Daily Archives: 11 Ιανουαρίου, 2009

Οι Τάιγκερ Λίλις και τα «Φρικιά»

Νάνοι, γίγαντες, σιαμαίοι, δύσμορφοι, άνθρωποι με τέσσερα χέρια ή τρία πόδια και κάθε είδους δυσπλασίες… Στο τέλος του 19ου αιώνα στην Αμερική μετατρέπονταν στα μάτια των αδηφάγων θεατών σε ένα γκροτέσκο, αποκρουστικό θέαμα. Ωσπου η εξέλιξη της ιατρικής οδήγησε στη σταδιακή απώλεια της δημοτικότητας των «φρικιών» και στην ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Τώρα, οι Τάιγκερ Λίλις «ανασταίνουν» όλα αυτά τα παράξενα όντα «που ζούνε μέσα μας και ανάμεσά μας» με τη νέα τους παραγωγή με τίτλο Freakshow, που κάνει πρεμιέρα μεθαύριο Τρίτη και 13 στο Θέατρο Μπάντμιντον.
Οι Τάιγκερ Λίλις, που φέτος γιορτάζουν τα 20ά γενέθλιά τους, έρχονται για να μας διηγηθούν ιστορίες «θλιμμένης ομορφιάς και τραγικού πεπρωμένου». Για τον Τσάρλι τον Καρυοθραύστη, που είναι ένας καλόβολος υπηρέτης αρκεί να μην του δώσετε καρύδια. Για την όμορφη Αμάντα, που τα μαλλιά της είναι τόσο μακριά που δεν χρειάζεται φορέματα. Για τον Βίκτορ, που τον έθαψαν ζωντανό, αλλά κατόρθωσε να ζήσει χτυπώντας δυνατά το φέρετρό του κι από τότε τον αποκαλούν «αθάνατο».

Ο φιλάργυρος Τόμι, που πούλησε τη μάνα του για τα λεφτά, η τεραστίων διαστάσεων Μάρθα, ο τρίποδος Φρανκ, οι σιαμαίες αδελφές, ο Μαξ με τα έξι χέρια, η καλόκαρδη Ρόζα με τις τρεις καρδιές, είναι οι χαρακτήρες της παράστασης. Και η σκηνή θα πλημμυρίσει από τη σουρεαλιστική αισθητική του συγκροτήματος: προκλητικοί στίχοι, μουσική που συνδυάζει την όπερα με τις τσιγγάνικες μελωδίες και ήχους που γεννήθηκαν στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, μελοδραματική ατμόσφαιρα τσίρκου…

«Το Freakshow είναι η σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Εκείνη που οι άνθρωποι δε θέλουν να κοιτάζουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν. Το Freakshow μιλάει για την ομορφιά και την ασχήμια, την ευαισθησία και τη σκληρότητα του περιθωριακού αυτού σύμπαντος φρικιών», λέει ο Μάρτιν Ζακ των Τάιγκερ Λίλις, που κλέβει την παράσταση παίζοντας ακορντεόν, πιάνο και γιουκαλίλι.

Από τη δεκαετία του ’90 τα σόου αυτού του τύπου κέρδισαν και πάλι το ενδιαφέρον του κοινού, αλλά αυτή τη φορά με εντελώς διαφορετικούς πρωταγωνιστές: το επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεν ήταν πλέον οι ανθρώπινοι «παρίες», αλλά εκκεντρικοί σόοουμεν με εκατοντάδες τατουάζ σε όλο το σώμα, τρύπες και δαχτυλίδια στα πιο απίθανα σημεία, ηράκλειες φυσικές δυνάμεις και μαζοχιστική διάθεση. Και βέβαια, στην εποχή μας, με την άνθηση των ριάλιτι σόου στην τηλεόραση ο κόσμος δεν έχει πια λόγο να βγει από το σπίτι του για να δει μερικά από τα πιο παράξενα και πολλές φορές αποκρουστικά θεάματα που γεννά η ανθρώπινη φαντασία. Παρ’ ολ’ αυτά κάποια «παραδοσιακά» σόου συνεχίζουν να επιβιώνουν κάνοντας περιοδείες σε ροκ κλαμπ και υπαίθριες αγορές. Σύμμαχοι των freaks της νέας εποχής είναι τα εμφυτεύματα σιλικόνης ή σκληρών αντικειμένων στο πρόσωπο και η πλαστική χειρουργική…

Ο Σεμπαστιάνο Τομά υπογράφει και αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά της παράστασης, οι χορογραφίες είναι της Σοφίας Σπυράτου, τα κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη. ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 11/01/2009

Η «Σχεδία» σαλπάρει

Υστερα από επτά χρόνια μόνιμης διαμονής, ο Θεατρικός Ομιλος «Σχεδία» αποχαιρετά το ομώνυμο θέατρο επί της οδού Βουτάδων 34, στο Γκάζι. Οι παραστάσεις του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Αρτούρο Ούι» θα συνεχιστούν μέχρι τις 19 Ιανουαρίου με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Ενα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Μπρεχτ σκηνοθετεί ο Βασίλης Κανελλόπουλος, αφού τα σκάνδαλα με τις μίζες, τους εκβιασμούς και τα παιχνίδια εξουσίας είναι παντός καιρού και τόπου.

Στον «Αρτούρο Ούι» το θέμα ξεσκεπάζει η κρυφή κάμερα ενός τηλεοπτικού σταθμού.

Η υπόθεση εξελίσσεται στο Σικάγο του μεσοπολέμου, την εποχή της οικονομικής κρίσης. Οι θεσμοί στην πόλη έχουν καταρρεύσει. Οι μεγαλέμποροι του τραστ κουνουπιδιού εξαγοράζουν μια ναυαγισμένη ναυτιλιακή εταιρεία και προσφέρουν την πλειοψηφία των μετοχών της στο δήμαρχο Ντόξμπορο, εξασφαλίζοντας την υπογραφή του ως εγγύηση για δάνειο κατασκευής αποβάθρας στο λιμάνι. Τα έργα δεν κατασκευάζονται ποτέ και το χρήμα, ζεστό ακόμη, γίνεται βίλα του δημάρχου…

Το σκάνδαλο αποκαλύπτεται και διατάσσεται έρευνα για τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Σ’ αυτό το σημείο θα κάνει την εμφάνισή του ο γκάνγκστερ Αρτούρο Ούι και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα θα καταφέρει να αποκτήσει την εξουσία.

Οι θεατές της παράστασης παρακολουθούν όλο το παρασκήνιο του σκανδάλου να ξετυλίγεται μέσα σ’ ένα τηλεοπτικό στούντιο. Ο σκηνοθέτης εμπλέκει στο έργο την τηλεόραση ως ρυθμιστικό παράγοντα στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας, θέτοντας επίκαιρα ερωτήματα γύρω από θεσμούς, συμφέροντα, δυνατότητα παρέμβασης πολιτών στη λήψη αποφάσεων.

Οπως και σε άλλες του δουλειές έτσι και τώρα ο Βασίλης Κανελλόπουλος επεξεργάστηκε την εικόνα, τον ήχο, τους φωτισμούς. Με τη χρήση βίντεο, την ζωντανή βιντεοσκόπηση, ντουντούκες, ήχους παραμορφωμένους, συγχρονισμένη κίνηση και μετωπικά παιξίματα από τους ηθοποιούς, οδηγεί το σόου των διαφθορέων εκεί που τους αξίζει: σε μια ακραία παράσταση. Συντεταγμένοι στη σκηνοθετική άποψη, χωρίς στιγμή χαλάρωσης, η Ελένη Μακρή (Ούι), Ντίνος Ποντικόπουλος (Ρόμα), Χάικ Κασαρτζιάν (Ντόξμπορο), Κώστας Γεραντώνης (Ντάλφιτ-ηθοποιός), Ανδρονίκη Αβδελιώτη (Ντοκ Νταίζη), Κωνσταντίνα Μάρα (εικονολήπτης), Τζίνα Αποστολοπούλου (παρουσιάστρια) και Μαρίνα Νατιώτη.

Ε. Μ., ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 11/01/2009

Ορκισμένοι εχθροί

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ

«Είναι τόσο κακούργοι και αιμοβόροι αυτοί οι Λονδρέζοι, που η αγαπημένη τους ασχολία είναι να γδέρνουν Ιρλανδούς την ώρα που πίνουν αμέριμνοι το ποτάκι τους»… Αυτή η αθάνατη έχθρα Βρετανών – Ιρλανδών, αν μη τι άλλο, συντηρεί με ευφάνταστο τρόπο τη σύγχρονη θεατρική γραφή. Ενα τέτοιο έργο, πανέξυπνο, αλληγορικό, με κατάμαυρο ιρλανδικό χιούμορ είναι «Η φάρσα της Οδού Γουόλγορθ» του πολυγραφότατου Ιρλανδού Εντα Γουόλς, που παίζεται στο «Από Μηχανής» θέατρο σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου.

Ο Ντίνι (Γιώργος Ζιόβας) βρίσκεται είκοσι χρόνια μετανάστης στο Λονδίνο αλλά τι μ’ αυτό; Η καρδιά και το μυαλό του βρίσκονται ακόμα στην Ιρλανδία… Είναι μάλιστα νοσηρά καρφωμένο στο τελευταίο 24ωρο του βιαστικού ξεριζωμού απ’ το λατρεμένο του Κορκ, ύστερα από ένα δραματικό σερί θανατικών… Στο ίδιο σπίτι ζουν και οι δυο μεγάλοι γιοι του, ο Μπλέικ (Θύμιος Κούκιος) και ο Σον (Νίκος Γιαλελής), αποκομμένοι από τον έξω κόσμο και εξαναγκασμένοι να παίζουν μαζί με τον πατέρα τους κάθε μέρα το ίδιο έργο: την αναπαράσταση της περιπετειώδους τελευταίας μέρας του Ντίνι στην Ιρλανδία λίγο πριν δραπετεύσει τρέχοντας στην Αγγλία. Τότε που η μαμά του πέθανε όταν ένα πελώριο ψόφιο άλογο έπεσε στο κεφάλι της την ώρα που εκείνη μάζευε αμέριμνη στην εξοχή φραγκοστάφυλα…

Ενα αλλόκοτο τρίο Στούτζες, με βαριά προφορά από το Κορκ της Ιρλανδίας, ετοιμάζει την πρώτη εικόνα της παράστασης κρατώντας στους ώμους το φέρετρο της καημένης της μαμάς. Ο Ντίνι μ’ ένα στενό, παλιομοδίτικο κοστούμι παίζει τον εαυτό του, ενώ τα παιδιά δεκάδες ρόλους αντρικούς και γυναικείους. Ρεσιτάλ μεταμόρφωσης δίνει ο Θύμιος Κούκιος, αλλάζοντας πρόσωπα και παίξιμο σε ιλιγγιώδεις ρυθμούς, φορώντας διαφορετικές φούστες-μπλούζες και στραπατσαρισμένες περούκες.

Ολ’ αυτά συμβαίνουν σ’ ένα διαμέρισμα εργατικής πολυκατοικίας στην οδό Γουόλγορθ στο νότιο Λονδίνο (σκηνικό-κοστούμια Μαγιού Τρικεριώτη). Το ακατάστατο σπίτι που αποτελείται από σαλόνι, κρεβατοκάμαρα με δυο μονά κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο και κουζίνα, έχει γίνει ένας ενιαίος χώρος, αφού έχουν αφαιρεθεί οι πόρτες. Δύο ντουλάπες χρησιμοποιούνται ως έξοδοι-είσοδοι των «ηθοποιών» και για τις ταχύτατες αλλαγές των δεκάδων ρόλων που υποδύονται. Τα έπιπλα και τα αντικείμενα της δεκαετίας του ’70 είναι φθαρμένα.

  • Η ζωή, ένα σκηνικό

Θέατρο μέσα στο θέατρο, μια αενάως επαναλαμβανόμενη φάρσα με κυρίαρχο το στοιχείο της παρενδυσίας αποτελούν τον βασικό κορμό του έργου. Στις διακοπές της «παράστασης» οι παραζαλισμένοι απ’ το παράλογο θεατρικό παιχνίδι γιοι προσπαθούν να βρουν τα ίσα τους αλλά δεν ξέρουν ούτε πώς ούτε πού. Γνωρίζουν τόσο καλά τους ρόλους του έργου, τις καταστάσεις που στοιχειώνουν το μυαλό του πατέρα, δεν έχουν όμως ιδέα για τον ρόλο τους στη ζωή, στον κόσμο. Για τον Μπλέικ δεν υπάρχουν πια ούτε εικόνες πίσω από το κείμενο που παίζει. Το μόνο που βλέπει είναι λέξεις. Ολος ο κόσμος είναι το σπίτι και η παράστασή τους. Ο,τι βρίσκεται έξω από το σκηνικό της Οδού Γουόλγορθ είναι ψεύτικο, απειλητικό, εχθρικό. Είναι το αποτρόπαιο Λονδίνο και οι Ιρλανδοφάγοι Λονδρέζοι…

Ο «σκηνοθέτης»-«ηθοποιός» είναι αυστηρός στην πιστή αναπαράσταση γεγονότων, διαλόγων, τοπίων ακόμα και σκηνικών αντικειμένων. Απαιτεί από τη «θεατρική ομάδα» -που έχει αναλάβει και την εκτέλεση παραγωγής- το σάντουιτς με το σωστό τυρί, το κοτόπουλο στο φούρνο, μια ντουζίνα ιρλανδέζικες μπίρες, πράγματα που εφοδιάζεται κάθε μέρα από το σούπερ μάρκετ ο Σον. Μέχρι που θα κάνει το μοιραίο λάθος. Γοητευμένος απ’ την ταμία θα πάρει μια ξένη σακούλα και η παράσταση δεν θα λειτουργήσει χωρίς τα σκηνικά της αντικείμενα. Κι όταν το κορίτσι έρθει στο σπίτι με τη σωστή σακούλα, θα γίνει θεατής και αργότερα το μοιραίο πρόσωπο αυτής της μακάβριας φάρσας.

Ενα δύσκολο στο ανέβασμά του έργο που ο Εκτορας Λυγίζος κατάφερε ν’ αναδείξει, προβάλλοντας την παράλληλη δράση, την πλοκή, το μαύρο χιούμορ, αλλά και τους συμβολισμούς του. Πρόθεση του συγγραφέα ήταν να γράψει μ’ έναν διαφορετικό τρόπο για τον ιρλανδό μετανάστη: «Ηθελα να γράψω για τη μοναξιά και τη νοσταλγία του. Να θέλεις να γυρίσεις πίσω και να μην μπορείς. Μισώ τα έργα που διαδραματίζονται σε μια παμπ με ανθρώπους που κλαίνε τη μοίρα τους… Επρεπε να βρω ένα πλαίσιο. Αλλά ποτέ δεν περίμενα να χρησιμοποιήσω τις δομές της φάρσας γιατί στην Ιρλανδία το είδος δεν υπάρχει».

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 11/01/2009

Η βασίλισσα είναι γυμνή

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
Κάποτε ήταν βασίλισσα ομορφιάς. Τώρα καταβροχθίζεται σιγά σιγά από μια ανελέητη, πανούργα μάνα σ’ έναν τόπο χωρίς ελπίδα και χωρίς μέλλον. Το παιδί-φαινόμενο του σύγχρονου βρετανικού θεάτρου επιστρέφει στην αθηναϊκή σκηνή με το πρώτο του έργο, αυτό που του χάρισε μια πρωτοφανή επιτυχία: «Η βασίλισσα της ομορφιάς του Λινέιν» του Ιρλανδού Μάρτιν Μακ Ντόνα ανεβαίνει αυτή την εβδομάδα στο θέατρο «Βικτώρια», σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.

Ο Μάρτιν Μακ Ντόνα αισθάνεται το κοινωνικό περιθώριο σαν το σπίτι του. Μεγαλωμένος σε κρατικά ιδρύματα, με επιδόματα ανεργίας, έχει μελετήσει καλά τη βία. Γεννήθηκε από ιρλανδούς γονείς στο νότιο Λονδίνο, αλλά πέρασε τα παιδικά του καλοκαίρια στο Γκόλγουεϊ της Ιρλανδίας.

Ο πατέρας του ήταν οικοδόμος και η μητέρα του παραδουλεύτρα. Οταν οι γονείς του αποφάσισαν παίρνοντας μειωμένη σύνταξη να επιστρέψουν στην πατρίδα, άφησαν στην Αγγλία τα δυο τους παιδιά. Ο Μάρτιν εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκάξι επειδή οι καθηγητές λογόκριναν τα γραπτά του… Αρχισε να γράφει σενάρια για το ραδιόφωνο μέχρι που, μέσα σε οκτώ μέρες, ολοκλήρωσε το πρώτο του θεατρικό, τη «Βασίλισσα της ομορφιάς του Λινέιν». Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Γκόλγουεϊ, μετά στο «Ρόαγιαλ Κορτ» στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου κι έγινε αμέσως επιτυχία.

Το 1995 ο 26χρονος Μακ Ντόνα βραβεύτηκε ως ο πλέον υποσχόμενος συγγραφέας ενώ το Βασιλικό Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου του πρόσφερε τη θέση του μόνιμου συνεργάτη-συγγραφέα.

Η Ιρλανδία πρωταγωνιστεί στη δραματουργία του Μακ Ντόνα, κυρίως μέσα από μνήμες των παιδικών χρόνων και τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων. Στα έργα του δεν αφήνει όρθιο τίποτα. Διαλύει κάθε αυταπάτη που υποδεικνύει το «καλό» και το «κακό». Αλλωστε ο ίδιος έχει πει: «Είμαι πάντα υποψιασμένος όταν γνωρίζω αξιαγάπητα πλάσματα και πάντα αναρωτιέμαι πού βρίσκεται η κακία μέσα τους!»… Το μαύρο χιούμορ συμβαδίζει με το τραγικό, την τρέλα, την ακραία βία, τα άκλαυτα θανατικά: Αντρες που σκοτώνουν τις γυναίκες τους, πατροκτόνοι γιοι, τρελαμένες γεροντοκόρες, παιδιά με νοσηρή φαντασία, παπάδες που αυτοκτονούν, κηδείες που θυμίζουν πάρτι. Αλλά ούτε η περήφανη ιρλανδική ιδιορρυθμία, η ματωμένη ιστορία της πατρίδας του -όπως τα γεγονότα στο Μπέλφαστ τη δεκαετία του ’90- ξεφεύγουν από την αμφίσημη, κυνική γραφή του.

Η «Βασίλισσα» ζει μαζί με την μητέρα της σ’ ένα χωριατόσπιτο (σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Πάτσα) σκαρφαλωμένο στο λόφο έξω από την κωμόπολη του Λινέιν. Δυο πρόσωπα που αλληλοσπαράσσονται στον βάλτο μιας κολασμένης και αναγκαίας συγκατοίκησης. Αλλά οι Φόλαν δεν συνιστούν μια οποιαδήποτε οικογένεια, όπως συμβαίνει πάντα στα έργα του Μακ Ντόνα.

Η Μορίν (Ναταλία Τσαλίκη), βασίλισσα ομορφιάς του Λινέιν στα νιάτα της, είναι τώρα μια γυναίκα νευρωτική, αφυδατωμένη από κάθε χαρά, φέρει όμως τα σημάδια της παλιάς γοητείας. Ευαίσθητη και διαταραγμένη εξαιτίας της μάνας, έχει επιστρέψει στην Ιρλανδία ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να ζήσει και να δουλέψει ως καθαρίστρια στην Αγγλία.

Ο τόπος και οι συνθήκες δεν την σήκωσαν… Λαβωμένη βρίσκεται ξανά στο Λινέιν αντιμετωπίζοντας ένα χειρότερο εχθρό, την παμπόνηρη και ανελέητη μάνα της. Η Μεγκ (Ερση Μαλικένζου) θα της σμπαραλιάσει τα νεύρα. Καθηλωμένη σε αναπηρική πολυθρόνα απαιτεί από την κόρη να προλαβαίνει κάθε της επιθυμία. Θα μηχανεύεται συνεχώς τρόπους για να επιτείνει την ανασφάλεια και τη χαμηλή αυτοπεποίθηση της Μορίν, διαλύοντας κάθε υποψία ελπίδας για απόδραση από τον εφιάλτη. Η κόρη επιβιώνει μόνον μέσα από τα ταξίδια του μυαλού της. Κι αυτό το φανταστικό παιχνίδι τη συνοδεύει μέχρι τέλους. Μέχρι που θα εμφανιστεί ο αγαθός Πάτο Ντούλεϊ (Τάσος Γιαννόπουλος) προτείνοντάς της να φύγουν στην Αμερική. Ρόλο στις ανατροπές παίζει και ο Ρέι Ντούλεϊ (Κωνσταντίνος Γαβαλάς), ένας άνεργος μαντατοφόρος που φέρνει τις καλές ειδήσεις τη λάθος στιγμή με τον λάθος τρόπο…

«Οι σχέσεις είναι έντονα συγκρουσιακές», σχολιάζει η Ν. Κοντούρη, «συχνά μάλιστα ανθρωποφαγικές. Ο συγγραφέας μπολιάζει τη μαύρη κωμωδία με στοιχεία μεταφυσικής αγγίζοντας το όριο του τραγικού. Δεν είναι τυχαίο που απ’ το πρώτο του έργο πέτυχε. Από τον καιρό του Σέξπιρ είχε να συμβεί να παίζονται στη λονδρέζικη σκηνή τέσσερα έργα του ίδιου συγγραφέα. Το βρετανικό φλέγμα είναι έντονο, καθώς το ανατρεπτικό χιούμορ μέχρι την τελευταία ατάκα ενός δραματικού φινάλε. Αυτό είναι το συγκλονιστικό στον Μακ Ντόνα: από τον ακραίο νατουραλισμό εκτινάσσει το κείμενο στην ποίηση. Είναι πάντα απρόβλεπτος. Τώρα έχει σταματήσει να γράφει για το θέατρο και ασχολείται με τον κινηματογράφο. Είναι ταλαντούχος, προκλητικός, πετυχημένος και κούκλος! Τον καλέσαμε στην πρεμιέρα και θέλει πολύ να έρθει»…

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 11/01/2009

Ο Χάρολντ Πίντερ για την πάλη του δραματουργού με τις λέξεις

Pinter in One for the Road

Η ηχώ της αληθινής σιωπής

Tου Harold Pinter* / The Guardian

Αν μου ζητούσαν να διατυπώσω οποιαδήποτε ηθική αντίληψη όσον αφορά τη δραματουργία, αυτή θα ήταν: μην έχετε εμπιστοσύνη στον συγγραφέα που βάζει μπροστά την ανάγκη του να τον αποδεχτείτε, που δεν σας αφήνει καμιά αμφιβολία για την αξία του, τη χρησιμότητά του, τον αλτρουισμό του, που δηλώνει ότι η καρδιά του είναι στη σωστή θέση, μια παλλόμενη μάζα εκεί όπου βρίσκονται οι ήρωές του.

Αυτό το είδος συγγραφέα έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στις λέξεις. Εγώ έχω ανάμεικτα αισθήματα. Οταν κινούμαι ανάμεσά τους, όταν τις ξεδιαλέγω και τις βλέπω να εμφανίζονται στη σελίδα, αντλώ σημαντική ευχαρίστηση. Ταυτόχρονα όμως έχω ένα άλλο ισχυρό αίσθημα για τις λέξεις, που δεν είναι άλλο από τη ναυτία. Είναι τόσο μεγάλο το βάρος των λέξεων που πέφτει πάνω μας κάθε μέρα, λέξεις που ο κύριος όγκος τους είναι μπαγιάτικη, νεκρή ορολογία. Η ναυτία αυτή είναι πολύ εύκολο να σε καταβάλει και να παραιτηθείς παραλύοντας. Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι συγγραφείς γνωρίζουν αυτό το είδος παράλυσης. Είναι όμως εφικτό να αντιμετωπίσεις τη ναυτία, να κινηθείς μέσα της και να βγεις έξω, και τότε μπορείς να πεις ότι κάτι έχεις καταφέρει.

Η γλώσσα, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ διφορούμενη υπόθεση. Πολύ συχνά, κάτω από όσα λέγονται υπάρχουν αυτά που μένουν ανέκφραστα. Οι ήρωές μου δεν μου λένε τίποτα για την εμπειρία τους, τις προσδοκίες, τα κίνητρα, την ιστορία τους. Ανάμεσα στη δική μου άγνοια βιογραφικών δεδομένων γι’ αυτούς και σε όσα λένε, υπάρχει ένας χώρος που αξίζει να εξερευνηθεί. Εσύ κι εγώ, οι ήρωες που αναπτύσσονται σε μια σελίδα, είμαστε συνήθως ανέκφραστοι, φευγαλέοι, απρόθυμοι να αποκαλυφθούμε. Ωστόσο, μέσα από αυτές τις ιδιότητες αναδύεται η γλώσσα. Μια γλώσσα, επαναλαμβάνω, όπου κάτω από αυτό που λέγεται, κάτι άλλο εκφράζεται.

Η σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ήρωά του πρέπει να είναι σχέση αμοιβαίου σεβασμού. Και αν φιλοδοξούμε να κερδίσουμε ελευθερία μέσα από το γράψιμο, δεν οδηγούμε τους ήρωες σε προκαθορισμένες και υπολογισμένες θέσεις, αλλά τους αφήνουμε θεμιτό χώρο για να κινηθούν, να κάνουν το δικό τους. Αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά οδυνηρό. Είναι πολύ ευκολότερο να μην τους αφήσεις να ζήσουν.

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν θεωρώ τους ήρωές μου ανεξέλεγκτους ή άναρχους. Η λειτουργία της επιλογής και της ενορχήστρωσης είναι δική μου. Πιστεύω όμως ότι συμβαίνει κάτι διττό. Ενορχηστρώνεις ΚΑΙ ακούς, ακολουθώντας τα ίχνη που άφησες για τον εαυτό σου, μέσα από τους ήρωες. Και κάποιες φορές βρίσκεται μια ισορροπία, όπου η εικόνα μπορεί ελεύθερα να γεννήσει εικόνα και μπορείς να διακρίνεις τον τόπο όπου οι ήρωες μένουν σιωπηλοί και κρυμμένοι. Μέσα στη σιωπή τους γίνονται για μένα πιο προφανείς.

Υπάρχουν δύο σιωπές. Η μια όταν δεν προφέρεται καμιά λέξη. Η άλλη όταν, μερικές φορές, ξεχύνεται ένας χείμαρρος λέξεων. Τα λόγια που ακούμε υποδεικνύουν αυτά που δεν ακούμε. Είναι μια απόδραση, ένα βίαιο, αγχωμένο ή κοροϊδευτικό παραπέτασμα καπνού. Οταν επικρατεί αληθινή σιωπή, νιώθουμε ακόμα την ηχώ όσων ειπώθηκαν, αλλά είμαστε πιο κοντά στη γύμνια. Μπορούμε να πούμε ότι η ομιλία είναι ένα συνεχές στρατήγημα για να καλύψουμε τη γύμνια.

Εχουμε χιλιάδες φορές ακούσει την κουρασμένη, θλιβερή φράση «έλλειψη επικοινωνίας», μια ετικέτα που επίμονα έχει κολλήσει στο έργο μου. Πιστεύω το αντίθετο. Πιστεύω ότι επικοινωνούμε πολύ καλά, με τη σιωπή μας, με αυτό που δεν λέγεται. Η λεκτική επικοινωνία είναι πολύ τρομακτική. Είναι τρομακτικό να μπεις στη ζωή του άλλου. Και το να αποκαλύψεις στους άλλους τη φτώχεια που υπάρχει μέσα σου είναι μια δυνατότητα που προκαλεί φόβο.

Δεν υποστηρίζω ότι ένας ήρωας θεατρικού έργου δεν λέει ποτέ αυτό που εννοεί. Ισα ίσα, ξέρω ότι έρχεται πάντα μια στιγμή που αυτό συμβαίνει, όταν λέει κάτι που ποτέ πριν δεν έχει πει. Και τότε, εκείνο που λέει είναι αμετάκλητο, δεν μπορεί να το πάρει πίσω.

Μια λευκή σελίδα είναι συναρπαστικό και τρομακτικό πράγμα. Από κει ξεκινάς. Ακολουθούν δύο άλλες περίοδοι του έργου: η πρόβα και η παράσταση. Ενας δραματουργός θα απορροφήσει πολλά πολύτιμα πράγματα από την ενεργή θεατρική εμπειρία. Τελικά, όμως, θα βρεθεί πάλι μπροστά σε μια λευκή σελίδα. Σε αυτή τη σελίδα υπάρχει κάτι ή τίποτα. Δεν το ξέρεις μέχρι να τη γεμίσεις. Και δεν έχεις εγγύηση ότι θα το μάθεις και τότε. Πάντα όμως αξίζει να το ρισκάρεις.

*Απόσπασμα από κείμενο που έγραψε το 1962 ο Πίντερ για την προσωπική του προσέγγιση στη δουλειά του δραματουργού.

[Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11/01/2009]

Alan Ayckbourn «The Norman Conquests»

spacer promotional picture

Λονδίνο. Old Vic

http://www.oldvictheatre.com. «The Norman Conquests». Η τριλογία του Αλαν Εϊκμπορν σημειώνει μεγάλη επιτυχία στο ιστορικό θέατρο του Λονδίνου, στο οποίο καλλιτεχνικός διευθυντής είναι ο Κέβιν Σπέισι. Τα τρία έργα που αποτελούν τις «Νορμανδικές κατακτήσεις» –Table Manners, Living Together και Round and Round the Garden– παρουσιάζονται χωριστά αλλά και όλα μαζί ορισμένες βραδιές. Το κωμικό τρίπτυχο παρακολουθεί τις περιπέτειες των έξι πρωταγωνιστών στη διάρκεια ενός επεισοδιακού γουίκεντ σε εξοχικό σπίτι στην Αγγλία. Η σκηνοθεσία είναι του Μάθιου Γουόρτσας και πρωταγωνιστούν οι Στίβεν Μάνγκαν, Τζέσικα Χάινς, Αμέλια Μπούλμορ, Πολ Ρίτερ, Μπεν Μάιλς και Αμάντα Ρουτ. [Ματιές στον κόσμο. Eπιμέλεια: Aγγελικη Στουπακη, Kυριακή, 11 Iανoυαρίου 2009]

The Norman Conquests

spacer
picture 1 spacer picture 2
spacer
picture 3 spacer picture 4 spacer picture 5
spacer
The Old Vic brings Alan Ayckbourn‘s comic masterpieces, The Norman Conquests to the London stage for the first time in 34 years. Matthew Warchus (Speed-the-Plow, God of Carnage, The Lord of the Rings) directs an outstanding ensemble cast: Amelia Bullmore, Jessica Hynes, Stephen Mangan, Ben Miles, Paul Ritter and Amanda Root. Especially for this production The Old Vic auditorium has been transformed into ‘The CQS Space’ to recreate the intimate ‘theatre-in-the-round’ experience that the plays were originally written for.

Praise for The Norman Conquests

‘You’ll laugh. A lot.’ The Times

‘Some of the most blissful comic set-pieces and guffaw-out-loud moments British theatre has produced.’ Evening Standard

‘Matthew Warchus’ perfectly cast, brilliantly calibrated production.’ Variety

‘Jessica Hynes’ superbly unhappy Annie.’ The Guardian

‘Stephen Mangan’s brilliantly funny performance.’ The Independent

‘Amanda Root is excellent as Sarah.’ Daily Express

‘Paul Ritter lays on a comic tour de force as Reg.’ Daily Mail

‘Ruth – a feisty portrayal by Amelia Bullmore.’ Daily Express

‘The vet, played with poignantly tongue-tied awkwardness by Ben Miles.’ Daily Telegraph

The interconnecting triptych of plays, Round and Round the Garden, Table Manners and Living Together follow the same six characters, Norman, his in-laws and the local vet over a summer weekend, in an English Country house.

Believing it his mission in life to make women happy by showering them with love, Norman (Stephen Mangan) makes the most of every opportunity to seduce his sister-in-law, Annie (Jessica Hynes), charms his brother-in-law’s wife, Sarah and woo his wife Ruth (Amelia Bullmore) during this disastrous weekend of squabbling, eating, drinking and fondling.

Table Manners, Living Together and Round and Round the Garden are ingeniously structured to allow each play to be enjoyed independently or as a trilogy in any combination. Together they create a fascinating, hilarious puzzle, which weaves a masterful web of interconnecting secrets and desires. With his inimitable wit and compassion, Ayckbourn reveals the frustration and disappointments which bubble beneath the surface of a family’s relationships and brings to light their thoughts on sex, marriage, love and loneliness.

Alan Ayckbourn is one of Britains’s most popular and prolific playwrights, with 70 full-length plays to his name, which have been translated into more than 35 languages. These multi-award winning names include Absurd Person Singular, recently revived in the West End plus Just Between Ourselves, A Chorus of Disapproval, Woman in Mind and House & Garden to name but a few.

Tiger Lillies Freakshow

Δύο γυναίκες λάστιχο, τρεις νάνοι περφόρμερ, μαριονέτες, σιαμαίες αδελφές… Οι Tiger Lillies επανέρχονται δριμύτεροι: Τρίτη και 13, κάνουν πρεμιέρα στο Θέατρο Μπάντμιντον γιορτάζοντας τα 20στά τους γενέθλια. Mετά το Tiger Lillies Circus, υποδεχόμαστε το Tiger Lillies Freakshow, και αυτό σε σκηνοθεσία του Σεμπαστιάνο Τόμα, ο οποίος υπογράφει και τα σκηνικά της παράστασης. Ενα καστ από freaks (τέρατα) συμπληρώνει και δίνει τη χαρακτηριστική νότα στην παράσταση, με εκκεντρικούς χαρακτήρες και πρωταγωνιστές με… ειδικά προσόντα. Με το Freakshow, ο Τόμα και οι Tiger Lillies προσπαθούν να προσεγγίσουν έναν πιο σκοτεινό και εκκεντρικό κόσμο, ένα παράλληλο σύμπαν – ταμπού, που «μιλάει για την ομορφιά και την ασχήμια, την ευαισθησία και τη σκληρότητα» του περιθωρίου.

Οι χορογραφίες είναι της Σοφίας Σπυράτου, τα κοστούμια της Κλερ Μπράσγουελ και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.

Νέες θεατρικές αυλαίες

«Πολύ καλά» στο«Θέατρο Εξαρχείων»

Στις 14 Γενάρη η Ομάδα «Νάμα» ανεβάζει στην Κεντρική σκηνή του «Επί Κολωνώ», την παράσταση «Οι Δανειστές» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ. Μια «τραγικωμωδία», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το έργο του, στην οποία τα πάθη και οι έννοιες περιπλέκονται σε ένα λαβυρινθώδες κυνηγητό. Ο καθένας από τους χαρακτήρες διεκδικεί το δίκιο του, αναζητά το εγώ του, συγκρούεται με το παρελθόν του, απαιτεί να του επιστραφούν τα ψυχικά του δάνεια, «χτυπά» το αντίθετο φύλο σαν να είναι ο εχθρός του, ψάχνει απεγνωσμένα τον έρωτα και την αγάπη.Γραμμένο το 1888, την ίδια χρονιά που έγραφε και τη «Δεσποινίδα Τζούλια» και ένα χρόνο μετά το αυτοβιογραφικό του «Απολογία ενός τρελού», αποτελεί το αγαπημένο έργο του συγγραφέα. Σύμφωνα με τον Στρίντμπεργκ «Οι Δανειστές» είναι πέρα για πέρα μοντέρνοι, ανθρώπινοι, συναρπαστικοί. Τα τρία πρόσωπα είναι ενδιαφέροντα από την αρχή ως το τέλος. Πρόκειται για ένα έργο διαχρονικό, εφόσον μιλάει για τη σύγκρουση του άντρα με τη γυναίκα επιτυγχάνοντας μια ουσιαστική σκιαγράφηση των δυο φύλων πέρα από κάθε ηθογραφικό περιορισμό.

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης. Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης. Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου. Κοστούμια: Λουκία Μιννέτου. Μουσική: Μάριος Στρόφαλης. Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας. Παίζουν: Αθηνά Αλεξοπούλου, Θάνος Αλεξίου, Αγης Εμμανουήλ.

  • Στο «Θέατρο Εξαρχείων» ανεβαίνει, στο τέλος Γενάρη, το έργο της Λίζας Κρον «Πολύ καλά», σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, με τους Ελένη Γερασιμίδου, Αννίτα Δεκαβάλλα, Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργο Δεπάστα και Τάσο Πολιτόπουλο. Τα σκηνικά – κοστούμια είναι της Παναγιώτας Κοκκορού, η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου. Μια παιχνιδιάρικη συγκινητική κωμωδία για τις σχέσεις μάνας – κόρης, την παιδική ηλικία και την οικογένεια, την κοινωνία και το ρατσισμό. Το έργο πρωτοπαίχτηκε το 2004 στο «Public Theater» της Ν. Υόρκης. Ακολούθησε το ανέβασμά του στο «ACT» του Σαν Φρανσίσκο (2005) και τα βραβεία «Τόνι», «Outer Critics Circle Award» και «Drama League Award» για καλύτερο έργο της χρονιάς – και τώρα συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία του με διάφορες παραγωγές σε όλη την Αμερική και στο Λονδίνο.

ΧΑΡΟΛΝΤ ΠΙΝΤΕΡ: Μια σθεναρή, ανυποχώρητη φωνή διαμαρτυρίας

ICON

Είτε με το θέατρό του, είτε με την ενεργό πολιτική δράση του, πάντα έλεγε ανοιχτά και θαρραλέα την άποψή του. Με τον καθαρό καταγγελτικό του λόγο απευθυνόταν στη συνείδηση των ελεύθερων και επαναστατημένων ανθρώπων. Μια σθεναρή και ανυποχώρητη φωνή διαμαρτυρίας. Ενας υπερασπιστής των καταπιεσμένων και των θυμάτων της αλαζονείας. Αυτός υπήρξε και αυτός θα μείνει για πάντα στη μνήμη όλων ο Βρετανός συγγραφέας, Χάρολντ Πίντερ, που έφυγε από τη ζωή, παραμονή Χριστουγέννων, σε ηλικία 78 χρόνων, χτυπημένος από τον καρκίνο. Αν και ο ίδιος είχε δηλώσει πρόσφατα ότι δε θέλει να αναφέρονται στον ίδιο ως συγγραφέα, αλλά ως πολιτικό ακτιβιστή – ενώ αυτοπροσδιοριζόταν, όχι ως Βρετανός αλλά ως Πολίτης του Κόσμου.

Αντιρρησίας συνείδησης

Ο Πίντερ γεννήθηκε στο εργατικό προάστιο του Χάκνι, στο Ανατολικό Λονδίνο, το 1930, όπου πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Ο πατέρας του ήταν ράφτης εβραϊκής καταγωγής. Τόσο ο αντισημιτισμός που γνωρίζει μεγαλώνοντας, όσο και οι βομβαρδισμοί που υφίσταται το Λονδίνο από τους ναζί στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει το σπίτι του από τα εννιά έως και τα 12 χρόνια του. Οι πολιτικές ανησυχίες του Πίντερ άρχισαν να καλλιεργούνται σε νεαρή ηλικία και το 1949 κατηγορήθηκε ως αντιρρησίας συνείδησης, επειδή αρνήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία.

Εμφανίζεται ως ποιητής το 1950 στο λονδρέζικο περιοδικό «Ποίηση». Ξεκινά την επαφή του με το θέατρο ως ηθοποιός, κυρίως σε σαιξπηρικούς ρόλους, με το ψευδώνυμο Ντέιβιντ Μπάρον. Το 1948 γίνεται δεκτός στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης. Ενα χρόνο αργότερα την εγκαταλείπει και περιοδεύει, μέχρι το 1957, με διάφορους θιάσους ρεπερτορίου, σε επαρχιακά θέατρα όπου γνωρίζει και παντρεύεται την πρώτη του σύζυγο, την ηθοποιό Βίβιαν Μέρτσαντ (1956). Ξαναπαντρεύτηκε το 1980 την συγγραφέα και ιστορικό Αντόνια Φρέιζερ.

Ο Πίντερ έχει συγγράψει 29 θεατρικά έργα, αν και η συγγραφική του ιδιότητα δεν περιορίστηκε μόνο στα θεατρικά έργα. Υπήρξε και ποιητής, ενώ είχε γράψει και σενάρια για ταινίες, πολλά εκ των οποίων ήταν προσαρμογή των έργων του για τον κινηματογράφο. Είχε σκηνοθετήσει και πολλές θεατρικές παραστάσεις. Το 1957 έγραψε «Το Δωμάτιο», ακολούθησε αμέσως το «Βουβό γκαρσόνι» και την επόμενη χρονιά το «Πάρτι Γενεθλίων». Η επιτυχία ήρθε με τον «Επιστάτη» το 1959, το οποίο έγινε και ταινία το 1963. Ακολούθησαν: ο «Εραστής» (1962), «Η Επιστροφή» (1964), οι «Παλιοί Καιροί» (1971), η «Προδοσία» (1979), κ.ά.

  • Ριζοσπαστικές παρεμβάσεις

Αν και τα έργα της νεανικής του περιόδου χαρακτηρίζονται από τον ατομικότητα και το σχεδόν απολίτικο των ηρώων του, ο Χάρολντ Πίντερ τα τελευταία 25 χρόνια παρενέβαινε συστηματικά και ριζοσπαστικά στα πολιτικά δρώμενα. Ακόμη και μετά τη διάγνωση καρκίνου του οισοφάγου, ο Πίντερ δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή να καταγγέλλει τις επιλογές του τότε Βρετανού πρωθυπουργού, Τόνι Μπλερ.

Τη δεκαετία του ’80 ασκούσε κριτική στον Αμερικανό Πρόεδρο Ρόναλντ Ρίγκαν και στη σύγχρονή του Βρετανίδα πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ. Μαζί με τον Αρθουρ Μίλερ ταξίδεψαν πριν από είκοσι χρόνια στην Τουρκία, υποστηρίζοντας τα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων – θυμάτων της δικτατορίας. Σε κάθε ευκαιρία ύψωσε τη φωνή του με θάρρος, όπως οφείλει να πράττει η διανόηση: Για τη γενοκτονία των Κούρδων, για την ανατροπή της δημοκρατίας στη Χιλή και τη στήριξη των δικτατοριών στη Λατινική Αμερική από τις ΗΠΑ, για την επιδρομή στη Γιουγκοσλαβία και τον πόλεμο στο Κόσσοβο, για την εισβολή στο Ιράκ, για την τρομοκράτηση του κόσμου από τον Μπους.

Απρόσμενα, πάντως, το 2005 η Σουηδική Ακαδημία τού απονέμει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, χωρίς φυσικά να αναμένει αυτό που ακολούθησε και θα μείνει στην ιστορία των Νόμπελ. Πρώτη φορά ο αποδέκτης του Νόμπελ Λογοτεχνίας απευθύνεται με ένα πολιτικό μανιφέστο και πάνω από όλα ένα δριμύτατο, εξοργισμένο και τεκμηριωμένο «κατηγορώ» για την πολιτική των ΗΠΑ. Τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας των Νόμπελ, αλλά και οι νομπελίστες στην κατάμεστη αίθουσα στη Στοκχόλμη, άκουσαν και είδαν από βιντεο-οθόνες, με δυνατή φωνή από το κρεβάτι του νοσοκομείου, τον Πίντερ, να εξακοντίζει εναντίον των ΗΠΑ φράσεις, όπως «κατά συρροήν δολοφόνοι», «εγκληματίες πολέμου», «αδίστακτοι, ανήθικοι καταπιεστές».

  • Τολμηρός και αιχμηρός

Μέσα από εκείνη την τολμηρή και αιχμηρή ομιλία του, η τέχνη ξαναβρήκε την πραγματική και ουσιαστική της υπόσταση. Στην 45λεπτη ομιλία του, απαρίθμησε όλα τα ψέματα που ειπώθηκαν για να δικαιολογηθεί η επέμβαση στο Ιράκ… «Μας περιβάλλει ένα απέραντο υφαντό από ψέματα, πάνω στο οποίο τρεφόμαστε και ζούμε. Οπως κάθε ένας από εσάς γνωρίζει, η δικαιολογία της επέμβασης στο Ιράκ ήταν ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν κατέχει επικίνδυνα όπλα μαζικής καταστροφής, τα οποία μπορούν να πυροδοτηθούν σε 45 λεπτά προκαλώντας τον όλεθρο. Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν αλήθεια. Δεν ήταν. Μας είπαν ότι το Ιράκ συνεργάζεται με την «Αλ Κάιντα» και είναι συνυπεύθυνο για την κτηνωδία της 11ης Σεπτέμβρη. Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν αλήθεια. Δεν ήταν. Μας είπαν ότι το Ιράκ απειλεί την ασφάλεια του κόσμου. Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν αλήθεια. Δεν ήταν. Η αλήθεια είναι κάτι τελείως διαφορετικό και έχει να κάνει με το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται το ρόλο τους στον κόσμο και πώς επιλέγουν να τον εφαρμόσουν».

Κατηγόρησε, επίσης, τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι «»έθρεψαν» κάθε ένα δικτάτορα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναφέρομαι στις χώρες Ινδονησία, Ελλάδα, Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Αϊτή, Τουρκία, Φιλιππίνες, Γουατεμάλα, Ελ Σαλβαδόρ και, φυσικά, στη Χιλή. Δεν υπάρχει ούτε κάθαρση, ούτε συγχώρεση για τις ΗΠΑ μετά τον τρόμο που επέβαλαν στη Χιλή το 1973… Εκατοντάδες χιλιάδες θάνατοι σημειώθηκαν σ’ αυτές τις χώρες. Συνέβησαν στ’ αλήθεια; Και πρέπει σε όλες τις περιπτώσεις να τους αποδώσουμε στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική; Η απάντηση είναι ναι… Τα εγκλήματα των ΗΠΑ υπήρξαν συστηματικά, διαρκή, διεφθαρμένα, ανήθικα, αμείλικτα. Αλλά ουσιαστικά ελάχιστοι άνθρωποι μίλησαν γι’ αυτά. Κι αυτό οφείλεται στην Αμερική. Εξάσκησε μια κλινική χειραγώγηση παγκόσμιας εξουσίας, ενώ την ίδια στιγμή υποδυόταν τη δύναμη του παγκόσμιου καλού. Είναι μια λαμπρή, ευφυής, με υψηλό ποσοστό επιτυχίας, πράξη ύπνωσης».

  • Το «κατηγορώ» ενός ασυμβίβαστου

«Οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται όπως παλιά για διαμάχες χαμηλής έντασης» – συνέχιζε. «Ανοίγουν τα χαρτιά τους στο τραπέζι, χωρίς να φοβούνται ή να έχουν τη διάθεση να κάνουν παραχωρήσεις. Δεν τους καίγεται καρφί για τον ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο, την κριτική των διαφωνούντων, την οποία αντιμετωπίζουν ως ασήμαντη. Εχουν δεμένο στο λουρί τους το κλαψιάρικο μικρό αρνάκι τους, την αξιολύπητη και νωθρή Μεγάλη Βρετανία»… «Πόσους ανθρώπους πρέπει να σκοτώσουν, προκειμένου να κερδίσουν επάξια το χαρακτηρισμό του κατά συρροήν δολοφόνου και του εγκληματία πολέμου; Δεν είναι, επομένως, δίκαιο ο Μπους και ο Μπλερ να προσαχθούν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου; Αλλά ο Μπους υπήρξε έξυπνος. Δεν το αναγνώρισε. Ο Μπλερ, όμως, το αναγνώρισε και ως εκ τούτου μπορεί να προσαχθεί. Μπορούμε να δώσουμε στο Δικαστήριο τη διεύθυνσή του, αν ενδιαφέρεται. Είναι το νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ στο Λονδίνο».

Ενώ για την εισβολή στο Ιράκ τη χαρακτήρισε στην ομιλία του «ληστρική πράξη, ενός αιματηρού τρομοκρατικού καθεστώτος που περιφρονεί κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Ηταν μία αυθαίρετη στρατιωτική επιχείρηση βασισμένη σε μια ατελείωτη σειρά ψεμάτων και χυδαίας χειραγώγησης των ΜΜΕ και κατ’ επέκταση του κόσμου. Φέραμε τα βασανιστήρια, τις έξυπνες βόμβες, τις αμέτρητες τυφλές δολοφονίες, την εξαθλίωση και το θάνατο στον ιρακινό λαό και είπαμε πως φέραμε «ελευθερία και δημοκρατία στη Μέση Ανατολή»».

ΤΟ «ΚΑΤΗΓΟΡΩ», όμως, του ασυμβίβαστου συγγραφέα δεν είχε αποδέκτες μόνο τον Τζορτζ Μπους, τον Τόνι Μπλερ και τον κάθε αντίστοιχο «τρομοκράτη των λαών», αλλά και όλους όσοι κλείνουν τα μάτια και τ’ αυτιά, στα «κατά συρροήν εγκλήματα των ισχυρών», στις ηγεσίες κάθε χώρας, σε όλους εκείνους που καθήκον έχουν να υπερασπίζονται τη ζωή και τον άνθρωπο.