Υψηλή ραπτική

Λα Πουπέ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη στο θέατρο Σφενδόνη σε σκηνοθεσία Αννας Κοκκίνου

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ

Ενα γιγάντιο γλειφιτζούρι ανεβαίνει επί σκηνής: στρογγυλό, φούξια, με πλήθος μπούκλες στην κορυφή, αυτό το υπερμέγεθες πλάσμα με τις παχουλές γάμπες, το ολόλευκο πρόσωπο και το κοριτσίστικο μίνι φόρεμα μαγνητίζει το βλέμμα και αφοπλίζει τις αντιστάσεις από την πρώτη στιγμή. Λα Πουπέ, όνομα και πράγμα: μόνο που αυτή η τροφαντή μεσήλικη κούκλα δεν βάζει γλώσσα μέσα της. Δεν χρειάζεται να την κουρδίσεις, κουρδίζεται από μόνη της. Ολα γύρω της, τα πιο απλά και τετριμμένα, την ερεθίζουν και ενεργοποιούν τον χειμαρρώδη λόγο της. Καμία κούκλα στην ιστορία του είδους δεν έχει υπάρξει πιο ομιλητική.

Τα αφράτα γλυκά που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους, η σιχαμένη κυρία Αστερίου που έψαχνε αφορμή να την εκδικηθεί και ο κουτσός ψιλικατζής που την είπε «χαμούρα» και την πέταξε στον δρόμο αντί να πάρει το μέρος της, συνθέτουν το εναρκτήριο δράμα των χαμένων αμυγδαλωτών, το πιο πρόσφατο αλλά όχι και πιο ταραχώδες, όπως αποδεικνύεται, επεισόδιο στην επιφανειακά ατάραχη ζωή της.

«Κάποτε ίδρωνα πολύ. Τώρα σχεδόν καθόλου. Η ζέστη είναι πολύ μεγαλύτερη. Ο ιδρώτας πολύ λιγότερος. Αυτό είναι που βρίσκω τόσο υπέροχο. Τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσαρμόζεται. Στις συνθήκες που αλλάζουν» λέει η Γουίνι από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ και η Πουπέ θα έβρισκε πολλά να συζητήσει μαζί της, για τον χρόνο που έχει παγώσει γύρω τους και τις μέρες που περνούνε απαράλλακτες, ενώ χτίζουν στην άμμο πύργους με μεταξωτά μουαρέ υφάσματα και κουμπιά από πάστα ροδοπέταλου για να κλείσουν έξω από την πόρτα τους τον τρόμο του κενού.


Η Αννα Κοκκίνου σε στιγμιότυπο από την παράσταση


Ο Χατζηγιαννίδης συνθέτει ένα σύμπαν γλαφυρό, σουρεαλιστικό, χρησιμοποιώντας τα πιο καθημερινά υλικά: και αυτή είναι η δύναμη της γοητείας του. «Να το διευκρινίσω: δεν είμαι μοδίστρα. Ράβω φορέματα για κούκλες. Ή για μικρά κοριτσάκια, που κι αυτά τα φορέματα μοιάζουν για κουκλίστικα» εξηγεί η ηρωίδα του. Ενα τόπι από λέξεις ξετυλίγεται αβίαστα για να αποκαλύψει τη λαβυρινθώδη σκέψη ενός φαινομενικά απλοϊκού πλάσματος, μιας «εκτροχιασμένης ψυχής», όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, η οποία «ζει και κινείται ανάμεσά μας», μοναχική και ξεχασμένη, αποφασισμένη να αφηγηθεί την ιστορία της και να μας παρασύρει έστω φευγαλέα στον κόσμο της: εκεί όπου ο γλοιώδης σπιτονοικοκύρης κρύβει το φάντασμα του μεταφραστή και η υπερήλικη της διπλανής πόρτας βρίσκει παρηγοριά σε άσματα που της τραγουδά το «κουνελάκι» της, ενώ ένα σκαθάρι παρακολουθεί τα πάντα από το τζάμι, γνωρίζοντας τους βαθύτερους φόβους, το κάθε ανομολόγητο και θαμμένο μυστικό του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος· ποιος μαχαίρωσε τον κουτσό την ώρα που έκλεινε το μαγαζί του και ποιος σημάδευε με πέτρες τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων ένα βράδυ στην Αττική οδό.

Το μόνο κατά τη γνώμη μου αδύναμο σημείο του κειμένου βρίσκεται προς το τέλος, όταν ο συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να «εξηγήσει» την ηρωίδα του, να θυσιάσει τον σουρεαλισμό για χάρη της δραματουργικής αλήθειας και να φανερώσει το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδικού τραύματος έτσι ώστε να την καταστήσει πιο «κατανοητή», πιο «ανθρώπινη» στα μάτια μας.

Το σκηνικό του Νίκου Αλεξίου, ένα χάρτινο βασίλειο εξαιρετικά λιτής και εύστοχης σύλληψης, δεκάδες κουτιά σε όλα τα πιθανά και απίθανα μεγέθη, από το πλέον μικροσκοπικό ως το πλέον γιγάντιο, κουτιά σαν αυτά που έβαζαν παλιά τις κούκλες και τώρα δεν χρησιμοποιούνται πια. Ανάμεσά τους, η Πουπέ της Αννας Κοκκίνου δεν σταματά να ψαχουλεύει, να τακτοποιεί, να μιλά, να τραγουδά, να εκτονώνει τον εκνευρισμό της και να προβάλλει πληθωρικά το μπρίο της. Δεν είναι ότι δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής της: την αντιμετωπίζει με χιούμορ όμως και συνεχίζει τις δραστηριότητές της απτόητη. Παγιδευμένη, αλλά σε διαρκή κίνηση, ράβει τον μονόλογο της ζωής της και μας διασκεδάζει, ακόμη κι αν κατά βάθος ξέρει πως δεν υπάρχουν άλλες ευτυχισμένες μέρες στον ορίζοντα της ύπαρξής της, μονάχα ίσως λίγες στιγμές πρόσκαιρης λύτρωσης απ’ όλες τις κυρίες Αστερίου της οικουμένης: «Είμαι δειλή, κλεισμένο στρείδι/ μα θα λευτερωθώ με το βρισίδι. Αντε γαμήσου μαλακισμένη/ Και μάθε το πως σ’ έχω πια γραμμένη».

Είναι πραγματικά σπάνιες τόσο ευτυχείς συναντήσεις στο θέατρο: όταν το σύγχρονο και σαγηνευτικό κείμενο του Χατζηγιαννίδη βρίσκει όχι μόνο την ιδανική όψη του στη σκηνογραφία του Αλεξίου και στα κοστούμια της Χριστίνας Μαθέ, αλλά και την απόλυτη ερμηνεύτριά του στο πρόσωπο της Αννας Κοκκίνου. Η ηθοποιός πλάθει αριστοτεχνικά την περσόνα της Πουπέ, μοδίστρας-θεατρίνας: μια πραγματική μεταμόρφωση, ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα φαντασίας, ευαισθησίας και υποκριτικής, γεννά αυτό το ακραίο δημιούργημα, μια καρικατούρα με κωμική φλέβα και τραγικό ψυχισμό, γκροτέσκα, ζωντανή, απολαυστική, υπέροχη. Σε περίπτωση που επιθυμείτε να επικοινωνήσετε μαζί της για να κάνετε κάποια παραγγελία, αφήστε το μήνυμά σας στο 6978 401.549.

Το ΒΗΜΑ, 23/11/2008

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: