Daily Archives: 21 Νοέμβριος, 2009

Youth Hostel: το Εθνικό

Με μια διαφορετική ενέργεια φορτίζεται η έτσι κι αλλιώς δυναμική και νεανική περιοχή στο Γκάζι. Στον αριθμό 41 της οδού Ευμολπιδών, στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας «εγκαινιάζεται» από σήμερα ένας ιδιόμορφος θεατρικός ξενώνας. Πέντε νεανικά συγκροτήματα βρίσκουν χώρο έκφρασης χάρη στο Group Hostel, τον νέο θεσμό του Εθνικού Θεάτρου.

«Τόπος της "Βεγγέρας" είναι ένα περιβάλλον θορυβώδους μοναξιάς όπου τα αληθινά αισθήματα ασφυκτιούν μέσα σε ψεύτικα ενδύματα. Ενα τσίρκο με κλόουν και γκαγκς», λέει ο σκηνοθέτης της Κανιγκούντας, Γιάννης Λεοντάρης

«Τόπος της «Βεγγέρας» είναι ένα περιβάλλον θορυβώδους μοναξιάς όπου τα αληθινά αισθήματα ασφυκτιούν μέσα σε ψεύτικα ενδύματα. Ενα τσίρκο με κλόουν και γκαγκς», λέει ο σκηνοθέτης της Κανιγκούντας, Γιάννης Λεοντάρης

Η ονομασία παραπέμπει στο ομόηχο Youth Hostel, «σήμα κατατεθέν των χώρων που φιλοξενούν νέους ταξιδιώτες που θέλουν να εξερευνήσουν άγνωστους προορισμούς, με συμβολικό αντίτιμο. Ο παραλληλισμός του σχεδίου μας με τους αγαπημένους αυτούς χώρους της νεότητας ισχύει στο ακέραιο. Με εξαίρεση το αντίτιμο, αφού εδώ οι νεανικές ομάδες φιλοξενούνται και ταυτόχρονα αμείβονται», μας λέει ο Γιάννης Χουβαρδάς που με μια κίνηση βγάζει το Εθνικό από τη… μούχλα και δίνει στις ομάδες μια λύση που ελπίζει «να αποδειχθεί γόνιμη και κυρίως μακροπρόθεσμη».

Ο διευθυντής του Εθνικού επιθυμεί να γίνει το Group Hostel ένας «πυρήνας ζύμωσης ιδεών και προτάσεων για το θέατρο, όπου κάθε χρόνο θα φιλοξενούνται τα πιο ζωντανά κύτταρα του σύγχρονου θεατρικού τοπίου, κυρίως εναλλακτικού χαρακτήρα».

  • Από βεγγέρες άλλο τίποτα

***Η αρχή γίνεται σήμερα με την «Κανιγκούντα», την ομάδα που έφτασε με την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ ως το off κομμάτι του Φεστιβάλ της Αβινιόν. Από το 2005 δεν έχουν σταματήσει να δοκιμάζονται σε διαφορετικά κείμενα. «Αυτό είναι άλλωστε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας», μας λέει ο σκηνοθέτης της Γιάννης Λεοντάρης. Μετά τη «Βοσκοπούλα» αλλά και τη «Γένεση» Νο2 του Ιβάν Βιριπάεφ, φέτος καταπιάνονται με τη «Βεγγέρα» του Ηλία Καπετανάκη.

Θέμα της μονόπρακτης κωμωδίας, που μετρά περισσότερο από έναν αιώνα ζωής, είναι η υποχρεωτική κοινωνική συναναστροφή. «Οι ήρωες βρίσκονται κάπου, ενώ θα ήθελαν να βρίσκονται αλλού, συμπεριφέρονται κάπως, ενώ θα ήθελαν να συμπεριφέρονται αλλιώς», λέει ο σκηνοθέτης. «Ε, δεν έχει αλλάξει και πολύ αυτό».

Συμφωνεί και η υπόλοιπη ομάδα. «Ολοι μας έχουμε αναφορές από ανάλογες οικογενειακές συγκεντρώσεις», λένε. «Ο Καπετανάκης καταφέρνει να σατιρίσει τον αθηναϊκό μικροαστισμό του τέλους του 19ου αιώνα χωρίς ίχνος διδακτισμού, αλλά με όρους γελοιογραφίας», συμπληρώνουν. Γι’ αυτό και την ανεβάζουν συνδυάζοντας διαφορετικά είδη κωμικής αναπαράστασης που πατούν στην κομέντια ντελ άρτε, στα γκανγκ του βωβού κινηματογράφου, αλλά και στην κλασική ελληνική κωμωδία. Ενώ στην αισθητική της παράστασης εντάσσεται το τσίρκο.

Οσο για τον τρόπο δουλειάς τους; «Ολοι έχουμε ευθύνη για όλους», λέει η Μαρία Μαγγανάρη, μέλος της ομάδας μαζί με τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου. «Δοκιμάζεται κάθε πρόταση», συμπληρώνει ο Λεοντάρης. «Βέβαια έτσι η διαδικασία θα έμενε πάντα ανοιχτή. Γι’ αυτό δική μου αρμοδιότητα είναι και η τελική ευθύνη».

  • Τα όπλα και η Ιστορία

**Μια ακόμη πιο ανοιχτή διαδικασία έχουν επιλέξει οι Blitz. Το κείμενο της παράστασης με τίτλο «Guns! Guns! Guns!», που κάνει πρεμιέρα στις 2 Δεκεμβρίου, είναι ακόμα υπό διαμόρφωση. Οι Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια και Χρήστος Πασσαλής φέρουν συλλογικά και την ευθύνη της σκηνοθεσίας.

Μετά την πεντάωρης διάρκειας περφόρμανς «Κατερίνη» κλήθηκαν να μεταβούν σε μια πιο κλειστή φόρμα, πράγμα που τους δυσκόλεψε λίγο, αρχικά. «Είχαμε απλωθεί και χρειάστηκε να επιστρέψουμε στο μαύρο κουτί του θεάτρου», μας λέει η Αγγελική Παπούλια. Κατά τα άλλα οι αλλαγές στο ύφος είναι αυτό ακριβώς που επιζητούν. «Δεν θέλουμε να παγιωθούμε σε ένα είδος», λέει κατηγορηματικά ο Χρήστος Πασσαλής.

Τι είναι, όμως, το «Guns! Guns! Guns!»; «Μια αναδρομή στην ιστορία του 20ού αιώνα -που έτσι κι αλλιώς υπήρξε ο πιο αιματηρός στην Ιστορία- φωτίζοντας κάποια γεγονότα του σημαντικά, κατά τη γνώμη μας», εξηγεί ο Γιώργος Βαλαής. «Τελικά το ποιοι είμαστε σήμερα έχει άμεση σχέση με ένα γεγονός του 1915. Είμαστε όλοι μας προϊόντα της Ιστορίας», συμπληρώνει ο Χρήστος Πασσαλής. Οσο για τα όπλα; «Υπάρχουν παντού γύρω μας και είναι αυτά που διαμορφώνουν και την παράστασή μας».

  • Σεξπιρικοί βασιλιάδες

**Οι Γιώργος Γάλλος και Γιάννος Περλέγκας συν-σκηνοθετούν μια δική τους σύνθεση κειμένων από τα έργα «Ερρίκος ο Στ’» και «Ριχάρδος ο Γ’» του Ουίλιαμ Σέξπιρ. Η παράσταση, με τίτλο «Ερρίκος Εδουάρδος Ριχάρδος», κάνει πρεμιέρα στις 5 Φεβρουαρίου 2010.

Το αρχικό τους σχέδιο ήταν λιγότερο φιλόδοξο. Να ανεβάσουν απλά τον «Ριχάρδο Γ’». Διάβασαν, όμως, για τον προηγούμενο βασιλιά τον «Ερρίκο Στ’» και είδαν πως οι χαρακτήρες φωτίζονται πιο ολοκληρωμένα. «Ολοι οι βασιλείς στον Σέξπιρ είναι μέρη ενός μηχανισμού. Ο ένας παραδίδει τη σκυτάλη στον επόμενο και τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα».

Η νεοσύστατη ομάδα τους λέγεται «1272» (όνομα που διαβάζεται και ως 12-72 και για τα μέλη της λειτουργεί πολλαπλώς: ως άθροισμα, ημερομηνία, αλλά και κάτι σαν… πιν, όπως εύστοχα επισημαίνει η Μαρία Πρωτόπαπα.)

Παλιοί γνώριμοι από τη σχολή του Εθνικού και παραστάσεις στο θέατρο του Νέου Κόσμου ενώνουν τις δυνάμεις τους με ζητούμενο την ομαδικότητα! «Δεν υπηρετούμε το όραμα ενός μόνο ανθρώπου. Βρίσκουμε μαζί έναν κοινό στόχο και πορευόμαστε», λένε.

  • Καταστροφές και φοβίες

**Δεν είχαν «Χώρο» και ονομάστηκαν έτσι! Αν και άστεγη η ομάδα από τη Θεσσαλονίκη τάραξε και τα αθηναϊκά θεατρικά νερά. Η αρχή έγινε με την «Γκόλφω» ως manga, τον «Απόκοπο» του Μπεργαρδή, αλλά και το «Λιωμένο βούτυρο» του Σάκη Σερέφα.

Τώρα για πρώτη φορά εργάζονται όχι πάνω σε ένα δεδομένο κείμενο, αλλά με όρους που πλησιάζουν το devised theatre.

«Κανείς δεν ξέρει τι είναι το «Recycle» εκτός από εμένα», μας λέει ο σκηνοθέτης της ομάδας Σίμος Κακάλας.

«Είμαστε στην αρχή. Το σίγουρο είναι πως θα μιλά για την ανακύκλωση της ανθρώπινης ιστορίας και της ανθρώπινης βλακείας!» μας λέει. «Είναι εμπνευσμένο από τις νομοτελειακές συζητήσεις περί καταστροφής του κόσμου». Η πρεμιέρα είναι στις 12 Φεβρουαρίου.

** Τέλος, με τη φοβία θα ασχοληθεί η ομάδα Vasistas (φεγγίτης στα γαλλικά), γνωστή μας από τις παραστάσεις «Φαιδρές», «Κόκκινη Σκουφίτσα» και «Silence». Παίρνει τη σκυτάλη στις 5 Μαΐου με το «Phobia: ένα θέαμα». Το έργο, βασισμένο μεταξύ άλλων σε αναλύσεις των Κωστή Παπαγιώργη και Guy Debord, σκηνοθετεί η Αργυρώ Χιώτη. *

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΣΚΗΝΗ Α’

**2 Δεκεμβρίου έως 31 Ιανουαρίου: «Guns! Guns! Guns!» από την ομάδα Blitz.

**12 Φεβρουαρίου έως 25 Απριλίου: «Recycle» από την ομάδα Χώρος.

ΣΚΗΝΗ Β’

* Από σήμερα έως 24 Ιανουαρίου: «Η βεγγέρα» του Ηλία Καπετανάκη από την ομάδα Κανιγκούντα

* 5 Φεβρουαρίου έως 25 Απριλίου: «Ερρίκος Εδουάρδος Ριχάρδος», σύνθεση έργων του Σέξπιρ από την ομάδα 1272

**5 έως 30 Μαΐου: «Phobia: ένα θέαμα» από την ομάδα Vasistas

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Ελισαβετιανές μεταμορφώσεις και λονδρέζικες παρενδυσίες

Ενα από τα πιο περίεργα σκηνικά πειράματα της χρονιάς προετοιμάζει πυρετωδώς ο Θωμάς Μοσχόπουλος με ζηλευτή ομάδα ηθοποιών. Ανεβάζει τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σέξπιρ και το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» του Τζο Ορτον. Οχι, βέβαια, ως ενιαίο θέαμα. Οι δυο, όμως, αυτόνομες παραστάσεις, που θα μπορούμε να τις δούμε και συνεχόμενες -αν αντέχουμε- κρυφοκοιτάζουν, καθόλου αυθαίρετα, η μία την άλλη. Κοινά τους στοιχεία; Από το παιχνίδι των φύλων μέχρι τα στοιχεία της φάρσας

Η«Δωδέκατη νύχτα» του Σέξπιρ σε manga, περιοδικά μόδας των 60’s και φωτογραφίες των Beatles «διακινείται» στις πυρετώδεις πρόβες της διπλής παράστασης που ετοιμάζει ο Θωμάς Μοσχόπουλος: της κλασικής «Δωδέκατης νύχτας» του Σέξπιρ και μαζί τού σαρωτικού «Τι είδε ο Μπάτλερ;» του Τζο Ορτον.

Δουλειά-πρόκληση για σκηνοθέτη και ηθοποιούς, αφού τολμά να συνθέσει μια φίνα σεξπιρική κωμωδία μεταμφιέσεων με μια φάρσα παρενδυσιών στο ξέφρενο Λονδίνο τού ’60 υπό τον παιγνιώδη κοινό τίτλο «Ο,τι προτιμάτε». Κάνει πρεμιέρα στη φεστιβαλική «Πειραιώς 260» στις 22 Δεκεμβρίου, σηματοδοτώντας την έναρξη της σταθερής συνεργασίας του Μοσχόπουλου με την Ελληνική Θεαμάτων.

Η διπλή παράσταση επρόκειτο να ανεβεί στο υπερσύγχρονο «Π», το θέατρο που χτίζει η ΕΛΘΕΑ στο Γκάζι για να στεγαστεί ο Μοσχόπουλος με την καλλιτεχνική ομάδα τού παλιού «Αμόρε». Στο κυνήγι, όμως, με το χρόνο φάνηκε ότι η οικοδομή δεν θα ήταν έτοιμη εγκαίρως. Η λύση τής «Πειραιώς 260» πρόβαλε για το ριψοκίνδυνο εγχείρημα ιδανική.

Ο θεατής μπορεί να δει την παράσταση «Ο,τι προτιμάτε» με δυο διαφορετικούς τρόπους.

– Τα Σαββατοκύριακα τα δυο έργα θα παίζονται διαδοχικά το ένα μετά το άλλο, με πρώτο αυτό του Ορτον. Θα ακολουθεί ο Σέξπιρ.

– Τις καθημερινές θα παίζονται τα έργα εναλλάξ: μία μέρα το ένα, μία το άλλο.

Ποτέ, όμως, δεν θα λείπουν τα «κρυφοκοιτάγματα» της μιας παράστασης στην άλλη. Οι δυο διανομές θα είναι, με άλλα λόγια, πάντοτε στην Πειραιώς… απίκο, αφού οι ήρωες των δύο έργων θα μπαινοβγαίνουν απ’ τη μία δράση στην άλλη, έστω και για μία μόνο στιγμή … «ηδονοβλεψίας». Γιατί, όπως λέει ο Θωμάς Μοσχόπουλος, «θα υπάρχει διαρκώς και στις δυο παραστάσεις η αίσθηση ενός δεύτερου κόσμου».

Αν τώρα αναρωτιέστε τι δουλειά έχει ένας μετρ της φάρσας, όπως ο Ορτον (1933-1967), ο άνθρωπος που έβγαζε σε κάθε ευκαιρία τη γλώσσα στα χρηστά ήθη της συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας, με τον κορυφαίο Βρετανό βάρδο, ο Μοσχόπουλος είναι ξεκάθαρος:

«Δεν μου φαίνεται ο συνδυασμός παράλογος. Μόνο τολμηρός», διατείνεται. Η σύνδεση των κειμένων τού φάνταζε πολύ πιο ενδιαφέρουσα και κυρίως «πολύ πιο προκλητική» απ’το να στήσει δυο ξεχωριστές παραστάσεις των έργων σε δυο θέατρα.

«Η λογική του κολάζ είναι εξάλλου θέμα μιας ποπ κουλούρας», που τον ενδιαφέρει αυτή καθ’ αυτή, από μόνη της. «Το κολάζ σαν εικαστική κατάσταση έχει ένταση κι αντανακλά κάτι πολύ αληθινό», σχολιάζει την ώρα που κολατσίζει, για να περάσει απ’ το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» στην πρόβα της «Δωδέκατης νύχτας». «Η εποχή μας είναι κομμάτια και θρύψαλα. Αυτή είναι η ιδεολογία μας. Το καλό βρίσκεται δίπλα στο σκατό».

Δεν θα δούμε ωστόσο τα δυο έργα ανακατεμένα. «Κάθε παράσταση λειτουργεί αυτόνομα», διευκρινίζει ο Μοσχόπουλος. Οποιος θα βλέπει, όμως, μαζί και τις δυο, συνεχόμενα, θα διαπιστώνει ότι από πίσω κρύβεται ένα ενιαίο σκεπτικό. Ούτως ή άλλως, παρά το χάσμα αιώνων που χωρίζει την κλασική, πολυπαιγμένη «Δωδέκατη νύχτα» του 16ου αιώνα απ’ το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» των τρελών sixties, υπάρχουν πάρα πολλές συγγένειες που παραδόξως συνδέουν τα κείμενα. «Ο έρωτας, η παρενδυσία, η τρέλα, στοιχεία φάρσας και το background μιας απειλής, που ξεσπά σε κωμική εκτόνωση», απαριθμεί απνευστί ο Μοσχόπουλος.

Από τη μίξη των δυο θεατρικών κειμένων προκύπτει ένα οργιαστικό patchwork στιλ και εποχών: από την ελισαβετιανή και τη δεκαετία του ’60, η σκηνική δράση θα εκτινάσσεται ώς το παρόν. Το ίδιο και στο μουσικό σκέλος. Hit των Beatles θα μιξάρονται με ελισαβετιανά μουσικά μοτίβα της εποχής του Βρετανού βάρδου αλλά και πρωτότυπες συνθέσεις του Κορνήλιου Σελαμσή.

Η έκπληξη, πάντως, για τον θεατή… καιροφυλακτεί αλλού: στην παράσταση «Τι είδε ο Μπάτλερ;» τα θρυλικά σκαθάρια θα παίζουν… αυτοπροσώπως ζωντανά τις επιτυχίες τους. Δεν τους ενσαρκώνουν, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, επαγγελματίες μουσικοί, αλλά ηθοποιοί της «Δωδέκατης νύχτας». Ο Ορσίνο – Χρήστος Λούλης είναι ο Λένον. Ο Φέστε – Αργύρης Ξάφης, ο Πολ Μακάρτνεϊ. Ο σερ Αντριου – Θάνος Τοκάκης, ο Ρίνγκο Σταρ. Και ο σερ Τόμας – Σωκράτης Πατσίκας, ο Τζορτζ Χάρισον. Στο πιάνο τούς συνοδεύει ο γιατρός Πρέντις της διανομής τού Ορτον, Γιώργος Γλάστρας.

«Ενα περίεργο σκοτεινό τσίρκο», συνοψίζει το τελικό σκηνικό αποτέλεσμα ο σκηνοθέτης. Πίσω απ’ το συνολικότερο εγχείρημα κρύβεται πάντως και μια εντελώς «προσωπική ανάγκη» του για κωμωδία. «Οχι για εύκολη κωμωδία. Για δύσκολη», διευκρινίζει. «Λατρεύω το μπλακ χιούμορ. Ο Ορτον ενώ κάνει φάρσα είναι πολύ σκοτεινός. Αλλά πάντα λυτρώνεσαι διακωμωδώντας».

Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν βρίσκει τον Βρετανό μετρ της μαύρης κωμωδίας ευκολότερο απ’ τον κορυφαίο συμπατριώτη του ποιητή. «Και τα δυο έργα έχουν τη δυσκολία τους», αναφέρει ο Μοσχόπουλος, «αλλά ο Ορτον έχει ειδική δυσκολία, λόγω της κλειστής του φόρμας. Απαιτεί συγκεκριμένη τεχνική. Αν δεν την υπηρετήσεις, αν δεν ακολουθήσεις το ρυθμό, το έργο μοιάζει αδύναμο». Ο Σέξπιρ, αντιθέτως, είναι πολύ πιο ανοιχτός σε αναγνώσεις. «Παίζεται και έτσι και αλλιώς».

Το διαπιστώσαμε εμπράκτως στις πρόβες, μέσα στο εύπλαστο, ευφυώς μεταλλασσόμενο σκηνικό του Κωνσταντίνου Κυπριωτάκη με την τεράστια προοπτική. Σ’ αυτό θα εκτυλίσσονται άλλωστε και οι δύο παραστάσεις… Ενώ στον Ορτον οι ηθοποιοί δοκιμάζονται σε βασανιστικά slow motion και fast forward, στη «Δωδέκατη νύχτα» έχουν την ελευθερία να επιδίδονται σε αυτοσχεδιασμούς κατά τη διάρκεια ενός ελεγχόμενου απ’ το σκηνοθέτη σκηνικού παιχνιδιού. Λίγο πολύ όλα μπορούν να δοκιμαστούν καθώς τα παιδιά προτείνουν στον Μοσχόπουλο πιθανές εναλλακτικές λύσεις. *

«Δωδέκατη νύχτα»: με όπλο τον αυτοσχεδιασμό

Η Βιόλα – Ιωάννα Παππά, η σεξπιρική ηρωίδα που μεταμφιέζεται σε αγόρι όταν διασώζεται από ναυάγιο στις ακτές της Ιλλυρίας, αυτοσχεδιάζει γύρω απ’ τις μεταλλικές θύρες του σκηνικού.

Ως άνδρας υπηρετεί τον δούκα Ορσίνο – Χρήστο Λούλη. Μαζί δοκιμάζουν, έπειτα από υπόδειξη του σκηνοθέτη, «τις αποστάσεις» πάνω στη σκηνή. Ο πνευματώδης Φέστε – Αργύρης Ξάφης, ντυμένος σαν γελωτοποιός ή τρελός, σκαρφαλώνει στο σκηνικό, και χώνει το μουτράκι του όπου μπορεί. Είναι το άγρυπνο πνεύμα που παρακολουθεί τα πάντα.

«Τα έργα προκάλεσαν τη διανομή», αποκαλύπτει ο Μοσχόπουλος. Ετσι αντικείμενο του έρωτα του Ορσίνο ήτοι η σεμνή Ολίβια, που έχει ερωτοχτυπηθεί για τη μεταμφιεσμένη σε αγόρι Βιόλα, που είναι η Μαρίσα Τριανταφυλλίδη. Σεμπάστιαν, ο δίδυμος αδελφός της Βιόλα, είναι ο Προμηθέας Ελευθερόπουλος. Ματαιόδοξος αρχιθαλαμηπόλος Μαλβόλιο, ο Νίκος Καραθάνος.

«Μέσα από αυτοσχεδιασμούς αναζητούμε τους τρόπους που το κείμενο του Σέξπιρ δεν θα φαίνεται σήμερα γραφικό», εξηγεί ο Αργύρης Ξάφης. «Ο Σέξπιρ δημιούργησε τα έργα του μετά το Μεσαίωνα, αλλά δανείζεται φόρμες απ’ την commedia dell arte. Συγχρόνως, έχει έναν λόγο ποιητικό. Εξερευνούμε πώς όλα αυτά θα μπορούσαν να αφομοιωθούν και να χρησιμοποιηθούν σήμερα. Εχει πολλή δουλειά το εγχείρημα. Γι’ αυτό και τα πράγματα είναι ακόμα τόσο ανοιχτά».

Μπορεί να φαίνεται στις δοκιμές της «Δωδέκατης νύχτας» ότι ο Μοσχόπουλος έχει τα λουριά λυτά, αλλά «από την πορεία τόσων χρόνων μαζί έχουμε καταλήξει σε συγκεκριμένες ασκήσεις. Ετσι, ακόμα και στους αυτοσχεδιασμούς μας, βλέπετε το «ζουμί» της δουλειάς που έχουμε κάνει τόσα χρόνια».

Ο Αργύρης Ξάφης μάς υποδεικνύει έναν ακόμη πρωταγωνιστή, που οφείλουν οι ηθοποιοί να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους στους αυτοσχεδιασμούς: το σκηνικό. Η λειτουργικότητά του ξεδιπλώνεται «φύλλο-φύλλο», καθώς σιγά σιγά ανοίγει και αποκαλύπτεται ολοένα και μεγαλύτερο βάθος. «Τα πολλά επίπεδα του κόσμου», κατά τον Μοσχόπουλο.

Η δράση πάντως θα περιστρέφεται ή θα «βουτά» (όπως στο παιχνίδι της Βιόλας με τον Ορσίνο) στη μακρόστενη πισίνα με νερό, μια υδάτινη λωρίδα που κυριαρχεί στο μέσο της σκηνής. Το σκηνικό είναι ωστόσο σχεδιασμένο ώστε να διευκολύνεται και ένα πολύ βασικό κλισέ της φάρσας: το διαρκές ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας.

«Τι είδε ο Μπάτλερ;»: kinky, αλλά καλοκουρδισμένο

Η καλή κοινωνία του Λονδίνου αποδομείται… ηδονικά μέσα από ερωτικές «ακροβασίες» και παρενδυσίες στο «Τι είδε ο μπάτλερ;» του Ορτον. Ανδρες ντύνονται γυναικεία και γυναίκες ανδρικά, ενώ πόρτες ανοιγοκλείνουν φρενιασμένα.

Η Λυδία Φωτοπούλου, η άτακτη, σεξομανής κυρία Πρέντις, ξεφυλλίζει στο διάλειμμα της πρόβας τα vintage περιοδικά γυναικείας μόδας. Με ένα από τα φορέματα των σελίδων τους θα ντυθεί στην παράσταση. Ο Μοσχόπουλος, που έχει ξεκάθαρη εικόνα για την αισθητική των πραγμάτων, ζητά από τη σκηνογράφο Κλερ Μπρέσγουελ το φόρεμά της να είναι λεοπάρ. «Ετσι θα είναι και πιο kinky», εξηγεί.

Η Αννα Καλαϊτζίδου, η Τζέραλντιν Μπέρκλεϊ, με άλλα λόγια, η υποψήφια γραμματέας τού ψυχιάτρου dr Πρέντις, θα αναβιώνει την εικόνα ενός pin up girl. Αλλωστε, τη συνέντευξή της για τη θέση της γραμματέως την περνάει… γυμνή.

Η σκηνή της εξέτασης γίνεται γκροτέσκα όταν εισβάλλει ξαφνικά στο ιατρείο η κυρία Πρέντις, και ο γιατρός κρύβει τη γυμνή κοπέλα πίσω από κουρτίνα. Ομως, και η κυρία Πρέντις έχει λερωμένη τη «φωλιά» της. Πέρασε τη βραδιά με τον νεαρό γκρουμ Νίκολας Μπέκετ (Ομηρο Πουλάκη), που σήμερα την εκβιάζει. Για να μη βγάλει τα άπλυτά της στη φόρα, της ζητά «αντίδωρο» τη θέση γραμματέα στο ιατρείο του συζύγου της. Η εμφάνιση ενός επιθεωρητή (Κώστας Μπερικόπουλος) στο ιατρείο για έλεγχο προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις και τρελές… παρενδυσίες.

Ο Μοσχόπουλος ζητά από τους ηθοποιούς να περάσουν την πρώτη σκηνή του Ορτον, που είναι σχεδόν έτοιμη, slow motion. Αργότερα θα ακολουθήσει και το fast forward.

«Με το slow motion ξεκαθαρίζουν τα πράγματα, γιατί το κείμενο έχει από κάτω υλικό που τρέχει σε απίστευτο ρυθμό», παραδέχεται η έμπειρη Λυδία Φωτοπούλου. «Και στο fast forward θα πρέπει να εμπεριέχονται όλες οι ποιότητες. Το έργο πρέπει τελικά να βγει σαν μια τέλεια καλοκουρδισμένη μηχανή».

Στις πρόβες όλα συντελούνται σε ένα καζάνι υγιούς ομαδικότητας και ένα κλίμα 100% παρεΐστικο. «Προίκα» του «Αμόρε»; «Εχει μπαγιατέψει πια αυτή η ιστορία», με προσγειώνει ο Μοσχόπουλος. «Δεν είμαστε εμείς μόνο το «Αμόρε». Θα ήταν άδικο για τον Γιάννη (σ.σ. Χουβαρδά). Το «Αμόρε» ήταν μια συνάντηση πολλών ανθρώπων. Εδώ ξεκινάμε από την αρχή».

  • info Τη «Δωδέκατη νύχτα» μετέφρασε ο Νίκος Χατζόπουλος. Παίζουν οι Αργύρης Ξάφης, Χρήστος Λούλης, Ιωάννα Παππά, Νίκος Καραθάνος, Μαρίσα Τριανταφυλλίδη, Σωκράτης Πατσίκας, Θάνος Τοκάκης, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, Μιχάλης Σαράντης και Προμηθέας Ελευθερόπουλος. Το έργο «Τι είδε ο Μπάτλερ;» μετέφρασε ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Παίζουν οι Λυδία Φωτοπούλου, Κώστας Μπερικόπουλος, Γιώργος Γλάστρας, Αννα Καλαϊτζίδου, Ομηρος Πουλάκης και Αλέξανδρος Αλπίδης.

Ο αντίζηλος του Τσίλερ είναι Πειραιώτης

Εγκαινιάστηκε το 1895 το επιβλητικό αρχιτεκτόνημα του Ιωάννη Λαζαρίμου. Από τη μοναδική μπαρόκ σκηνή του, μία από τις τρεις που διασώζονται στην Ευρώπη, πέρασαν ο Ροντήρης και ο Κατράκης αλλά και… μπόλικη σαβούρα τα τελευταία χρόνια. Ευτυχώς, οι εργασίες αποκατάστασης μπήκαν στην τελική ευθεία και θα παραδοθεί τον Ιούλιο του 2011. Ποιος θα διαχειρίζεται την καλλιτεχνική του τύχη είναι ένα άλλο φλέγον ζήτημα. Αλλά, έχουμε καιρό…

Γαλλική φινέτσα κυριαρχεί στη μεγάλη αίθουσα και στο διάκοσμο των θεωρείων. (Οι φωτογραφίες παρα-χωρήθηκαν στην «Ε» από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού)

Γαλλική φινέτσα κυριαρχεί στη μεγάλη αίθουσα και στο διάκοσμο των θεωρείων. (Οι φωτογραφίες παρα-χωρήθηκαν στην «Ε» από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού)

Ενα παραγνωρισμένο «διαμάντι», κατά τους ειδικούς ανώτερο και από το Εθνικό, ετοιμάζεται να σηκώσει αυλαία τον Ιούλιο του 2011 έπειτα από εικοσαετή παροπλισμό. Είναι, άλλωστε, το «σανίδι» που δόξασαν μεγάλες δυνάμεις του θεάτρου, ανάμεσά τους ο Δημήτρης Ροντήρης και ο Μάνος Κατράκης. Η αξία του φωτίστηκε από όλες τις πλευρές κατά την πρόσφατη ημερίδα που οργάνωσε η Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

«Λαβωμένο» από τους σεισμούς του 1981 και του 1999, το Δημοτικό Θεάτρο Πειραιά έκλεισε για να επισκευαστεί, χωρίς να ξεφύγει από την ελληνική… παράδοση, που συνδέεται με μελέτες επί μελετών και μεγάλες καθυστερήσεις, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.

Από το 2008 η υπόθεση της αποκατάστασης μπήκε επιτέλους στην τελική ευθεία. Χωρίς να λείψουν και πάλι οι -ευχάριστες αυτή τη φορά- εκπλήξεις, που συνδέονται με την αποκάλυψη της μοναδικής σκηνής του. Διασώθηκε σχεδόν αλώβητη και αναδύθηκε σε όλο το παλιό μεγαλείο της μετά την αφαίρεση του τελευταίου δαπέδου. Θεωρείται ένα από τα ελάχιστα δείγμα της εποχής μπαρόκ στην Ευρώπη. Διασώζονται άλλες δύο, στην Τσεχία και την Ιταλία.

Το θέατρο ήταν ιδέα του δημάρχου και βιομήχανου Τρύφωνα Μουτζόπουλου (1883), αλλά χωροθετήθηκε επί δημαρχίας του Αρ. Σ. Σκυλίτση (1883-87) σε κεντρικό σημείο της πόλης, σε ένα άνετο οικόπεδο μπροστά στην πλατεία Κοραή και έγινε γρήγορα τοπόσημο για το πρώτο λιμάνι της χώρας. Τα προβλήματα πάντως ξεκίνησαν από τα θεμέλια, όταν κατά τις εργασίες εκσκαφής εντοπίστηκαν αρχαία. Κατά την πολύχρονη κατασκευή του λίγο έλειψε (1889) να «καταληφθεί» για τη στέγαση του δημαρχείου και να μετακομίσει σε νέα θέση, στην Τερψιθέα! Σωτήρια ήταν η παρέμβαση του πειραϊκού Τύπου, που με συνεχή άρθρα κατάφερε να διασώσει το θέατρο.

Μόνιμος βραχνάς το οικονομικό, αφού το έργο κόστισε τελικά 900.000 δραχμές, από τις οποίες οι 200.000 είχαν διατεθεί για τον εντυπωσιακό διάκοσμο -η δημοτική αρχή είχε στη διάθεσή της μόνον 250.000 δραχμές και αυτές από δανεισμό.

Αρχιτέκτονας ήταν ο Ιωάννης Λαζαρίμος, που έχει υπογράψει και άλλα έργα στη γενέτειρά του, όπως τους μεγαλοπρεπείς ναούς των Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίου Νικολάου. Πειραιώτης και με υδραίικες ρίζες, είχε σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στο Πολυτεχνείο Βερολίνου. Δεν είναι τυχαίο ότι το θέατρο αποπνέει κυρίως γαλλικό άρωμα και θυμίζει σε πολλά σημεία το περίφημο «Οντεόν» της γαλλικής πρωτεύουσας, αλλά δανείζεται και κάποια διακοσμητικά στοιχεία από το Εθνικό Θέατρο του Μονάχου.

«Είναι ένα περίοπτο και επιβλητικό αρχιτεκτόνημα, χωρίς τις δυσαναλογίες των αθηναϊκών θεάτρων του Τσίλερ», επισημαίνει η αρχιτέκτων Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία έχει ασχοληθεί με την αρχιτεκτονική του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Ο Λαζαρίμος μπορεί να μην είχε την εμπειρία του Βαυαρού αρχιτέκτονα, αλλά επιστράτευσε την ευσυνειδησία και τον ορθολογισμό του, αξιοποιώντας κυρίως τα πλεονεκτήματα του οικοπέδου που είχε στη διάθεσή του.

Οι μεγάλες διαστάσεις του κτιρίου (47 μέτρα μήκος και 34,50 πλάτος) εξασφάλισαν τη δυνατότητα να κατασκευαστεί μια αίθουσα με 1.400 θέσεις, κατά τα γαλλικά πρότυπα, με πεταλόσχημη πλατεία και 23 εντυπωσιακά θεωρεία. Γαλλικού τύπου και η μοναδική σκηνή (πλάτος 20,50 μέτρα, βάθος 16,20 μέτρα και ύψος 30 μέτρα), ήταν μακράν η πρώτη ανάμεσα σε όλα τα ελληνικά θέατρα της εποχής. Διασώθηκε ο τεράστιος πολυέλαιος που δέσποζε στην αίθουσα κοινού από την εποχή που λειτουργούσε με γκάζι. Πλουσιοπάροχα και τα καμαρίνια για τους ηθοποιούς, που απολάμβαναν επίσης ένα πολυτελές καθιστικό!

Η πρώτη γεύση για τον επισκέπτη είναι η είσοδος του Δημοτικού Θεάτρου με το μνημειώδες πρόπυλο, με τέσσερις μαρμάρινες κολόνες. Είναι δυσανάλογα λεπτές και χωρίς κλασικές αναλογίες, ίσως γι’ αυτό δεν κατασκευάστηκαν οι προβλεπόμενες ραβδώσεις. Στις υπόλοιπες όψεις του κτιρίου χρησιμοποιήθηκε λαξευτή λιθοδομή και κυριαρχούσαν αετώματα πάνω από τα παράθυρα με έντονη κλασικιστική τεχνοτροπία. Εντυπωσιακοί και οι υπόλοιποι χώροι: το κεντρικό καπνιστήριο, η τρίκλωνη μαρμάρινη σκάλα με το περίτεχνο κιγκλίδωμα από μοτίβα που θυμίζουν κέντημα. Ο προθάλαμος της κεντρικής αίθουσας διαθέτει φατνωματική οροφή που στηρίζεται σε τέσσερις κολόνες με κιονόκρανα αιγυπτιακής τεχνοτροπίας.

Στον μόνο τομέα που ο αρχιτέκτονας έκανε «σκόντο» είναι τα 25 καταστήματα, τα οποία σχεδίασε αξιοποιώντας την κλίση του εδάφους και με σκοπό την ενίσχυση των οικονομικών του θεάτρου. Δεκαετίες αργότερα, στο πλαίσιο των μελετών ανακαίνισης, διαπιστώθηκε ότι τα καταστήματα είχαν επεκταθεί σε βάρος των παρασκηνίων!

Στη διακόσμηση, σύμφωνα με την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ο Λαζαρίμος κατάφερε να «παντρέψει» το ρωμαϊκό, το αναγεννησιακό και το νεοκλασικό λεξιλόγιο, επιστρατεύοντας παράλληλα στοιχεία που δίνουν κομψότητα. Κυρίαρχα χρώματα, το βαθυκόκκινο που παίζει σε ορισμένες γωνιές με τους ψυχρούς τόνους του μπεζ. Διασώθηκαν η ζωγραφιστή αυλαία και ο διάκοσμος στα στηθαία των θεωρείων, ενώ οι παραστάσεις στην ψευδοροφή της κυρίως αίθουσας με γεωμετρικό και φυτικό διάκοσμο αλλοιώθηκαν από νεότερες επεμβάσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Γιάννης Τσαρούχης είχε προσφερθεί να τον αναζωγραφήσει, αλλά η πρόταση είχε αφήσει αδιάφορη την τότε δημοτική αρχή! *

Ημερομηνίες-σταθμοί

1884 Ξεκινούν οι εκσκαφές των θεμελίων. Οι εργασίες διακόπτονται για δέκα χρόνια, λόγω έλλειψης χρημάτων και εντοπισμού αρχαίων.

1895 Εγκαινιάζεται τον Απρίλιο και ένα μήνα μετά ανεβαίνει το έργο «Μαρία Δοξαπατρή» του Δ. Βερναρδάκη.

1897-8 Κλείνει λόγω εργασιών και επισκευών, που διήρκεσαν ώς το 1898.

1922 Χρησιμοποιείται για στέγαση προσφύγων.

1942 Επιτάχθηκε από τις δυνάμεις κατοχής και βομβαρδίστηκε το 1944.

1957 Στεγάζει το Πειραϊκό Θέατρο Ροντήρη, για μια διετία.

1966 Φιλοξενεί τη Δημοτική Συμφωνική Ορχήστρα, υπό τον Μίκη Θεοδωράκη.

1981 Πλήττεται από τους σεισμούς και χαρακτηρίζεται επικινδύνως ετοιμόρροπο.

1984 Ξεκινούν οι πρώτες μελέτες.

1985 Κηρύσσεται διατηρητέο μνημείο.

2008 Ξεκινούν τα έργα αποκατάστασης, έπειτα από πολλές περιπέτειες με τις μελέτες.

Μια σκηνή, μνημείο της ιστορίας της τεχνολογίας

«Είναι κάτι τι έκτακτον δι’ ελληνικόν θέατρον». Με αυτή τη χαρακτηριστική φράση περιέγραψε η «Νέα Εφημερίς» (15/3/1895) τη μαγεία που ασκούσε στους θεατές η σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.

Είχε κλέψει την παράσταση από την ώρα των επίσημων εγκαινίων, αλλά και ώς τις ημέρες μας δίνει το θεατρικό ορισμό του «Deus ex machina» (από μηχανής Θεός). Στο ίδιο δημοσίευμα φιλοξενείται περιγραφή για το «πρωτάκουστον» του πράγματος και σημειώνεται: «Το δάπεδον ταύτης είνε άπαν κινητόν, παρέχον ευκολίας και διά τα πολυπλοκότερα των θεατρικών έργων. Αι σκηνογραφίαι ανέρχονται ή κατέρχονται υπό το δάπεδον χωρίς να διπλώνονται, διότι το ύψος άνω της σκηνής και το βάθος υπό δάπεδον αυτής έχει τας αυτάς διαστάσεις με το ορώμενον μέρος της σκηνής. Διά των ποικίλων άνωθεν και κάτωθεν μηχανημάτων δύναται μετά καταπληκτικής ευχερείας να εκτελώνται παντός είδους εναέριοι ή υποχθόνιοι εμφανίσεις και αι μάλλον πολυπρόσωποι».

Διθυραμβικές ήταν και οι αναφορές της «Εστίας» (11/3/1895), όπου ο αρθρογράφος ομολογεί πως διαθέτει υποδομές καλύτερες από αυτές του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας, που έχει κατεδαφιστεί στις αρχές του 20ού αιώνα.

Πολλές δεκαετίες μετά, με αφορμή τις εργασίες αποκατάστασης, το μοναδικό και ιδιαίτερα πολύπλοκο δημιούργημα αποκαλύφθηκε και διαπιστώθηκε ότι διασώζεται σε ποσοστό περίπου 60%. Η Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων ζήτησε τη βοήθεια του αρχιτέκτονα-σκηνογράφου και theater designer Νίκου Πετρόπουλου, που είχε συνεργαστεί και με το Εθνικό Θέατρο. Θα είναι το μεγάλο ατού του νέου θεάτρου και υπάρχουν σκέψεις να αξιοποιηθεί και για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Ως προστατευτική ασπίδα στην καταπόνηση του χρόνου λειτούργησε η μεταγενέστερη προσθήκη δεύτερου δαπέδου. Η απομάκρυνσή του, κατά τη διάρκεια των εργασιών συντήρησης, έφερε στην επιφάνεια τον βασικό εξοπλισμό. Εχει ενδιαφέρον ότι το αρχικό δάπεδο του Ι. Λαζαρίμου είχε κατασκευαστεί με ελαφρά κλίση, ώστε να «ανοίγεται» προς τους θεατές.

Διασώθηκαν και, το σπουδαιότερο, συνεχίζουν να λειτουργούν τα αναβατόρια, τα χειροποίητα ταμπούρα, που από την κορυφή της στέγης και χάρη σε ένα πραγματικό «δάσος» δοκών και άλλων ξύλινων κατασκευών, ανεβοκατέβαζαν σκηνικά στα τρία διαφορετικά επίπεδα της σκηνής και των παρασκηνίων. Για την ευκολότερη εναλλαγή των σκηνικών χρησιμοποιήθηκαν τροχοί αντί για τροχαλίες, καθώς και 16 ειδικές ράγες κύλησης. Αξιοθαύμαστες και οι πασαρέλες, τέσσερις σε κάθε πλευρά των παρασκηνίων, με μηχανισμούς ανύψωσης των πλευρικών σκηνικών που διατηρήθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση.

Η υποδομή αυτή, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, όπως «μπούκα», «τραμπουκέτα» ή «τράπες» (σ.σ. θεατρικοί όροι που αναφέρονται σε καταπακτές για αιφνίδιες εμφανίσεις ή εξαφανίσεις ηθοποιών και εναλλαγές σκηνικών), «σταγκόνια», «μπαλάντσα» και «αμερικάνα», την κατατάσσουν μεταξύ των πλέον υποδειγματικών θεατρικών σκηνών του 19ου αιώνα, σύμφωνα και με τις περιγραφές του κορυφαίου σκηνογράφου Γ. Βακαλό. Είχε προβλεφθεί ακόμη δίκτυο φωτισμού με φωταέριο, αλλά και σύστημα πυρασφάλειας, που λείπουν από τα περισσότερα σύγχρονα θέατρα.

«Η αξία της σκηνής είναι μεγάλη και αναγνωρίστηκε ως μνημείο της ιστορίας της τεχνολογίας», επισημαίνει ο Μάριος Μιχαηλίδης, προϊστάμενος του τμήματος έργων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, που έχει εκπονήσει τη μελέτη συντήρησης, με σεβασμό στην ιστορική της αξία, αλλά και στα ξεχωριστά ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Με ευθύνη της υπηρεσίας, έχει συγκροτηθεί από χρόνια ομάδα εργασίας με εξειδικευμένους επιστήμονες (αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, ιστορικούς τέχνης κ.λπ.), η οποία προχώρησε στην καταγραφή όλων των στοιχείων της σκηνής, στην τεκμηρίωση και τη φωτορεαλιστική τους απεικόνιση, δημιουργώντας τον «μπούσουλα» των σωστικών παρεμβάσεων.

Επί Σκυλίτση φιλοξένησε μέχρι και καλλιστεία

Οι απόπειρες ανακαίνισης έχουν ξεκινήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά περιορίστηκαν σε πρόχειρες επεμβάσεις, ενώ δεν έλειψαν και λανθασμένες ενέργειες. Μάλιστα στην περίοδο της δικτατορίας, με τις ευλογίες του τότε δημάρχου Αρ. Σκυλίτση (1967-1974), το ιστορικό θέατρο είχε υποστεί ανεπιτυχές λίφτινγκ για να φιλοξενήσει διάφορες εκδηλώσεις, από καλλιστεία έως ομαδικούς γάμους.

Οι ουσιαστικές μελέτες για το «νέο πρόσωπο» του Δημοτικού Θεάτρου συνδέονται με τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού. Ο προϊστάμενός της αρχιτέκτων Νίκος Χαρκιολάκης επισήμανε στην πρόσφατη ημερίδα πως οι εργασίες περιλαμβάνουν την πλήρη στερέωση, ενίσχυση και αποκατάσταση του κελύφους του κτιρίου, από τις όψεις ώς τη στέγη, την ανακαίνιση όλων των εσωτερικών χώρων (πλατεία, θεωρεία, καμαρίνια, βοηθητικοί χώροι, κ.λπ.) με φροντίδα ώστε οι αναγκαίοι τεχνικοί εκσυγχρονισμοί να σέβονται την αξία του μνημείακού κτιρίου. Ιδιαίτερη φροντίδα θα δοθεί στον εσωτερικό διάκοσμο, που θα συντηρηθεί με βάση τα αρχικά σχέδια, τα οποία αποκαλύφθηκαν κάτω από δύο μεταγενέστερες επεμβάσεις. Τα έργα, συνολικού ύψους 36 εκατ. ευρώ, δημοπρατήθηκαν το 2006 και δύο χρόνια αργότερα υπογράφηκε η σύμβαση με την ανάδοχο εταιρεία. Λόγω της ανακάλυψης των αρχαίων ευρημάτων στην πλατεία του προπύλου του θεάτρου, μέρος των οποίων θα παραμείνει in situ, σύμφωνα με εισήγηση της αρμόδιας εφορείας προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων Πειραιά, αλλά και της αποκάλυψης της παλιάς σκηνής, η ημερομηνία τελικής παράδοσης του θεάτρου στον Δήμο Πειραιά και δι’ αυτού στο κοινό θα παραταθεί για περίπου 12 μήνες, με νέα ημερομηνία ολοκλήρωσης τον Ιούλιο του 2011.

  • Της ΧΑΡΑΣ ΤΖΑΝΑΒΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

«Μάνα μητέρα μαμά» του Γ. Διαλεγμένου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Xατζάκη, στο θέατρο Bεάκη

Tο έργο άμα τη εμφανίσει του πριν από 20 συναπτά έτη, χαιρετίστηκε θερμά από το σύνολο της κριτικής, εφόσον σ’ αυτό συνοψιζόταν το νεοελληνικό ήθος της μεταπολίτευσης, με έναν τρόπο όμως που ξεπερνούσε την ηθογραφία και έκλεινε το μάτι στον ψυχογραφικό λαϊκό ρεαλισμό, τόσο που να θεωρηθεί πως ο συγγραφέας πλησίαζε μια τσεχωφική ανάγνωση της ελληνικής κοινωνικής τοιχογραφίας, κυρίως εκείνων των στρωμάτων που χαρακτηρίζαμε ως μικροαστικά. Tο ξάφνιασμα έγκειτο περισσότερο στην θεατρική καταγραφή μιας γλώσσας που συμπληρώνεται ως έκφραση από τη χειρονομία, τις σιωπές, το μη σαφές και ολοκληρωμένο, μια γλώσσα κατακερματισμένη, αντίστοιχη με τον κατακερματισμένο ψυχικό χώρο των ηρώων.

Aλλωστε ο συγγραφέας συνέχισε σε όλα τα επόμενα έργα του να χρησιμοποιεί τη «γλώσσα» ως κύριο ιδεολογικό όχημα και ως «φέροντα οργανισμό» της θεατρικότητάς του. Tο ενδιαφέρον όμως είναι πως σήμερα, μετά από 20 χρόνια, παρά το ότι οι συνθήκες της μεταπολίτευσης έχουν αλλάξει, το ίδιο και οι φαινομενικοί γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας, το έργο διατηρεί τη ζωντάνια και τη διεισδυτικότητά του, πέρα από την προφανή νοσταλγία των θεατρικών τύπων του «Mεμά» και του «Σωτηράκη», κατ’ εξοχήν εκπροσώπων των παιδιών της πρώτης μεταπολιτευτικής αντιπαροχής και της άπραχτης, των κολλητών και των «Aμερικάνικων Bάσεων». Σε πρώτη ανάγνωση είναι που σήμερα βιώνουμε την εξέλιξη εκείνης της γενιάς που με πλάτη εκείνες τις αντιπαροχές μεταπήδησε στη μεσαία τάξη των σύγχρονων δανειοληπτών.

Mα πάνω απ’ όλα είναι η ανυπέρβλητη φιγούρα της «μάνας» που δημιούργησε και αντέχει έως σήμερα, οικείας και ανοίκειας μαζί, που πηγαίνει τον μύθο σε άλλα χωράφια, εκείνον που μας συνδέει με το τραγικό, με τη μάνα τροφό και παιδοκτόνο μαζί. O Xατζάκης, οδήγησε όλο τον θίασο στο πεδίο της τραγικομωδίας, με όπλο την καταλυτική φιγούρα της μάνας της Nτίνας Kώνστα. Kυρίως γιατί δεν έπεσε ούτε λεπτό στην παγίδα είτε της γραφικότητας είτε της καρικατούρας. O Γιώργος Nινιός ευαίσθητος Mεμάς σε πλήρη συντονισμό με την Nτ. Kώνστα, ενώ ο Πάνος Σκουρολιάκος παίζει ίσως πολύ με τη λαϊκή μαγκιά του Σωτηράκη. H Eλισσάβετ Mουτάφη ερμηνεύει μια ενοχική Bαρβάρα και η Bάσω Γουλιελμάκη μια Mπέμπα έξοχα απελπισμένη. [ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 21/11/2009]

//

Κι άλλοι «φίλοι» μνημείων…

  • Την αναστήλωση του αρχαίου Θεάτρου Διονύσου θέλει να χρηματοδοτήσει η Νομαρχία Αθηνών, εκμεταλλευόμενη το αντιδραστικό θεσμικό πλαίσιο για την πολιτιστική κληρονομιά που «έστησε» ο δικομματισμός

Αποψη του Θεάτρου του Διονύσου, από το βράχο της Ακρόπολης
Το αντιδραστικό θεσμικό πλαίσιο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – που, αφού την κατέστησε «ανώνυμη εταιρεία», της δίνει την «ευκαιρία» να εμπλακεί ακόμη και στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς που (πρέπει να) είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας – θέλει να εκμεταλλευθεί η Νομαρχία Αθηνών, με την πρόθεσή της να χρηματοδοτήσει με 6 εκατ. ευρώ την αναστήλωση του αρχαίου Θεάτρου του Διονύσου, κάτω από την Ακρόπολη.

Το θέμα δεν είναι «αθώο» όπως εμφανίζεται, αφού, η εμπλοκή της ΤΑ, διαφόρων «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων» και άλλων φορέων – «φίλων» των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί έναν από τους τρόπους που προώθησαν οι κυβερνήσεις του δικομματισμού ώστε, σταδιακά, τη συνειδητά απαξιωμένη από το κράτος Αρχαιολογική Υπηρεσία να «υποκαταστήσει» η λεγόμενη «ιδιωτική πρωτοβουλία» και «κοινωνία των πολιτών». Δηλαδή, να «περάσει» η πολιτιστική κληρονομιά στην ιδιωτικοοικονομική διαχείριση.

Σύμφωνα με προχτεσινή ανακοίνωση της «πράσινης» Νομαρχίας, τη σχετική πρόταση του νομάρχη Αθηνών, Γ. Σγουρού, «να αναστηλωθεί ένα από τα ιστορικότερα μνημεία της Αθήνας», «ενέκρινε ομόφωνα στη σημερινή του (σ.σ. προχτεσινή) συνεδρίαση το Νομαρχιακό Συμβούλιο». Το έργο «θα υλοποιηθεί από πόρους της Νομαρχίας, μετά την υπογραφή προγραμματικής σύμβασης με το υπουργείο Πολιτισμού».

Ωστόσο, ο σύμβουλος της «Νομαρχιακής Αγωνιστικής Συνεργασίας» (ΝΑΣ), Κώστας Μαρκέτης, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την πρόταση, που αιφνιδιαστικά εισήχθη στο νομαρχιακό συμβούλιο. Ο σύμβουλος της ΝΑΣ σημείωσε ότι η παράταξη τάσσεται υπέρ της προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά αυτή είναι αρμοδιότητα του κράτους μέσω του υπουργείου Πολιτισμού και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και όχι της Νομαρχίας. Επισήμανε ότι το θέμα δεν εξετάστηκε από τις αρμόδιες επιτροπές της Νομαρχίας, η οποία – όπως υπογράμμισε – ενώ βιάζεται να χρηματοδοτήσει το Θέατρο του Διονύσου δεν έχει πάρει ακόμα ξεκάθαρη θέση για το σκάνδαλο στην Ακαδημία Πλάτωνα, όπου χτίζεται το πενταώροφο μεγαθήριο εντός, ουσιαστικά, του αρχαιολογικού χώρου. Η ΝΑΣ επιφυλάχθηκε να καταθέσει ολοκληρωμένη θέση τόσο στις αρμόδιες επιτροπές της Νομαρχίας όσο φυσικά και στο Νομαρχιακό Συμβούλιο.

Στην ανακοίνωση σημειώνεται ότι σκοπός της «απόφασης είναι η καταρχήν έγκριση σκοπιμότητας από το νομαρχιακό συμβούλιο, για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου και εν συνεχεία θα επανέλθει το θέμα για την ένταξη του έργου στο πρόγραμμα των εκτελεστέων έργων της Νομαρχίας και την αντίστοιχη τροποποίηση του προϋπολογισμού». Μόλις ολοκληρωθούν τα παραπάνω θα τεθεί στο ΝΣ για «έγκριση των όρων της Προγραμματικής Σύμβασης».

Θυμίζουμε ότι οι αρχαιολόγοι αγωνίστηκαν το 2006 κατά των σχετικών διατάξεων του Κώδικα της ΤΑ, με τον οποίο δόθηκαν τέτοιες «δυνατότητες», σημειώνοντας, μεταξύ πολλών άλλων, ότι «τα ζητήματα που σχετίζονται με την προστασία της μνημειακής κληρονομιάς απαιτούν ενιαία πολιτική και διαχείριση σε εθνικό επίπεδο, γι’ αυτό, άλλωστε, οι περιφερειακές μονάδες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας δεν υπάγονται στις κατά τόπους περιφέρειες, αλλά κατευθείαν στο υπουργείο Πολιτισμού».

Γάλλος ή Ρουμάνος; Η καταγωγή του Ιονέσκο μονοπωλεί τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του


Τα Νέα

Ο Ευγένιος Ιονέσκο πέθανε το 1994

«Γάλλος συγγραφέας που γεννήθηκε στη Ρουμανία» ή «Ρουμάνος γαλλόφωνος συγγραφέας;».

Οι εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του Ευγένιου Ιονέσκο διεξάγονται στη Ρουμανία υπό το φως της διαμάχης για την καταγωγή του, μεταξύ της κόρης του δραματουργού που πέθανε το 1994, Μαρί-Φρανς Ιονέσκο, και του θεατρικού κόσμου, που την κατηγορεί ότι εμποδίζει το ανέβασμα των θεατρικών έργων του πατέρα της στη χώρα.

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η ρουμανική ταυτότητα ή μη του Ιονέσκο.

«Οι Ρουμάνοι ξέρετε, με το σύμπλεγμα των μικρών λαών, θέλουν να τον σφετεριστούν. Αλλά, όχι. Δεν έχω καμία αντίρρηση να παίζονται τα έργα του στη Ρουμανία, αλλά όπως και στις άλλες χώρες, όπως σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο» δηλώνει η Μαρί-Φρανς Ιονέσκο σε συνέντευξή της στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, προσθέτοντας ότι έχει ήδη δώσει την άδεια σε «17 ή 19 ρουμανικά θέατρα» να ανεβάσουν έργα του πατέρα της.

«Η θέση της Μαρί-Φρανς Ιονέσκο είναι απαράδεκτη» διαμαρτύρεται ο πρόεδρος της Ένωσης Ρουμάνων Συγγραφέων και πρέσβης της Ρουμανίας στην UNESCO, Νικολάι Μανολέσκου.

Σύμφωνα με τον Μανολέσκου, προκειμένου να δώσει την έγκρισή της για να ανεβεί στη Ρουμανία Η Φαλακρή Τραγουδίστρια, η Μαρί-Φρανς Ιονέσκο θέτει ως όρο «να μην αναφερθεί ότι ο πατέρας της ήταν Ρουμάνος».

«Αλλά πώς να σκηνοθετήσουμε το έργο με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη γέννησή του, χωρίς να πούμε ότι καταγόταν από τη Σλατίνα;» αναρωτιέται ο Μανολέσκου.

Γεννημένος σ’ αυτή τη μικρή πόλη στο νότο της Ρουμανίας στις 26 Νοεμβρίου 1909, από πατέρα Ρουμάνο και μητέρα Γαλλίδα, ο Ιονέσκο έφυγε για τη Γαλλία σε ηλικία μόλις ενός έτους και στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του πατέρα του το 1923, όπου παρέμεινε μέχρι το 1938.

«Ονομάζομαι Ιονέσκο σαν τον πατέρα μου. Ιονέσκο σημαίνει ο γιος του Γιάννη. Ο πατέρας μου ήταν Ρουμάνος» εξομολογήθηκε ο συγγραφέας σε συνέντευξή του το 1960. Πρόσθεσε, όμως, στη συνέχεια: «Είμαι Γάλλος πολίτης. Έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στη Γαλλία. Η παιδική μου ηλικία είναι γαλλική»

Τη θέση αυτή υποστηρίζει και η κόρη του. «Η οικογένεια της μητέρας του ήταν γαλλική και η πατρίδα ενός συγγραφέα είναι η γλώσσα του, εξού και όλα τα έργα του είναι στα γαλλικά» λέει.

«Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να μετρήσει ποιο κομμάτι ακριβώς του Ιονέσκο ανήκει σε ποια χώρα: είναι το σύνολο που μετρά» αντιτάσσει από την πλευρά του ο κριτικός λογοτεχνίας Νταν Μιχαϊλέσκου. «Κανείς, εκτός από την κόρη του που είναι αλλεργική στη ‘ρουμανικότητα’ του» σχολιάζει ο κριτικός, προσθέτοντας ότι «η ρουμανική σφραγίδα στο ιονεσκικό πνεύμα είναι αναμφισβήτητη».

Ο Ιονέσκο «μιλούσε ρουμανικά, αστειευόταν στα ρουμανικά και ήταν ορθόδοξος. Ακόμη κι αν ασκούσε κριτική στους Ρουμάνους, αυτό ήταν επειδή ανήκε σ’ αυτό το έθνος, διότι ποιος μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερη κριτική στους Ρουμάνους, αν όχι ένας από αυτούς;» αναρωτιέται ο υπουργός Πολιτισμού Τεοντόρ Παλαιολόγκου.

Ο κ. Μιχαϊλέσκου επικαλείται έναν άρρηκτο δεσμό μεταξύ της καταγωγής του συγγραφέα και του έργου του: «Η Ρουμανία θεωρείτο πάντα μία χώρα σοκαριστικών αντιθέσεων, όπου όλα λειτουργούν ανάποδα».

Η διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου του Βουκουρεστίου Κριστίνα Μοντρεάνου, προσθέτει: «Το θέατρο του παραλόγου είναι απόλυτα επίκαιρο στη Ρουμανία, όπου οι άνθρωποι έρχονται κάθε μέρα αντιμέτωποι με παράλογες καταστάσεις, στη δημόσια διοίκηση, στην πολιτική…» [πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ]

Ζορμπάς ξέχειλος και χωρίς έρμα

Το παραδέχομαι. Μια βασανιστική αμφιθυμία με ταλάνιζε όση ώρα παρακολουθούσα τον «Ζορμπά» του Εθνικού Θεάτρου, που εμπνεύστηκε ο Λιθουανός Τσεζάρις Γκραουζίνις. Ο ποιητικός ρεαλισμός, που γινόταν υπερρεαλισμός και «απογείωνε» την ελεύθερη σκηνική μεταγραφή του πασίγνωστου καζαντζακικού έργου πάνω από τη στέρεα Νέα Σκηνή του κτιρίου Τσίλερ (μεταμορφώνοντας μπανιέρες σε επιβατηγά πλοία και κανάτες σε βουνά) δεν είχε στόχο.

Γοητευμένη κάποιες στιγμές από τον χείμαρρο της σκηνικής ποίησης, τη δύναμη των αισθαντικών ερμηνειών, τελικά αισθάνθηκα να με παρασύρει και να με πνίγει το συνονθύλευμα της ανερμάτιστης, ανορθολογικής υπαρξιακής πρόζας (την υπογράφει ο τολμηρός Γκραουζίνις).

Δύο ώρες ο Ζορμπάς (εκπληκτικός ο Μανώλης Μαυροματάκης), η μαντάμ Ορτάνς και οι φίλοι τους ζωντάνευαν μπροστά στα μάτια μας φανταστικούς κόσμους, ξορκίζοντας μακριά τον θάνατο. Αναπαρήγαν σκηνές από τον «Ζορμπά», κάποιες στιγμές αποστασιοποιημένα, άλλοτε διακωμωδώντας τες. Δύο ώρες γλυκά αυτοϋπονομευόμενοι ονειρεύονταν με μάτια ανοιχτά, μοιράζονταν μαζί μας βάσανα και σκέψεις τους για τη ζωή, ταξίδευαν στον «έσω» και στον έξω κόσμο. Μέσα σε ένα φρενοκομείο; Ενα όνειρο; Στον Αλλο Κόσμο; Στη Χώρα των Θαυμάτων; Ολα αφήνονται ανοιχτά σ’ αυτό το δίχως μέτρο όργιο φαντασίας, αλλά και τεχνικής.

Στις αρετές του απρόσμενου «Ζορμπά» αθροίζεται το κλείσιμο-κορύφωση. Ενας ένας οι ήρωες, έπειτα από το εξαντλητικό «παιχνίδι» τους, μεταφέρονται πειθήνια ως «τρόφιμοι» στη νοσοκομειακή (;) τους κλίνη με φορείο. Εχθρός της παράστασης, εκτός από την άστοχη πρόζα, που ανακάτευε ατάκτως «ξεμπλοκαρίσματα των τσάκρα» και το «αρνάκι άσπρο και παχύ» με μονολόγους και διαλόγους βαριάς… οντολογίας, η διάρκειά της. Η φόρμα δεν άντεχε το δίωρο «άπλωμα».

Εν τούτοις, ο «Ζορμπάς» του Εθνικού Θεάτρου ένα μεγάλο στοίχημα το κέρδισε πράγματι: συντρίβει οριστικά το στερεοτυπικό «φάντασμα» του καζαντζακικού λεβεντοήρωα. Φαίνεται, πέρασαν πια οι εποχές που οι παλικαριές και οι κουτουράδες του αντιφατικού Αλέξη μάς στοίχειωναν.

  • ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

«Μήδεια» και «Κλουβί» για βραβεία

  • Οι αναγνώστες του «Αθηνοράματος» ψήφισαν κυρίως Παπαϊωάννου, Φασουλή και Λαζόπουλο

Η«Μήδεια²» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, «Το κλουβί με τις τρελές», αλλά και «Ο βιοπαλαιστής στη στέγη» είναι οι παραστάσεις που εν μέσω κρίσης κατάφεραν να κερδίσουν το θεατρόφιλο κοινό του «Αθηνοράματος» στην 11η απονομή των βραβείων του, προχθές το βράδυ στο Μέγαρο.

«Το κλουβί με τις τρελές» απέσπασε συνολικά πέντε βραβεία. Μεταξύ των οποίων (1ο) ανδρικού ρόλου και (2ο) σκηνοθεσίας για τον Σταμάτη Φασουλή

«Το κλουβί με τις τρελές» απέσπασε συνολικά πέντε βραβεία. Μεταξύ των οποίων (1ο) ανδρικού ρόλου και (2ο) σκηνοθεσίας για τον Σταμάτη Φασουλή

Σατιρίζοντας την οικονομική κρίση, άλλωστε, οι ηθοποιοί Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και Μάκης Παπαδημητρίου σκόρπισαν απλόχερα γέλιο στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» σε μια βραδιά που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Κακλέας.

Το βραβείο νεοελληνικού έργου απέσπασε ο Ακης Δήμου για την κωμωδία του «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης».

* Βραβεία παράστασης:

1ο: «Μήδεια²», 2ο: «Οκτώ γυναίκες», 3ο: «Rottweiler» και «Ο βιοπαλαιστής στη στέγη».

* Σκηνοθεσίας: 1ο Δημήτρης Παπαϊωάννου («Μήδεια²»), 2ο Σταμάτης Φασουλής («Κλουβί με τις τρελές»), 3ο Ελένη Σκότη («Rottweiler»).

* Ανδρικού ρόλου: 1ο Σταμάτης Φασουλής («Κλουβί με τις τρελές»), 2ο Λάκης Λαζόπουλος («Βιοπαλαιστής στη στέγη»), 3ο Κώστας Κάππας («Εξι μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες»).

* Γυναικείου ρόλου: 1ο Ρένη Πιττακή («Εξι μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες»), 2ο Μαρίνα Ασλάνογλου («Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι»), 3ο Πέγκυ Τρικαλιώτη («Το θαύμα της Αννυ Σάλιβαν»)

* Ενδυματολογίας: 1ο Ντένη Βαχλιώτη («Το κλουβί με τις τρελές»), 2ο Ελλη Παπαγεωργακοπούλου («Οκτώ γυναίκες»), 3ο η πρωτοεμφανιζόμενη Χριστίνα Μαθέα («Λα Πουπέ»).

* Σκηνογραφίας: 1ο και 2ο ο Γιώργος Γαβαλάς («Βιοπαλαιστής» και «Κλουβί με τις τρελές», αντίστοιχα), 3ο ο Μανώλης Παντελιδάκης («Το ημερολόγιο ενός απατεώνα»).

* Σύνθεσης: 1ο Σταμάτης Κραουνάκης («Βιοπαλαιστής»), 2ο Μάριος Στρόφαλης («Rottweiler»), 3ο ο Θοδωρής Αμπαζής («Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας»).

* Φωτισμού: 1ο Λευτέρης Παυλόπουλος («Κλουβί με τις τρελές»), 2ο Ελευθερία Ντεκώ («Βιοπαλαιστής στη στέγη»), 3ο Λευτέρης Παυλόπουλος («Οκτώ γυναίκες»).

  • ΕΛ. Γ., Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009