Daily Archives: 5 Φεβρουαρίου, 2009

Αλέκα Παΐζη: Η αγωνίστρια του θεάτρου

Για 65 χρόνια ερμήνευσε κορυφαίους ρόλους σε όλα τα είδη, ενώ πέρασε σκληρά βασανιστήρια για τη δράση της στην Αντίσταση. «Εσβησε» στα 90 της, χτυπημένη από εγκεφαλικό. Μικροκαμωμένη και θηλυκή, με μελωδική φωνή. Φινετσάτη, ευγενική, ιδιαίτερα εκφραστική, εγκάρδια, με νεανική διάθεση και ζωντάνια τέτοια που νόμιζες ότι τα χρόνια ποτέ δεν τη βάρυναν.

Άνθρωπος θετικός, δραστήριος, δημιουργικός, με κέφι για τη ζωή, για την τέχνη της, θεατρικά παρούσα έως το τέλος, η Αλέκα Παΐζη υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς που ανέδειξε το θεατρικό σανίδι και ταυτόχρονα από τις πιο χαρακτηριστικές αγωνίστριες του εικοστού αιώνα.

Μια κυρία του θεάτρου, μια αγωνίστρια, ένας άνθρωπος που βάδισε σε όλη του τη ζωή παρέα με τα πιστεύω του, η Αλέκα Παΐζη κηδεύεται σήμερα στις 3 μ.μ. στο Β Νεκροταφείο

Μια κυρία του θεάτρου, μια αγωνίστρια, �νας άνθρωπος που βάδισε σε όλη του τη ζωή παρ�α με τα πιστεύω του, η Αλ�κα Παϊζη κηδεύεται σήμερα στις 3 μ.μ. στο Β Νεκροταφείο

Το πάθος της για τη ζωή και η αγωνιστική της στάση «κάμφθηκε» χθες τα ξημερώματα, στη 1 π.μ., όταν υπέκυψε στο σπίτι της, σε ηλικία 90 ετών, χτυπημένη από εγκεφαλικό.

Γεννημένη στην Κρήτη, με καταγωγή από την Ιθάκη, υπηρέτησε το θέατρο για πάνω από 65 χρόνια, ερμηνεύοντας κορυφαίους ρόλους και σε όλα τα είδη, από αρχαίο δράμα έως σύγχρονο θέατρο, από το 1942 που βγήκε από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Στο Εθνικό Θέατρο όπου πρωτοπάτησε το σανίδι ερμηνεύοντας τη Σουζάνα στη «Βεντάλια» του Γκολντόνι, έκλεισε την καριέρα της, το καλοκαίρι του 2008, συμμετέχοντας στις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Εντεν φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Τον Μάρτιο θα ερμήνευε τον ποιητικό στοχασμό του Γιάννη Ρίτσου, στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Δεν πρόλαβε…

Η Αλέκα Παΐζη με τον Νίκο Κουρή στην τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο, στις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», το περασμένο καλοκαίρι στην Πειραιώς 260, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου

Η Αλ�κα Παϊζη με τον Νίκο Κουρή στην τελευταία της εμφάνιση στο θ�ατρο, στις «Ιστορίες από το δάσος της Βι�ννης», το περασμ�νο καλοκαίρι στην Πειραιώς 260, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου

Αριστερών φρονημάτων, οργανωμένη στο ΚΚΕ, αγωνίστρια, βρέθηκε μέσα στην Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής, τυπώνοντας στο σπίτι της τον πρώτο παράνομο «Ριζοσπάστη».

Για τη δράση της συνελήφθη από τους Γερμανούς (1949) και έμεινε εξόριστη τρία χρόνια στο Τρίκερι και στη Μακρόνησο υπομένοντας σκληρά βασανιστήρια. Αυτοεξορίστηκε στην περίοδο της χούντας. Ποτέ δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας ή χαρτί κοινωνικών φρονημάτων.

Μετά το Εθνικό Θέατρο συνεργάστηκε με τους Ενωμένους Καλλιτέχνες (1945-46). Συγκρότησε θίασο με τον Δήμο Σταρένιο και τον Τίτο Βανδή που υπήρξε και σύζυγός της (1946).

Το 1963 προσελήφθη ως βασικό στέλεχος στο «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» όπου παρέμεινε μέχρι το 1966, ερμηνεύοντας σημαντικούς ρόλους, με σπουδαιότερο αυτόν της Σεν-Τε στην παράσταση του Μίνου Βολανάκη «Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν» (1964-1965).

Επιστρέφοντας μετά τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα, συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους, κορυφαίους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1957, στην ταινία του Φρ. Ηλιάδη «Μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς».

Επαιξε επίσης στις ταινίες «Ο Μιμίκος και η Μαίρη», «Συνοικία το όνειρο», «Ταξίδι του μέλιτος», «Ρόζα», «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» κ.ά.

Κατά τη διάρκεια της απουσίας της στο εξωτερικό εργάστηκε στον ιταλικό κινηματογράφο με τους σκηνοθέτες Πέτρι, Σαλβατόρι, Ρίτσι, Αντζελι.

Εμφανίστηκε και στην τηλεόραση, ερμηνεύοντας τον ρόλο της Χρυσοστόμης στους «Πανθέους» αλλά και στα: «Ακριβή μου Σοφία», «Απόμαχοι», «Η ζωή που δεν έζησα», «Πρόβα νυφικού».

Είχε ποζάρει για το λεύκωμα του Τάκη Διαμαντόπουλου, «Φωτογραφίες» (με φωτογραφίες γυμνών γυναικών από όλους τους χώρους) κι είχε τιμηθεί (μεταξύ άλλων) με το Επαθλο Μαρίκα Κοτοπούλη (1994) για τη συνολική προσφορά της.

Η κηδεία της θα γίνει σήμερα στις 3 μ.μ., στο Β’ Νεκροταφείο.

– «Η τέχνη έχασε μια χαρισματική και ασυμβίβαστη προσωπικότητα», αναφέρει στη δήλωσή του ο υπουργός Πολιτισμού, Αντώνης Σαμαράς. «Η τέχνη και η Αριστερά είναι από σήμερα φτωχότερες» (Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΝ). Η ΚΕ του ΚΚΕ με «βαθιά συγκίνηση αποχαιρετά την κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου, αγωνίστρια του Κόμματος και του ΕΑΜικού κινήματος». Την Αλέκα Παΐζη «αποχαιρέτησαν» το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 05/02/2009

Τελευταία υπόκλιση… για την Αλέκα Παΐζη

Τελευταία υπόκλιση… για την Αλκα Παΐζη

Εκφραστική, ταλαντούχα αλλά και αγωνίστρια, υπηρέτησε το θέατρο δίπλα σε κορυφαίους Ελληνες

Ενα μήνα πριν γεμίσει πάλι με τη ζεστή της παρουσία τη σκηνή του Εθνικού με τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου, η Αλέκα Παΐζη έκανε την τελευταία της υπόκλιση. Χθες στη 1.00 τα ξημερώματα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών έπειτα από πολύμηνη περιπέτεια που είχε με την υγεία της.Εκφραστική, συγκινητική και με εξαιρετική αίσθηση χιούμορ, η μικροκαμωμένη και πάντα νεανική Αλέκα Παΐζη κέρδιζε τους ανθρώπους όχι μόνο με την ερμηνευτική της δεινότητα αλλά και με το δυναμικό και καλοσυνάτο χαρακτήρα της. Στη διάρκεια της Κατοχής γνώρισε την πείνα, όπως όλος ο ελληνικός λαός, χωρίς όμως να πάψει να υπηρετεί την τέχνη της. Οπως άλλωστε είχε δηλώσει, «όλοι οι καλλιτέχνες του Εθνικού πεινάσαμε επί Κατοχής».
  • Αγωνίστρια

Παράλληλα όμως με την αδιάκοπη καλλιτεχνική της δράση, συμμετείχε ενεργά στον αγώνα κατά του ξένου κατακτητή. Στο σπίτι της μάλιστα, στην Αγία Ελεούσα, τυπώθηκε και το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Στον Εμφύλιο εξορίστηκε στη Μακρόνησο και το Τρίκερι. Συνελήφθη πάμπολλες φορές, ενώ αυτοεξορίστηκε στην περίοδο της χούντας. Κατά τη διάρκεια της απουσίας της στο εξωτερικό εργάστηκε στον ιταλικό κινηματογράφο με τους σκηνοθέτες Πέτρι, Σαλβατόρι, Ρίτσι, Αντζελι.

  • 60 χρόνια θέατρο

Γεννημένη στην Κρήτη το 1919, υπηρέτησε το θέατρο πάνω από 60 χρόνια. Το 1942 αποφοίτησε από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και την ίδια χρονιά ανέβηκε στο σανίδι ερμηνεύοντας τη Σουζάνα στη «Βεντάλια» του Γκολντόνι στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Εκτοτε έχει ερμηνεύσει μεγάλους ρόλους του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, συμπράττοντας με σπουδαίους θιάσους όπως του Εθνικού, του ΚΘΒΕ, του Τέχνης επί εποχής Κουν, της κυρίας Κατερίνας, του Μουσούρη, του Κατράκη, του Αντύπα, για να επιστρέψει τα τελευταία χρόνια πάλι στο Εθνικό με τον «Ερρίκο Δ’» του Πιραντέλο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου και το καλοκαίρι του 2008 με τις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» του Εντεν Φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στο ρόλο της γιαγιάς, που ήταν και ο τελευταίος της.

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1957, στην ταινία του Φρ. Ηλιάδη «Μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς». Επαιξε επίσης στις ταινίες «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, «Το παιδί του δρόμου» του Τ. Αλιφέρη, «Συνοικία το όνειρο» του Α. Αλεξανδράκη κ.ά. Εμφανίστηκε και στην τηλεόραση, ερμηνεύοντας το ρόλο της Χρυσοστόμης στους «Πανθέους» (ΕΡΤ) του Βασίλη Γεωργιάδη, καθώς και στα σίριαλ «Πρόβα Νυφικού» (ΑΝΤ1), «Η ζωή που δεν έζησα» (ΜΕGA), «Οι απόμαχοι» (ΕΡΤ), «Ακριβή μου Σοφία» (ΕΤ1).

– Η κηδεία της Αλέκας Παΐζη θα γίνει σήμερα στις 3 μ.μ. από το Β’ Νεκροταφείο.

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ,  Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη, 05.02.09

Προθέρμανση με Μουρνάου για «Φάουστ» Εθνικού

Το Εθνικό Θέατρο συναντά και πάλι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Αυτή τη Δευτέρα, στο Τριανόν Filmcenter, θα προβληθεί ο «Φάουστ» του Φρίντριχ Βίλχεμ Μουρνάου με αφορμή την ομώνυμη παράσταση – πείραμα της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου (πρεμιέρα στις 25 Φεβρουαρίου). Πρόκειται για τον αρχέτυπο μύθο του γέρου, που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο για να ξαναγίνει νέος.
Το δημοφιλέστερο έργο του Γκέτε έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη πάνω από 200 φορές, οι περισσότερες από τις οποίες στη Γερμανία. Η ταινία του Μουρνάου, γυρισμένη το 1926 -εποχή κατά την οποία ανθούσε ο γερμανικός εξπρεσιονισμός- θεωρείται σήμερα μια από τις κλασικές ταινίες του βωβού κινηματογράφου.

Στην παράσταση – πείραμα της Νέας Σκηνής, το έργο έχει διαιρεθεί σε πέντε μέρη και παρουσιάζεται μέσα από διαφορετικές αλληλοδιαδοχικές προσεγγίσεις. Σημείο συνάντησης είναι ένας σύγχρονος προβληματισμός: το αδιέξοδο της γνώσης και του ορθολογισμού, η επιστροφή στην αθωότητα, η μαγεία του έρωτα, η ροπή προς το απόλυτο και οι αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Την παράσταση σκηνοθετούν: Γιώργος Γάλλος, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Αργύρης Ξάφης, Ομάδα blitz (Γιώργος Βαλάης, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πάσσαλης), Αργυρώ Χιώτη.

Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση. Συμμετέχουν οι: Βασίλης Μαυρογεωργίου, Αργύρης Ξάφης, Χρήστος Πάσσαλης, Κώστας Μπλάθρας και ο Σύλλας Τζουμέρκας. Η προβολή ξεκινά στις 8 μ.μ. και η είσοδος είναι ελεύθερη.

Υπάρχουν κι απατεώνες με υπόβαθρο

Ενας τέτοιος είναι και ο ήρωας του Οστρόφσκι, τον οποίο θα υποδυθεί ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στη σκηνή του «Κοτοπούλη-Ρεξ». Την «ατελείωτη τρέλα» του βρίσκει ενδιαφέρουσα και ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας

Μεταξύ δύο απατεωνίσκων βρέθηκε «εγκλωβισμένος» την τρέχουσα σεζόν ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας. Από τη μία, ο «Βροχοποιός»-Βασίλης Χαραλαμπίδης του Ρ. Νας (στο «Διάνα»), που τάζει μπόρες αναζωογονητικές. Κι απ’ την άλλη, ο Γκλούμοφ-Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλ. Οστρόφκσι (πρεμιέρα στο «Κοτοπούλη-Ρεξ» το επόμενο Σάββατο), που δεν είναι μια απλή περίπτωση.


Στοχεύει πολύ ψηλά. Και θα φτάσει, εξαντλώντας κάθε μέσο.

«Εχουν μεγάλο ενδιαφέρον οι απατεώνες, αυτοί που μέσα από το ψέμα καταρρίπτουν την αλήθεια και με τη φαντασία τους μεταπλάθουν τον ρεαλισμό», διατείνεται ο σκηνοθέτης. «Εχουν ένα άνοιγμα μυαλού που με ενδιαφέρει, μια τρέλα που δεν τελειώνει και μια διαστροφή που με αφορά».

«Ο Γκλούμοφ είναι ένας απατεώνας που δεν έχει φραγμούς, δεν έχει όριο, δεν έχει νομίζω καν αυτό που ονομάζουμε συνείδηση. Δεν έχει ούτε ηθική. Την επίκλησή της τη θεωρεί τη μεγαλύτερη απάτη», υπογραμμίζει ο ερμηνευτής του χαρακτήρα, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. «Είναι ένας άνθρωπος αποφασισμένος να πετύχει. Τον καθιστά, όμως, διαφορετικό το ότι είναι συγχρόνως θεατής, ηθοποιός και σκηνοθέτης. Παρατηρητής των άλλων και του εαυτού του μέσα στην κοινωνία των άλλων. Καταγράφει με σαρκαστικό τρόπο όλη την ανθρώπινη ξεφτίλα της συναναστροφής του μαζί τους. Αυτό τον καθιστά πιο σύνθετο».

Ισως να είναι και το μοναδικό σημείο στο οποίο μπορεί να ταυτιστεί με τον ρόλο του: «Θαυμάζω την αποφασιστικότητα και την καθαρότητα με την οποία βλέπει τα πράγματα ο Γκλούμοφ, χωρίς να την ασπάζομαι. Θα έλεγα, όμως, ότι ταυτίζομαι πολύ και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες», λέει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. Τον υπηρέτη του, τη θρησκευόμενη βαρόνη, τις θεούσες ακόλουθες, τους κρατικούς λειτουργούς, χαρακτήρες-κλειδιά στη ρωσική σάτιρα.

Αν τώρα νομίζετε ότι θα δείτε στη σκηνή του «Ρεξ» έναν αντιήρωα που πιθανότατα θα σας θυμίσει γνωστούς πολιτικούς αλλά και ρασοφόρους, ο Παπασπηλιόπουλος μας προσγειώνει: «Ο ήρωας είναι απατεώνας με… υπόβαθρο. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, κι ευτελέστεροι απατεώνες. Επειτα δεν θεωρώ ότι η πολιτική μας είναι το έσχατον της υποκρισίας και της ανηθικότητας. Υπάρχουν πολύ πιο ανέντιμοι και ανήθικοι άνθρωποι». Με άλλα λόγια, στην παράσταση, υποστηρίζει ο Παπασπηλιόπουλος, ο σύγχρονος θεατής «θα δει έναν σύγχρονο άνθρωπο. Γιατί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ανέκαθεν υπήρξαν υποκριτές».

«Τι σημασία έχει το πότε έχει γραφτεί ένα έργο; Το σημαντικό είναι το πόσο δυνατό είναι και πώς αποτύπωσε την εποχή του. Αφ’ ης στιγμής αποτύπωσε την εποχή του εύστοχα, είναι σύγχρονο», υπογραμμίζει και ο Γιάννης Κακλέας. «Ειδικά το έργο του Οστρόφσκι είναι δυνατό, γιατί είναι επιθετικό: χτυπά την υποκρισία και τη λαγνεία για εξουσία».

Ισως αυτός να είναι και ο λόγος που δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να φέρει την όψη της παράστασης στο σήμερα (σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη, κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου). «Ο Κακλέας ήθελε να δείξει πόσο σύγχρονο είναι το έργο μέσα από την εποχή του και τους κώδικές της», συνοψίζει ο Παπασπηλιόπουλος. «Είναι πολύ ειλικρινής σε αυτό που κάνει. Στον Οστρόφσκι δεν προφυλάσσεται πίσω από ευκολίες ή ετοιματζίδικα πράγματα».

***Μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά. Μουσική επιμέλεια του Ιάκωβου Δρόσου. Κίνηση: Κυριάκος Κοσμίδης. Παίζουν ακόμα: Λαέρτης Βασιλείου, Ευγενία Ζέκερη, Κόρα Καρβούνη, Ελένη Κοκκίδου, Φιλαρέτη Κομνηνού, Χριστιάννα Μαντζουράνη, Γιάννης Νταλιάνης, Γιώργος Οικονόμου, Θέμης Πάνου, Γεννάδιος Πάτσης, Δημήτρης Πιατάς, Σοφία Σεϊρλή, Σωτήρης Τσακομίδης και Μαρία Τσιμά. *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 05/02/2009

ΑΛΕΚΑ ΠΑΪΖΗ (1919 – 2009). Μια γυναίκα και ηθοποιός φαινόμενο

Με τον Ν. Κουρή στην τελευταία της παράσταση: «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ, σε σκηνοθεσία Γ. ΧουβαρδάΜε τον Ν. Κουρή στην τελευταία της παράσταση: «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά
  • Εφυγε στα 90 της χρόνια, όρθια, ενώ ετοιμαζόταν για παράσταση στο Εθνικό Θέατρο. Τα είχε όλα: ομορφιά, πάθος, ταλέντο, ζωντάνια. Και δίπλα στο θέατρο έβαζε πάντα την Αριστερά, οι ιδέες της οποίας την είχαν στείλει στη Μακρόνησο.
Κι ενώ αναμέναμε ανυπόμονα τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Ρίτσου με ερμηνεύτρια τη σπουδαία Αλέκα Παΐζη (θα ανέβαινε τον Μάρτιο στο Εθνικό Θέατρο)… μουδιάσαμε. Η μικροκαμωμένη, μειλίχια, οξυδερκής Παΐζη, που στα ενενήντα της χρόνια εξέπεμπε νεανικότητα και μια σπάνια πνευματική διαύγεια, έσβησε αναπάντεχα προχθές τα ξημερώματα στο σπίτι της, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κηδεία της θα γίνει σήμερα, στις 3.μ.μ. στο Β’ Νεκροταφείο.

Δεν ήταν εύκολο να φανταστείς ότι η εύθραυστη φιγούρα που είχες απέναντί σου στη ζωή ή στη σκηνή ήταν το σκαρί της μαχητικής αριστερής αγωνίστριας και αντιστασιακής, που έζησε ταραχώδη βίο με διώξεις και εξορίες. «Δεν είμαι αδιάφορη για την Ιστορία του τόπου μου. Η επαγγελματική μου ζωή έτσι χαράχτηκε. Το θέατρο και η ζωή πάνε μαζί. Και το θέατρο ζωή είναι», συνήθιζε να λέει.

Γεννήθηκε στην Κρήτη από μικρομάνα Σφακιανή και πατέρα καπνοβιομήχανο. «Τα βάσανα άρχισαν νωρίς», ξεκινούσε την αφήγηση της ζωής της. «Το μονοπώλιο του καπνού έφερε τα πάνω κάτω. Ο Παπαστράτος αγόρασε τις καπνοβιομηχανικές εταιρείες και έτσι κι εμείς μπήκαμε σε μεγάλες περιπέτειες και μείναμε στον άσο. Βγαίνοντας στο θέατρο, δεν είχα τίποτα».

Στην Αθήνα δίνει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου («χωρίς να ξέρω ότι αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου»), απ’ τη σκηνή του οποίου θα κάνει το ντεμπούτο της. «Πρωτοβγήκα στο θέατρο αν θυμάμαι καλά προ… Χριστού: το ’42, στη «Βεντάλια» του Γκολντόνι», ανέφερε με τον παροιμιώδη αυτοσαρκασμό της. Στο Εθνικό θα παραμείνει δυόμισι χρόνια. «Ολοι οι καλλιτέχνες του επί Κατοχής πεινάσαμε. Εγώ είχα πάθει αβιταμίνωση. Είχαμε δύο παραστάσεις τη μέρα και μας δίνανε μόνο ένα μικρό φλιτζανάκι του καφέ με τη μικρή μαύρη σταφίδα κι ένα κομματάκι παστέλι».

Φεύγοντας απ’ το Εθνικό θα συνεργαστεί με τους Ενωμένους Καλλιτέχνες ώσπου το 1946 συγκροτεί θίασο με τον Δήμο Σταρένιο και τον Τίτο Βανδή -τον δεύτερο σύζυγό της. Από το ’58 θα ξεκινήσει η συνεργασία της με το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη. Το 1963 προσελήφθη ως μόνιμο στέλεχος στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου παρέμεινε μέχρι το 1966, ερμηνεύοντας σημαντικούς ρόλους -μεταξύ άλλων και της Λυσιστράτης.

Μετά την κήρυξη της δικτατορίας φεύγει στο εξωτερικό. Επιστρέφοντας μετά τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα, συνεργάζεται, πραγματικά «ανοικτή» και σκηνικά διαθέσιμη, με το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο του Λ. Τριβιζά, με τον Μ. Κατράκη, με το «Θέατρο Τέχνης» (επί Καρόλου Κουν), το ΚΘΒΕ, το «Απλό Θέατρο», σε ένα πλουσιότατο ρεπερτόριο: από τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη (Εκάβη) μέχρι το «Λόγω φάτσας» του Γ. Διαλεγμένου (μια αλημόνητη Σουζάνα). Εποχή άφησε επίσης ως Τσερλίνε στη «Διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε» του Μπροχ, σε σκηνοθεσία Αντύπα.

Τα τελευταία χρόνια υπήρξε, μεταξύ άλλων, αγαπημένη ηθοποιός του Δημήτρη Μαυρίκιου. Τελευταία τους συνεργασία ήταν ο «Ερρίκος Δ’» του Πιραντέλο στο Εθνικό (2006). Το «κύκνειο άσμα» της, την περασμένη σεζόν, ήταν πάλι στο Εθνικό: «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

«Η τέχνη είναι τσαχπίνα και μπερμπάντισσα. Διαρκώς σου ξεφεύγει, δεν τελειώνει ποτέ», έλεγε για τα 67 χρόνια της στο θέατρο.

Στο σινεμά πρωτοεμφανίστηκε το 1957, στην ταινία του Ηλιάδη «Μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς». Συμμετείχε επίσης στο «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» του Γ. Γρηγορίου, στη «Συνοικία το όνειρο» του Αλ. Αλεξανδράκη, στις «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Π. Βούλγαρη κ.α.

Το 2001 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλος την τίμησε για την προσφορά της στον πολιτισμό. Είχε επίσης τιμηθεί με το Βραβείο Κοτοπούλη, το βραβείο Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και το Βραβείο του ΣΕΗ. *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 05/02/2009

Ανυπότακτη, ελεύθερη φύση από την… κούνια της ήταν η διακριτική Παΐζη, άνθρωπος και ηθοποιός ημιτονίων: «Μωρό δεν μπορούσα τις φασκιές», θυμόταν. Μόλις άρχισε να περπατά πήρε τους δρόμους κι έφτασε μόνη έξω απ’ τα τείχη του Ηρακλείου. «Ούτε και τώρα αντέχω την πίεση. Θέλω πάντα να παίρνω την ανάσα μου. Αυτός είναι ο χαρακτήρας μου. Και ας μην έχω μία». Αναμενόμενη, με άλλα λόγια, η εμπλοκή της στην Αντίσταση και το συνδικαλισμό, με όλες τις «παράπλευρες» συνέπειες: «Εξορία, επταετία, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, απ’όλα τα καλά. Απορώ πως επιβίωσα!», έλεγε. «Στο Τρίκερι και στο Μακρονήσι έμεινα 3 χρόνια. Η μεταφορά στο Μακρονήσι ήταν τραγική. Είχαν προηγηθεί απειλές, εξαντλητικά καψώνια, μηνύματα ότι πάμε στο θάνατο. Η εξορία ,βέβαια, δεν τέλειωσε ποτέ», υπογράμμιζε.«Ημουν αδειούχος εξόριστος όλη μου τη ζωή». Είναι σχεδόν άγνωστο το ότι στο σπίτι της, στην Αγία Ελεούσα, τυπώθηκε επί Κατοχής ο πρώτος «Ριζοσπάστης».

Παρ’ όλες τις διώξεις ποτέ δεν μετατοπίστηκε πολιτικά: «Δεν βλέπω το λόγο. Οι πολιτικές ιδεολογίες δεν ανατρέπονται από συγκυριακές μετατοπίσεις. Κάθε εποχή που παράγει αδικία χρειάζεται την Αριστερά», τόνιζε.

Πέρσι εξέπληξε πολλούς με την καλλιτεχνική γυμνή φωτογράφησή της από τον Τάκη Διαμαντόπουλο: «Δεν έχω μελαγχολήσει με την ηλικία μου. Δεν εχθρεύομαι το πρόσωπο και την παρουσία μου. Μια χαρά είμαι, δόξα τω Θεώ. Αρεσα πάντα. Και τώρα ακόμα νομίζω πως οι άνθρωποι με βλέπουν ευχάριστα»,εξομολογούνταν. «Γι’ αυτό το λόγο δεν ανησυχώ για την εμφάνισή μου. Ούτε για το θάνατο ανησυχώ. Κι επειδή δεν έχει πεθάνει μέσα μου το παιδί, μπορώ να απολαμβάνω τις μικροχαρές της ζωής».

Αλέκα Παΐζη, μια ζωή γεμάτη δυνατούς ρόλους

Έφυγε χθες σε ηλικία 90 ετών

Σε όλα της ήταν γενναιόδωρη. Από τη συμπεριφορά της, τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους ανθρώπους, το χιούμορ που διέθετε, την ανοιχτή ματιά στο βλέμμα. Η Αλέκα Παΐζη, μια από τις πιο σημαντικές και πιο αγαπητές πρωταγωνίστριες του θεάτρου και του κινηματογράφου, συνεπής στο ήθος και τις αξίες που επέλεξε από νωρίς αλλά και στο θέατρο που ποτέ δεν την κούραζε παρά τα 90 της χρόνια, έφυγε χθες τα ξημερώματα. Τα σκαμπανεβάσματα με την υγεία της ήταν πολλά, όπως και στη ζωή της. Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, ταλαιπωρίες, αγώνες και προσωπικούς σταθμούς.

Η Αλέκα Παΐζη γοήτευε το κοινό με την αμεσότητα του οικείου προσώπου, τον συνδυασμό της φίλης, της μάνας και της γιαγιάς, ενώ δεν έπαψε να έχει μια νεανική χάρη ακόμη και στα γεράματά της. Ηταν η φινέτσα που τη χαρακτήριζε, οι λεπτοί τρόποι και η καλοσύνη, κι αυτή η ηρεμία που έκανε το πρόσωπό της να λάμπει τόσο στη σκηνή όσο και στις ιδιωτικές συνομιλίες. Χορτασμένη από τη ζωή και από τις εμπειρίες, τις καλές και τις ταραγμένες στιγμές που έζησε, δεν υπήρξε ποτέ υπερoπτική και ανταγωνιστική, λένε όσοι την έζησαν.

Η μεθοδικότητα που έχτιζε τους ρόλους κυρίως στις κρατικές σκηνές που υπηρέτησε, η διεισδυτική της ματιά και η ιδιαίτερη φωνή της, τη χαρακτήριζαν ως ηθοποιό.

Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1919 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1941, ερμηνεύοντας τη Σουζάνα στη «Βεντάλια» του Γκολντόνι στο Εθνικό Θέατρο, πέντε χρόνια αργότερα συγκρότησε θίασο με τον Δήμο Σταρένιο και τον Τίτο Βανδή (ο πρώτος της σύζυγος), ενώ τη δεκαετία του ’60 προσελήφθη ως βασικό στέλεχος στο ΚΘΒΕ και παρέμεινε μέχρι το 1966. Τα χρόνια της δικτατορίας έφυγε στο εξωτερικό και επιστρέφοντας στη μεταπολίτευση συνεργάστηκε με τους: Λεωνίδα Τριβιζά, Μάνο Κατράκη, Θέατρο Τέχνης, ΚΘΒΕ, Απλό Θέατρο κ. ά.

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1957, στην ταινία του Φρ. Ηλιάδη «Μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς». Επαιξε μεταξύ άλλων στις ταινίες «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» του Γρ. Γρηγορίου, «Συνοικία το όνειρο» του Α. Αλεξανδράκη και στον ιταλικό κινηματογράφο δούλεψε με τους σκηνοθέτες Πέτρι, Σαλβατόρι, Ρίτσι, Αντζελι κ. ά.

Καριέρα με διώξεις

Εζησε την οικονομική άνεση αλλά και την πείνα. Ο πατέρας της ήταν καπνοβιομήχανος που βίωσε δύσκολες στιγμές όταν έχασε την επιχειρησή του. Η Κατοχή δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Εντονα πολιτικοποιημένη από τα πρώτα της χρόνια στο θέατρο, συνέχισε με αγωνιστική δράση μέχρι το τέλος της ζωής. Μιλούσε για τα χρόνια της Μακρονήσου συχνά, ενώ υπερηφανευόταν που ο πρώτος «Ριζοσπάστης» τυπώθηκε στο σπίτι της.

Το περασμένο καλοκαίρι σε συνέντευξη της στο Ε-Φ (περιοδική έκδοση του Ελληνικού Φεστιβάλ) σημειώνει: «Η οργάνωση έφερε στο σπίτι έναν νεαρό Αρμένη τυπογράφο κι ένα τεράστιο μηχάνημα με δυο πλάκες. Παλεύαμε μέρα-νύχτα να το κάνουμε να δουλέψει σωστά, αλλά όλες οι προσπάθειες απέβαιναν άκαρπες, το μηχάνημα δεν τύπωνε, έβγαζε χαρτιά γεμάτα μουντζούρες, κι εγώ τα έκαιγα στο πλυσταριό. Και ξαφνικά, μια μέρα τα γράμματα βγήκαν καθαρά! Δεν φαντάζεσαι τη χαρά μου. Ήταν ο πρώτος “Ριζοσπάστης” και είχε μέγεθος τετραδίου».

Αν και η καριέρα της είχε πολλές διακοπές από τις διώξεις που υπέστη, συνεργάστηκε με σημαντικούς εκπροσώπους του θέατρου. Οι «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Ελληνικό Φεστιβάλ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά ήταν η τελευταία της εμφάνιση, ενώ ετοιμαζόταν τον Μάρτιο να παίξει στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου.

«Οταν έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό, δεν ήμουν αποφασισμένη ότι ήταν αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Βρέθηκα, όμως, εκεί με τον Αλέξη Δαμιανό και τη Μελίνα Μερκούρη, σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Στις τελικές εξετάσεις, η Μελίνα ανησυχούσε για το ότι δεν είχα κάτι καλό να φορέσω και μου έστειλε τη μαμά της με μια αρμαθιά φουστάνια. Εγώ δεν υπέκυψα. Εραψα στη μοδίστρα της γειτονιάς τη δική μου φορεσιά – όχι βασίλισσας, όπως των άλλων, αλλά ακολούθου» (διηγείται στην Κατερίνα Κόμητα).

Κοκέτα σε όλη της της ζωή, φρόντιζε την εμφάνισή της ακόμη και στις δύσκολες στιγμές και συχνά αυτοσαρκαζόταν γι’ αυτό. «Εκείνη την ημέρα ήρθαν χωρίς να έχω προλάβει να πλυθώ, πρόλαβα όμως να βάλω ένα κολιέ από κοράλλια κι ένα φόρεμα με κοραλλί λουλούδια. Ημουν πάντα φιλάρεσκη… Ετσι έγινε η πρώτη μου ανάκριση. Μετά με στείλανε εξορία. Εμεινα κάπου τρία χρόνια στο Τρίκερι και στο Μακρονήσι», έλεγε για μια απο τις πολλές συλλήψεις.

Η κηδεία της θα γίνει σήμερα στις 3 στο Β΄ Νεκροταφείο. Συλλυπητήρια τηλεγραφήματα απέστειλαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς, το ΚΚΕ, ο ΣΥΝ κ. ά.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Καλό ταξίδι κυρία Παΐζη!

Η ντελικάτη φιγούρα της Αλέκας Παΐζη, στον τελευταίο της ρόλο το περασμένο καλοκαίρι, στους χώρους της Πειραιώς 260, υποδύθηκε μια άτεγκτη και αυταρχική γιαγιά. Ηταν η σκληρή, υποχθόνια, γηραιά λαϊκή γυναίκα στο έργο του Εντεν Φον Χόρβατ, «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Και έτυχε αυτός να ήταν ο τελευταίος της ρόλος, σε μια μεγάλη, σπουδαία και γεμάτη επιτυχίες διαδρομή.

Ξεχώρισε και στην πολυπρόσωπη αυτή παράσταση (παρ’ όλο που την περισσότερο ώρα καθόταν σ’ έναν πάγκο) όπως ξεχώριζε (για την ακρίβεια γέμιζε τη σκηνή) και στα έργα που έπαιζε μόνη (σ’ εκείνη την εξαιρετική παράσταση στο Απλό Θέατρο πριν από λίγα χρόνια, με μοναδικό «συμπρωταγωνιστή» ένα καναρίνι σ’ ένα κλουβί). Φιγούρα λεπτή αλλά στέρεη, κομψή και θηλυκή μέχρι το τέλος, χορτασμένη και πλήρης, είχε την τύχη να είναι πάντα περιζήτητη, μέχρι τα 90 της. Και είχε την ευτυχία να σχεδιάζει πάντα το επόμενο βήμα. Για ακόμη μία φορά, τον ερχόμενο Μάρτιο, σχεδίαζε να ερμηνεύσει τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου, ερμηνεία με την οποία είχε ταυτιστεί.

Η πάλλουσα φωνή της έπιανε τις αποχρώσεις των συναισθημάτων και μετέφερε, στον θεατή ή τον ακροατή, το κλίμα και την ένταση του κειμένου που παρουσίαζε, ακόμα κι αν το «σκηνικό» ήταν το τραπέζι ενός αμφιθεάτρου.

Τη θυμάμαι στο συμπόσιο για τον Στρατή Τσίρκα που είχε πριν από μερικά χρόνια διοργανώσει το ΕΚΕΒΙ στο αμφιθέατρο του υπουργείου Πολιτισμού. Είχε αναλάβει να διαβάσει ένα απόσπασμα από το μονόλογο της Αριάγνης, εκείνης της σοφής λαϊκής γυναίκας, που ήταν κεντρικό πρόσωπο στον δεύτερο τόμο των «Ακυβέρνητων Πολιτειών», της τριλογίας του Τσίρκα. Στο αμφιθέατρο του ΥΠΠΟ δεν έπεφτε καρφίτσα, αλλά αν έπεφτε καρφίτσα θα ακουγόταν από τη στιγμή που άρχισε να διαβάζει η Αλέκα Παΐζη, μέχρι τη στιγμή που τελείωσε. Μας είχε μεταφέρει όλους στα σοκάκια του Καΐρου, στις μυρωδιές των μπαχαρικών, στους καυγάδες της γειτονιάς. Ηταν η καλύτερη, η πιο άμεση Αριάγνη που είχαμε ακούσει ποτέ. Και η σπουδαία ηθοποιός εισέπραξε, για άλλη μια φορά, το ασταμάτητο χειροκρότημα ευγνωμοσύνης και ενθουσιασμού που συνόδευε κάθε ερμηνεία της. Σας ευχαριστούμε, κυρία Παΐζη. Για όλα.

  • Tης Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

ΠΕΘΑΝΕ Η ΑΛΕΚΑ ΠΑΪΖΗ. Εξήντα εφτά χρόνια στη σκηνή

  • Στα ενενήντα της χρόνια αλλά σε αιώνια άνοιξη έφυγε από τη ζωή η ηθοποιός και αγωνίστρια Αλέκα Παΐζη

Ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Με χιούμορ. Ένα θηλυκό τρυφερό, χαριτωμένο, μία γυναίκα κοκέτα μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Μία αγωνίστρια συνεπής στην ιδεολογία της μέχρι το τέλος. Πολύ μακριά από την εικόνα που είχαμε για την «παλαιού τύπου» αριστερή- αυστηρή, στεγνή, δυσπρόσιτη… Και μία ηθοποιός ενεργή μέχρι την τελευταία στιγμή, που χρειάστηκε να αγγίξει την τρίτη ηλικία για να της δοθούν οι ευκαιρίες να αποδείξει τις δυνατότητές της: η Αλέκα Παΐζη. Η οποία έφυγε από τη ζωή στα ενενήντα της χρόνια, χθες τη νύχτα στη 1, στο σπίτι της, έπειτα από εγκεφαλικό που την είχε χτυπήσει πριν από λίγους μήνες.

Κρητικιά. Βέρα Κρητικιά ήταν. Είχε γεννηθεί στο Ηράκλειο το 1919. Πήρε τον δρόμο του θεάτρου που την έφερε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και το 1941, μέσα στην Κατοχή, στη σκηνή του ντεμπουτάρησε με τον ρόλο της Σουζάνας στη «Βεντάλια» του Γκολντόνι με σκηνοθέτη τον Τάκη Μουζενίδη. Με το Εθνικό, στο πρώτο, το καλοκαιρινό ανέβασμα του έργου του Χόρβατ «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, έκανε και τον τελευταίο της ρόλο- εξήντα επτά συν τρία της δραματικής, εβδομήντα χρόνια θέατρο!

Στο Εθνικό έως το 1944, το 1945 πέρασε στον ΕΑΜικό θίασο της εποχής «Ενωμένοι Καλλιτέχνες». Το 1946 συγκροτεί θίασο με τον Δήμο Σταρένιο και τον Τίτο Βανδή- τον δεύτερο σύζυγό της. Μετά έρχονται η παρανομία, οι διώξεις, οι εξορίες: Μακρονήσι, Τρίκερι… Καταφέρνει να ξαναβγεί στο θέατρο- ποτέ δεν υπέγραψε «δήλωση μετανοίας»- το 1952 – με τον θίασο του Κώστα Μουσούρη στον «Αρχισιδηρουργό», πάντα με το καρδιοχτύπι του δακτυλοδεικτούμενου αριστερού…

Θα συνεργαστεί με την Κατερίνα, το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη, την Έλσα Βεργή, το θέατρο «Πορεία», το «Κυκλικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά. Το 1962 πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη, στο ΚΘΒΕ, και το 1963 προσλαμβάνεται μόνιμα εκεί για να αναδειχθεί σε ένα από τα βασικά του στελέχη- είναι η Λυσιστράτη στην παράσταση του Σωκράτη Καραντινού.

Το 1967, μετά το πραξικόπημα, αυτοεξορίζεται στην Ιταλία. Γυρίζει με άλλο κύρος και συνεργάζεται με το «Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά, τον Μάνο Κατράκη, το «Θέατρο Τέχνης» και επανέρχεται στο ΚΘΒ Ε.

Σταθμός στην καριέρα της- ίσως και ο σημαντικότερος- η Τσερλίνε στη «Διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε» του Μπροχ στο «Απλό Θέατρο». Θα συνεργαστεί με τον Δημήτρη Μαυρίκιο, με την Άσπα Τομπούλη… Κινηματογράφο πρωτοέκανε το 1957: «Μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς». Έπαιξε και σε άλλες ταινίες- ανάμεσά τους η «Συνοικία το όνειρο»-, ενώ κατά την αυτοεξορία της στην Ιταλία συνεργάστηκε με σκηνοθέτες του κινηματογράφου όπως ο Έλιο Πέτρι. Στην τηλεόραση έπαιξε στους «Πανθέους».

Τελευταία της εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στο ντοκιμαντέρ των Ηλία Γιαννακάκη- Εύης Καραμπάτσου «Μακρόνησος» που προβλήθηκε τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης- «έγραφε» με το χιούμορ της στην επίσκεψή της με το συνεργείο στο νησί της εξορίας της.

Το ελληνικό θέατρο θα την αποχαιρετίσει σήμερα στις 15.00 στο Β΄ Κοιμητήριο, στη Ριζούπολη


Δέκα σταθμοί


1919 (30 Ιουλίου). Γεννιέται στο Ηράκλειο Κρήτης.

1941. Αποφοιτά με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και πρωτοεμφανίζεται στο Εθνικό στη «Βεντάλια» του Γκολντόνι με σκηνοθέτη τον Τάκη Μουζενίδη.

1952. Επιστρέφει στο θέατρο έπειτα από έξι χρόνια εξορίας και διώξεων.

1965. Λυσιστράτη στο ΚΘΒΕ με τον Σωκράτη Καραντινό.

1975. Επιστροφή στο θέατρο έπειτα από επτάχρονη αυτοεξορία στην Ιταλία.

1979. Εκάβη στις «Τρωάδες» με τον Κάρολο Κουν.

1983. Λυσιστράτη στο ΚΘΒΕ με τον Ανδρέα Βουτσινά.

1987. Εκάβη στις «Τρωάδες» με τον Ανδρέα Βουτσινά.

1992. «Η διήγηση της υπηρέτριας Τσερλίνε» με τον Αντώνη Αντύπα.

2008. «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» στο Εθνικό με τον Γιάννη Χουβαρδά: ο τελευταίος της ρόλος.

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

ΑΛΕΚΑ ΠΑΪΖΗ: «Αναπνοή» της, οι αγώνες του λαού

Το ΚΚΕ, η ΕΑΜική Αντίσταση και το μεταπολεμικό ελληνικό θέατρο έχασαν μια μεγάλη μορφή. Την Αλέκα Παΐζη. Μια μορφή, ανάμεσα στις πολλές, στη χορεία των σπουδαίων, «δεμένων» με τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού μας στην κατοχή, στον εμφύλιο και στην επτάχρονη δικτατορία, ανυποχώρητων, παρά τις μακρόχρονες και πολύμορφες δοκιμασίες που υπέστησαν και αταλάντευτων, μέχρι τελευταίας πνοής, κομμουνιστών καλλιτεχνών. Καλλιτεχνών μεγάλου μεγέθους όπως οι Μάνος Κατράκης, ο Τζαβαλάς Καρούσος και ο Γιάννης Ρίτσος, τον οποίο η Αλέκα Παΐζη «πάει» πια να «συναντήσει» και να του ψιθυρίσει τη «Σονάτα του σεληνόφωτος», την οποία επρόκειτο να ερμηνεύσει φέτος στο Εθνικό Θέατρο.Η Αλέκα Παΐζη υπέκυψε χτες τα χαράματα (01.00), στο σπίτι της, μετά από πολύμηνα προβλήματα υγείας (λόγω καταγμάτων, εγκεφαλικού επεισοδίου και επιπλοκών) και εισαγωγή σε νοσοκομεία.

Η Αλέκα Παΐζη γεννήθηκε στην Κρήτη (30/7/1919). «Φύσει επαναστάτρια, μικρό κορίτσι ακόμα, το έσκασε από το σπίτι της» (ο πατέρας της, Κωνσταντίνος, ήταν δάσκαλος, αλλά και καπνέμπορος), όπως μας είπε ο ανιψιός της. Ερχεται στην Αθήνα και η κατοχή τη βρίσκει σπουδάστρια της σχολής του Εθνικού Θεάτρου και παντρεμένη με έναν νομομαθή τραπεζικό υπάλληλο. Το ζευγάρι αγόρασε και εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι κοντά στην Αγία Ελεούσα, στις Τζιτζιφιές της Καλλιθέας. Σ’ αυτό το σπίτι, η Αλέκα Παΐζη ανέλαβε την εκπλήρωση ενός μεγάλου και ριψοκίνδυνου καθήκοντος που της ανέθεσε ο κομμουνιστής δημοσιογράφος Κώστας Καραγιώργης. Την εγκατάσταση των απαραίτητων στοιχείων και την εκτύπωση του παράνομου «Ριζοσπάστη». Εκεί εκδόθηκε το πρώτο παράνομο κατοχικό φύλλο του «Ριζοσπάστη».

  • Ενταξη στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ
Η Αλέκα Παϊζη στην τελευταία παράσταση της ζωής της, «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», με το Εθνικό Θέατρο, στα πλαίσια του περσινού Φεστιβάλ Αθηνών

Αμέσως μετά την ίδρυση του ΕΑΜ η Αλέκα Παΐζη εντάσσεται σε αυτό, όπως και στο ΚΚΕ. Σαν αριστούχος απόφοιτος της σχολής, το 1942 προσλαμβάνεται από το Εθνικό Θέατρο και πρωτοεμφανίζεται στην κωμωδία του Γκολντόνι «Βεντάλια». Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, δυο μέρες πριν την πρεμιέρα της στο έργο «Μίνα φον Μπάρχελμ», λόγω της ΕΑΜικής δράσης της μέσα στο Εθνικό Θέατρο, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και κρατείται στη Μέρλιν, από όπου σύντομα απελευθερώνεται. Η ΕΑΜική της δράση συνεχίζεται στο Εθνικό Θέατρο, όπου παραμένει μέχρι το 1944, παίζοντας στα έργα «Μήδεια», «Λουίζα Μύλλερ», «Η γυναίκα στοιχειό» κ.α. Μετά την απελευθέρωση συμμετέχει στο ΕΑΜικό «Θέατρο του Λαού», στον επίσης ΕΑΜικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες». Τον Αύγουστο του 1949 η Αλέκα Παΐζη συλλαμβάνεται, κρατείται 45 μέρες στη Γενική Ασφάλεια, μεταφέρεται στο Μεταγωγών και στη συνέχεια εξορίζεται, αρχικά στο Τρίκερι, μετά στο Μακρονήσι και ξανά στο Τρίκερι, από όπου, το Δεκέμβρη του 1951, βγαίνει για δεκαπέντε μέρες ως «αδειούχος εξόριστος» και εξακολουθεί να θεωρείται «αδειούχος εξόριστος» μέχρι το 1966, οπότε πρωτοπήρε διαβατήριο.

  • Σκληρός βιοποριστικός αγώνας

Τη δεκαετία του 1950, αλλά και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πέρασε σκληρά επαγγελματικά χρόνια. Μια μεγάλη και πανέμορφη πρωταγωνίστρια, «απαγορευμένη» όμως για το ελληνικό θέατρο. Μόνο στήριγμά της, σε όλους τους δύσκολους καιρούς της ζωής της, η εκπαιδευτικός και ποιήτρια αδελφή της, Κατίνα Παΐζη – Ζωγράφου. Στη δεκαετία του 1950 – με εξαίρεση τον επίσης εξόριστο στο Μακρονήσι Μάνο Κατράκη – ελάχιστοι θίασοι πρόσφεραν δουλειά στην Αλέκα Παΐζη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης συνεργάζεται με την Αλέκα Παΐζη για την παρουσίαση του μελοποιημένου «Επιταφίου» του Ρίτσου, στην Αθήνα και στην επαρχία. Η Α. Παΐζη επρόκειτο μόνο να απαγγείλει αποσπάσματα, τελικώς ήταν η πρώτη που τραγούδησε και τραγούδια. Η μουσική αυτή παράσταση έγινε στόχος βίαιων επιθέσεων από την Αστυνομία, τη Χωροφυλακή και παρακρατικούς, ιδίως στην επαρχία.

Το 1961 ο Σωκράτης Καραντηνός, πρωτεργάτης και διευθυντής του νεοσύστατου Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, παρανομώντας ουσιαστικά, τολμά να την προσλάβει χωρίς την απαραίτητη, τότε, βεβαίωση «κοινωνικών φρονημάτων» και το 1963 την επαναπροσλαμβάνει, πάλι παραβαίνοντας το σχετικό νόμο. Πρωταγωνίστρια του ΚΘΒΕ τη βρίσκει η 21η Απριλίου. Νύχτα της 21ης Απριλίου, λόγω και απειλών κατά του διευθυντή αν επέτρεπε την παραμονή της στο ΚΘΒΕ, η Αλέκα Παΐζη φυγαδεύεται από τη Θεσσαλονίκη και σύντομα για το Λονδίνο και μετά στην Ιταλία, αναπτύσσοντας αντιδικτατορική δράση και υπομένοντας τα τεράστια προβλήματα επιβίωσής της.

Με τη μεταπολίτευση επέστρεψε στην Ελλάδα και στο θέατρο. Η πρώτη επανεμφάνιση στο θέατρο έγινε με το «Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά, στο έργο «Κάπταιν Σελλ, κάπταιν Εσσο». Με τον ίδιο θίασο επρόκειτο να ερμηνεύσει την – εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα του Γκόρκι – «Μάνα» του Μπρεχτ, συμφωνία που ναυάγησε.

Ακολούθησαν συνεργασίες της με πολλούς θιάσους. Πρωταγωνιστικοί ρόλοι και πραγματικά πολύ σπουδαίες ερμηνείες της, σε κλασικά και σύγχρονα, ξένα και ελληνικά έργα. Η τελευταία θεατρική εμφάνιση έγινε πέρσι το καλοκαίρι με το έργο του Χόρβατ «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, από το Εθνικό Θέατρο, στο οποίο θα ερμήνευε τον προσεχή Μάρτη τον ποιητικό μονόλογο του Γιάννη Ρίτσου «Η σονάτα του σεληνόφωτος».

Ανακοινώσεις της ΚΕ του ΚΚΕ και του ΚΣ της ΚΝΕ

Η ΚΕ του ΚΚΕ, σε ανακοίνωσή της, τονίζει: «Η ΚΕ του ΚΚΕ, με βαθιά συγκίνηση, αποχαιρετά μια σημαντική προσωπικότητα. Η κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου, αγωνίστρια του Κόμματος και του ΕΑΜικού κινήματος, η ηθοποιός Αλέκα Παΐζη έφυγε σήμερα το πρωί από τη ζωή πλήρης ημερών.

Η Αλέκα Παΐζη τίμησε την τέχνη, τίμησε και το λαϊκό κίνημα. Αυτές οι δύο αξεχώριστες όψεις χαρακτηρίζουν ολόκληρη την πορεία της. Ευαίσθητη σε όλα και σταθερή απέναντι στην κρατική καταστολή, αλύγιστη στις διώξεις που υπέστη από το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του. Οι νεότερες γενιές του καλλιτεχνικού κόσμου έχουν πολλά να διδαχθούν από τη διαδρομή της Αλέκας Παΐζη. Η ΚΕ συλλυπείται τους συγγενείς και τους φίλους της συντρόφισσας Αλέκας Παΐζη».

  • Ανακοίνωση του ΚΣ της ΚΝΕ

«Η ΚΝΕ εκφράζει τα βαθιά της συλλυπητήρια για το χαμό της μεγάλης πρωταγωνίστριας του θεάτρου και της ζωής, συντρόφισσας Αλέκας Παΐζη.

Αγωνίστρια από σπουδάστρια και μετά, βρέθηκε μέσα στην Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής, τυπώνοντας στο σπίτι της τον πρώτο παράνομο «Ριζοσπάστη». Για τη δράση της συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε εξόριστη τρία χρόνια στο Τρίκερι και στο Μακρονήσι, υπομένοντας σκληρά βασανιστήρια. Το πάθος της για τη ζωή και η αγωνιστική της στάση σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης την καθιστούσε δραστήρια και δημιουργική, υπηρετώντας τον άνθρωπο και την τέχνη.

Θα τη θυμόμαστε πάντα να απαγγέλλει στίχους των μεγάλων μας ποιητών, σε σταθμούς μεγάλων λαϊκών αγώνων. Η θύμηση της φωνής της αυξάνει το πείσμα μας να συνεχίσουμε πιο αποφασιστικά και αταλάντευτα τον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, όπως έκανε και η ίδια σε όλη της τη ζωή.

«Αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκε»».

Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, σημειώνει για την απώλεια της Α.Παϊζη: « Η παρουσία της και μόνο έδινε νόημα, ό,τι νοούμε λέγοντας Ζωή. Οι κοινωνικοί της αγώνες, οι καλλιτεχνικές της επιδόσεις, ό,τι πέτυχε και ό,τι έχασε αποτελούν φάρους φωτεινούς στη μίζερη, άνευρη, ανούσια και μη πνευματική ζωή μας».

Τη μεγάλη θλίψη της και συλλυπητήρια στους οικείους της Α. Παΐζη εξέφρασε και η κεντρική διοίκηση της Πανελλήνιας Ενωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης – Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ).

Η ΟΓΕ, σε συλλυπητήριό της, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η Αλέκα Παΐζη «αφήνει πίσω της τη μαγική αύρα των ανθρώπων που σηματοδότησαν με τη ζωή και τις πράξεις τους μια ολόκληρη εποχή θυσιών και αγώνων, στην πολιτική και στην τέχνη. Τρυφερή και αέρινη, πεισματάρα και ακλόνητη, πορεύθηκε όρθια και χαμογελαστή. Η αβίαστη παιδικότητα και χάρη που απέπνεε έως και την τελευταία της στιγμή, άπλωναν γύρω της τον αέρα της νιότης και της αισιοδοξίας. Αγωνίστηκε, φυλακίστηκε, βασανίστηκε, εξορίστηκε, διώχτηκε επαγγελματικά για τις πολιτικές της πεποιθήσεις και στάθηκε σε όλη της τη ζωή στο πλευρό του λαϊκού κινήματος, συμμετέχοντας ενεργά σ’ αυτό»

Συλληπητήρια απέστειλαν επίσης ο υπουργός Πολιττισμού Αντ.Σαμαράς, το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Βορείου Ελλάδας, ο ΣΥΝ.