Σκηνές από τον Δάντη στον 21ο αιώνα. Η τριλογία της «Θείας Κωμωδίας» με εικόνα και ήχο από τον Ιταλό σκηνοθέτη Ρομέο Καστελούτσι στο Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ψηλός, αδύνατος, φοράει γυαλιά με χοντρό κοκάλινο σκελετό, είναι 48 ετών, έχει έξι παιδιά που μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και λατινικά, η σχέση του με το αρχαίο ελληνικό θέατρο δεν είναι «μουσειακή αλλά δομική» και θεωρεί την «Ορέστεια» «το αριστούργημα της ανθρωπότητας». «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο, πιο τρομακτικό, πιο δυνατό», λέει ο Ρομέο Καστελούτσι, ρηξικέλευθος Ιταλός σκηνοθέτης, από τους κορυφαίους του ευρωπαϊκού, πρωτοποριακού, θεάτρου και ένα από τα «must» του φετινού φεστιβαλικού καλοκαιριού.
  • Θα παρουσιάσει την τριλογία «Κόλαση», «Καθαρτήριο» και «Παράδεισος», εμπνευσμένη από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη (στην Πειραιώς 260 και στο Μέγαρο Μουσικής), φέρνοντας για πρώτη φορά σε επαφή το ελληνικό κοινό με τη δουλειά του. Η ριζοσπαστική ομάδα του Καστελούτσι, Societas Raffaello Sanzio, από τη πόλη Τσεζένα, κοντά στην Μπολόνια, (όπου γεννήθηκε και ο ίδιος), οφείλει τη διεθνή φήμη της στην ανατροπή των θεατρικών συμβάσεων, στη συνεχή αναζήτηση της φόρμας. Το θέατρο του Καστελούτσι αποθεώνει τη σωματικότητα, διερευνά την εικαστικότητα, δίνοντας έμφαση στο ηχητικό περιβάλλον. Πριν κάνει την εμφάνισή του, το 1981, με την πρώτη του σκηνοθεσία, φλέρταρε με την ιδέα να γίνει αγρότης. «Στην πραγματικότητα με ενδιέφεραν τα ζώα», προσθέτει, έστω και αν κατέληξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Οι πρώτες σπουδές του αφορούσαν τη γεωργία.
  • Ο Καστελούτσι μιλάει ήρεμα, στέρεα και συγκροτημένα. Ακόμη και όταν λέει ότι για την «Κόλαση» «δούλεψε με τους ήχους του ανθρώπινου σώματος, που ηχογράφησε στη διάρκεια μιας νεκροψίας», κρίνοντας το αποτέλεσμα «πολύ γλυκό». «Μια μουσική πολύ μελαγχολική. Δεν έχει τίποτα φρικαλέο». Δεν πιστεύει ότι η Κόλαση είναι τοπίο δύσκολο και σκληρό. Αντίθετα με το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο.

Τα τρία μέρη

  • Ούτως ή άλλως, ο Ιταλός σκηνοθέτης δεν επιδιώκει οποιαδήποτε αναπαράσταση του ποιήματος. «Δεν είναι υλικό θεατρικό η ποίηση του Δάντη, οπότε μετασχηματίζεται σε κινήσεις και εικόνες. Δεν μπορείς να το παρουσιάσεις αυτό το έργο, γιατί η σύλληψη είναι να φανταστείς κάτι που δεν μπορείς να το δεις. Πώς αντιμετωπίζεις, για παράδειγμα, τον Θεό ή το απόλυτο Κακό», αναρωτήθηκε πριν από λίγες ημέρες σε συνάντησή του με δημοσιογράφους, παρουσία του Γιώργου Λούκου, στην Πειραιώς 260. Διευκρίνισε, λοιπόν, ότι όταν ξεκίνησε να σκηνοθετεί τη «Θεία Κωμωδία» έκλεισε το βιβλίο. «Η φιλολογία μπορεί να σε οδηγήσει στην εικονογράφηση», σχολίασε και πύκνωσε την άποψή του για το έργο στη φράση: «Υπάρχει Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισος για όλους, σε όλες τις στιγμές της ζωής μας».
  • Στην «Κόλαση» (α’ μέρος, Πειραιώς 260 Δ’, 1 -3 Ιουνίου), «χώρο» αινιγματικό και ακαθόριστο, ο Καστελούτσι, τοποθετεί ως κεντρική φιγούρα το πλήθος (εμφανίζεται και ο ίδιος), το απρόσωπο πλήθος, που παρακολουθεί και παρακολουθείται παρελαύνοντας στη σκηνή. Σεκάνς από φιλιά, εναγκαλισμούς, αγγίγματα, χαιρετισμούς.

Το ταξίδι στο φως

  • Στο «Καθαρτήριο» (β’ μέρος, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Τριάντη, 8 – 9/6), η δράση τοποθετείται σε ένα πολυτελές σπίτι, όπου όλα μοιάζουν να είναι σε πλήρη τάξη και αρμονία. Ομως η σχέση Πατέρα/ Δημιουργού – Γιου, περνάει μέσα από τη σύγκρουση πριν οδηγηθεί στη λύτρωση. Κινηματογραφικές τεχνικές και ψυχεδελική εικονογραφία επιτρέπουν μια σειρά σκηνικών μεταμορφώσεων, που αναιρούν τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. «Ολα μοιάζουν με ψίθυροι…», λέει ο σκηνοθέτης. «Σα νάχε φανταστεί ο Δάντης τον κινηματογράφο το Μεσαίωνα». Στον «Παράδεισο» (γ’ μέρος, Πειραιώς 260, Γκαράζ Δ’, 2 – 6/6), «το πρόβλημα είναι το φως. Τόσο λευκό που καταλήγει να είναι εκτυφλωτικό». Σύμφωνα με τον Καστελούτσι, το ταξίδι του Δάντη προς το φως είναι εσωτερικό, πρέπει να το «παράγει» ο καθένας μας, μόνος του. Το τρίτο μέρος της τριλογίας το παρουσιάζει ως θεατρική εγκατάσταση στην οποία ο θεατής έχει πρόσβαση για λίγα μόνο λεπτά (περίπου 3’). Ο χώρος απογυμνώνεται και κατακλύζεται από φως καθιστώντας αδύνατη τη λειτουργία της όρασης. Ο Καστελούτσι παίζει με την ιδέα της παράλυσης απέναντι στο μεγαλείο του Θεού και μετατρέπει τον ρόλο του θεατή από παρατηρητή σε αντικείμενο παρατήρησης. Στον Παράδεισο δεν υπάρχει μουσική. Μόνο ο ήχος του νερού.
  • Της Μαρίας Κατσουνάκη, Σάββατο, 2 Mαϊου 2009
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: