Ο Χάρολντ Πίντερ για την πάλη του δραματουργού με τις λέξεις

Pinter in One for the Road

Η ηχώ της αληθινής σιωπής

Tου Harold Pinter* / The Guardian

Αν μου ζητούσαν να διατυπώσω οποιαδήποτε ηθική αντίληψη όσον αφορά τη δραματουργία, αυτή θα ήταν: μην έχετε εμπιστοσύνη στον συγγραφέα που βάζει μπροστά την ανάγκη του να τον αποδεχτείτε, που δεν σας αφήνει καμιά αμφιβολία για την αξία του, τη χρησιμότητά του, τον αλτρουισμό του, που δηλώνει ότι η καρδιά του είναι στη σωστή θέση, μια παλλόμενη μάζα εκεί όπου βρίσκονται οι ήρωές του.

Αυτό το είδος συγγραφέα έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στις λέξεις. Εγώ έχω ανάμεικτα αισθήματα. Οταν κινούμαι ανάμεσά τους, όταν τις ξεδιαλέγω και τις βλέπω να εμφανίζονται στη σελίδα, αντλώ σημαντική ευχαρίστηση. Ταυτόχρονα όμως έχω ένα άλλο ισχυρό αίσθημα για τις λέξεις, που δεν είναι άλλο από τη ναυτία. Είναι τόσο μεγάλο το βάρος των λέξεων που πέφτει πάνω μας κάθε μέρα, λέξεις που ο κύριος όγκος τους είναι μπαγιάτικη, νεκρή ορολογία. Η ναυτία αυτή είναι πολύ εύκολο να σε καταβάλει και να παραιτηθείς παραλύοντας. Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι συγγραφείς γνωρίζουν αυτό το είδος παράλυσης. Είναι όμως εφικτό να αντιμετωπίσεις τη ναυτία, να κινηθείς μέσα της και να βγεις έξω, και τότε μπορείς να πεις ότι κάτι έχεις καταφέρει.

Η γλώσσα, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ διφορούμενη υπόθεση. Πολύ συχνά, κάτω από όσα λέγονται υπάρχουν αυτά που μένουν ανέκφραστα. Οι ήρωές μου δεν μου λένε τίποτα για την εμπειρία τους, τις προσδοκίες, τα κίνητρα, την ιστορία τους. Ανάμεσα στη δική μου άγνοια βιογραφικών δεδομένων γι’ αυτούς και σε όσα λένε, υπάρχει ένας χώρος που αξίζει να εξερευνηθεί. Εσύ κι εγώ, οι ήρωες που αναπτύσσονται σε μια σελίδα, είμαστε συνήθως ανέκφραστοι, φευγαλέοι, απρόθυμοι να αποκαλυφθούμε. Ωστόσο, μέσα από αυτές τις ιδιότητες αναδύεται η γλώσσα. Μια γλώσσα, επαναλαμβάνω, όπου κάτω από αυτό που λέγεται, κάτι άλλο εκφράζεται.

Η σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ήρωά του πρέπει να είναι σχέση αμοιβαίου σεβασμού. Και αν φιλοδοξούμε να κερδίσουμε ελευθερία μέσα από το γράψιμο, δεν οδηγούμε τους ήρωες σε προκαθορισμένες και υπολογισμένες θέσεις, αλλά τους αφήνουμε θεμιτό χώρο για να κινηθούν, να κάνουν το δικό τους. Αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά οδυνηρό. Είναι πολύ ευκολότερο να μην τους αφήσεις να ζήσουν.

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ τους ήρωές μου ανεξέλεγκτους ή άναρχους. Η λειτουργία της επιλογής και της ενορχήστρωσης είναι δική μου. Πιστεύω όμως ότι συμβαίνει κάτι διττό. Ενορχηστρώνεις ΚΑΙ ακούς, ακολουθώντας τα ίχνη που άφησες για τον εαυτό σου, μέσα από τους ήρωες. Και κάποιες φορές βρίσκεται μια ισορροπία, όπου η εικόνα μπορεί ελεύθερα να γεννήσει εικόνα και μπορείς να διακρίνεις τον τόπο όπου οι ήρωες μένουν σιωπηλοί και κρυμμένοι. Μέσα στη σιωπή τους γίνονται για μένα πιο προφανείς.

Υπάρχουν δύο σιωπές. Η μια όταν δεν προφέρεται καμιά λέξη. Η άλλη όταν, μερικές φορές, ξεχύνεται ένας χείμαρρος λέξεων. Τα λόγια που ακούμε υποδεικνύουν αυτά που δεν ακούμε. Είναι μια απόδραση, ένα βίαιο, αγχωμένο ή κοροϊδευτικό παραπέτασμα καπνού. Οταν επικρατεί αληθινή σιωπή, νιώθουμε ακόμα την ηχώ όσων ειπώθηκαν, αλλά είμαστε πιο κοντά στη γύμνια. Μπορούμε να πούμε ότι η ομιλία είναι ένα συνεχές στρατήγημα για να καλύψουμε τη γύμνια.

Εχουμε χιλιάδες φορές ακούσει την κουρασμένη, θλιβερή φράση «έλλειψη επικοινωνίας», μια ετικέτα που επίμονα έχει κολλήσει στο έργο μου. Πιστεύω το αντίθετο. Πιστεύω ότι επικοινωνούμε πολύ καλά, με τη σιωπή μας, με αυτό που δεν λέγεται. Η λεκτική επικοινωνία είναι πολύ τρομακτική. Είναι τρομακτικό να μπεις στη ζωή του άλλου. Και το να αποκαλύψεις στους άλλους τη φτώχεια που υπάρχει μέσα σου είναι μια δυνατότητα που προκαλεί φόβο.

Δεν υποστηρίζω ότι ένας ήρωας θεατρικού έργου δεν λέει ποτέ αυτό που εννοεί. Ισα ίσα, ξέρω ότι έρχεται πάντα μια στιγμή που αυτό συμβαίνει, όταν λέει κάτι που ποτέ πριν δεν έχει πει. Και τότε, εκείνο που λέει είναι αμετάκλητο, δεν μπορεί να το πάρει πίσω.

Μια λευκή σελίδα είναι συναρπαστικό και τρομακτικό πράγμα. Από κει ξεκινάς. Ακολουθούν δύο άλλες περίοδοι του έργου: η πρόβα και η παράσταση. Ενας δραματουργός θα απορροφήσει πολλά πολύτιμα πράγματα από την ενεργή θεατρική εμπειρία. Τελικά, όμως, θα βρεθεί πάλι μπροστά σε μια λευκή σελίδα. Σε αυτή τη σελίδα υπάρχει κάτι ή τίποτα. Δεν το ξέρεις μέχρι να τη γεμίσεις. Και δεν έχεις εγγύηση ότι θα το μάθεις και τότε. Πάντα όμως αξίζει να το ρισκάρεις.

*Απόσπασμα από κείμενο που έγραψε το 1962 ο Πίντερ για την προσωπική του προσέγγιση στη δουλειά του δραματουργού.

[Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11/01/2009]

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: