Θεατρικές σκηνές στην Αθήνα, πόσο αληθινή είναι η ευημερία;

Η θεμιτή φιλοδοξία νέων ομάδων συνυπάρχει με την υπερβολή των πολλαπλών παραγωγών

Tης Γιώτας Συκκά, Η Καθημερινή, Σάββατο, 22 Nοεμβρίου 2008

Η αντιμετώπιση της κρίσης για τις ασθενέστερες κυρίως τάξεις έχει δημιουργήσει ένα πονοκέφαλο στη διεθνή οικονομία, με συνέπειες και στην πολιτιστική ζωή των ανθρώπων. Εξαίρεση βέβαια η Ελλάδα, που μοιάζει να μη γνωρίζει τι της ξημερώνει. Η μείωση της κίνησης –μικρή ακόμη– έχει κάνει την εμφάνισή της στον χώρο του θεάτρου και της μουσικής, όμως όλα δείχνουν πως δεν τη νιώθουμε. Η πλαστή ευημερία της πολιτιστικής ψυχαγωγίας μπλέκεται στους αριθμούς και την εικόνα. Η κρίση άλλωστε σε αυτούς τους δυο χώρους, κυρίως στο θέατρο, είναι μια καραμέλα που τη μασάμε εδώ και δέκα με δεκαπέντε χρόνια.

Κρίση αλλά και άνθηση. Ποιος να τολμήσει να μιλήσει για τις δυσκολίες του θεατρικού χώρου, όταν τα τελευταία χρόνια μετράμε τετρακόσιες και πλέον παραστάσεις τη σεζόν. Τίποτα και κανείς δεν σταματά τη νεανική φιλοδοξία να κάνει ο καθένας μια ομάδα, σε χώρους κατάλληλους και ακατάλληλους, σε μπαρ, αποθήκες και τουαλέτες ακόμη. Κανείς όμως δεν σταματά και την υπερβολή κάποιων σχημάτων να βαφτιστούν με το ζόρι θέατρα ρεπερτορίου με πολλαπλές παραγωγές.

Μόνο που φτάσαμε στην άλλη άκρη. Με χρήματα του Δημοσίου (κάποιοι επιχορηγούνται), υπάρχουν θέατρα που παραπλανούν το κοινό. Σχήματα που συνδέουν το όνομά τους με την πρωτοπορία και το νεανικό κοινό. Παραστάσεις που λίγοι καταλαβαίνουν –αλλά ποιος τολμά να το πει–, σε χώρους που τελικά δεν στεγάζουν δικές τους παραγωγές αλλά επιλέγουν την τέχνη των επινοικιάσεων. Έτσι, θέατρα της Αθήνας παίζουν «Μονόπολη» νοικιάζοντας λίγα τετραγωνικά, ανεβάζοντας οι ίδιοι μία παραγωγή για ενάμιση μήνα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι κάνουν περισσότερες. Τι σημαίνει σε έσοδα; Η ενοικίαση ενός χώρου κοστολογείται 400 ευρώ την ημέρα x 30 παραστάσεις που συνήθως δίνει μια ομάδα, να λοιπόν τα 12.000 ευρώ!

Σε αυτή την πλασματική άνθηση που φαίνεται να ζει το ελληνικό θέατρο, δημιουργείται σιγά σιγά μια νέα πηγή εσόδων είτε με κλασικούς χώρους είτε με αίθουσες που είχαν άλλες χρήσεις. Αλλά μη γελιόμαστε. Σε αυτό το παιχνίδι συμβάλλουν και ιστορικές σκηνές, εκμεταλλευόμενοι το καλλιτεχνικό ή τηλεοπτικό όνειρο αποφοίτων που συνήθως επωμίζονται τα πάντα, δουλεύοντας ως σερβιτόροι τον ελεύθερο χρόνο. Ας μη γελιόμαστε, οι παραστάσεις που δουλεύουν, χρόνια τώρα, δεν είναι πολλές. Ο αριθμός παραμένει ίδιος στο αριθμητικό χάος. Άνθηση λοιπόν ή θεατρική παραπλάνηση;

Του Αντωνη Αντυπα*

Για άνθηση στο θέατρο συζητάμε εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του ’80 και εντάθηκε στη δεκαετία του ’90. Στην Ελλάδα πάντα υπήρξε καλό θέατρο και μεγάλοι θεατράνθρωποι. Και πάντα υπήρξε και υπάρχει κοινό θεατρόφιλο που στήριξε και στηρίζει το θέατρο. Η άνθηση ωστόσο πιστεύω πως έχει να κάνει και με τις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις.

Σε σχέση με τον αριθμό των 400 παραστάσεων στον οποίο φτάσαμε σήμερα δεν πιστεύω ότι είναι ενδεικτικό μιας άνθησης με την έννοια που ώς τώρα είθισται να χρησιμοποιούμε. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να εκφέρει μια άποψη με απόλυτη βεβαιότητα και κυρίως δεν μπορεί κανείς να είναι αρνητικός. Οι πολλές παραστάσεις δίνουν τη δυνατότητα να εκφραστούν πολλοί ηθοποιοί, πολλοί σκηνοθέτες, σκηνογράφοι, μουσικοί, φωτιστές, και συγγραφείς. Παράλληλα δημιουργείται ένας οργασμός γύρω από τη θεατρική πράξη. Δραματικές σχολές, εργαστήρια, σεμινάρια, πολλά φεστιβάλ, θεατρικές αίθουσες μικρές ή μεγάλες, πολλές μετακλήσεις. Ενας πλήθος κόσμου συζητεί, προβληματίζεται ανταλλάσσει ιδέες γύρω από το θέατρο και τις νέες τάσεις, και όπως πάντα ξεχωρίζουν κάποιες παραστάσεις.

Ολα αυτά είναι μεν θετικά, δεν σηματοδοτούν ωστόσο μια αληθινή άνθηση. Η άνθηση για να είναι πραγματική πρέπει να έχει διάρκεια και συνέπεια και συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη ή όχι πολιτιστικής πολιτικής από μέρους του κράτους και ειδικότερα του υπουργείου Πολιτισμού. Η έλλειψη ουσιαστικής και συνεπούς στήριξης του ποιοτικού θεάτρου, η απουσία μιας Ακαδημίας Θεάτρου, η ελλειμματική έρευνα, ο δήθεν πειραματισμός και η επέλαση μιας «μεταμοντέρνας» μανίας, έχουν a priori την τάση να ισοπεδώσουν τα πάντα και μεταθέτουν το κέντρο βάρους σε δευτερεύοντα και επουσιώδη στοιχεία. Αποτέλεσμα είναι η καλλιέργεια μιας αβεβαιότητας και μιας ασάφειας που δίνουν την αίσθηση ότι η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική. Ο επαναπροσδιορισμός των αξιών που καθορίζουν την ποιότητα της θεατρικής πράξης ίσως οδηγήσει το θέατρο σε μια πραγματική άνθηση.

* Ο Αντώνης Αντύπας είναι σκηνοθέτης και ιδρυτής του Οργανισμού Φάσμα «Απλό Θέατρο».

Του Βαγγελη Θεοδωροπουλου*

Αυτή τη στιγμή στην Αθήνα παίζονται 200 παραστάσεις, που σημαίνει ότι ώς το τέλος της σεζόν 2008-09 θα έχουν ανεβεί περίπου 500 παραστάσεις. Έχουμε 120 θέατρα, τα μισά από αυτά με δεύτερη και κάποτε τρίτη σκηνή. Υπάρχει λοιπόν μεγάλη παραγωγικότητα στην Αθήνα, κατά τα φαινόμενα η μεγαλύτερη στην Ευρώπη αναλογικά με τον πληθυσμό της. Λειτουργούν 40 δραματικές σχολές και θεατρικά εργαστήρια και κάθε χρόνο βγαίνουν 700-800 νέοι ηθοποιοί. Όλες αυτές οι στρατιές ηθοποιών έχουν ανάγκη να δοκιμαστούν στο σανίδι, να εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους και να εργαστούν.

Έτσι αυξάνονται οι παραστάσεις χρόνο με τον χρόνο. Αυτό έχει τα αρνητικά αλλά και τα θετικά του. Ως ένα βαθμό η άνθηση αυτή είναι πλασματική, δεν έχει καμία σχέση με την οικονομία. Με οικονομικούς όρους άνθηση, παραγωγικότητα, σημαίνει και ευρωστία οικονομική. Αυτό δεν ισχύει στο ελληνικό θέατρο. Οι περισσότεροι θίασοι δεν τα βγάζουν πέρα. Οι νέοι θέλουν να παίζουν κι ας μην πληρώνονται. Ποντάροντας στο ότι αν συμμετέχουν σε μια καλή δουλειά ή αν ξεχωρίσουν οι ίδιοι, τους ανοίγονται δρόμοι. Εδώ αρχίζει και η εκμετάλλευση. Γιατί άλλο είναι πέντε νέοι να φτιάχνουν μια ομάδα και να μοιράζονται τα έξοδα και σπανιότερα τα έσοδα κι άλλο να εργάζεσαι σ’ ένα θίασο και να μην πληρώνεσαι ή να παίρνεις κάτω από τα νόμιμα. Παρένθεση: το σωματείο ηθοποιών δεν θα ’πρεπε να φροντίζει μόνο να τηρούνται οι συμβάσεις, αλλά και το πώς δεν θα δημιουργούνται στρατιές ανέργων. Δεν έχω ακούσει ποτέ να το απασχολεί η ύπαρξη τόσων σχολών και οι προϋποθέσεις λειτουργίας τους.

Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το κλίμα υπάρχει και η θετική πλευρά. Σίγουρα ανεβαίνουν κάθε χρόνο 15-20 πολύ καλές παραστάσεις και ξεχωρίζουν κάποιοι καινούργιοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, ομάδες. Και συγκρίνετε με τη θεατρική πραγματικότητα πριν από 30 χρόνια, που με το ζόρι υπήρχαν 4-5 πολύ καλές παραστάσεις σε μια σεζόν. Δεν ισχύει στο θέατρο αυτό που λένε συνήθως οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν: «στην εποχή μας ήταν όλα καλύτερα».

*Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος είναι σκηνοθέτης και δημιουργός του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: