Το χρώμα του «γιούχα»

Tα τηλέφωνα είχαν ανάψει το περασμένο Σάββατο το πρωί. Ολοι μιλούσαμε με όσους είδαν την παράσταση των «Περσών» το πρώτο βράδυ, την Παρασκευή. Είχε ήδη μαθευτεί ότι υπήρξαν αντιδράσεις, αλλά οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις δεν έμειναν εκεί. Προχώρησαν για πολύ ώρα στο σκεπτικό της παράστασης, στην άποψη και την ανάγνωση του σκηνοθέτη, υπήρχαν κρίσεις, επικρίσεις και έπαινοι για τη μία ή την άλλη επιλογή, για τη μία ή την άλλη ερμηνεία. Το σκεφτόμουνα και πριν από την παράσταση των «Περσών», αλλά το περασμένο Σαββατοκύριακο επιβεβαιώθηκε περίτρανα: το θέατρο είναι το μόνο είδος τέχνης που παραμένει ζωντανό, δημιουργεί συζητήσεις, αντεγκλήσεις, παθιάζει, γοητεύει, απογοητεύει, προκαλεί συναισθήματα πάντως. Είναι ίσως το μόνο είδος τέχνης που δίνει «θέματα» όχι μόνο στους δημοσιογράφους, αλλά και στους σχολιαστές, τους αναλυτές, τους διανοούμενους και φυσικά στο κοινό.

Κάποιοι ενοχλήθηκαν από τις αντιδράσεις του κοινού το περασμένο Σάββατο στην Επίδαυρο. Κάποιοι σοκαρίστηκαν που για λίγα λεπτά διακόπηκε η παράσταση. Κάποιοι άλλοι ήταν ευχαριστημένοι, όχι με το «τζέρτζελο», αλλά με τη δυναμική που μια παράσταση προκαλεί, με τις θερμοκρασίες που ανεβάζει, με την κινητοποίηση, ψυχική και πνευματική, που προκαλεί μια θεατρική άποψη.

Αν το θέατρο προκαλούσε μόνο αυτή την εγρήγορση και τη συμμετοχή του θεατή τα πράγματα θα ήταν θαυμάσια. Και θα ήταν μια κατάσταση παρόμοια με όσα συμβαίνουν σε πολλές ευρωπαϊκές σκηνές, όπου οι θεατές αν δεν τους αρέσει κάτι γιουχάρουν, εκφράζοντας έτσι την αντίθεσή τους. Κάτι μου λέει όμως ότι δεν είναι τόσα αθώα και… πνευματικά όλα γύρω μας. Και την Παρασκευή και το Σάββατο από το πλήθος που κατηφόριζε από το θέατρο της Επιδαύρου προς το πάρκινγκ άκουγες διάφορα σχόλια, όπως πάντα. Εκείνο που επικρατούσε, όμως, ήταν «μα Βούλγαρος σκηνοθέτης στην Επίδαυρο!», άνευ άλλου επιχειρήματος για το σκηνικό αποτέλεσμα. Το επιχείρημα άρχιζε και τελείωνε κάπου εκεί.

Και κάπου εδώ αρχίζουν να έχουν άλλο «χρώμα» τα γιουχαΐσματα στα ελληνικά θέατρα και ειδικά στην Επίδαυρο. Οπως και με τη «Μήδεια» του Βασίλιεφ πέρυσι, το πρόβλημα έχει μετατεθεί στην εθνικότητα του σκηνοθέτη που υπογράφει την κάθε παράσταση, κι όχι στην πρότασή του, αυτή καθεαυτή. Ναι, το θέατρο είναι πράγματι το πιο ζωντανό είδος τέχνης στις μέρες μας. Αυτό που ξεσηκώνει τις αισθήσεις και τις συζητήσεις. Σ’ ό,τι αφορά την Ελλάδα όμως έχει και άλλου είδους φορτίσεις. Αυτές της εθνικής κληρονομιάς. Ετσι το θέατρο της Επιδαύρου δεν αντιμετωπίζεται ως χώρος υποδοχής σκηνοθετικών προσεγγίσεων σε μια διαρκή ανάγνωση της αρχαίας τραγωδίας, αλλά σαν ένα μνημείο, του οποίου την ιερότητα έχουμε αναλάβει να διαφυλάξουμε από «τους βαρβάρους», τους σκηνοθέτες. Κι από αυτό το σημείο και μετά, τα «γιούχα» έχουν χρώμα, άποψη και στόχο. Και δίνουν τον τόνο.

  • Tης Ολγας Σελλα, Tρίτη, 4 Aυγούστου 2009
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: