Daily Archives: 7 Οκτώβριος, 2009

Διψώντας για έρωτα στο ψυχιατρείο

  • Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΝΑ ΜΟΥ ΣΤΕΙΛΕΤΕ ΜΙΑ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑ!» ΣΤΟ «ΑΡΓΩ»

«Σε νότα και ρυθμό, στίχο μεστό,/ σ’ ένα τραγούδι επόθησα να κλείσω / μιαν αρμονία, νόημα σωστό./ Μα δεν κατόρθωσα θεία να μιλήσω, / παλμό να δώσω και να συγκλονίσω / την άπειρη ψυχή του κόσμου σε σεισμό» (απόσπασμα από το ποίημά του «Διαθήκη»).

Ζαχαρούλα Οικονόμου, Δημήτρης Κοτζιάς (Φιλύρας), Κωστής Σειραδάκης σε μια σκηνή της παράστασης, που ανιχνεύει με ευαισθησία την περιοχή της «τρέλας»

Ζαχαρούλα Οικονόμου, Δημήτρης Κοτζιάς (Φιλύρας), Κωστής Σειραδάκης σε μια σκηνή της παράστασης, που ανιχνεύει με ευαισθησία την περιοχή της «τρέλας»

Με τη ζωή και το έργο ενός παραγνωρισμένου αλλά αξιοπρόσεκτου ποιητή, του Ρώμου Φιλύρα (1888-1942) καταπιάνεται ο σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης παρουσιάζοντας με την ομάδα «Στιγμή» από αύριο στο θέατρο «Αργώ» την παράσταση «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα!».

Τραγική λογοτεχνική φιγούρα στα χνάρια των Γεωργίου Βιζυηνού και Μιχαήλ Μητσάκη, ο Φιλύρας οδηγήθηκε κι αυτός στο ψυχιατρείο του Δρομοκαΐτειου για να τελειώσει εκεί το βίο του. Η τωρινή παράσταση είναι βασισμένη στο αυτοβιογραφικό του κείμενο «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον» (1929), διανθισμένη με ορισμένα ποιήματά του. Τον Ρώμο Φιλύρα ερμηνεύει ο Δημήτρης Κοτζιάς.

Ανακαλύπτοντας το κείμενο αυτό πριν από δύο χρόνια (εκδόσεις «Καστανιώτη», σε φιλολογική επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα), λέει ο Αναστασάκης, ένιωσε μεγάλη έκπληξη από την έντονη θεατρικότητα και αμεσότητα του εξομολογητικού του λόγου. «Και το κυριότερο: συγκινήθηκα πολύ. Ο Φιλύρας γράφει σε σκόρπια χαρτιά τις εντυπώσεις του από τα πρώτα δύο χρόνια της παραμονής του στο ίδρυμα, σαν ένας άνθρωπος που ζει στο μεταίχμιο της τρέλας και της λογικής. Η διαύγειά του εκπλήσσει, το ποιητικό του ταλέντο ανθίζει, η ανατομία της αρρώστιας του είναι αφοπλιστικά ακριβής».

  • Πώς θα προσδιορίζατε την προσωπικότητά του;

«Εχω έναν ρομαντικό, ίσως, στόχο, να πάρει ο Φιλύρας στην καρδιά και το μυαλό των θεατών τη θέση που του αξίζει», λέει ο Γιάννης Αναστασάκης

«Εχω έναν ρομαντικό, ίσως, στόχο, να πάρει ο Φιλύρας στην καρδιά και το μυαλό των θεατών τη θέση που του αξίζει», λέει ο Γιάννης Αναστασάκης

«Ο Φιλύρας ήταν ένας «άνθρωπος του κόσμου». Δεν υπήρξε ο μονήρης ποιητής, αλλά ένας λογοτέχνης που συνδύαζε τη δημοσιογραφική του ιδιότητα (στη δεκαετία του ’20 έγραφε την κοσμική στήλη σε εφημερίδες και περιοδικά) με την ποιητική του παραγωγή. Οταν τον χτύπησε η σύφιλη μπήκε σε ένα δρόμο δίχως γυρισμό, που τον οδήγησε στο Δρομοκαΐτειο, όπου κι έζησε τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του (1927-1942). Στην παράστασή μας παλεύει να λυτρωθεί απ’ τη μνήμη και τη λογική σ’ έναν ιλαροτραγικό χώρο αφασίας, μανίας και παραισθήσεων. Αλλοτε αρπάζεται από το λυρισμό, άλλοτε σαρκάζει κι επιτίθεται, άλλοτε υμνεί την απελευθερωτική φαντασία των «καινούργιων συντρόφων» του κι άλλοτε αυτοσαρκάζεται με σπαρακτική τόλμη. Ζητά να του στείλουν μια ρεπούμπλικα για να είναι «έτοιμος» για την τελική εξοδό του».

  • Ο ερωτικός πόθος, η μνήμη, η λογική υπάρχουν σ’ αυτόν παρά τον εγκλεισμό του;

«Η ερωτική επιθυμία δεν τον εγκατέλειψε ποτέ κι είναι αποκαλυπτική στο κείμενό του. Κανείς τρόπος δεν υπάρχει να επιστρέψει σε μια κανονική ερωτική ζωή, αλλά δεν μπορεί να δεχθεί ότι θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή του χωρίς τον έρωτα. Οι μνήμες των χαμένων ερώτων, ο οίστρος που τον κατέχει ολόκληρον («σύγκορμο και σύψυχο»), ο αυτοσαρκασμός για τον αθεράπευτο λυρισμό του και η λατρεία του για το γυναικείο σώμα είναι οι μόνοι και οι μόνιμοι σύντροφοί του ώς το τέλος. Κάποιες φορές ο λόγος του γίνεται παραληρηματικός, αλλά -ακόμη και τότε- πατάει στέρεα στη λέξη, στη γραμματική και στη σύνταξη. Είναι ένας ποιητής που ποθεί να αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, ένας άνθρωπος που δηλώνει με θάρρος στους θεατές πως είμαστε όλοι υποκριτές, αφού «δεν επιτρέπομε στην αίσθησή μας να ομολογήσει πως διψάμε τον έρωτα κι όχι την πνευματική κατάκτηση»».

  • Τι θελήσατε να τονίσετε στην παράσταση;

«Το φως και τα σκοτάδια του! Την τόλμη του να αναμετρηθεί με τις επιθυμίες και τους εφιάλτες του. Μαζί με τον Δημήτρη Κοτζιά που τον ενσαρκώνει, έχουμε κι έναν άλλο, ρομαντικό ίσως, στόχο: να πάρει ο Φιλύρας στην καρδιά και το μυαλό των σημερινών θεατών τη θέση που του αξίζει -έστω σχεδόν 70 χρόνια μετά το θάνατό του. Μακάρι η παράστασή μας να γίνει αφορμή να γνωρίσουν το έργο του μερικές εκατοντάδες θεατές ακόμη. Βέβαια μ’ ενδιαφέρει και η κατάσταση που βιώνει ένας άνθρωπος με σαλεμένο νου. Είναι η τρίτη παράσταση της «Στιγμής», μετά από ‘κείνες για τον ποιητή Αλέξανδρο Μοντεσάντο («Ουράκας», 2001) και την Ινές Κανιατί («Τρελοβγενιώ», 2004), που προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε την περιοχή της «τρέλας» και να ωθήσουμε τους θεατές μας να αναλογιστούν τι σημαίνει «τρελός» και πόσο εύκολα ορίζουμε έναν άνθρωπο «τρελό». Λίγα μέτρα μόλις πλάι στην τακτοποιημένη μας ζωή, ζουν συνάνθρωποί μας που ξεχνάμε την ύπαρξή τους».

  • Η φράση του ποιητή «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα», που είναι και τίτλος της παράστασης, φανερώνει κάτι από το ταλαιπωρημένο άτομό του;

«Υποψιάζομαι ότι αντιμετώπιζε συχνά την τραγική του μοίρα με έναν σχεδόν αποστομωτικό αυτοσαρκασμό. Οταν γράφει, ως υποσημείωση κάτω από τα ποιήματα που στέλνει από το Δρομοκαΐτειο τη φράση «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα» ή όταν λέει το ίδιο στους λιγοστούς επισκέπτες, νομίζω πως δεν πιστεύει πως όπου να ‘ναι θα θεραπευθεί και η ρεπούμπλικα -που ήταν της μόδας τότε- θα είναι απαραίτητη για την αξιοπρεπή του έξοδο στην κοινωνία των λογικών. Μάλλον αυτοσαρκάζεται για την επιμονή του εαυτού του να παραμένει κομψός ακόμη και μέσα στο άσυλο, για τη βεβαιότητα πως όταν βγει δεν θα ‘ναι πρέπον να κυκλοφορήσει στο Σύνταγμα, στα καφέ και στα γραφεία ασκεπής ή με ψαθάκι ή με φθαρμένη ρεπούμπλικα! Και ίσως, βλέποντας το θάνατό του να πλησιάζει, θέλει στο κιβούρι του να κρατά σφιχτά με τις παλάμες το αξεσουάρ του καλοραμμένου του κοστουμιού. Ετσι, για να πάει καθαρός στο τελευταίο του όνειρο». *

  • info: Διασκευή Γιάννη Αναστασάκη, σκηνικά-κοστούμια Ιουλίας Ιατρίδου, μουσική επιμέλει Κωνσταντή Σφέτσα. Παίζουν επίσης οι Ζαχαρούλα Οικονόμου, Κωστής Σειραδάκης.
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Η πορνεία είναι χαστούκι στο πρόσωπο της κοινωνίας

Η φωτεινή μαρκίζα έχει ανάψει στην είσοδο της κεντρικής στοάς, στην Πανεπιστημίου 38. Το θέατρο «Ορφέας» (κάποτε «Χατζηχρήστου») από τώρα και στο εξής έχει και δεύτερο όνομα· λέγεται και «Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς». Καθισμένος στην πρώτη σειρά τού εκ βάθρων ανακαινισμένου και βαπτισμένου με το ονοματεπώνυμό του -«εν αγνοία μου», τονίζει- αθηναϊκού θεάτρου, ο σκηνοθέτης αυτοσαρκάζεται. «Είναι σα να μου λένε εμμέσως «πολύ κάθισες μαζί μας, καιρός να… πηγαίνεις»», λέει γελώντας.

Γιάννης Καρατζογιάννης, Στράτος Τζώρτζογλου, Ντίνος Καρύδης, Αλεξάνδρα Λαδικού, Βάσια Παναγοπούλου και Νίκος Γαλανός στο «Επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» του Μπέρναρ Σο

Γιάννης Καρατζογιάννης, Στράτος Τζώρτζογλου, Ντίνος Καρύδης, Αλεξάνδρα Λαδικού, Βάσια Παναγοπούλου και Νίκος Γαλανός στο «Επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» του Μπέρναρ Σο

Φορά διαφανή γυαλιά ηλίου, πουκάμισο «πνιγμένο» από ήρωες της Disney και χρυσά δαχτυλίδια στους παράμεσους. Κρατά το μπαστούνι του και παρατηρεί το ρεαλιστικό σκηνικό της παράστασης (της Τίτης Κυριακίδου) που τον έφερε ύστερα από δέκα χρόνια ξανά στην Αθήνα για δουλειά.

Την Παρασκευή κάνει πρεμιέρα, σε δική του σκηνοθεσία, «Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» του Τζορτζ Μπέρναρ Σο, με κυρία Γουόρεν την Αλεξάνδρα Λαδικού (η οποία αισθάνεται ότι παίρνει «προαγωγή από τα «Κόκκινα φανάρια»», αφού πλέον, όπως μας λέει, «έχω τον δικό μου οίκο ανοχής») και Βιβή τη Βάσια Παναγοπούλου -η τελευταία συνυπογράφει μαζί με τον Χρήστο Καρχαδάκη τη μετάφραση του έργου. Συγχρόνως είναι υπεύθυνη ως θιασάρχις για την ανακαίνιση και το νέο όνομα του θεάτρου. Ο θίασος συμπληρώνεται από τον Νίκο Γαλανό, τον Στράτο Τζώρτζογλου, τον Ντίνο Καρύδη και τον Γιάννη Καρατζογιάννη.

«Η Αθήνα είναι το μέρος όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια», λέει ο Ανδρέας Βουτσινάς. Επιστρέφοντας από το εξωτερικό ανακάλυψε τη Θεσσαλονίκη. «Μου θυμίζει πράγματα που έζησα 10-15 χρονώ, στην εφηβεία μου». Ζει σ’ αυτή τα τελευταία δέκα χρόνια αφού αρέσει και στον ίδιο και στον σκύλο του. «Είναι ο τόπος που μπορώ να βγω να περπατήσω μαζί του. Στην Αθήνα βαριέμαι».

Εσφιξε όμως την καρδιά του και κατηφόρισε. Δεν ήταν μόνο το αγέραστο έργο τού Σο. «Ηταν και η συγκυρία των συνεργατών», εξηγεί.

«Το θέατρο το έχω ανάγκη», λέει ο Ανδρέας Βουτσινάς. Εξ ου και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και κατηφόρισε ύστερα από 10 χρόνια στην Αθήνα

«Το θέατρο το έχω ανάγκη», λέει ο Ανδρέας Βουτσινάς. Εξ ου και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και κατηφόρισε ύστερα από 10 χρόνια στην Αθήνα

Ούτως ή άλλως, το θέατρο πάντα ο Ανδρέας Βουτσινάς το εξελάμβανε σαν «άλλη ιστορία». «Το θέατρο το έχω ανάγκη», τονίζει. «Δεν είναι απλή υπόθεση».

Οπως δεν είναι και το έργο του σπουδαίου Ιρλανδού δραματουργού. «Δεν θέλησα να το σκηνοθετήσω επειδή το βρήκα εύκολο», ξεκαθαρίζει ο σκηνοθέτης. «Ποτέ δεν σκηνοθετώ ένα έργο αν το βρίσκω απλό. Ωστόσο, για κάθε σκηνοθεσία μου πρέπει να εγείρεται το ίδιο ζήτημα αναγκαιότητας με την καινούργια μέρα που έρχεται».

Το «Επάγγελμα» στηρίζεται στη σύγκρουση της κυρίας Γουόρεν με την κόρη της, απόφοιτη και αριστούχο του Πανεπιστημίου του Cambridge που ανακαλύπτει ότι η περιουσία της μητέρας της προέρχεται από την πορνεία και ότι η «ροζ» επιχείρησή της παραμένει ακόμα και σήμερα ενεργή. «Δεν εστιάζουμε όμως στη σχέση κόρης-μάνας. Εστιάζουμε στη σχέση γυναίκας-άνδρα. Η ισότητα, που έπρεπε να υπάρχει μεταξύ των φύλων, δεν θα υπάρξει όσο ο άνδρας θεωρεί ότι είναι κάτι περισσότερο από τη γυναίκα. Για ποια γυναικεία χειραφέτηση μιλάμε;», αναρωτιέται ο Βουτσινάς. «Τίποτα δεν άλλαξε στην κοινωνική θέση της γυναίκας. Μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων. Θα έπρεπε οι ρόλοι να έχουν αντιστραφεί». Δηλαδή; «Οι άνδρες να είναι μέσα στα πορνεία και οι γυναίκες να πηγαίνουν να τους διαλέγουν».

Δεν τον ενδιαφέρουν οι λόγοι που έγραψε το θεατρικό ο Μπέρναρ Σο, αλλά «τι αισθάνομαι εγώ όταν το διαβάζω και το σκηνοθετώ, τα αισθήματα που με συγκινούν και μου δίνουν την ενέργεια». Είναι η πρώτη φορά που σε έναν τίτλο έχουμε ένα ερώτημα, υπογραμμίζει. Ποιο είναι το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν; «Δεν είναι έτοιμη η απάντηση. Αυτή η κυρία έχει ένα επάγγελμα που είναι το πιο αρχαίο στον κόσμο, έχει μια σειρά από μπορντέλα. Είναι πολύ κοντά στη ζωή. Είναι μέσα στη ζωή. Εκμεταλλεύεται γυναίκες σε έναν κόσμο φτιαγμένο από άντρες για άντρες, όπου το χρήμα διαφθείρει. Για μένα είχε μεγάλη σημασία το ότι σήμερα υπάρχουν ακόμα μπορντέλα. Η κοινωνία δεν έχει καταλάβει ότι είναι ένα χαστούκι στον εαυτό της. Η συνθήκη δεν έχει αλλάξει. Εξ ου το έργο είναι τόσο επίκαιρο».

Η παράστασή του δεν θέλει να δώσει συγκεκριμένο χρονικό στίγμα, διότι «τα σημεία των καιρών είναι πάντα ίδια». Τα κοστούμια πάντως (του Βασίλη Ζούλια) καλύπτουν όλες τις δεκαετίες, από το ’50 έως και σήμερα.*

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009