ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ: «Ο Τσέχοφ είναι ύπουλος»

  • Η ηθοποιός που υποδύεται τη Σόνια στον «Θείο Βάνια» του Εθνικού, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, μιλάει για τον πρώτο μεγάλο ρόλο της καριέρας της και για την περιπετειώδη είσοδό της στο θέατρο

Αποτελεί νέα άφιξη στον χώρο του θεάτρου. Η Αλκηστις Πουλοπούλου κλείνει μόλις πέντε χρόνια στην Ελλάδα και περίπου τρία στο σανίδι, έχοντας ήδη περάσει από τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Εφέτος υποδύεται τη Σόνια στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ που σκηνοθετεί ο Γιάννης Χουβαρδάς στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Και δεν περνά απαρατήρητη. Είναι ο πρώτος μεγάλος ρόλος της- και είναι ένας μεγάλος ρόλος… «Ηταν το μόνο έργο του Τσέχοφ που δεν είχα διαβάσει» λέει η ίδια. «Οταν μου πρότεινε τη Σόνια ο Γιάννης (Χουβαρδάς), δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Ομολογώ ότι από το πρώτο διάβασμα δεν γοητεύθηκαούτε από τον ρόλο ούτε από το έργο. Γιατί ο Τσέχοφ λειτουργεί πολύ υπόγεια και πολύ βαθιά. Και όταν κάτι λειτουργεί τόσο βαθιά είναι ύπουλο.Βρήκα λοιπόν την ιστορία βαρετή. Τη Σόνια δεν την καταλάβαινα, δεν μπορούσα να ταυτιστώ μαζί της. Ενα ολόκληρο καλοκαίρι διάβαζα το έργο ξανά και ξανά. Και όσο πιο πολύ το διάβαζα τόσο πιο πολύ με συγκινούσ ε. Σιγά σιγά αγάπησα πολύ και τη Σόνια και τον “Θείο Βάνια”».

Η ίδια θεωρεί τη Σόνια πάνω απ΄ όλα «αδικημένη». Γιατί «έχει γύρω της μεγάλους ανθρώπους που δεν πάνε μπροστά. Είναι αναγκασμένη να δουλέψει για τον πατέρα της, είναι αναγκασμένη να ακούει αρνητικά πράγματα, γκρίνιες… Ξεκινάει με όνειρα,όπως ο έρωτας. Αλλά μου κάνει εντύπωση που δεν σκέφτεται να φύγει. Εγώ το μόνο που θα ήθελαθα ήταν να φύγω από ΄κεί μέσα. Εκείνη προσπαθεί να σώσει τον Βάνια, να τον παρηγορήσει. Για μένα όμως όλα πρέπει να έχουν και μια δόση ανάπτυξης, να είναι θετικά. Και η Σόνια θα μπορούσε να ανθήσει αλλά δεν ανθεί».

Η Αλκηστις Πουλοπούλου έφυγε από την Ελλάδα σε ηλικία έξι ετών οικογενειακώς. «Ακόμη δυσκολεύομαι με τη γλώσσα» υπογραμμίζει και ας μην πείθει. Εζησε για δύο χρόνια στον Καναδά και ύστερα εγκαταστάθηκε στη Ρουέν, τη γαλλική πόλη στη Νορμανδία. «Αγαπούσα πολύ το θέατρο από μικρή αλλά δεν με άφηναν να ασχοληθώ με αυτό, με καταπίεζαν. Εκανα ωστόσο κάποια σεμινάρια, παρακολούθησα ορισμένα εργαστήρια». Τελικά σπούδασε Ιστορία της Τέχνης, εργάστηκε σε γκαλερί και πριν από πέντε χρόνια ήρθε στην Ελλάδα για την έκθεση Οutlook- ως συνεργάτις του Χρήστου Ιωακειμίδη. Και έμεινε. Ολα άλλαξαν: στη δουλειά, αφού έγινε ηθοποιός, και στη ζωή της, αφού το περασμένο καλοκαίρι παντρεύτηκε τον Γιάννη Χουβαρδά.

Μια φίλη της από τον χώρο του θεάτρου, η Φένια Παπαδόδημα, της ζήτησε να παίξει στην παράσταση που ετοίμαζε τότε για τις «Δοκιμές» στο Αμόρε. Αυτό ήταν. «Δέχθηκα με μεγάλη χαρά, αν και δεν ήξερα ούτε το Αμόρε ούτε τον Χουβαρδά. Μετά παρακολούθησα δικά του σεμινάρια. Το ένα έφερε το άλλο». Πήγε στη δραματική σχολή της Νέλλης Καρρά, υποδύθηκε τη Σούλα στην τηλεοπτική εκδοχή της «Λούφας και παραλλαγής» του Νίκου Περάκη, συμμετείχε στις «Γυναικείες συνωμοσίες» του Βασίλη Βαφέα και έκανε θέατρο («Βρέχει» και «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» σε σκηνοθεσία Ακύλα Καραζήση, «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου από τον Θωμά Μοσχόπουλο, «Σε στενό οικογενειακό κύκλο» του Οστρόφσκι και «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Βέντεκιντ, όπου ξεχώρισε στον ρόλο της πόρνης, και τα δύο από τον Νίκο Μαστοράκη, «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ με σκηνοθέτη τον Γιάννη Χουβαρδά). «Ακόμη και στα όνειρά μου έβλεπα τον εαυτό μου στη σκηνή» λέει σήμερα «αλλά φοβόμουν πολύ. Στη σχολή ήμουν η πιο ντροπαλή, κρυβόμουν πίσω απ΄ όλους. Οι δάσκαλοί μου μού έλεγανότι πρέπει να έχω θάρρος, να δημιουργώ χώρο. Με τον καιρό το κατόρθωσα, και στο θέατρο και στη ζωή» ομολογεί και προσθέτει ότι δεν θα ήθελε να την αδικήσουν ως «σύζυγο του Χουβαρδά». «Είναι όμως συνηθισμένο φαινόμενο τα καλλιτεχνικά ζευγάρια στον χώρο του θεάτρου». Προς το παρόν απολαμβάνει όλα όσα έχει, ονειρεύεται να συνεχίσει να δουλεύει «με ανθρώπους που σέβομαι, που πιστεύω και που με υποστηρίζουν», ενώ θέλει να κάνει σινεμά: «Δεν ξέρω αν μου πάει αλλά θα το ήθελα πολύ. Μου αρέσει όλη αυτή η διαδικασία». Και καταλήγει: «Ανά πάσα στιγμή είμαι έτοιμη να φύγω. Αλλά τώρα είμαι εδώ και είμαι τόσο ευτυχισμένη».

Το έργο του Αντον Τσέχοφ «Θείος Βάνιας» παρουσιάζεται σε μετάφραση Χρύσας Προκοπάκη και σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Παίζουν: Νίκος Χατζόπουλος, Μάγια Λυμπεροπούλου, Αλκηστις Πουλοπούλου, Ακύλας Καραζήσης, Μαρία Σκουλά, Μάνος Βακούσης, Γιάννης Βογιατζής κ.ά. Παραστάσεις στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, Κτίριο Τσίλερ.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: