Η «Γηραιά Κυρία» και το… λίφτινγκ

Μια δουλειά που φλερτάρει με το εξωπραγματικό και τον ρεαλισμό – Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρίντριχ Ντίρενματ Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας, σκην.: Στάθης Λιβαθινός. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Δεν ξεχνά τίποτα αυτή η γηραιά κυρία. Κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Και δεν εννοώ βέβαια την παγκοσμίως γνωστή ως «Γηραιά Κυρία» του ποδοσφαίρου, δηλαδή την ιταλική FC Juventus. Οχι. Εννοώ την Κλαίρη Τσαχανασιάν η οποία μη ξεχνώντας το άδικο που της έγινε στα νιάτα της στη μικρή –ελβετική– πόλη Γκίλεν όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, επιστρέφει τώρα –πάμπλουτη μετά από εννέα πλούσιους γάμους κι οκτώ διαζύγια– αποφασισμένη να πάρει την εκδίκησή της. Εκδίκηση με όρους: να γίνει μεν «Μέγας Δωρητής» με την προϋπόθεση όμως ότι κάποιος από τους κατοίκους θα σκοτώσει τον πρώτο της εραστή. Αυτόν που την ανάγκασε να φύγει μ’ ένα παιδί στην κοιλιά – και να εξοκείλει. Πάνω από πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε –στις 29 Ιανουαρίου 1956– που η μεγάλη γερμανόφωνη ηθοποιός Τερέζε Γκίζε πρωτοεμφανίστηκε στο ρόλο της γηραιάς Κλαίρης, στο γνωστότερο θεατρικό του Ελβετού Φρίντριχ Ντίρενματ. Ενα έργο που ο συγγραφέας του το χαρακτήριζε «κωμωδία», παρόλο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες επέλεγαν σχεδόν μόνιμα να το παρουσιάζουν ψυχο-δραματικά, τονίζοντας κυρίως τις μαύρες σκιές που υπάρχουν γύρω απ’ όλους τους χαρακτήρες του.

Ο ρόλος του χρήματος

Κεντρική σκιά του ζόφου είναι αυτή που φέρει το σύνθημα πως το χρήμα έχει τη δύναμη να αμαυρώνει ανενόχλητα προσωπικότητες και συνειδήσεις. Σύμφωνοι. Είναι κάτι το οποίο βλέπουμε πάντα. Ειδικά στην σύγχρονη υλιστική εποχή το χρήμα είναι ενδεχομένως ακόμα πιο υπολογίσιμο παρά πριν από πενήντα χρόνια. Κι αναρωτιέμαι αν σήμερα οι διάφοροι χαμένοι του χρηματιστηρίου βρισκόταν μπροστά σ’ ένα ανάλογο ερώτημα μ’ αυτό των κατοίκων του Γκίλεν ώστε να πάρουν πίσω τα χαμένα πως θ’ απαντούσαν. Σίγουρα με ελάχιστες επιφυλάξεις!

Και η μεν ποδοσφαιρική Juventus διατήρησε το κεφάλι της ψηλά ως «Γηραιά Κυρία», όμως τούτοι οι κυρτωμένοι ώμοι ενός έργου το οποίο δικαίως θεωρείται φλύαρο και αυτοεπαναλαμβανόμενο αντέχουν άραγε πάντα να κουβαλάνε πέντε δεκαετίες; Είναι μεγάλη η εξέλιξη στο θέατρο. Οχι, δεν το αντέχουν κι αυτό φάνηκε στην πάνω από τρεις ώρες «ορθόδοξη» παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός σεβόμενος –φευ!– απόλυτα το κείμενο, στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας» με την Μπέττυ Αρβανίτη στον κεντρικό ρόλο. Ενδεχομένως να είμαι και προκατειλημμένος. Είδα πέρυσι μία μοναδική και πέρα για πέρα «ανορθόδοξη» γερμανική παράσταση του ίδιου έργου από την ανατρεπτική σκηνοθετική ομάδα της Rimini Protokoll (Πρωτόκολλο Ρίμινι) όπου οι βασικοί προβληματισμοί του έργου –τιμωρία, απληστία, εκδίκηση, συνειδησιακά προβλήματα– γίνονται απόλυτα κατανοητοί παρ’ όλο που το έργο ήταν «πειραγμένο».

Πρωτοτυπία

Οι τρεις συν-σκηνοθέτες (Χέλγκαρντ Χάουγκ, Στέφαν Κέγκι και Ντάνιελ Βέτσελ) στήριξαν την πρωτοτυπία τους παρουσιάζοντας ως ντοκουμέντο το πώς έγινε η πρώτη, η προ πενηκονταετίας, παράσταση. Εκείνη στη Ζυρίχη με την Τερέζε Γκίζε. Τέλος πάντων. Το δικό μας θέμα μας σήμερα είναι η αθηναϊκή παράσταση. Μία παράσταση η οποία έρχεται τώρα 47 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στη χώρα μας, στο Εθνικό Θέατρο με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, σε σκηνοθεσία –τότε– του τελευταίου.

Βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες μία περίοδο εύλογης και έντονης αμφισβήτησης. Γνωρίζουμε ήδη ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως χθες. Τουλάχιστον τίποτα δεν θα παραμείνει τόσο εύκολα αποδεκτό όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η εποχή της γαλαζομάτικης αθωότητας έχει παρέλθει. Στο θέατρο η αλλαγή έχει ήδη γίνει πλατιά αντιληπτή τα τελευταία χρόνια. Τουλάχιστον σε άλλες, σε ξένες θεατρικές πιάτσες. Δύσκολα θα δει κανείς πλέον έργα τα οποία παρουσιάζονται «απείραχτα». Οχι, βέβαια, ότι τα πειράματα έχουν πάντα αίσιο τέλος. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» όπου η συνείδηση πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό.

Μάλλον το αντίθετο. Ελάχιστες είναι οι σκηνοθετικές «παραξενιές» που πετυχαίνουν. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» η θεμελιωμένη σκηνοθετική άποψη συχνά πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ανάμεσα στους καλούς –επειδή αποτελεσματικά πειραματιζόμενους– σκηνοθέτες που διαθέτουμε. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παράδοση και το λεγόμενο μοντέρνο έχει βρει μια ικανοποιητική ισορροπία. Φλερτάροντας με το εξωπραγματικό και με τον ρεαλισμό στην «Επίσκεψη» παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα δουλειά. Περιορισμένος από τον τετραγωνικό χώρο του συγκεκριμένου θεάτρου, υποχρεώθηκε σε μια σκηνική αφαίρεση η οποία συχνά υπέφερε από την πολυλογία του –δυστυχώς απείραχτου– κειμένου. Καλύτερο στοιχείο της παράστασης οι πρωταγωνιστές της, Γιάννης Φέρτης και Μπέττυ Αρβανίτη.

Συγκλονιστικοί

Η εξέλιξη του χαρακτήρα του Αλφρεντ Ιλ (Γ. Φέρτης) στις λίγες μέρες που διαρκεί η Επίσκεψη –από το «την-έχω-στο-τσεπάκι-μου» μέχρι την συνειδητοποίηση της απόλυτης εγκατάλειψής του– μιλάει από μόνη της τόμους. Από τις χαμηλόφωνες αλλά καλύτερες ερμηνείες που δύσκολα ξεχνιούνται. Συγκλονιστική η Κλαίρη της Μπέττυς Αρβανίτη. Συγκλονιστική γιατί ανακαλύπτεις μία «μοχθηρή εκδικήτρια», ένα αδίστακτο, σκληρό χαρακτήρα ο οποίος όμως εξακολουθεί –πάνω απ’ όλα– να είναι ουσιαστικά ερωτευμένη με την πρώτη της αγάπη.

Ακριβώς όπως το θέλει και «Η επίσκεψη» όπου η γηραιά κυρία έχει προ-κατασκευάσει ένα υπέρλαμπρο μαυσωλείο στο Κάπρι για ν’ αποσυρθεί εκεί με το λείψανο του παλιού (;) αγαπημένου της. Είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία, αυτές οι σχέσεις αγάπης–μίσους, ανιδιοτέλειας–συμφέροντος που είναι ανάμεσα στις μεγάλες αρετές του συγκεκριμένου έργου του Ντίρενματ. Υπάρχουν ήδη τρεις ή τέσσερις ελληνικές μεταφράσεις του έργου. Οπως τα πάντα, έτσι και η γλώσσα καλπάζει τα τελευταία χρόνια. Αναγκαία λοιπόν η τωρινή καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το φόρτε της Ελένης Μανωλοπούλου είναι εμφανέστατα τα κοστούμια. Εκεί το θεατρικό της αισθητήριο μπορεί να κάνει τις ενδιαφέρουσες εικαστικές υπερβάσεις δίχως να την εκθέσει. Και δεν εννοώ μόνο τις ενδυματολογικές εκκεντρικότητες της Μαντάμ Τσαχαναζιάν.

ΥΓ.: Τον περασμένο Απρίλιο το 12ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που είχε φιλοξενηθεί για δύο συνεχείς χρονιές στις εγκαταστάσεις του ΚΘΒΕ (το 2009 πηγαίνει στην Πολωνία) δόθηκε στον Γάλλο σκηνοθέτη Πατρίς Σερό. Παράλληλα, το 10ο Βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» που προβάλλει τη δουλειά νέων πρωτοπόρων καλλιτεχνών μοιράστηκε στα τρία: Στη Γερμανίδα χορογράφο Σάσα Βαλτς, στον Πολωνό σκηνοθέτη Κρίστοφ Βαρλικόφσκι και στην σκηνοθετική ομάδα της Γερμανίας «Πρωτόκολλο Ρίμινι» που πειραματίζεται πάνω στις θεατρικές συμβάσεις. Ο πειραματισμός της ομάδας με την «Επίσκεψη» ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχω δει τα τελευταία χρόνια.

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: