencontre avec Thomas Bernhard lui-même, son hypersensibilité, ses interrogations, ses colères. Ce qui lui plaît dans le personnage, il le dit, c’est qu’il est « irréductible » et toujours « debout pour le combat ».

Dans un décor beau et simple de Melissa Ponturo, dans les lumières de Philippe Vialatte, Georges Wilson, grande carcasse tout en os et en malice, ouvre le spectacle en tapant lui-même les trois coups – vous découvrirez comment ! – et donne au texte toutes ses nuances déchirantes, grandioses, cocasses, cyniques, drôles. Il est magnifique. Il connaît son texte. Il le suit musicalement et lui donne une humanité profonde, sans l’acide agressivité que l’on projette trop souvent en disant Thomas Bernhard. Ce qui n’interdit ni sarcasme ni désespérance.

Catherine, neuf ans selon Bernhard, surgit un moment. Elle apporte le lait. Unique partenaire, lumineuse et pure (trois petites filles en alternance). Avec elle, « lui », le vieil acteur, est en confiance. C’est superbe. Du très grand théâtre simple comme l’immense engagement du compagnon de Jean Vilar et de Gérard Philipe, simple comme l’art dramatique porté à son plus haut point de spiritualité, de lucidité, d’humanité.

Nous avions rencontré Georges Wilson alors qu’il répétait cette pièce, en juin 2009. Voici une partie des propos alors recueillis.

Georges Wilson : « Thomas Bernhard, simplement évident ».

Simplement compliqué de Thomas Bernhard est une pièce en trois scènes (1). Personnages : « lui », « un vieil acteur », 82 ans et Catherine, 9 ans. La pièce est dédiée à Minetti.

« Mettre en scène et interpréter Simplement compliqué de Thomas Bernhard est pour moi une manière d’interroger une fois encore le théâtre et le sens que j’ai donné à ma vie en m’y consacrant tout entier. Il y a dans ma rencontre avec l’œuvre de Thomas Bernhard et ce texte en particulier, quelque chose de profondément troublant. En effet, je me retrouve et dans l’écrivain lui-même et dans le personnage qui parle dans Simplement compliqué. Ce que je vais tenter de mettre en scène, d’incarner, c’est ce parallèle entre une vie d’acteur et moi.

Je dirais que je connais, pour l’avoir vécue, enfant, cette précarité financière, émotionnelle, corporelle qui est celle du personnage désigné comme « lui », « vieil acteur » , et qui est celle de Thomas Bernhard. Enfant, j’étais hyper nerveux et tout me bouleversait d’une manière démesurée. La moindre chose, le moindre fait : une fourmi morte et j’étais malade trois jours durant. Et bien cette hyper-sensibilité je la retrouve dans ce qu’écrit Thomas Bernhard et dans ce que dit le personnage.

Mais au-delà de ce sentiment de reconnaissance, jouer Simplement compliqué est une manière de faire entendre la voix du monde et, en ce moment, il me semble que c’est ce dont nous avons tous besoin…depuis trente millions d’années que l’homme est homme, héritier de ce cerveau qui nous fascine tant, la question est : qu’est-ce que l’on fait de ce cerveau, aujourd’hui ?

« Le mot capitulation

jamais prononcé

jamais renoncé

Debout pour le combat »

Que dois-je faire ? Comprendre, apprendre. Lire. Pas de ponctuation ce qui oblige à une recherche sans fin, les sens glissent les uns sur les autres, comment faire comprendre ce que l’acteur comprend au plus intime -ici, le personnage du « vieil acteur » et ce que l’interprète ressent, croit comprendre ? Entrer dans le crâne de celui qui parle et tenter de suivre sa logique, dans un texte traduit de l’Allemand par Michel Nebenzahl. Autant d’étrangetés, de difficultés. On se bat avec l’inconnu. C’est bien préférable aux classiques que l’on monte une fois de plus, une fois encore, sans avoir à se poser trop de questions. Or aller vers ce qui n’a jamais été abordé, vers ce qui nous parle au plus près, est beaucoup plus difficile, mais apporte beaucoup plus aux artistes comme à ceux qui assistent au spectacle…Simplement compliqué, c’est cela même.

Cet homme qui parle sans cesse se dit « Fanatique de l’irréductibilité ». C’est une vérité du personnage, sans doute de Thomas Bernhard également. Il y a là un goût du combat, du non renoncement, du refus des banalités écoeurantes qui me plaît. Je n’oublie pas que je suis de culture protestante et dans ce qui est défendu ici de la dignité humaine, de la vie humaine, je retrouve les fondements de la religion dans laquelle j’ai été élevé.

Lorsque l’on prétend jouer cela en scène, il faut trouver en soi la force…de ne pas faire de théâtre.

Ici, je ne peux m’adresser qu’à moi-même. La présence de la petite Catherine est un leurre. C’est toujours à lui-même qu’il parle. Il se parle. Bien sûr, dans la mise en scène, qui est très simple et obéit strictement aux indications qui naissent du texte lui-même, il y aura Catherine, 9 ans. Deux petites filles en alternance. Il y aura les éléments de décor et les objets indiqués : une porte, une fenêtre, deux fauteuils, une table, un frigidaire. Et un amas de livre.

J’aimerais réussir un spectacle dans le style de Peter Brook. Je me suis inspiré de son travail. Je pourrais dire que je compose une partition musicale, une partition qui ne vient pas par-dessus le texte, mais qui est le temps même, jusque dans les silences qu’il faut déchiffrer.

Aujourd’hui, alors que j’essaie d’expliquer ce que j’imagine, je me dis qu’il me faudrait six mois de travail de plus. Nous sommes en juin 2009; je comprends peu à peu Simplement compliqué,

1. L’Arche éditeur, traduction de Michel Nebenzahl, 10 €

Par Armelle Héliot le 3 février 2010 18h24 | Le Figaro