Εθνικό Θέατρο: Το ημέρωμα της στρίγγλας

Κάτω απ’ τη φόδρα του παραμυθιού, η αιώνια ερωτική πάλη – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Το ημέρωμα της στρίγγλας. Σκην.: Κωνστ. Αρβανιτάκης. Θέατρο: Εθνικό (Κοτοπούλη–Ρεξ)

«Παίζει θέατρο μαζί μου. / Βάφεται, αλλάζει ρούχα, / αλλάζει μακιγιάζ. Αλλάζει παρέες. / Μεθάει. Πολλές φορές / κρατάει μαχαίρι και με απειλεί. / Χιόνι, και λιώνει η μοίρα μου: / η σκοτεινή, η αμάραντη, η βουβή». [Γιάννης Κοντός, «Ηλεκτρισμένη πόλη», 2008]

Βίος και παίγνιον: Ο Σαίξπηρ στήνει και βασίζεται στο δεύτερο για να ερμηνεύσει το πρώτο, για να δείξει, ιδίως στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» (1524), από ποια επώδυνη υποταγή πρέπει να περάσει το εμπόλεμο θήλυ ώστε να μπορέσει, δήθεν ηττώμενο, να νικήσει τον κατ’ επίφαση θηριοδαμαστή του άρρενα. Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο κινδύνους. Φορτωμένο με επιδράσεις του Αριόστο, με στοιχεία της κομέντια ντελ άρτε, με αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, με φαρσικούς τόπους και με μια επικαλύπτουσα τα πάντα δήθεν ανεμελιά, θέτει ζωηρά ερωτήματα ως προς το «νόμιμο» ανέβασμά του. Επικρατέστερη σύγχρονη πρακτική υπήρξε εκείνη της ανοιχτής φόρμας απέναντι στην ερμηνεία ενός εκάστου των ρόλων, πρακτική που μέσα απ’ τον ελευθέριο αυτοσχεδιασμό, κοντινότερο προς τη φάρσα, εγκυμονεί τον κίνδυνο της ανομοιομορφίας και της απουσίας κάθε ενιαίου υφολογικού ερείσματος. Στις περιπτώσεις αυτές μοιραία το κείμενο υποχωρεί υπέρ ενός εντυπωσιοθηρικού, άκρως παιγνιώδους εγχειρήματος. Ισως ένα αχρονικό κοίταγμα του έργου με κοστούμια που δεν ανακαλούν ούτε το χρόνο του κειμένου ούτε εκείνον της παράστασης, υποστηρίζει το παραμύθι, όχι εις βάρος και των κοινωνικών του σημάνσεων.

Το κυρίαρχο αρχετυπικό παιχνίδι του έρωτα που τελειούται μέσα σε μια κρημνοβατούσα ισότητα των δύο φύλων περιέχει έναν μαγικό ρομαντισμό, ο οποίος «ευθύνεται» για τη συγκίνηση του ευρύτερου κοινού. Τον ρομαντισμό αυτόν τον συνοδεύει η απλότητα και η εν θεάτρω θεατρικότητα των γλαφυρών παράλληλων ιστοριών θλιμμένης ευθυμίας (π.χ. οι ψευδαισθήσεις του Ζούλα). Εκ παραλλήλου, ιδιαίτερη προσοχή οφείλει να δοθεί στις αντιμαχόμενες έννοιες της πολύφερνης απ’ τη μια και της βαθιά ερωτευμένης απ’ την άλλη γυναίκας, «μονομαχία» άκρως σημαντική για τις περί γάμου αντιλήψεις του ελισαβετιανού κόσμου. Στο μεταξύ, παρότι λαϊκών συμπεριφορών, οι διακινούμενοι ήρωες έχουν όλοι αστικές προθέσεις προσωπικών διακανονισμών.

Καμία από τις προαναφερθείσες πρακτικές δεν υιοθέτησε στο Εθνικό ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Ισως πλησίασε τη φάρσα, αλλά κι αυτήν υπονομευμένη. Συνέγραψε ο ίδιος μια απλουστευμένη διασκευή, που σίγουρα δεν φλερτάρισε με το μεταμοντέρνο αλλά και σίγουρα κατέστησε ασαφή την κεντρική πλοκή του έργου. Με τη δραματουργική συνεργασία της Ελενας Καρακούλη παρέδωσε στον σκηνοθετικό εαυτό του ένα κείμενο αφαιρετικό, σε μια απίστευτη, όμως, υβριδική γλώσσα. Στην πρόθεση του κ. Αρβανιτάκη να ενωτισθεί το νεανικό κοινό μια σαιξπηρική κωμωδία δύσκολης πια προσέγγισης, κατέφυγε στη γλώσσα του κοινού αυτού. Και όχι μόνον. Μπέρδεψε καθαρεύοντες τύπους με προχωρημένη αργκό, έστησε τραβηγμένες έως ανόητες ομοιοκαταληξίες υποτίθεται για να βοηθήσουν την ταχύτητα και τη μουσικότητα του λόγου, κατέφυγε σε πολλά φτηνά και λίγα πετυχημένα καλαμπούρια επιθεωρησιακής καταγωγής. Το υλικό αυτό τον οδήγησε αναπότρεπτα σ’ ένα είδος τσίρκου, σε κλοουνίστικα ταμπλό βιβάν και στις ανάλογες πολύχρωμες φορεσιές (τα εξετέλεσε με κέφι η Ελένη Μανωλοπούλου). Εύκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την παράσταση αυτή ως μία ασεβή αρλεκινάδα, την οποία ωστόσο κίνησε με επιμέλεια στα ομαδικά σχήματα η Κατερίνα Παπαγεωργίου. Το όλον επίσης φλυάρησε σε πολλά σημεία, ενίοτε ο λόγος δεν ακουγόταν, οι δε σαχλοί εξυπνακισμοί περίσσεψαν. Μηχανεύτηκε εντούτοις ο κ. Αρβανιτάκης και μερικές ευτυχείς στιγμές που προκάλεσαν αβίαστο γέλιο ή σε εντυπωσίαζαν με τον συντονισμό τους.

Χαρακτήρες

Οι ηθοποιοί του -τι να έκαναν;- υπάκουσαν πλήρως στη δεδομένη οδηγία. Ο Ακης Σακελλαρίου (Πετρούκιος) ήταν ο κορυφαίος. Επαιξε με πλήρη άνεση και εσωτερικό χιούμορ· ίσως ήταν ο μόνος που έδωσε απόλυτα και τον χαρακτήρα. Ξεχώρισα ακόμη τον έμπειρο κωμικό Αλέξανδρο Μυλωνά (Μπατίστα), τον αφελή και φαιδρογόνο Γκρέμιο του επανεμφανισθέντος Ηλία Ασπρούδη, τον πολύ δυναμικό νέο κωμικό Σωκράτη Πατσίκα, που και πέρυσι είχα εντοπίσει στον «Ασχημο», τον αεράτο και πάντα κομιστή εποχής Γιάννη Νταλιάνη (Βιντσέντσιο) και τη χαριτωμένη ενζενί Εμιλυ Κολιανδρή (Μπιάνκα). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μια εκλεκτή ηθοποιός με σπάνια επαγγελματική συνείδηση. Νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν «ξεκλειδώθηκε», δεν πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, ξέχασε ή δεν μπόρεσε να βρει το κωμικό στίγμα της στρίγγλας Κατερίνας.

Μια παράσταση με πάρα πολλές ενστάσεις και ερωτήματα. Το μεγαλύτερο; Με ποιους τρόπους κερδίζεται σήμερα το σύγχρονο, και μάλιστα όχι βρετανικό, κοινό, απ’ τις σαιξπηρικές κωμωδίες; Μήπως την -αόριστη- απάντηση την έχει δώσει ο ίδιος ο Σαίξπηρ; «Η τέχνη δεν είναι για τους πολλούς. Ούτε για τους λίγους. Είναι πάντα για τον καθένα χωριστά».

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: