Δημήτρης Τάρλοου: Tο «σανίδι» δεν είναι εύκολο σπορ για κανέναν

  • Ο Δημήτρης Τάρλοου μιλάει για τη δεκάχρονη «Πορεία» του στον χώρο

Ηθοποιός, μεταφραστής, σκηνοθέτης, παραγωγός. Του αρέσει να ασκείται σε όλα και να εμβαθύνει. Κάτι που έμαθε καλά από τη γιαγιά του, τη ζωγράφο Νίκη Καραγάτση. Και αν κρίνει κανείς από το 1986, όταν ο Δημήτρης Τάρλοου ξεκίνησε στον χώρο του θεάτρου, τελειώνοντας τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου τα κατάφερε κάτι παραπάνω από καλά. Η δουλειά, η ανησυχία, η διαίσθηση και η καλή εκτίμηση των καταστάσεων τού έδωσαν γρήγορα μια αξιόλογη θέση στο θέατρο.

Το καλλιτεχνικό περιβάλλον στο οποίο γαλουχήθηκε (εγγονός του περίφημου συγγραφέα Μ. Καραγάτση και γιος του ζωγράφου Φίλιππου Τάρλοου) βοήθησε κι αυτό με τον τρόπο του. Είχε δώσει τις βάσεις. Δοκιμάστηκε στο ελεύθερο θέατρο, με συνεργασίες, έργα και ρόλους, έλαμψε τη δεκαετία του 90 στο «Εμπρός» με τον «Αμερικάνικο βούβαλο» -ήταν δεν ήταν 26 χρονών, και ύστερα βρήκε τον δρόμο του στο «Πορεία». Ανέβασε έργα που ήθελε, στήριξε παραστάσεις που συζητήθηκαν, σύστησε συνεργάτες και τώρα ετοιμάζεται να γιορτάσει τα δεκάχρονα του θεάτρου του.

«Το κτήνος στο Φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με το οποίο έκανε την αρχή σε μια νέα διαδρομή, με το «Δόλιχο», είναι πάλι στοίχημα, με τον Στάθη Λιβαθινό να επαναλαμβάνει τη διδασκαλία του έργου δέκα χρόνια μετά. Αλλωστε και οι δυο τους διένυσαν μια ενδιαφέρουσα πορεία από τότε.

«Το Κτήνος στο Φεγγάρι» ήταν η πρώτη παραγωγή της εταιρείας «Δόλιχος» και η αφορμή να συνεχίσει η προσπάθεια ώς σήμερα. Είναι μια καλή παράσταση που αξίζει να ξαναδεί ο κόσμος και για μας μια ευκαιρία να δούμε πώς δέκα χρόνια μπορούν να επιδράσουν στον ψυχισμό δύο ηθοποιών, αλλά και σε έναν σκηνοθέτη που ξανακοιτά το κείμενο. Αναγνωρίζω πως το να ξαναδείς την ίδια παράσταση είναι μια λογική εκτός εποχής. Παλιά οι ζωγράφοι, οι αγιογράφοι είχαν σύστημα να δουλεύουν ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα. Και στο θέατρο νομίζω πως έχει νόημα να ξανακοιτάμε πίσω. Δεν είναι πάντα σωστό να κοιτάμε μόνο παρακάτω. Τότε, η παράσταση είχε ανέβει σε ένα μικρό χώρο, το «Από μηχανής», κόβοντας 13.000 εισιτήρια σε πέντε μήνες. Αυτό με έκανε να πιστέψω ότι μια γενιά θεατών μπορεί να θέλει να γνωρίσει το κείμενο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι.

Νέο βλέμμα; Δεν μου αρέσουν οι μεγάλες κουβέντες. Ο Λιβαθινός δούλεψε από την αρχή το έργο. Δεν κάναμε απλώς δέκα πρόβες για να ξαναστήσουμε μια παράσταση που είχαμε στο τσεπάκι μας. Αλλωστε έχουμε δύο νέα παιδιά (Φίλιππος Μοσχάτος, Ρωμανός Μπολώτας), αλλά και νέο αφηγητή μετά τον χαμό του Γιάννη Κυριακίδη στον οποίο αφιερώνουμε την παράσταση. Τον ρόλο τώρα ανέλαβε ο Γιώργος Μπινιάρης. Επρεπε λοιπόν να ξανακάνουμε πρόβες. Επιπλέον είχαμε κάποιες αλλαγές.

Δύο επίπεδα καθορίζουν το έργο. Το ένα είναι το πολιτικό επίπεδο (η σφαγή των Αρμενίων από τους Τούρκους το 1915 και η μετανάστευση, φλέγον ζήτημα τότε και τώρα), και το δεύτερο είναι το ψυχολογικό μέρος.

Οταν ανεβάσαμε για πρώτη φορά το έργο είχαμε την υπόθεση Οτσαλάν, τώρα ζούμε τις συνομιλίες Αρμενίων – Τούρκων υπό το άγρυπνο βλέμμα των Αμερικανών. Τότε είχαμε τους πρώτους Τούρκους να μένουν στην πλατεία Κουμουνδούρου, τώρα δεν χρειάζεται να πας ώς εκεί. Αρκεί μια βόλτα στην Ομόνοια, στα πέριξ και στη δική μας γειτονιά την πλατεία Βικτωρίας, για να δεις μετανάστες παντού.

Το δεύτερο επίπεδο πάνω στο οποίο κινείται το έργο, έχει να κάνει με τη σύγκρουση του άντρα και της γυναίκας. Εχουν την ίδια εμπειρία, την απώλεια των γονέων, που όπως βλέπουμε αντιμετωπίζουν με διαφορετικό βλέμμα. Ο άντρας είναι έγκλειστος, περιχαρακωμένος, στεγνός και στυγνός, η γυναίκα από την άλλη είναι υγρή, άναρχη, με επιθυμία να προχωρήσει, να βαθύνει και να παρασύρει τον άντρα σε κάτι ουσιαστικότερο. Η ηρωίδα επιζητεί το πιο βαθύ και όχι το διαφορετικό σε αυτή την ιστορία. Κι αυτό λειτουργεί και στον θεατή, ο οποίος στο θέατρο επιζητεί το θαύμα κι όχι τη λογική.

Η υπόθεση

To 1893 έγινε μια έκλειψη Σελήνης στην Τουρκία και οι Τούρκοι, πεπεισμένοι πως ένα «κτήνος» κατάπινε το Φεγγάρι, έστρεψαν τα όπλα τους προς τον ουρανό προσπαθώντας να το σκοτώσουν. Με τα ίδια τα όπλα, που κάπνιζαν ακόμη από ένα φυλετικό μίσος κατά τους γειτονικού τους λαού των Αρμενίων, εξολόθρευσαν τους Χριστιανούς Αρμένιους, με μια σειρά από εκτεταμένα πογκρόμ στα τέλη του 18ου αι., που κορυφώθηκαν με τη γενοκτονία του 1915 και τον αφανισμό περίπου δύο εκατομμυρίων Αρμενίων. Ο 20χρονος Αράμ Τομασιάν, μοναδικός επιζών της οικογένειάς του από το Ολοκαύτωμα, διέφυγε στις ΗΠΑ, όπου εργάζεται ως φωτογράφος ειδικευμένος στις οικογενειακές φωτογραφίες μεταναστών, και φιλοδοξεί να γίνει ο γεννήτορας της καινούργιας οικογένειας Τομασιάν. Από την Αρμενία έχει φέρει μόνο μία οικογενειακή φωτογραφία και το παλτό του πατέρα του, το οποίο του πρόσφερε κάλυψη, ώστε να διασωθεί.

Το θέατρο δεν είναι εύκολο σπορ για κανέναν. Αυτό έδειξαν τα δέκα αυτά χρόνια του «Πορεία». Ηταν όμως πλούσια και γεμάτα. Το θέατρο καθιερώθηκε σαν έναν από τους βασικούς πόλους έλξης για τους θεατρόφιλους. Και εγώ εξελίχτηκα ως ηθοποιός και ως άνθρωπος. Σε αυτό με βοήθησαν οι συνεργάτες μου, όπως ο Στάθης Λιβαθινός, για να προχωρήσω. Το ότι πήρα το θέατρο ήταν θέμα της μοίρας και της τεράστιας βοήθειας που είχα από την οικογένειά μου. Δεν είχα ιδέα πως οργανώνεται ένα θέατρο, αλλά βρέθηκαν άνθρωποι που με βοήθησαν να το στήσω. Θυμάμαι ότι τα πρακτικά ζητήματα τότε μου φαίνονταν βουνό. Τώρα έχουμε και την εμπειρία και την τεχνογνωσία. Οι στόχοι μας έγιναν πραγματικότητα. Συστήσαμε σκηνοθέτες όπως η Ρενάτε Τζετ και ο Τζέζαρις Γκραουζίνις, που μετά συνεργάστηκαν με το Φεστιβάλ Αθηνών και το Εθνικό Θέατρο. Ομως και ο ίδιος ο Λιβαθινός συστήθηκε μέσω του «Δόλιχου». Επίσης νέοι συγγραφείς, όπως ο Γιάννης Μαυριτσάκης, ηθοποιοί, καινούργια έργα, μεταφράσεις κ. ά.

Αναγκάζομαι και λειτουργώ με δανεικά. Ομολογώ ότι είμαι πιεσμένος. Μας υποσχέθηκαν ότι Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο θα πάρουμε την περσινή επιχορήγηση, όμως με τις εκλογές και την αλλαγή της κυβέρνησης δεν πήραμε τίποτε. Φέτος, λόγω της κρίσης κοιτάξαμε να κάνουμε μια πολιτική λιγότερο ακραίων θεαμάτων. Πέρυσι το παρακάναμε ίσως με τις «Βάκχες». Τώρα το πρόγραμμα είναι μοιρασμένο. «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» είναι νέα παραγωγή, μια τρελή κωμωδία, αλλά και σκοτεινή που θα παίζεται σε εναλλαγή με το «Κτήνος» στην κεντρική σκηνή, ενώ στην επάνω έχουμε την «Πάχνη» και ένα μουσικό θέαμα με τη Φένια Παπαδόδημα «Μια γάτα που την έλεγαν Billie Holliday» με τον Ντέιβιντ Λιντς ζωντανά στο σαξόφωνο.

Καλά και κακά

Το συνοικιακό μαγαζί έχει ακόμη πέραση. Το μικρομπακάλικο και η προσωπική επιχείρηση. Εχει τα καλά του και τα κακά του. Κατά τη γνώμη μου δεν χρειάζονται παραπάνω από 20 θέατρα του μεγέθους και του επιπέδου του «Πορεία». Θα ήταν υπεραρκετά για την αθηναϊκή πραγματικότητα συν βέβαια το Εθνικό Θέατρο και κάποια εμπορικά θεάματα. Τώρα έχουμε 120 σκηνές με 450 παραγωγές τον χρόνο. Κι όλες συγκεντρωμένες στην Αθήνα.

Το πρόβλημα είναι θεσμικό. Δεν είναι θέμα του προέδρου του ΕΚΕΘΕΧ (Ελληνικό Κέντρο Θεάτρου Χορού). Αν εγκρίνεις ένα όργανο που του αφαιρείς όλες τις αρμοδιότητες, στην ουσία δεν υπάρχει. Οταν δεν έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει και να χρηματοδοτεί τι νόημα έχει. Τίποτα λοιπόν δεν άλλαξε. Απλώς τώρα αντί να ζητήσεις από το υπουργείο Πολιτισμού τα λεφτά σου τα ζητείς από το ΕΚΕΘΕΧ, το οποίο σου λέει ότι δεν έχει και τελικά πας στον υπουργό. Δηλαδή τον ΥΠΠΟ έβαλε ένα μεσάζοντα που τελικά δεν πολυθέλει. Το ερώτημα είναι γιατί τελικά τον έβαλε; Και τελικά ο ένας υπουργός καταργεί τον προηγούμενο κι ας είναι της ίδιας κυβέρνησης. Το επόμενο στάδιο είναι να καταργεί τον εαυτό του. Πρέπει να σοβαρευτούμε στην Ελλάδα.

Ούτε η ιδιωτική χορηγία έχει προχωρήσει. Είναι θέμα τελικά πολιτικής βούλησης. Και τα κανάλια θα μπορούσαν να δίνουν ένα μικρό ποσοστό για το θέατρο, όπως κάνουν για το σινεμά, αλλά σίγουρα μικρότερο, αλλά… Υπάρχει ένας αποκλεισμός μας συνειδητός. Και από την τηλεόραση. Σχεδόν τιμωρία. Κάνω θέατρο με ολίγη από τρέλα ελληνική. Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταλάβουν ότι ο πολιτισμός δεν είναι κάτι θεωρητικό. Μιλούν για τον εξαγώγιμο τουρισμό, αλλά για το καλλιτεχνικό προ�όν δεν μιλάει κανείς. Μήπως δεν είναι εξαγώγιμα προϊόντα η μουσική μας, το θέατρό μας, οι παραστάσεις; Είναι πάνω από τον μέσο όρο κι ας απαξιώνονται από την πολιτεία. Οι Ελληνες είναι καλλιτεχνικός λαός με καλά δείγματα γραφής. Θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο. Πιστεύω ότι οι ελληνικές παραστάσεις μπορούν να είναι εξαγώγιμες. Δεν συμφωνώ με εκείνους που λένε πως είμαστε ελληνική επαρχία. Γνωρίζω το επίπεδο του ευρωπαϊκού θεάτρου. Μπορούμε λοιπόν και μάλιστα καλά. Απλώς η πολιτεία μάς απαξιώνει.

Στην παράσταση «Το κτήνος στο Φεγγάρι» παίζουν οι: Γιώργος Μπινιάρης, Δημήτρης Τάρλοου, Ταμίλα Κουλίεβα, Φίλιππος Μοσχάτος, Ρωμανός Μπολώτας. Διάρκεια: 125 λεπτά. Μουσική Haig Yazdjian, σκηνικά κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, 25/10/2009
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: