Πίτερ Μπρουκ. Παραβολή κατά μίσους

Είναι σημαντικό σε καιρούς βιαστικούς και απρόσεκτους, να μας χαρίζονται ακόμη παραστάσεις όπως αυτή του Πίτερ Μπρουκ. Η νέα δουλειά του δημοφιλούς Βρετανού σκηνοθέτη που μόλις έκανε πρεμιέρα στην έδρα του, στο παρισινό Bouffes du Nord, έχει τίτλο «Εντεκα και δώδεκα».

Ο Μπρουκ εμπνέεται και πάλι από το έργο του Αμαντού Αμπατέ Μπα (1900-1991) από το Μάλι με θέμα τα έργα και τις ημέρες του δασκάλου του και ιδρυτή του κορανικού σχολείου στην Μπαντιαγκάρα, Τιέρνο Μποκάρ (1875-1939). Ο Μπρουκ επιστρέφει στον Αφρικανό σοφό έπειτα από πέντε χρόνια (ο «Τιέρνο Μποκάρ» παρουσιάστηκε το 2005 και στο Φεστιβάλ Πέτρας) και δεν είναι παράξενο. Αυτό που «καίει» τον κορυφαίο καλλιτέχνη είναι θέματα τόσο επίκαιρα όσο και διαχρονικά όπως η διαλλακτικότητα, η μη βία, η ανοχή -του διαφορετικού, του αντίθετου και γενικότερα του άλλου.

Το έργο λαμβάνει χώρα στην εποχή της αποικιοκρατίας και μιλά για τη σύγκρουση δύο σοφών του Ισλάμ, του Τιέρνο Μποκάρ με τον Σερίφ Χαμαλά. Οι δύο σούφι ερίζουν για το αν η προσευχή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται έντεκα ή δώδεκα φορές, για να συμφιλιωθούν τελικά, επικαλούμενοι ό,τι τους ενώνει και όχι ό,τι τους χωρίζει. Η ιστορία μετατρέπεται έτσι σε μια παραβολή για τις εμφύλιες συγκρούσεις που κλονίζουν τα αφρικανικά κράτη αλλά και για τις θλιβερές επιπτώσεις της αποικιοκρατίας. «Ο Θεός έχει δώσει την ίδια εντολή σε χριστιανούς και μουσουλμάνους: ού φονεύσεις», σημειώνει στο πρόγραμμα ο Πίτερ Μπρουκ. «Ωστόσο σήμερα, διαπιστώνουμε πως καμία λογική, καμία συζήτηση, καμία ανάλυση δεν μπορεί να εξηγήσει ή να έχει την παραμικρή επίδραση στο κύμα μίσους που ρημάζει ανέκαθεν την ανθρωπότητα. Για τον Αμαντού Αμπατέ Μπα αυτό το ζήτημα υπήρξε ουσιαστικό». Δεν είναι τυχαίο ότι ο σκηνοθέτης επέλεξε για την παράσταση την αγγλική γλώσσα, γεγονός που οξύνει την κριτική που ασκείται στις σχέσεις του γαλλικού κράτους με τις νυν ή τις πρώην αποικίες του.

Αυτό που εντυπωσιάζει και σε αυτήν τη δουλειά του Πίτερ Μπρουκ είναι η επιβράδυνση του σκηνικού ρυθμού, γεγονός που μας υποβάλλει σε μια αντίληψη του χρόνου εντελώς διαφορετική από αυτήν που έχουμε συνηθίσει στην καθημερινότητά μας. Παράλληλα, η αφοπλιστική απλότητα της γλώσσας και η οικονομία των σκηνικών μέσων γονιμοποιεί τη φαντασία:ένα χαλί γίνεται πιρόγα που πλέει στο νερό, κορμοί δέντρων μας ταξιδεύουν σε ανοιχτούς ορίζοντες, ενώ οι φθαρμένοι τοίχοι του θεάτρου μεταμορφώνονται με τη βοήθεια του φωτισμού σε αφρικανικό τοπίο που πάλλεται στους ήχους του μουσικού Τόσο Τσουτσιοτόρι.Τα λιγοστά σκηνικά αντικείμενα μαζί με υλικά «φτωχά», όπως η άμμος, είναι αρκετά για να μας μεταδώσουν με απέριττο τρόπο τη «θερμοκρασία» του κειμένου. Οι ηθοποιοί που συγκέντρωσε ο Μπρουκ από διάφορα μέρη του κόσμου είναι εξαιρετικοί, με κορυφαίο τον Παλαιστίνιο Μάκραμ Κούρι που ερμηνεύει τον Τιέρνο Μποκάρ.

Η τελευταία σκηνή, όταν ο αφηγητής έρχεται στη Γαλλία για να προσκυνήσει τον τάφο του Σερίφ Χαμαλά που πέθανε εξόριστος, συμπυκνώνει θαυμαστά τον κόσμο του Πίτερ Μπρουκ. Οταν ο επισκέπτης φεύγει από το νεκροταφείο αφήνοντας άδεια τη σκηνή, παραμένουμε αμήχανοι για αρκετά λεπτά, χωρίς να είμαστε σίγουροι αν έχουμε φθάσει στο τέλος – η ευφυΐα του Μπρουκ αφήνει τα πάντα ανοιχτά, ακόμα και τη σύμβαση της «αυλαίας». Η παράσταση «σβήνει» αργά, υπερβαίνοντας τα όρια μιας απλής θεατρικής εμπειρίας. Αυτό που μένει μέσα μας είναι μια εντελώς άλλη αίσθηση του χρόνου μαζί με μια ανάγκη να πλησιάσουμε διαφορετικά τους μακρινούς κόσμους της διπλανής μας πόρτας. [Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009]

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: