Daily Archives: 20 Σεπτεμβρίου, 2009

«Ποίηση κόντρα στα σκουπίδια»

  • Η Κάτια Γέρου μιλά για την παράσταση «Από της ζωής τα μέρη, χάθηκαν οι ποιητές» στο Υπόγειο, όπου ερμηνεύει αποσπάσματα και τραγούδια από έργα που παίχτηκαν στο Θέατρο Τέχνης

«Την ποίηση πρέπει να την αναζητάς, όπως και τους ποιητές… Ολων των ειδών τους ποιητές που μπορούν να σε βγάλουν από το άγχος της καθημερινότητας, από την αγωνία να προλάβεις να πληρώσεις όλους τους λογαριασμούς, να αντέξεις τα τόσα σκουπίδια -κυριολεκτικά και μη- που μαζεύτηκαν γύρω μας. Πρέπει να κοιτάξεις πίσω, στους μεγάλους ποιητές, αλλά και να ψάξεις να βρεις τους σύγχρονους σημαντικούς δημιουργούς, οι οποίοι είναι συγκεντρωμένοι ευλαβικά στο έργο τους και δεν θορυβούν ποικιλοτρόπως. Ναι, το πιστεύω ακράδαντα.

Ηρωίδες αλλά και ήρωες των Ουίλιαμς, Λόρκα, Ανούιγ και Μπρεχτ ερμηνεύει η Κάτια Γέρου στην παράσταση που εμπνεύστηκαν ο Βασίλης Νικολαΐδης με την Αγαθή Δημητρούκα μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια

Ηρωίδες αλλά και ήρωες των Ουίλιαμς, Λόρκα, Ανούιγ και Μπρεχτ ερμηνεύει η Κάτια Γέρου στην παράσταση που εμπνεύστηκαν ο Βασίλης Νικολαΐδης με την Αγαθή Δημητρούκα μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι.
  • Καήκαμε

Εχουμε ισχυρές φωνές -όχι σαν αυτές των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60- που πρέπει να τις αναζητήσεις μέσα στα υπο-προϊόντα και στους δήθεν που προωθούνται προκλητικότατα. Ξέρεις κάτι; Αν αποδεχτείς ότι χάθηκαν όντως από τη ζωή μας οι ποιητές, καήκαμε! Πώς να αντέξεις το τσουνάμι της ζωής αν δεν έχεις να πιαστείς από κάτι τόσο ακριβό όσο αυτοί;».

«Cafe la femme - Η πιο δυνατή» του Στρίντμπεργκ, από τις 15 Οκτωβρίου στη σκηνή της Φρυνίχου.

«Cafe la femme – Η πιο δυνατή» του Στρίντμπεργκ, από τις 15 Οκτωβρίου στη σκηνή της Φρυνίχου.

Η Κάτια Γέρου, από τις πιο προικισμένες ηθοποιούς της γενιάς της και με πολλές υποκριτικές «νίκες» στο ενεργητικό της, ετοιμάζεται να κατέβει και πάλι τα σκαλιά του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης που τη μεγάλωσε, για να μας προσφέρει και φέτος -από τις 7 Οκτωβρίου- ένα ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας με τη μουσικο-θεατρική παράσταση «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές».

Η ηθοποιός ερμηνεύει μια σειρά από αποσπάσματα και τραγούδια από θεατρικά έργα, που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Θέατρο Τέχνης την περίοδο ‘46-’60. «Ηρωίδες αλλά και ήρωες του Ουίλιαμς, του Λόρκα, του Ανούιγ και του Μπρεχτ ερμηνεύω στην παράσταση που εμπνεύστηκαν ο Βασίλης Νικολαΐδης με την Αγαθή Δημητρούκα μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, μόνιμου συνεργάτη τότε του Θεάτρου Τέχνης».

Η Κάτια Γέρου δεν ερμηνεύει μόνο μονολόγους των οικείων ηρωίδων αλλά και ολόκληρες σκηνές, «περνώντας από πρόσωπο σε πρόσωπο», όπως μου λέει, «έτσι ώστε κι ένας αμύητος ακόμη θεατής να έχει την πλήρη εικόνα της υπόθεσης του κάθε έργου». Το… μενού είναι πλούσιο και δυνατό με την έμπειρη ηθοποιό να παίζει αποσπάσματα και τραγούδια από τα «Λεωφορείο ο πόθος», «Τριαντάφυλλο στο στήθος», «Αντιγόνη», «Γυάλινος Κόσμος», «Ματωμένος Γάμος», «Το γλυκό πουλί της νιότης», «Ευρυδίκη», «Ο κύκλος με την κιμωλία»… «Η πρόταση που μου έκανε ο παλιός γνώριμος και φίλος Βασίλης Νικολαΐδης με γέμισε χαρά -πόσο δε που με κάλεσε στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου-, το Αγρίνιο είναι η γενέτειρά μου. Το να αναμετριέσαι με τέτοια κείμενα και τέτοιους συγγραφείς είναι σίγουρα ένα δώρο.

Η πρόταση με κέντρισε ιδιαίτερα και η εξαιρετικά θερμή ανταπόκριση του κοινού και στο Αγρίνιο και πέρυσι πάλι στο Τέχνης και στη Θεσσαλονίκη και στο Φεστιβάλ Βυρητού μου απέδειξε ότι έχουμε ανάγκη στη ζωή μας από ποίηση και ξεχωριστούς ποιητές!». Η Γέρου θα φιλοξενηθεί για έναν περιορισμένο κύκλο παραστάσεων στο Υπόγειο του Τέχνης και στη συνέχεια θα συνεργαστεί και πάλι με τον Βασίλη Νικολαΐδη στο «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» που θα δούμε στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου – μαζί της ο Γιάννης Κρανάς.

  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

«Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές» μουσικο-θεατρική παράσταση με την Κάτια Γέρου. Σύλληψη, σκηνοθεσία Βασίλης Νικολαΐδης, συρραφή κειμένων, συμπληρωματικοί στίχοι Αγαθή Δημητρούκα, σκηνικός χώρος – κοστούμια Γιώργος Ζιάκας, φωτισμοί Γιάννης Δρακουλιαράκος επιμέλεια κίνησης Εφη Καρακώστα και πιάνο Σπύρος Παπαθεοδώρου. Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο από 7 Οκτωβρίου.

  • ΤΟ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ

Πολλές παραγωγές θα αγκαλιάσουν οι δύο σκηνές του Τέχνης – Φρυνίχου και Υπόγειο φέτος τον χειμώνα. Στις 15/10 ανεβαίνει στη Φρυνίχου το «Cafe la femme-Η πιο δυνατή» του Στρίντμπεργκ σε σκηνοθεσία Δέσποινας Γκάτζιου και στις 22 του ίδιου μήνα το «Μάτια τέσσερα» του Τσίρου, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη στο Υπόγειο. Στα τέλη Νοεμβρίου θα δούμε στη Φρυνίχου το «Σήμα κινδύνου» του Αντώνη Σαμαράκη σε διασκευή και σκηνοθεσία του Αγγελου Αντωνόπουλου και στα μέσα Δεκέμβρη θα απολαύσουμε το «Ο Βασιλιάς πεθαίνει» του Ευγένιου Ιονέσκο στη Φρυνίχου σε σκηνοθεσία Μάνιας Παπαδημητρίου. Τον Γενάρη θα ανέβει στο Υπόγειο το «Feel Good» του Μπίτον σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, ενώ μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα στη Φρυνίχου θα δούμε τη μουσική παράσταση «Θρήνοι γυναικών – Ηρωίδες του Σοφοκλή» από τον Νίκο Ξυδάκη. Στην Παιδική Σκηνή η Ανδρη Θεοδότου με τον Δημήτρη Δεγαΐτη ετοιμάζουν το «Αλαντίν», ενώ θα δούμε σε επανάληψη εκτός «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές» και τις παραστάσεις «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Μέθοδος Γκρόνχολμ»…

Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 20/09/2009

ΜΕΤΑΞΥ ΣΚΗΝΗΣ ΚΑΙ DVD: «Ρίτα Χέιγουορθ: τελευταία έξοδος»

ΛΟΝΔΙΝΟ. Η μεταφορά θεατρικών έργων στον κινηματογράφο είναι συνηθισμένη πρακτική, συχνά με λαμπρά αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και η αντίστροφη τάση: από τον κινηματογράφο στο θέατρο.

Βρετανός σχολιαστής απαριθμεί προχείρως σχεδόν δέκα τέτοιες περιπτώσεις. Σε αυτές έρχεται τώρα να προστεθεί η Ρίτα Χέιγουορθ: τελευταία έξοδος που παίζεται στο θέατρο Wyndham΄s (ως τις 14 Φεβρουαρίου), με τον πρωτότυπο τίτλο της φυσικά, Τhe Shawshank Redemption. Βασισμένη στην ομότιτλη νουβέλα του Στίβεν Κινγκ, η ταινία, του 1994, παρά τις κάποιες αδυναμίες της που επισημαίνει η κριτική, είναι μια από τις δημοφιλέστερες στην ιστορία του κινηματογράφου. Δύσκολα, πράγματι, μένει κανείς ασυγκίνητος από την ιστορία του ήρωα ο οποίος, άδικα φυλακισμένος, παίρνει από τον σαδιστή διευθυντή του δεσμωτηρίου μια απολαυστική εκδίκηση την οποία αργότερα μοιράζεται και ο καλός του φίλος. Σε αυτή τη δημοτικότητα υπολογίζουν προφανώς και οι παραγωγοί της θεατρικής διασκευής των Οουεν Νιλ και Ντέιβ Τζονς, την οποία σκηνοθέτησε ο Πίτερ Σέρινταν και στην οποία πρωταγωνιστούν οι γνωστοί από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση αμερικανοί ηθοποιοί Κέβιν Αντερσον και Ρεγκ Κάθεϊ (οι δυο τους στη φωτογραφία). Η κριτική αναγνωρίζει στο θεατρικό έργο πιθανότητες να μπορέσει να εκμεταλλευθεί την αγάπη του κοινού για την ταινία και να σημειώσει εμπορική επιτυχία. Διαπιστώνει ωστόσο καλλιτεχνικές αδυναμίες που το καθιστούν, φαίνεται, υποδεέστερο από την ταινία. Αλλοι δεν είναι τόσο αυστηροί, μολονότι και η δική τους ετυμηγορία είναι διφορούμενη. «Δείτε το» λέει ένας κριτικός «ή δείτε την ταινία σε DVD». [ars… brevis, επιμέλεια: Αναστασία Ζενάκου, Το Βήμα, 20/09/2009]

The theatre version of 'The Shawshank Redemption', which is coming to the London stage

The theatre version of 'The Shawshank Redemption', which is coming to the London stage

Based on the 1982 Stephen King novella, The Shawshank Redemption tells the story of Andy Dufresne, who is sentenced to life in Shawshank Prison after being convicted of murdering his wife and her lover. Stripped of his freedom, Andy is forced to endure a spirit-crushing routine, but with his quiet strength and inner courage there is one thing Andy never loses: hope.

Andy Dufresne is convicted of murdering his wife and his lover and is sent to the notorious Shawshank Prison to serve two life sentences. Stripped of his life, family and freedom, Andy is forced to endure a spirit-crushing routine. But with his quiet strength and inner courage, there is one thing that Andy never loses – and that is hope. This unforgettable story of courage, friendship and daring to hope stars Kevin Anderson (Sleeping with the Enemy, member of the acclaimed Steppenwolf Theater Company) and Reg E. Cathey (from cult US television The Wire).

Dates
Previews from 4 September 2009
Opening night 13th September 2009

Cast
Andy – Kevin Anderson
Red – Reg E. Cathey
Brooksie – Geoffrey Hutchings
Stammas – Mitchell Mullen
Bogs – Joe Hanley
Tommy – Diarmuid Noyes
Hadley – Shane Attwooll
Mayor – Nick Sampson
Stone – Sean Baker
Ernie – Lee Oakes
Heywood – Ryan McCluskey
Chester – Geff Francis
Pete – Barry Aird
Rooster – Nicholas Aaron
Entwistle – Peter Vollebregt
Rico – Nathan Clough
Guard – Simon Naylor
Buddy – Ronan Raftery
Prisoner  – Gary Trainor

Creative
Based on a Novella by Stephen King
For Stephen King, Andrew Welch
Writers – Owen O’ Neill & Dave Johns
Director – Peter Sheridan
set & Costume Designer – Ferdia Murphy
Lighting Designer – Kevin Treacy
Composer and Sound Designer – Denis Clohessy
Production Manager – Patrick Molony
Costume Supervisor – Tracy Stiles
Assistant Director – Beth Eden
Fight Director – Karl McGee
Props Supervisor – Kate McDowell

The Shawshank Redemption: tale of redemption takes centre stage

  • The Shawshank Redemption is preparing to make its debut in the West End.

  • By Robert Gore-Langton, Telegraph, 30 Aug 2009
The Shawshank Redemption at Wyndham's Theatre
The theatre version of 'The Shawshank Redemption', which is coming to the London stage

The theatre version of ‘The Shawshank Redemption’, which is coming to the London stage
Kevin Anderson (Andy Dufresne) and Reg Cathey (Red) in the play of 'The Shawshank Redemption'

Kevin Anderson (Andy Dufresne) and Reg Cathey (Red) in the play of ‘The Shawshank Redemption’

Reg. E Cathey (Red), Kevin Anderson (Andy Dufresne), Wyndham’s Theatre Photo: ANTHONY WOODS
The theatre version of 'The Shawshank Redemption', which is coming to the London stage

The theatre version of ‘The Shawshank Redemption’, which is coming to the London stage
Kevin Anderson (Andy Dufresne) and Reg Cathey (Red) in the play of 'The Shawshank Redemption'

Kevin Anderson (Andy Dufresne) and Reg Cathey (Red) in the play of ‘The Shawshank Redemption’

When the film The Shawshank Redemption, a low-key prison drama, was released in 1995 , it was a box-office flop. Its terrible title didn’t help. Nominated for seven Oscars it didn’t get one, losing out at the awards to that year’s cheesy blockbuster Forrest Gump, in which Tom Hanks played the film’s eponymous moron. The second Shawshank was released as a video rental, however, it took its revenge; its reputation has snowballed to the point where it now inspires almost religious fervour in fans, and in polls competes with The Godfather as one the best-loved Hollywood movies of all time.

The theatre version of the 1982 novella by Stephen King on which the film is based is now coming to the London stage, via a hugely successful run at Dublin’s Gaiety Theatre. That success is due to the film’s fame and to its two glamorous American screen stars, Kevin Anderson (he was in Sleeping with the Enemy with Julia Roberts) and Reg E Cathey (Norman Wilson in television series The Wire), as the leads.

But just what is it that has audiences so enthralled by this story of two friends holed up for life in a brutal, post-war prison in Maine? In a way, it’s a modern American version of The Count of Monte Cristo, only with blue denim fatigues, Lucky Strikes and girlie posters.

In the story, a mild-mannered banker Andy Dufresne (played by Tim Robbins in the film) is jailed for killing his wife and her lover – a crime he didn’t commit. Inside the stone walls of the Shawshank penitentiary he makes friends with long-term inmate, Red, the likeable prison fixer who can get anybody anything, played with a twinkle on screen by Morgan Freeman who also narrates the story.

The decades pass. Andy is raped, beaten, does solitary and his money-laundering skills exploited by a prison warden. He never loses hope and freedom finally beckons with an escape plan involving a geologist’s rock hammer, a poster of Rita Hayworth and Mexico. It’s a story so engrossing, so pumped up with the power of hope, that you hardly notice the plot’s utter implausibility.

The stage version of the novella has been written by two comedians – Dave Johns and Owen O’Neill – who adored the film and were responsible for the recent theatre version of Twelve Angry Men. It is directed by the genial Irish writer-director Peter Sheridan (younger brother of filmmaker Jim Sheridan) whose task was to knock it into a theatrical form even if it meant annoying film fans.

“As Peter Brook said, there are things theatre does better than film and metaphor is one of them,” Peter Sheridan says. “We use a metaphor for the escape – you can’t have people crawling down sewer pipes on stage. But there are similarities with the movie. I read the original Stephen King novella to discover that the character called Red is a white Irish-American. It was an inspired piece of casting to make him black in the film – so why buck the trend? What the film – and our story – became was not just the friendship between two men, but a friendship across a racial divide.” King has spoken to none of the creatives or producers on the project. But through “his people” in London he has been a model of co-operation. He clearly likes any new creative take on his work. When the tyro director Frank Darabont made the Shawshank film, he invented moments not in the book. King adored the result. He wrote in a preface to a reprint of the novella that it was as good as films get on the subject of how men love each other and how they survive. “The story has heart,” King wrote. “The movie has more.” King, mind you, is an eccentric judge. In his 10 favourite adaptations of his work he omits the best by a mile: Stanley Kubrick’s The Shining.

The problem for the theatre version is they have the rights to the book, not the film. The added movie moments are guarded by Warner Brothers’s lawyers. And they are moments everyone loves. For example, when Andy says “get busy living or get busy dying”; the flashbacks to his wife’s murderer’s confession; and most famously when Andy plays The Marriage of Figaro over the prison PA and a thousand hardbitten cons stand transfixed by the beauty of the ladies’ duet. There is also a gratifying comeuppance for the sadistic religious warden (whose favourite scripture is wonderful: “His judgement cometh and that right soon”) that’s not in the book. But Sheridan isn’t bothered. The movie moments wouldn’t work on stage, he argues. The key thing, once the script was workshopped and sorted, was getting the cast chemistry right. The show needed a black actor for Red.

Dublin is hardly cluttered with black actors and London produced nobody suitable. So Sheridan was forced to go to New York and “do something I have never done in my career. I missed Cheltenham Festival week.” The second he found Reg Cathey in New York, he didn’t bother to audition anyone else for the part of Red. “The guy made me cry he was that good.” For the casting of Andy, the aloof, self contained banker, he was tipped off that Kevin Anderson was his man. “I checked out his stage work on video and he was just what I was after. But he was in Las Vegas and he hasn’t got an agent. Anyway I got his number. I rang and said ‘why are you in Vegas?’

»He said: ‘Cos I’m in the middle of a poker tournament.’ I thought that’s a very Andy Dufresne kind of thing to say. I like this guy. Then I thought, dammit I’ve missed the Cheltenham Festival and there he is in Vegas gambling his a— off in a game of Texas hold ’em. Anyway, once he read he script he came straight to Dublin.”

Sheridan has come to regard Shawshank as a metaphor for addiction: “What King was really writing about was people locked inside something they could not escape from. Even though it is set in a prison, which most people have never experienced, most have felt the craziness of being trapped. It’s subliminal but it’s there.” In Dublin, the show got what Sheridan calls “mixy” reviews, but rave audiences. “When the film came out, one of the few countries it did great business in was Ireland. It was a huge hit. I believe that has to do with the perception of prison in Ireland being different. In Ireland, anybody who was anybody in the 20th century spent time in jail. All of our political leaders – Parnell, Collins, De Valera – did time. Being in prison for us isn’t a negative thing.” The subject of confinement is close to Sheridan’s heart and career. As a youngster he was in Journal of a Hole, co-written by Neil Jordan and his brother Jim. In 1977 he put on a show called The Liberty Suit, a prison drama that gave Gabriel Byrne his big break. As a writer and director he has returned to jail over and over, most recently directing the film Borstal Boy, based on Brendan Behan’s memoir.

It’s clearly a family thing. His brother Jim directed the celebrated film In The Name Of The Father, about the Conlon family and the wrongly imprisoned Guildford Four. “The Conlon story has big parallels to Shawshank. Even when Andy has the tools to prove his innocence the system turns on him. That has huge resonances if you’re Irish.” For connoisseurs of sadistic prison wardens, Shawshank will be up against Tennessee Williams’s early play Not About Nightingales, staged at the National in 1998, which had Corin Redgrave as the stone-faced warden. Shawshank, of course, adds a Hollywood feelgood factor to the misery and there was some debate about whether Red and Andy should embrace in the last scene. “We went against it,” Sheridan says. “But what happened was at the curtain call when the two actors came out to bow they then embraced and the audience went completely nuts. Now they do it every night. It’s the only show I have ever done where the curtain call has become an extra scene.” In the book the pin-up girls in Andy’s cell change to indicate the passing of time, ending up with Linda Rondstadt. In the theatre Rita Hayworth is a constant shining beacon, an object of bosomy longing. Sheridan comes back to the story as one of hope and release. “Andy’s escape is something plot-wise I don’t buy,” he admits. “But it’s an implausibility you obliterate because you want to believe. The possibility of escape has to be true otherwise this world is just too f—–g grim. That’s what this show is about – how hope springs eternal.”

  • ‘The Shawshank Redemption’ is at Wyndhams Theatre, London from Sept 4 – Feb 14

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΤΕΛΛΑΤΟΥ: «Κανίβαλοι είναι οι άλλοι»

  • Η σκηνοθέτρια και χορογράφος παρουσιάζει μαζί με την ομάδα Υψιλον την καινούργια δουλειά της με τίτλο «Καν.ίβ.αλοι»

Περισσότερα από δέκα χρόνια η Αγγελική Στελλάτου στεγάζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και συνεργάζεται για τις παραστάσεις του ή φιλοξενείται για να δείξει τη δική της χοροθεατρική δουλειά, όπως συμβαίνει τώρα με τη νέα της παραγωγή «Καν.ίβ.αλοι». Ο τίτλος και το θέμα της δεν παραπέμπουν παρά στις καθημερινές συμπεριφορές του σύγχρονου ανθρώπου. Μαζί με την ομάδα Υψιλον, η σκηνοθέτις και χορογράφος δούλεψε τους καλοκαιρινούς μήνες και τώρα ήρθε η ώρα του κοινού.

Εχουν περάσει οκτώ χρόνια από τότε που διαλύθηκε η Ομάδα Εδάφους και η παρτενέρ και μούσα τουΔημήτρη Παπαϊωάννουσυνεχίζει τον δικό της δρόμο στην τέχνη του χορού και του θεάτρου. Επιμελείται κινησιολογικά τις παραστάσεις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. «Εχει φτιάξει ένα πολύ ωραίο και ζεστό σπίτι οΒαγγέλης Θεοδωρόπουλος» λέει η ίδια και επισημαίνει: «Μου χρειάζονται ζεστά περιβάλλοντα για να είμαι. Αν δεν αισθάνομαι άνετα, είναι σαν να αυτοκαταργούμαι. Το θέατρο δίνει στον χορογράφο και στον χορευτή άλλη μια ευκαιρία για δουλειά». Και συνεχίζει: «Αλλωστε και στις δύο αυτές τέχνες το σώμα κυριαρχεί. Βρίσκω ιδιαίτερα γοητευτική την κίνηση των ηθοποιών. Μπορεί να μην είναι τόσο ραφινάτη όσο των χορευτών, αλλά παραπέμπει στην ποίηση της καθημερινότητας».

Και αυτή την ποίηση έχει στο επίκεντρο η νέα δουλειά της. Γιατί «Καν.ίβ.αλοι»; «Γιατί ενώ το θέμα μου ήταν σαφές εξαρχής, ο τίτλος του μου φαινόταν πολύ σκληρός και οριστικός, απόλυτος. Θα προκαλούσε και άλλη προσμονή στο κοινό. Καθώς μου αρέσουν λοιπόν τα σχήματα των λέξεων, πείραξα το σχήμα και προέκυψε αυτό το “αλοι”, που παραπέμπει στους άλλους, τους κανίβαλους, που δεν είμαστε εμείς». Με κυρίαρχο στοιχείο τους συνήθεις χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, η παράσταση«δεν είναι πολύπλοκη, είναι χωροτακτοποιημένη. Τα πρόσωπα προσπαθούν να απεμπλακούν από τον κανιβαλισμό των χαρακτηρισμών» εξηγεί και προσθέτει για τον εαυτό της: «Θα ήθελα να αποσυνδέσω το όνομά μου από την Ομάδα Εδάφους. Φαντάζομαι όμως ότι και για μένα ισχύουν κάποιοι χαρακτηρισμοί- θα είμαι πάντα η Αγγελική της Ομάδας. Οσο κι αν παλέψω να το αλλάξω, δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρω. Στην αρχή με πείραζε- ήθελα να αποδείξω ότι είμαι αυτόνομη. Μετά θέλησα να αφήσω το δικό μου, διαφορετικό σημάδι, από εκείνο της Ομάδας». Αν και ξανασυνεργάστηκαν στην Ολυμπιάδα- η Στελλάτου είχε αναλάβει τον συντονισμό της κίνησης των εθελοντών-, οι πορείες τους πια είναι ξεχωριστές και εκείνη δεν επιτρέπει στον εαυτό της κανένα σχόλιο για τον συνοδοιπόρο της από το 1986 ως το 2001.

Μαζί όμως με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου συνέβαλαν στην άνθηση του σύγχρονου χορού στη χώρα μας. Δεν συμφωνεί πλήρως… «Η Ομάδα Εδάφους άνθησε κυρίως, αλλά δεν ξέρω αν συμπαρέσυρε και άλλους. Διότι κάνουν πολλοί Ελληνες καριέρα στο εξωτερικό και κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Στην Ελλάδα μιλάμε για τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τον Κωνσταντίνο Ρήγο και μετά μάλλον σταματάμε. Αν ψάξεις πιο βαθιά, προφανώς και θα βρεις πολλά πράγματα γύρω από τον χορό στην Ελλάδα. Πάνω απ΄ όλα όμως ισχύει η αλήθεια ότι στη χώρα μας δεν αγαπούν τις τέχνες».

Μικροκαμωμένη και εξαιρετικά ευκίνητη, η Αγγελική Στελλάτου αν και πέρασε στη Σχολή Λογιστών στην Πάτρα, δεν άργησε να στραφεί αποκλειστικά στον χορό, φοιτώντας στη σχολή της Ραλλούς Μάνου, στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, στη σχολή της Μαίρης Τσούτη. Τέλος, με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση συνέχισε τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη. Μετά την πολυετή εμπειρία της Ομάδας Εδάφους αποφεύγει να δημιουργήσει ή να ενταχθεί σε ομάδες- δεν έχει πια και την αντοχή, όπως ομολογεί. Με την τωρινή παράστασή της νιώθει ιδιαίτερα ευτυχισμένη, γιατί ήταν κάτι που το επιθυμούσε πολύ. «Είναι τόσο ωραίο το συναίσθημα της δημιουργίας. Μοιάζει με κομμάτια από παιδικό παιχνίδι που, όπως τα ενώνεις, φτιάχνεις κόσμους, ένα σύμπαν». Μετά τη δουλειά της «Καν.ίβ.αλοι», η ίδια θα επανέλθει και στο σανίδι, με την επανάληψη της «Κωλοδουλειάς» του Γιάννη Μαυριτσάκη. Χωρίς σχέδια για αργότερα, αλλά με σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στον χορό και στην τέχνη γενικότερα, η Αγγελική Στελλάτου συνεχίζει τον δρόμο της.

  • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | TO BHMA, Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

«Καν.ίβ.αλοι» της Αγγελικής Στελλάτου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Με την ομάδα Υψιλον και τους Παναγιώτη Αργυρόπουλο, Τάσο Καραχάλιο, Σάνια Στριμπάκου, Ειρήνη Τζανετουλάσκου. Παραστάσεις ως τις 27/9. Ωρα έναρξης 21.30.

«Punk Rock» του Σάιμον Στίβενς στο Λονδίνο

  • Lyric Hammersmith
  • Lyric.co.uk

Punk Rock

«Punk Rock». Το έργο του Σάιμον Στίβενς [Simon Stephens], στο οποίο ο συγγραφέας αγγίζει το πρόβλημα της βίας σε ένα βρετανικό λύκειο, φαίνεται να ανταποκρίνεται σε πραγματικά περιστατικά φονικής βίας σε σχολεία των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Ωστόσο, το πραγματικό θέμα του είναι η αρρώστια του φόβου και του άγχους που απλώνεται σαν ίωση ανάμεσα στους εφήβους. Η παράσταση, σκηνοθετημένη από τη Σάρα Φράνκομ, έχει εγκωμιαστεί από τους κριτικούς, που τονίζουν τη ρεαλιστική ακρίβεια του έργου και την πειστικότητα των νεαρών ερμηνευτών (Τομ Στάριτζ, Χένρι Λόιντ Χιουζ, Τζέσικα Ρέιν). Ως τις 26 Σεπτεμβρίου.[Ματιές στον κόσμο, επιμέλεια: Αγγελική Στουπάκη, Η Καθημερινή, 20/09/2009]

Tom Sturridge (William Carlisle) and Jessica Raine (Lily Cahill) in Punk Rock

Tom Sturridge (William Carlisle) and Jessica Raine (Lily Cahill) in Punk Rock at the Lyric Hammersmith. Photograph: Tristram Kenton

Simon Stephens’s remarkable new play overcomes the burden of fortuitous topicality. Dealing as it does with violence in a Stockport school, it is bound to be compared with the case in the headlines last week. But what Stephens is really addressing is the way fear spreads virally amongst the young.

Intriguingly, he takes as his setting the sixth-form library of a high-achieving grammar school. But, however articulate the pupils, they seem plagued by uncertainty as they prepare for mock exams. William is a self-doubting fantasist who befriends newcomer Lilly, only to find she is seeing another boy; bullying Bennett masks his sexual insecurity by humiliating the coldly omniscient Chadwick as well as his girlfriend Cissy. None of these kids, including the muscular Nicholas and the teacher-besotted Tanya, is unduly deprived. Yet, as they conduct their own internal power battles, the threat of violence hangs in the air.

What is good about the play is the way Stephens combines individual portraits with gathering tension. You believe totally in these pupils as people: not least William and Lilly when they engage, as a way of hiding their nervousness, in a competitive contempt for the chavs they see on the Stockport streets. Even the noxious Bennett is driven, if not excused, by doubts about his masculinity. Best of all is Chadwick, who at one point delivers an apocalyptic speech which both squashes his tormentor and skilfully leads one up the garden path. The one false note, in a play based on a compassionate understanding of adolescent angst, comes in a defence of the young which sounds too like an authorial statement.

Punctuated by nerve-jangling bursts of rock by groups like Big Black and Sonic Youth, Sarah Frankcom’s production is riveting to watch and superbly acted. Tom Sturridge, making his professional debut as William (left), intelligently uses his gangling physique to express his inner instability. Jessica Raine as Lilly offers an extraordinary blend of sexual assurance and self-mutilating panic. Henry Lloyd-Hughes as the lordly, bisexual Bennett, Sophie Wu as his panicky girlfriend, and Harry McEntire as the precocious Chadwick, give impeccable performances.

This play, co-produced with Manchester’s Royal Exchange to which it travels next, gets a new regime at the Lyric off to a cracking start. One can’t help contrast it with the earlier import of a musicalised Spring Awakening which attempted to capture the raw agony of youth, only to dwindle into sentimentality. Stephens’s play, given a wonderfully spectral design by Paul Wills, confronts young people as they really are, and builds inexorably towards its tragic and violent climax.

Punk Rock, Lyric Hammersmith, London

  • Reviewed by Michael Coveney
  • Thursday, 10 September 2009

Simon Stephens’ powerful and compelling new play – which signals a new Lyric Hammersmith regime under Sean Holmes – does not quite deliver what it says on the tin. It’s set in an old, traditional library in a fee-paying grammar school in Stockport and the music by Big Black, the Cows and White Stripes is only punctuation between scenes.

That is probably the point, or comma. The pupils are sixth formers sitting their mock A-level exams, and their number is joined by Jessica Raine’s disturbing, self-harming Lilly, on whom the Hamlet of the reform, Tom Sturridge’s blinking, oddly hair-styled William, immediately fixes.

Stephens is reunited here with his Manchester Royal Exchange director, Sarah Frankcom, with whom he brought his award-winning On the Shore of the Wide Wide World to the National four years ago; it’s a dynamic partnership, and this brilliantly cast and acted play proves both a remarkable link with the Lyric’s musical premiere of Spring Awakening last year and a mission statement of upcoming work for and about young people.

As in the Wedekind play and musical, we see middle-class pupils under peer pressure embroiled in sexual chess-playing and adolescent crisis with ultimately tragic consequences.

It’s no accident that the Columbine High School massacre (echoed on our own doorstep the other week) also centred round a library, a terrifying update on the tradition of school plays stretching from Barry Reckord’s Skyvers at the bottom of the education heap to Julian Mitchell’s Another Country or Alan Bennett’s The History Boys on the brink of future success.

These were not the happiest days of anyone’s life, and it’s a lovely coincidence that Tom Sturridge’s father, the director Charles Sturridge, made his acting debut in Lindsay Anderson’s If…, the first film to prophesy the sort of nightmarish scenario almost commonplace on school and college campuses these days.

Young Sturridge makes an astonishingly assured stage debut as a slightly more neurasthenic Ben Whishaw type, with a bob of unruly hair, a gangling physical expressiveness, a deliberately shaky grasp of his own domestic orientation – one minute he’s an orphan, the next the son of a thriving oil millionaire – and a neat way of knowing that he’s «the cleverest and funniest person in Stockport.»

The other sixth-formers, kitted out in blue blazers and grey slacks or skirts, include the regulation Steerforth school bully, Bennett (done with a wonderful ambiguous coldness by Henry Lloyd-Hughes), whose campaign of belittling sexual taunting is rebuffed by Harry McEntire’s Chadwick, the class swot, with a dazzling rhetorical speech of apocalyptic prophecy that destroys his opponent and wins a round.

Lilly’s arrival is the axis on which the play turns, and Stephens’ sly way of stretching the time span allows for a development of relationships within the group that prosecutes the outcome as the exams loom larger. Settling in, Lilly is drawn to the sexually charismatic figure of the blond muscleman Nicholas – another remarkable stage debut, by Nicholas Banks – while Tanya Gleason’s friendly Tanya and Sophie Wu’s hard-edged Cissy stir the pot by behaving just as you’d expect them to.

Stephens sounds few false notes in giving all of these kids great dialogue and solo riffs, though I did wince at Lilly’s speech about most young people living decent and admirable lives – she started to sound horribly like David Cameron – but I concede that the playwright, an associate director to Holmes at the Lyric, is passionately committed to young people’s theatre. Good for him, and for Holmes, and a great start to the new Lyric campaign.

To 26 September (0871 221 1729; http://www.lyric.co.uk)

Punk Rock at the Lyric, Hammersmith, W6

  • Benedict Nightingale
  • From The Times, September 10, 2009

undefined

Hearing that a teacher has had a heart attack, one of the Stockport sixth-formers who gather in the library where Punk Rock is set isn’t at all surprised. “They wander round like trauma victims,” she says of the staff. “They sweat, they’re getting ulcers, they’re terrified.”

To which the proper response is: no wonder, given the atrocity that comes at the close of Simon Stephens’s cracking new play. Sadly, I mustn’t reveal what this is, only say that it echoes sensational incidents reported from other countries, notably America.

The rationalist in me says that Stephens doesn’t prepare for it too well. Yet the rationalist in me should probably take a walk, because his point is that irrationality, unpredictability, confusion stalk the places frequented by those about to take their A-levels. And that’s why his play might be summed up as The History Boys meeting Spring Awakening, Wedekind’s tale of adolescent alienation and angst — and both of them meeting Stephen King.

The six kids in Sarah Frankcom’s superbly acted production are Britain’s future: bright, in one case maybe brilliant, but also mercurial, turbulent, lost, even despairing. For a long time it seems that the main emphasis will be Jessica Raine’s Lilly, a new arrival who is sharp, sexually smart, a bit cruel and contemptuous, saddled with an alcoholic mum and into self-harm. But as the evening proceeds she moves away from centre-stage, letting us pay more attention to the others, notably Harry McEntire’s small, aloof Chadwick, who is being so bullied and humiliated by Henry Lloyd-Hughes’s casually malicious Bennett that, when he turned, the first-night audience applauded. But that turning is strikingly unusual, consisting as it does of an apocalyptic speech in which he declares that human beings are “pathetic” and, citing flood, famine and much else, prophesises the end of the species. What will be his fate?

But then Stephens has enough command of sassy dialogue and tense situation to keep you wondering as much about his fellow-pupils, especially Sophie Wu’s Cissy, who is scared that her failure to get straight As means she’ll always be stuck in awful Stockport with a reproachful mum, and Tom Sturridge’s William (pictured above left, with Lloyd-Hughes), a lively mind whose fantasies are verging on the delusional, who has the unrequited hots for Lilly and who worryingly combines swank with self-hatred.

Does Stephens explain, say, the Columbine school massacre? No, he doesn’t. He’s too honest to pretend anything of the sort. But he does see the bafflement, the contradictions, the hope, the despair. He’s worried — and so, after seeing his play, should we be.

Box-office: 0871 2211729 to Sept 26

Ένας «Άμλετ» στο Μπροντγουέι

«Hamlet». Επειτα από την άκρως επιτυχημένη σειρά παραστάσεων στο Λονδίνο, η παραγωγή του θεατρικού οργανισμού Donmar Warehouse, σε σκηνοθεσία του Μάικλ Γκραντέιτζ, μεταφέρθηκε στο Μπροντγουέι. Στον ρόλο του Αμλετ, ο Αγγλος κινηματογραφικός σταρ Τζουντ Λο δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία, που έχει αποσπάσει τους επαίνους της κριτικής. Είναι η πρώτη επιστροφή του Λο στο Μπροντγουέι μετά την ερμηνεία του το 1995 στο έργο του Κοκτό «Οι τρομεροί γονείς», για την οποία κέρδισε μια υποψηφιότητα για βραβείο Τόνι. Εως τις 6 Δεκεμβρίου. [Ματιές στον κόσμο, επιμέλεια: Αγγελική Στουπάκη, Η Καθημερινή, 20/09/2009]

Broadhurst Theater

The King of Denmark is dead.

Consumed with grief, Prince Hamlet determines to avenge his father’s apparent murder, with devastating consequences for his family and the kingdom.

Michael Grandage directs Jude Law as Hamlet in Shakespeare’s iconic revenge tragedy.

Prince Hamlet’s father has recently died, and his mother has wasted no time before marrying her dead husband’s brother, Claudius. When Hamlet sees his father’s ghost, who reveals he was murdered by Claudius, he is moved to revenge, faking his own madness to try and discover the truth.

Law, who is best known for his film work including The Talented Mr Ripley, Road To Perdition and Cold Mountain, has an extensive theatrical background including appearances in productions of Dr Faustus and ‘Tis Pity She’s A Whore at the Young Vic.

Cast includes
Jude Law as Hamlet
Kevin R. McNally  as Claudius
Geraldine James as Gertrude
Ron Cook as Polonius
Ian Drysdale as Osrick
Peter Eyre as the Ghost of Hamlet’s Father & The Player King
Jenny Funnell  as the Player Queen
Gwilym Lee  as Guildenstern
Gugu Mbatha-Raw as Ophelia
John MacMillan as Rosencrantz
Alan Turkington as Fortinbras / Francisco

Creators
Directed by Michael Grandage
Author William Shakespeare
Set & Costume design by Christopher Oram
Lighting by Neil Austin
Sound by Adam Cork

Run time: 3 hours and 10 minutes including one interval

…Και Έλληνες στο φθινοπωρινό φεστιβάλ του Παρισιού

Το τρίμηνο φθινοπωρινό φεστιβάλ στο Παρίσι περιλαμβάνει φέτος στο πρόγραμμά του μια πλειάδα εκδηλώσεων σε όλα τα πεδία της καλλιτεχνικής δημιουργίας – θέατρο, εικαστικά, μουσική, χορό, κινηματογράφο. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες, o Ελβετοαμερικανός καλλιτέχνης Ούγκο Ροντινόνε εκθέτει δύο δημιουργίες του, το σύνολο γλυπτών «Sunrise East» και την εγκατάσταση «How does it feel?». Ο Ζαν-Ζακ Λεμπέλ παρουσιάζει την έκθεση «Soulevements», ο Ουίλιαμ Κέντριτζ το έργο «Ο Βόιτσεκ στο Χάιβελντ» (ο ήρωας του Μπύχνερ στο Γιοχάνεσμπουργκ), παράσταση που συνδυάζει ηθοποιούς, μαριονέτες και βίντεο, ο Χάινερ Γκέμπελς το μουσικό θέαμα «I went to the house but did not enter» και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Πεθαίνω σαν χώρα». Παρουσιάζεται, επίσης, η τελευταία χορογραφία του Μερς Κάνινγκαμ «Nearly Ninety», καθώς και η «Ισμήνη» του Γιάννη Ρίτσου σε μουσική του Γιώργου Απέργη, σκηνοθεσία του Ενρίκο Μπανιόλι και με ερμηνεύτρια τη Μαριάν Πουσέρ. Το φεστιβάλ θα διαρκέσει ώς τις 13 Δεκεμβρίου. [Ματιές στον κόσμο, επιμέλεια: Αγγελική Στουπάκη, Η Καθημερινή, 20/09/2009]

Odéon–Théâtre de l’Europe/Ateliers Berthier
angle de la rue André Suarès et du boulevard Berthier
75017 Paris

07 au 12 NOVEMBRE

Métro : Porte de Clichy

7 au 12 novembre 20h
dimanche 15h, relâche lundi
16€ à 32€, Abonnement 16€ et 26€
Spectacle en grec surtitré en français
Durée : 1h55

Je meurs comme un pays / Dying as a Country
de Dimitris Dimitriadis

Mise en scène, Michael Marmarinos
Dramaturgie, Michael Marmarinos et Myrto Pervolaraki
Décors, Kenny MacLellan
Lumière, Yannis Drakoularakos
Costumes, Dora Lelouda
Musique, Dimitris Kamarotos
Danse, Valia Papachristou
Film, Stathis Athanasiou
Surtitrage, Maria Efstathiadis

[…]  « Cette année-là, aucune femme ne conçut d’enfant. » Ainsi commence Je meurs comme un pays : sur fond d’antique malédiction, pareille à celle qui frappa Thèbes dans les derniers jours du règne d’Œdipe. Dimitriadis est Grec, et comme le note son traducteur Michel Volkovitch, “il serait difficile de ne pas voir ici un reflet de la Grèce telle que Dimitriadis l’a connue, […] sous la dictature des Colonels, par exemple”. Mais la Grèce des mythes et celle de l’histoire se télescopent violemment pour faire surgir de leur collision “un pays” qui n’a plus de nom et dont le peuple est irrémédiablement entré en déliquescence. Ce texte fragmenté et jaillissant est d’une densité, d’une violence, d’une richesse de langue qui invitent à la profération. Ses quelques feuillets sont pareils aux restes d’un très ancien manuscrit à moitié consumé. Ils font songer au témoignage d’un historien (d’une historienne, peut-être) qui aurait vécu plusieurs siècles après une inconcevable catastrophe. L’œuvre est criblée de points de suspension entre parenthèses signalant des passages manquants ; du coup, ce livre tronqué semble n’avoir ni vrai commencement ni terme, et paraît avoir été relié par erreur avec une poignante lettre d’amour qui s’achève – mais la fin est manquante – en imprécation désespérée. Depuis sa publication, Je meurs comme un pays, hanté par des échos de la Bible et des grands tragiques, fascine les metteurs en scène. Après la version pour voix seule, conçue par Anne Dimitriadis et interprétée par Anne Alvaro à la MC93, la mise en scène monumentale de Michael Marmarinos et du Theseum Ensemble convoque trente comédiens et une centaine de figurants.

Production Theseum Ensemble, Hellenic Festival
Avec le soutien de la Fondation Alexander S. Onassis et du Ministère grec du tourisme
Production déléguée PRO4
Coréalisation Odéon-Théâtre de l’Europe ; Festival d’Automne à Paris

«Φιλοκτήτης» στο Παρίσι με τον Λοράν Τερζιέφ

«Philoctete». Κορυφαία μορφή του γαλλικού θεάτρου, ο Λοράν Τερζιέφ έγινε γνωστός στο διεθνές κοινό από τις κινηματογραφικές εμφανίσεις του, αρχίζοντας από τον γοητευτικό «άγγελο εξολοθρευτή» στους «Ζαβολιάρηδες» του Μαρσέλ Καρνέ και συνεχίζοντας με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε ταινίες του Κλοντ Οτάν-Λαρά, του Μπουνιουέλ, του Παζολίνι. Η τόσο σαγηνευτική ομορφιά των νεανικών του χρόνων χάθηκε γρήγορα, το ίδιο και η κινηματογραφική του λάμψη, ωστόσο ο Τερζιέφ ακολούθησε μια λαμπρή καριέρα στο θέατρο ως πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης. Τώρα ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του «Φιλοκτήτη», που θα δοθεί στις 24 Σεπτεμβρίου. Ερμηνεύει τον βασανισμένο ήρωα της σοφόκλειας τραγωδίας, η οποία παρουσιάζεται σε διασκευή του ποιητή Ζαν-Πιερ Σιμεόν και σκηνοθεσία του Κριστιάν Σιαρετί. Εως τις 18 Οκτωβρίου. [Ματιές στον κόσμο, επιμέλεια: Αγγελική Στουπάκη, Η Καθημερινή, 20/09/2009]

Laurent Terzieff [Philoctète] (Copyright Christian Ganet)

Η γρίπη απειλεί τις σκηνές που ανεβάζουν παιδικά

  • Oι ματαιώσεις εφέτος έρχονται η μία μετά την άλλη, με αποτέλεσμα οι μικροί θεατές να μην έχουν πολλές επιλογές

Με τη γρίπη και τις εθνικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο στον καλλιτεχνικό χάρτη. Μόλις είχαμε αρχίσει να ενώνουμε τα κομμάτια του παζλ με τις πρώτες παιδικές παραστάσεις, οι ματαιώσεις και οι αναβολές έρχονται η μία μετά την άλλη. Ας δούμε, όμως, ποιες σκηνές έχουν δεσμευτεί μέχρι στιγμής ότι θα ταξιδέψουν τα παιδιά σε κόσμους μαγικούς, όπως άλλωστε κάνουν κάθε χρόνο, αφού υπολογίζεται ότι κάθε σεζόν ανεβαίνουν 50 έργα για μικρούς θεατές στην Ελλάδα. Στις 17 Οκτωβρίου ανοίγει αυλαία η Παιδική Σκηνή-Σκηνή Κατίνα Παξινού στο Εθνικό Θέατρο, με γενναιόδωρο καστ. Μετρήσαμε 17 ηθοποιούς… Στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου για το 2009 έχει προγραμματιστεί να ανέβει το έργο του Ευγένιου Τριβιζά, «Τα μαγικά μαξιλάρια» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα και διασκευή –φυσικά- του συγγραφέα.

Είναι η πρώτη φορά που ο Ευγένιος Τριβιζάς συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο, αν και είναι ο κατεξοχήν Ελληνας συγγραφέας που προτιμάται στις παιδικές σκηνές…

Η ευχάριστη έκπληξη είναι όμως ότι για πρώτη φορά το Εθνικό Θέατρο θα φροντίσει και ακόμη πιο νεαρές ηλικίες. Με το «Νερό, νεράκι και γρήγορο αλογάκι» της Βίλιας Χατζοπούλου σε παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία από τις 15 Οκτωβρίου. Μια παράσταση για παιδιά προσχολικής οικογένειας στον χώρο του σχολείου τους.

Η Μικρή Πόρτα, η Παιδική Σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου έστειλε μήνυμα. «Ακύρωση Παραμυθ…issimo από ΠΟΡΤΑ!!», έργο για «θεατές κάθε ηλικίας» που είχε προγραμματιστεί να ανοίξει τη σεζόν, από Οκτώβρη μέχρι Δεκέμβρη. «Εχουμε αποφασίσει να μην ανεβάσουμε τελικά το Παραμυθ…issimo, λόγω δυσκολιών με τα σχολεία (η γρίπη βλέπετε)». Οπότε αντί για δύο παραστάσεις, θα «χωρέσει» τελικά μόνο μία στη Μικρή Πόρτα. Και η πρώτη μάλιστα ήταν επανάληψη της περσινής χρονιάς. Θα πρέπει να περιμένουμε λοιπόν μέχρι τον Δεκέμβριο για να δούμε την καινούργια παράσταση της Ξένιας Καλογεροπούλου και της Λίλο Μπάουρ «Grimm & Grimm», μια νέα, μεγάλη παραγωγή στη μεγάλη σκηνή της Μικρής Πόρτας. Βασίζεται σε τέσσερα κλασικά παραμύθια επιλεγμένα από τη συλλογή των διάσημων Δανών παραμυθάδων, των αδελφών Grimm. Ευκαιρία να θυμηθούμε ιστορίες όπως «Το μαγικό τραπέζι, ο γάιδαρος και η μαγκούρα» και «Οι μουσικοί της Βρέμης», που χαρακτηρίζονται από έντονο κωμικό στοιχείο. «Οι ήρωες –άνθρωποι ή ζώα– δίνουν τις μάχες τους με αδικίες και πονηριές και βγαίνουν νικητές». Αλλά και παραμύθια όπως «Οι τρεις χρυσές τρίχες του διαβόλου» και «Εξι κύκνοι», με δραματικά στοιχεία που μπορεί να έχουν διασκευαστεί σε διαφορετικές εκδοχές αλλά μέσα από τη ματιά της Ξένιας Καλογεροπούλου  οι αυτοσχεδιασμοί, η δημιουργική κίνηση, ο χορός, το τραγούδι και η μουσική δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ανάλαφρη και παιχνιδιάρικη.

Και η Εθνική Λυρική Σκηνή; Αν και αρχικά είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσουν οι παραστάσεις για παιδιά, μέσα στον Νοέμβριο (στο θέατρο  Ακροπόλ), αποφασίστηκε «οι παραστάσεις της παιδικής όπερας να αναβληθούν για το νέο έτος». Τι θα δούμε τότε; «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους, του «βασιλιά του βαλς», σε σκηνοθεσία, κείμενο πρόζας, διασκευή Κάρμεν Ρουγγέρη. Κοκκινοσκουφίτσα, μάγισσα της Ραπουνζέλ, Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή με τον Τζεπέτο, τον Πινόκιο, τον Λαγό και το Πουλί της Φωτιάς. Οπως μαθαίνουμε μέσα από τον χορό των μεταμφιεσμένων θα ενσωματωθούν στην παράσταση παραμύθια.

Θα περιμένουμε όμως να δούμε από την Κάρμεν Ρουγγέρη και την Ιλιάδα (μετά την Οδύσσεια) του Ομήρου από τον Οκτώβριο, πρώτα στο θέατρο Εγνατία, στη Θεσσαλονίκη. Από τον Νοέμβριο του 2009, η Ιλιάδα για παιδιά θα φιλοξενείται στο Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Με έμφαση, όπως πάντα, στην αφήγηση αλλά και την ανατροπή, στη μουσική, στα κοστούμια και τα σκηνικά. Η «Ιλιάδα», έργο δύσκολο για τα παιδιά, χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια για να περάσει από το απαραίτητο φίλτρο. Θα περιμένουμε όμως και τις «Εκκλησιάζουσες» (σαν παραμύθι) του Αριστοφάνη.

Και μετά την οπερέτα, μπαλέτο. Τα Χριστούγεννα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, οι 13 πρωινές, απογευματινές και βραδινές παραστάσεις θα μας ταξιδέψουν με το αγαπημένο παραμύθι των παιδικών μας χρόνων σε έναν μαγικό και ονειρικό κόσμο. Σταχτοπούτα σε μουσική Σεργκέι Προκόφιεφ από το Μπαλέτο της Εθνικής Οπερας του Κιέβου, σε χορογραφία Βίκτορ Λίτβινοφ. Οι κύριοι ρόλοι της Σταχτοπούτας και του Πρίγκιπα θα ερμηνευτούν από δύο διανομές, με τη συμμετοχή κορυφαίων χορευτών του American Ballet Theatre, όπως και του Μπαλέτου της Εθνικής Οπερας του Κιέβου.

Για τις 11-16 Δεκεμβρίου όμως έχει προγραμματιστεί και «Ο Γαργαληστής», μουσικό θέατρο για παιδιά, πάλι στο Μέγαρο, σε κείμενο και μουσική Δημήτρη Μπασλάμ και σκηνοθεσία-αφήγηση Αντώνη Καφετζόπουλου. Λίγες ημέρες μετά, η αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος θα φιλοξενήσει τρία μουσικά παραμύθια «Κοκκινοσκουφίτσα», «Τρία μικρά γουρουνάκια», «Χιονάνθρωπος» σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων και μουσική διεύθυνση του Νίκου Χαλιάσα.

  • Tης Σαντυς Tσαντακη, Η Καθημερινή, 20/09/2009

«ΤΕΛΕΙΑ.gr» …για όσα μας πνίγουν καθημερινά

  • Το έργο που καταγγέλλει τη διαφθορά και τις εκπτώσεις σε όλες τις σχέσεις

«Κάνουμε μια επιθεώρηση;» πρότεινε ο Θανάσης Παπαγεωργίου πριν από δυόμισι χρόνια στον Παναγιώτη Μέντη κι από τότε τής έδωσαν αυτό τον τίτλο, αν και δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα. Το «ΤΕΛΕΙΑ.gr» (το τονίζετε όπως θέλετε) είναι ένα σπονδυλωτό έργο με 85 σκηνές και 200 ρόλους από 11 ηθοποιούς, οι οποίοι μετατρέπονται και σε ορχήστρα όταν χρειαστεί.

Εχει την αναλυτική ματιά των παραγωγών της «Στοάς» και το χρώμα των εναλλακτικών Εx Αnimo. Το πείραμα που θα δούμε μετά τις εκλογές είναι ένα ψηφιδωτό που έγινε με συλλογική δουλειά και τον συνδυασμό διαφορετικών γενιών στο θέατρο. Ο στόχος είναι κοινός. Ο τρόπος έκφρασης διαφέρει. Ολοι τους όμως έχουν την ίδια αγωνία. Γράφουν για όσα τους πνίγουν και τους θυμώνουν, για τη σαπίλα και τη διαφθορά, σατιρίζουν «την άφιξή μας στον πάτο του βαρελιού». Παραμορφωτικές ματιές, χιούμορ και σάτιρα, σαρκασμός και διαμαρτυρία. Για τον πάτο που δεν τελειώνει όσα χρόνια κι αν περάσουν, για την πολιτική, τον Τύπο, τις ειδήσεις, τα τηλεοπτικά παράθυρα, την κοσμική ζωή και τη life style ξιπασιά μας. Ολα αυτά στα οποία έχουμε εθιστεί ή μας κάνουν να χάνουμε τον εαυτό μας.

  • Θανάσης Παπαγεωργίου
  • Γράφουμε για τη σαπίλα

«Δεν είναι η πρώτη φορά που δουλεύουμε με νέα παιδιά, απλώς εδώ οι Ex Animo είναι και συμπαραγωγοί. Τους γνώρισα πέρυσι στην παράστασή τους, στο «Νοσφεράτους Διδόντικους», και τους πρότεινα να εμφανιστούν στο φεστιβάλ που οργανώνω κάθε Μάιο στην Καλαμαριά. Μου άρεσε το χιούμορ τους και νομίζω ότι θα μπορούσαμε να τα βρούμε». Στον Θανάση Παπαγεωργίου άρεσε και η συλλογική διάθεση αυτών των παιδιών.

«Δουλεύουν πάντα και οι πέντε μαζί, και αυτό με συγκινεί. Με τον Παναγιώτη εργαστήκαμε γύρω στους εννέα μήνες πριν προστεθούν στην παρέα. Τότε η διαδικασία δυσκόλεψε περισσότερο. Οι Εx Animo όμως είναι στο ίδιο κλίμα με μας, απλώς γράφουν αλλιώς. Χρησιμοποιούν τη γλώσσα με άλλο τρόπο. Μιλάνε για θέματα που τα έχω ακουστά, αλλά αυτοί τα έχουν ζήσει. Τα συνδέσαμε όλα. Αλλωστε υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Γράφουμε για τη σαπίλα, τη διαφθορά, την άφιξή μας στον πάτο του βαρελιού».

Κινητήρια δύναμη ήταν η αγανάκτηση. Αυτή η στιγμή που λέμε «δεν πάει άλλο». Τότε αυτό που σε θυμώνει γίνεται επιφυλλίδα, κείμενο, θέατρο. «Αυτό το είδος στη “Στοά” το έχουμε ξανακάνει. Κάπως έτσι ήταν “Οι ειδήσεις” του Μ. Ποντίκα, και το “FM Stereo” που είχα γράψει εγώ. Βλέπεις όμως ότι φτάσαμε στο 2009 και μοιάζουν όλα ίδια. Φοβάμαι μήπως γίνομαι γραφικός με όσα λέω, αλλά όσα μας θυμώνουν δεν είναι μόνο η πολιτική. Είναι και οι ακυρωμένες σχέσεις μας, ο φτηνός εξυπναδισμός, η πρόσκληση, η αδιαφορία, η αγένεια».

Ολα αυτά τον πληγώνουν περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια. Η στάση του απέναντι στην πολιτική είναι απαξιωτική. «Δεν έχεις να γράψεις τίποτε γι’ αυτούς. Μπορείς μόνο να τους κοροϊδέψεις. Δεν τους θεωρώ πολιτικούς· λογιστές είναι. Διαχειρίζονται τα χρήματά μας κι αυτά με κακό τρόπο. Κάποτε ο πολιτικός είχε όραμα. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα». Το μέλλον; «Δεν θα έλεγα ότι πιστεύω στο όραμα της Αριστεράς όσο σε μια άλλη σχέση των ανθρώπων για δημιουργία. Πιστεύω στο σύνολο. Δεν μπορεί να μαζεύεται είτε ο πλούτος είτε η δόξα είτε η δύναμη σε άτομα κι όχι στο σύνολο. Αυτό θεωρώ Αριστερά και σε αυτό πιστεύουν κι άλλοι, από διάφορους χώρους. Οσο για την ίδια την Αριστερά, δεν ακούω καμία πρόταση». Τις αλλαγές που γίνονται στο θέατρο τις βλέπει χρόνια τώρα. «Εχει αλλάξει οδυνηρά το τοπίο. Νιώθω ότι γύρω μου γίνεται ένα θέατρο που δεν γνωρίζω. Για μένα θέατρο είναι ο ηθοποιός. Στις μέρες μας αυτό έχει μετατοπιστεί. Θέατρο θεωρείται ο σκηνοθέτης». Σε ένα χρόνο η «Στοά» γίνεται 40 χρόνων. «Τα πήγαμε καλά». Τι μένει στον ηθοποιό; «Μια απέραντη πίκρα που προέρχεται από τη φοβερή κούραση που σου δημιουργεί το θέατρο». Ακόμη δεν ξέρει να απαντήσει γιατί διάλεξε να γίνει ηθοποιός. Οι γονείς του τον πήγαιναν στο θέατρο αλλά για να γίνει το θέατρο επάγγελμα ούτε λόγος. «Μου άρεσε να δημιουργώ πράγματα. Οπως τον Καραγκιόζη». Ξέρει ότι κάποια στιγμή όλο αυτό θα τελειώσει. «Πρέπει να τελειώσει. Υπάρχει μια ψυχική κούραση που δεν ξέρω αν μπορώ να την υφίσταμαι. Θα ήθελα να ζήσω κάποια χρόνια και χωρίς αυτήν».

Τα σκηνικά της παράστασης είναι της Λέας Κιούση και οι χορογραφίες της Μαρίας Αλβανού. Εκτός από τον Θανάση Παπαγεωργίου (υπογράφει και τη σκηνοθεσία), τον Παναγιώτη Μέντη και τους Ex Animo παίζουν ακόμη οι: Εύα Καμινάρη, Νάντια Περιστεροπούλου, Ευδοκία Σουβατζή, Νίκη Χαντζίδου.

  • Παναγιώτης Μέντης
  • Ο θυμός με παρακινεί

«Γράψαμε περισσότερα από εκατόν πενήντα κείμενα για να καταλήξουμε κάπου. Υστερα ακολούθησε το ξεσκαρτάρισμα. Τα παιδιά είναι ταλαντούχα. Με έννοια γι’ αυτό που κάνουν και αγάπη για το θέατρο. Εχουν τα προσόντα να αναλωθούν στην τηλεόραση: ταλέντο, ομορφιά, νιάτα, νεύρο, πάθος και αλήθεια, κι όμως επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο του θεάτρου. Είναι μια ομάδα που προκάλεσε αίσθηση με τις παραστάσεις της», λέει με τη σειρά του ο Παναγιώτης Μέντης.

Ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός το 1976 και τη δεκαετία του ’90 μας συστήθηκε και ως συγγραφέας, με το βραβευμένο στα κρατικά βραβεία «Playmobil» και ύστερα το «Αννα είπα» που τον καθιέρωσε. «Εμαθα όμως ότι το ζητούμενο στο θέατρο είναι πάντα το ίδιο: να είσαι αληθινός». Του αρέσει η πολυφωνία των ομάδων, η αίσθηση της συλλογικότητας που έζησε στο ξεθύμασμά της, και τώρα τη βλέπει σε κάποια νεανικά σχήματα.

«Το μόνο που φοβάμαι είναι όταν οι ομάδες αυτές μπερδεύονται με συγκεκριμένες εταιρείες που τους παρέχουν απλόχερα κεφάλαιο, αλλά επιβάλλουν τη δική τους αισθητική και ύφος. Διάρκεια, όπως δείχνουν τα πράγματα, έχουν μόνο όσοι ασχολούνται ουσιαστικά με το θέατρο, σε όποια γενιά κι αν ανήκουν».

Ως ηθοποιός είδε ότι λίγες φορές του τύχαιναν κείμενα που περιείχαν όσα ήθελε να πει προς τα έξω, όσα τον έκαιγαν όπως λέει. «Ετσι ξεκίνησα να γράφω. Δεν ήταν όμως τυχαίο. Στη δραματική σχολή ο Κατσέλης ρωτούσε τους μαθητές του “γιατί θέλεις να γίνεις ηθοποιός;”. “Επειδή θέλω να γίνω συγγραφέας”, απάντησα όταν ήρθε η σειρά μου.

Το “ΤΕΛΕΙΑ.gr” είναι αποτέλεσμα θυμού. Ετσι γράφω πάντα. Αυτό με παρακινεί. Οσα συμβαίνουν γύρω μου και με ενοχλούν. Δεν γράφω καταγγελτικά. Απλώς λύνομαι με αυτό τον τρόπο. Τώρα, τι ακριβώς είναι αυτό το έργο, θα έλεγα, με αφορμή την επιθεώρηση, κάτι παραπέρα».

  • Ex Animo
  • Να αναζητούμε την αλήθεια

Είναι πέντε νέοι ηθοποιοί και έχουν ξεχωρίσει στην ουσία σε δύο παραγωγές. Οι ηλικίες τους ποικίλλουν. Από 29 έως 34. Μας συστήθηκαν με το «Sorry, sold out» το 2005 και ύστερα το «Νοσφεράτους Διδόντικους» που κράτησε τρεις σεζόν. Χαρακτηριστικό τους είναι ο αυτοσχεδιασμός και το σωματικό θέατρο. Αυτό ακριβώς που τους διαφοροποιεί από την αναλυτική ματιά της «Στοάς». Αυτό θα είναι και το ενδιαφέρον σε αυτό τον «γάμο». Ο Παύλος Εμμανουηλίδης έριξε πρώτος την ιδέα για να κάνουν «κάτι δικό τους» και ο Δημήτρης Ζωγραφάκης, η Ρόζα Κυρίου, η Ντίνα Λαδοπούλου και ο Ζήσης Ρούμπος συμφώνησαν. Αλλωστε, η ανάγκη να εκφραστούν ήταν κοινή και μεταξύ όλων των άλλων ήταν και φίλοι από τη σχολή «Βεάκη».

Οπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπήρχε η ορμή αλλά και οι απογοητεύσεις. «Μας έλεγαν “μπορεί να σας θάψουν”», λέει εκ μέρους όλων η Ρόζα Κυρίου, αλλά δεν πτοήθηκαν. Δεν επιχορηγούνται από το ΥΠΠΟ και εργάζονται σε διάφορες δουλειές ο καθένας τους για να μπορούν να υποστηρίξουν το σχήμα χωρίς εκπτώσεις. Συνεργασίες σε παιδικές σκηνές, μεταφράσεις, stund up comedy.

«Οποια δουλειά βρεθεί». Ο ανταγωνισμός των νεανικών ομάδων δεν τους ενοχλεί, τους αρέσει αν και όπως λένε η αγορά είναι δύσκολη. «Εχουν ειπωθεί όλα και έχουν γίνει όλα. Εχεις ένα τέρας απέναντί σου, το κοινό, το οποίο σε χαϊδεύει, αλλά ζητάει διαρκώς κάτι καινούργιο. Θέλει προτάσεις και αποφεύγει την επίφαση του γέλιου ή της κουλτούρας». Στη Στοά πήγαιναν «φανατικά» για χρόνια. «Ουσιαστικά είναι δάσκαλοί μας. Οταν έγινε η πρόταση είπαμε αμέσως ναι. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον η συνάντηση των δύο σχολών. Εμείς στηριζόμαστε στον αυτοσχεδιασμό, εκείνοι ψάχνουν την αλήθεια κατευθείαν μέσα από την ψυχή τους». Από τον Θανάση Παπαγεωργίου και τον Παναγιώτη Μέντη στο «ΤΕΛΕΙΑ.gr» έμαθαν την υπομονή. «Να παλεύουμε και να αναζητούμε την αλήθεια με όποιο τρόπο κι αν την παρουσιάσουμε».

  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, 20/09/2009

Στο τεντωμένο σκοινί της Κικής Δημουλά

  • «Ολα είναι μια φλόγα, καιγόμαστε επί μια ζωή και με μικρά και με μεγάλα. Νομίζω πως και τα μικρά πράγματα ακόμη, φωτιές καλλιεργούν μέσα μας».

Η Κική Δημουλά εμπιστεύτηκε εν λευκώ τα ποιήματά της για την παράσταση στο «Υπόγειο»

Η Κική Δημουλά εμπιστεύτηκε εν λευκώ τα ποιήματά της για την παράσταση στο «Υπόγειο»

Η Κική Δημουλά κατεβαίνει τα σκαλιά του «Υπογείου» (Θέατρο Τέχνης) για να βρεθεί στη σκηνή. Το ποιητικό σύμπαν της γίνεται υλικό μιας «συλλεκτικής» παράστασης με τίτλο «Χρονικό Διάστημα», που θα δοθεί μόνο για δύο βραδιές, στις 12 και 13 Οκτωβρίου, με μία ερμηνεύτρια: Τη Λουκία Μιχαλοπούλου.

Δύσκολα η ποίηση αποδίδεται στο σανίδι. Ακόμη δυσκολότερα εκφέρεται συνιστώντας από μόνη της, χωρίς έξωθεν δεκανίκια (θεατρικής πρόζας κ.ά.), ένα ολοκληρωμένο θεατρικό γεγονός. Το ρίσκο αναλαμβάνει η Μιχαλοπούλου, ηθοποιός ημιτονίων, που ναι μεν φοβάται, έχει όμως ένα ατράνταχτο πλεονέκτημα. Την έχει ήδη επιλέξει η ίδια η ποιήτρια σε μια εκδήλωση ανάγνωσης του ποιητικού της έργου στην «Τεχνόπολη» – ήταν η νεότερη μαζί με τη Λυδία Κονιόρδου και τον Μηνά Χατζησάββα. Δεν γνωρίζονταν. Φαίνεται, όμως, πως η Δημουλά την ήξερε από παραστάσεις.

Και η νεαρή ηθοποιός θαύμαζε την πολυβραβευμένη ποιήτρια. «Μου άρεσε η ενέργεια που ανέβλυζε απ’ τα ποιήματά της», λέει. Δεν είχε φανταστεί, όμως, ότι θα μπορούσε να τα ερμηνεύσει. «Για μένα είναι ούτως ή άλλως πολύ δύσκολο ένας ηθοποιός να μπορεί να μιλήσει ένα ποίημα. Είναι περίεργη η ισορροπία».

Μετά την πρώτη επαφή της με την ποίηση της Δημουλά αντιλήφθηκε όμως, όπως μας λέει, «ότι μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί της. Γιατί αρχικά φοβόμουν, αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα να το κάνω. Ακόμα φοβάμαι. Ωστόσο, μετά από την ποιητική βραδιά στην Τεχνόπολη ήθελα να ψάξω. Ηθελα να κάνω κάτι πιο ολοκληρωμένο με τη Δημουλά». Οχι, όμως, με την κουραστική μορφή της ανάγνωσης ενός ποιήματος μετά το άλλο. «Ηθελα μια ροή που δίνει την αίσθηση της ενότητας, της ολότητας, η οποία προκύπτει μέσα από σκόρπιες σκέψεις για κοινά θέματα».

«Με τρελαίνει στην ποίηση της Δημουλά η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός. Η συνεχής ανατροπή», λέει η Λουκία Μιχαλοπούλου

«Με τρελαίνει στην ποίηση της Δημουλά η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός. Η συνεχής ανατροπή», λέει η Λουκία Μιχαλοπούλου

Αυτό έκανε και στο «Χρονικό Διάστημα». «Εφτιαξα ένα μονόλογο με ποιήματα». Το υλικό της το άντλησε από πολλές συλλογές της Δημουλά. «Το τελευταίο σώμα μου». Το «Ενός λεπτού μαζί». Το «Εκτός σχεδίου»… Η ποιήτρια της έδωσε την άδεια να αντλήσει ό,τι θεωρούσε η ίδια απαραίτητο για τη μοναχική ποιητική performance της. Και προς τιμήν της, δεν επενέβη καθόλου στη διαδικασία της επιλογής ή της «συρραφής». «Με άφησε εντελώς ελεύθερη», τονίζει η Μιχαλοπούλου. «Και είναι η πρώτη φορά που δίνει έτσι τα ποιήματά της». Το αποτέλεσμα θα το δει πια η Δημουλά στο «Υπόγειο», όπου σκοπεύει να παρακολουθήσει την παράσταση και τις δύο βραδιές.

Η ηθοποιός ξεκίνησε να δουλεύει με τη βοήθεια της σκηνοθέτιδος Μαρίας Ξανθοπουλίδου ψηλαφιστά, μέσα από ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς, αλλά και με τις μουσικές του Lolek. «Η αγωνία της ισορροπίας» την κατέτρωγε .«Επρεπε να ισορροπήσω πάνω σε σκοινί. Ετσι προέκυψε και η ιδέα του σχοινοβάτη», εξηγεί η Μιχαλοπούλου. «Είμαι μια γυναίκα σε μια διαδρομή πάνω σε τεντωμένα σκοινιά. Μια γυναίκα παγιδευμένη στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη φυσική μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Τα ποιήματα που επέλεξε διακρίνονται για την… κοινή αγωνία: «Τη συμφιλίωση με το τέλος. Τη συμφιλίωση με τον θάνατο – είτε είναι φυσικός είτε ψυχικός. Τη συμφιλίωση με τον χρόνο. Αλλά υπάρχει και ο περαστικός έρωτας. Αυτό που με τρελαίνει στην ποίηση της Δημουλά είναι το κλείσιμο του ματιού, η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός. Αυτή η συνεχής ανατροπή. Ακόμη και στην αντιμετώπιση του χρόνου».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009