Το έργο της Λίζας Κρον «Πολύ καλά!» ανεβάζει το «Θέατρο Εξαρχείων»

Λύνοντας αντιφάσεις προχωρά η ζωή
  • Στόχος της είναι να προκαλεί το κοινό να σκέφτεται, διασκεδάζοντάς το. «Μ’ αρέσει» – λέει η ανατρεπτική Αμερικανίδα ηθοποιός και συγγραφέας Λίζα Κρον – «να κάνω τους θεατές να γελάνε και να αλλάζουν την οπτική τους γωνία. Είναι σημαντικό όταν βγαίνει απ’ το θέατρο ο κόσμος να βλέπει τα πράγματα λίγο διαφορετικά». Ενα έργο της Λίζας Κρον, μια παιχνιδιάρικη συγκινητική κωμωδία με τίτλο «Πολύ καλά!», που αναφέρεται στις σχέσεις μάνας – κόρης, την παιδική ηλικία και την οικογένεια, την κοινωνία και το ρατσισμό, αποφάσισε να ανεβάσει το «Θέατρο Εξαρχείων».
Διεισδυτικό βλέμμα
  • Η Λίζα Κρον – που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα – είναι μια πολυβραβευμένη συγγραφέας της νέας γενιάς, με πολλές κωμωδίες στο ενεργητικό της. Δαιμόνια χρήστης των θεατρικών μέσων, πειραματίζεται διαρκώς με τη φόρμα. Διαθέτει ιδιαίτερη πρωτοτυπία κι ένα πολύ διεισδυτικό βλέμμα. Καθώς ξεκίνησε από one woman shows, εντάσσει πάντα στα έργα της το κοινό, παίζοντας μ’ αυτό με αμεσότητα και σπάζοντας τη σύμβαση του «τέταρτου τοίχου».
  • «Ηταν πολλαπλή η χαρά μας» – λέει η Αννίτα Δεκαβάλα που υπογράφει τη μετάφραση και ερμηνεύει το ρόλο της κόρης – «όταν ανακαλύψαμε μια σπουδαία φωνή της σύγχρονης Αμερικής, τη Λίζα Κρον, και το πολύ ιδιαίτερο έργο της, που πολλοί μας λένε «μα δε μοιάζει με κανένα άλλο». Ανθρωπιά, λυρισμός, άφθονο χιούμορ και ανατρεπτικό πνεύμα χαρακτηρίζουν αυτή την τολμηρή ηθοποιό και συγγραφέα, που απ’ το περιθώριο των μικρών ανεξάρτητων σκηνών βρέθηκε με βραβεία στο Μπροντγουέι. Οσο για μένα που την ενσαρκώνω ζω μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή, γιατί ο ρόλος έχει την ιδιομορφία να απευθύνεται άμεσα στο κοινό και να παίζει μαζί του. Αυτό, απ’ τη μια, με δυσκόλεψε, κι απ’ την άλλη είναι πολύ απελευθερωτικό. Αυτή η άμεση επαφή με γεμίζει ζεστασιά».
  • Ηρωίδα του έργου είναι η ίδια η Λίζα Κρον, που νομίζει ότι έχει γράψει ένα «πολύ σοβαρό έργο για ζητήματα ψυχικής και σωματικής υγείας». Ομως, έχει κάνει το μοιραίο λάθος της να κουβαλήσει επί σκηνής, ως ζωντανό παράδειγμα, τη μητέρα της, έναν απίστευτα ενεργητικό άνθρωπο παγιδευμένο σ’ ένα ανήμπορο κορμί. Καθώς η Λίζα προσπαθεί να αφηγηθεί τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε μια οικογένεια που η ζωή της κυριαρχείται από κοινωνικούς αγώνες και φοβερές αλλεργίες, και πώς η ίδια τις ξεπέρασε κι έγινε καλά, η τρομερή Μαμά (με τη μεγάλη αντιρατσιστική δράση στο παρελθόν) κερνάει το κοινό κουλουράκια, πιάνει φιλία με τους ηθοποιούς του θιάσου, και γενικά αποδιοργανώνει την παράσταση με τις αθώες (;) παρεμβάσεις της. Στο μεταξύ, οι ηθοποιοί αποφασίζουν ότι προτιμούν τη συντροφιά της Μαμάς απ’ το έργο της Λίζας, βγαίνουν από τους ρόλους τους κι επαναστατούν. Μ’ αυτά και με άλλα πολλά, το προσεκτικά οργανωμένο θεατρικό οικοδόμημα της Λίζας τινάζεται στον αέρα, καθώς η ίδια αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το μυστικό για να είναι κανείς καλά κρύβεται στην ικανότητά μας να αποδεχτούμε τους άλλους και ν’ αγκαλιάσουμε τις αντιφάσεις της ζωής.

Ουμανιστικό έργο

  • «Η Αννα Κρον» – λέει η Ελένη Γερασιμίδου – «είναι ένα άτομο που σωματικά πάσχει από αλλεργικά νοσήματα – όπως η ίδια πιστεύει – που την κρατούν καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα. Ωστόσο, αυτό δεν την εμποδίζει να είναι παράλληλα μια δραστήρια γυναίκα, με βαθιά δημοκρατικές ιδέες που πιστεύει με πάθος στη συνύπαρξη και το δικαίωμα στη διαφορετικότητα όλων των συνανθρώπων της. Θέλει ο κόσμος γύρω της να δημιουργεί και να εξελίσσεται ακολουθώντας το όνειρά του και το δικό του δρόμο. Προσεγγίζει τα πράγματα από την ανθρώπινη σκοπιά, την προσωπική όπως η ίδια λέει. Καταφέρνει να φτιάξει μια πολυφυλετική γειτονιά κερδίζοντας τη συμμετοχή της κοινότητας μέσα από εκδηλώσεις συλλογικού ενδιαφέροντος. Με την κόρη της τη συνδέει ουσιαστική και βαθιά αγάπη, ειλικρίνεια και κατανόηση. Καμαρώνει τη Λίζα αλλά παρεμβαίνει καταλυτικά όταν πιστεύει ότι η πραγματικότητα εξωραΐζεται για τις ανάγκες της θεατρικής διερεύνησης».
  • Οταν πρωτοδιάβασε το έργο ο Τάκης Βουτέρης, που σκηνοθετεί την παράσταση, όπως λέει ενθουσιάστηκε για πολλούς λόγους. «Ενας απ’ αυτούς ήταν ότι ήταν κωμωδία και το θέατρό μας είχε να παρουσιάσει κωμωδία από το 1992 που ανεβάσαμε τον «Ζορζ Νταντέν» του Μολιέρου. Ηταν επίσης το θέμα του που είναι καθαρά ουμανιστικό, σύμφωνο με την έως τώρα πολιτική του «Θεάτρου Εξαρχείων» και ότι έδινε την ευκαιρία στους έξι ηθοποιούς να πλάσουν ωραίους ρόλους. Και κάτι ακόμη, ότι τους δύο βασικούς ρόλους θα έπαιζαν η Ελένη Γερασιμίδου που εκτιμούσα από παλιά και η Αννίτα Δεκαβάλα. Η όλη δουλειά ήταν βασανιστική. Γιατί είχε απαιτήσεις. Να σχεδιαστεί σαν ένα φοβερά δύσκολο παιχνίδι σκάκι. Κι απ’ ό,τι δείχνει η μέχρι τώρα υποδοχή του κόσμου το παιχνίδι κερδήθηκε. Γέλια, συγκινήσεις κατέχουν το κοινό στη διάρκεια της παράστασης και το χειροκρότημα στο τέλος είναι ενθουσιαστικό. Είναι παρηγορητικό σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε. Εξ άλλου κι εμείς έχουμε κρατήσει τις τιμές των εισιτηρίων ίδιες εδώ και τέσσερα χρόνια. Μακάρι και το ΥΠΠΟ να μας βοηθούσε να συνεχίσουμε το έργο μας που με τόσο κόπο και θυσίες κρατάμε ζωντανό από το 1976».

Σκηνικά – κοστούμια Παναγιώτα Κοκκορού, μουσική Πλάτων Ανδριτσάκης και φωτισμοί ο Αλέκος Αναστασίου. Παίζουν επίσης: Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργος Δεπάστας, Τάσος Πολιτόπουλος.

Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 8 Μάρτη 2009

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: