Daily Archives: 16 Νοέμβριος, 2008

Θέατρο «Ιλίσια Ντενίση»: «Το σ’ αγαπώ δεν είναι… ντεμοντέ»

24796-denisi2_medium1Πάντα ήθελα να πάρω μια συνέντευξη από την Μιμή Ντενίση. Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό. Την εκτιμώ, χωρίς να την γνωρίζω προσωπικά. Κι ούτε ποτέ επιδίωξα να την γνωρίσω. Μπορεί να μη συμφωνώ και με τις [πολιτικές] φιλίες της, αλλά όσο της επιτίθενται, τόσο νιώθω ότι την αδικούν. Υπάρχει ένας λόγος ισχυρός κι αυτός έχει σχέση με το γεγονός ότι ουδέποτε ζήτησε ή πήρε χρήματα από το κράτος για να κάνει τη δουλειά της. Έχει θεατρική επιχείρηση, δηλώνει πάντοτε παρούσα, σχεδόν σε κάθε θεατρική σεζόν, ανεβάζει πολυπρόσωπα έργα και μαζί της έχουν δουλέψει και δουλεύουν δεκάδες ηθοποιοί και άλλοι θεατρικοί παράγοντες [σκηνογράφοι, φωτιστές, ενδυματολόγοι κ.ά.] και ποτέ κανείς δεν βρέθηκε να πει το παραμικρό σε βάρος της. Εκτός από τον [αχαρακτήριστο] Λάκη Λαζόπουλο, για τον οποίο έχω γράψει ουκ ολίγες φορές

Δεν χρειάζεται να κάνω συγκρίσεις με άλλες θεατρίνες που πλασάρονται ότι διακονούν την υψηλή τέχνη κι έχουν φεσώσει τους πάντες, χρωστάνε ακόμη και της Μιχαλούς!

Η προσωπική ζωή της Ντενίση δεν μ’ ενδιαφέρει. Αντιθέτως εγώ τη βλέπω ευγενική, γλυκιά, ευπροσήγορη και μπορεί να πει πέντε κουβέντες χωρίς να κάνει λάθη…

ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η Μιμή Ντενίση είναι απόφοιτος του Αμερικανικού Κολεγίου Θηλέων της Αγ. Παρασκευής, του τμήματος Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Δραματικής Σχολής του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Μεταφράζει από τα γαλλικά και τα αγγλικά.

Τον Οκτώβριο του 1981, πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στο θεατρικό έργο «Τζούλια» στο ρόλο της Άλισον σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή και πρωτοεμφανίζεται στην ελληνική τηλεόραση με την τηλεοπτική σειρά «Γιούγκερμαν» του Μιχάλη Καραγάτση με τον Αλέκο Αλεξανδράκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, στο ρόλο της Νταινα, τον Φεβρουάριο του 1978.

Έχει συνεργασθεί με πολλούς σκηνοθέτες (όπως οι Βολονάκης, Κακλέας, Τσιάνος, Ιορδανίδης, Δαμάτης, Χρονόπουλος, Μαργαρίτης, Θεοδοσιάδης, Βουτσινάς) και σκηνογράφους (όπως οι Φωτόπουλος, Παντελιδάκης, Δήμου, Σιακας, Πετρόπουλος, Χαρατσίδης, Πάτσας) όπως επίσης έχει συνεργασθεί με μερικούς από τους διασημότερους ξένους σκηνοθέτες (Ρότζερ Ουίλιαμς, Gilian Gregory), αλλά και φωτιστές (Peter Mumford) και σκηνογράφους κ.λπ. Έχει διευθύνει τα αθηναϊκά θέατρα «Αθηνά» (1981-1987), «Βρετάνια» (1988-1993), «Ακροπόλ» (1994-2000). Τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα από τον Οκτώβριο του 2000, έχει δική της θεατρική στέγη, το θέατρο «Ιλίσια», με δύο σκηνές, πρώτη στο θέατρο «Ιλίσια –Ντενίση για παραγωγές μεγάλες και δεύτερη στο θέατρο «Ιλίσια-Βολανάκης» για πρωτοποριακές παραγωγές μικρότερης εμβέλειας.

Φέτος ανεβάζει το έργο «Το σ’ αγαπώ δεν είναι… ντεμοντέ» του Νόελ Κάουαρντ σε ελεύθερη απόδοση και σκηνοθεσία δική της, στο θέατρο «Ιλίσια Ντενίση». Το έργο βασίζεται στο έργο του Κάουαρντ «Απόψε στις 8.30» αλλά και στον Τολστόι. Όλο το έργο διαδραματίζεται σε δέκα Πέμπτες, τόσο κρατάει η ιστορία του ζευγαριού. Μέσα σε αυτές τις Πέμπτες, βλέπουμε τις σχέσεις και των ζευγαριών γύρω τους. Άλλες με πολύ γέλιο κι άλλες με πολύ συγκίνηση. Ο Όσκαρ και η Μπέτυ είναι το κλασικό ζευγάρι που ο άντρας απατάει και η γυναίκα υπομένει, αλλά με την αγάπη και το χιούμορ ξεπερνιούνται όλα. Η Φραν και ο Σταν είναι το νεαρό αναρχικό ζευγάρι που παριστάνει πως αδιαφορεί για σχέσεις και αισθήματα και τελικά φτιάχνει την ουσιαστικότερη σχέση και ο Φρέντ, ο σύζυγος της Λόρα, που ξεπερνάει τις αστικές προκαταλήψεις και δείχνει την αγάπη του με την συγχώρεση. Μια παράσταση που στηρίζεται εξίσου στο θέατρο, όσο και στο σινεμά, με τους ηθοποιούς, τους χορευτές και τους μουσικούς που παίζουν ζωντανά επί σκηνής να λειτουργούν αυτοσχεδιαστικά.

Σκηνοθέτης: Μιμή Ντενίση, σκηνικά-κοστούμια: Αναστασία Αρσένη, φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλλης, χορογραφίες: Ελπίδα Νίνου-Φιλιππίδη. Παίζουν: Μιμή Ντενίση, Στράτος Τζώρτζογλου, Χρήστος Σιμαρδάνης, Αγγελική Λάμπρη, Τζένη Διαγούπη, Πρόδρομος Τοσουνίδης, Μιχάλης Μητρούσης.

Θέατρο: Ιλίσια – Ντενίση: Βασ. Σοφίας 54 και Παπαδιαμαντοπούλου 4 , Ιλίσια (Αθήνα). Τηλέφωνο: +30210-7216317. Ημέρες – Ώρες: Τε: 19.15 (λαϊκή) Πε: 21.00 Πα: 21.00 Σα: 18.30, 21.30 Κυ: 19.15. Τιμές: 25, 20 (λαϊκό), 18 (φοιτητικό) Ε. Πρεμιέρα: 19/11/2008

ΣΧΕΤΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ


Μόνο εγώ και ο Παπαϊωάννου ξέρουμε να κάνουμε υπερπαραγωγές

Συνέντευξη στον ΓΙΩΡΓΟ ΒΙΔΑΛΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008
Θέατρο και σινεμά μαζί, σε μια ιστορία παράνομου έρωτα. Ηθοποιοί επί σκηνής να «περνάνε» για λίγο στην οθόνη και να επιστρέφουν ξανά. Ηθοποιοί-θεατές, που βλέπουν μερικές στιγμές την κινηματογραφική «Αννα Καρένινα» με την Γκρέτα Γκάρμπο. Μουσικοί, που παίζουν ζωντανά ταξιδεύοντας το κοινό σε πασίγνωστα τραγούδια, όπως «Fly me to the moon» και «Heaven».

Ολα αυτά κι άλλες εκπλήξεις στο θέατρο «Ιλίσια-Ντενίση», που έχει πρεμιέρα απόψε με το έργο «Το σ’ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ». Η Μιμή Ντενίση κυριολεκτικά πρωταγωνιστεί ως ηθοποιός, σκηνοθέτρια, μεταφράστρια και παραγωγός. Στους βασικούς ρόλους, οι Στράτος Τζώρτζογλου, Μιχάλης Μητρούσης, Χρήστος Σιμαρδάνης, Αγγελική Λάμπρη, Τζένη Διαγούπη, Πρόδρομος Τοσουνίδης. Η κινηματογραφική σκηνοθεσία είναι της Μέμης Σπυράτου.

Πρόκειται για το άπαιχτο στην Ελλάδα έργο του Νόελ Κάουαρντ «Still life», ουσιαστικά ένα μονόπρακτο, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε και η παλιά ταινία του Ντέιβιντ Λιν «Σύντομη συνάντηση». Εχοντας διαβάσει τη βιογραφία του Βρετανού συγγραφέα, η Ντενίση αναγνώρισε κάποια κοινά στοιχεία από την «Αννα Καρένινα», όπως και τον θαυμασμό του για τον Λέοντα Τολστόι. Μπόλιασε λοιπόν το έργο με αρκετά κομμάτια από την «Καρένινα», που η ίδια είχε ανεβάσει στο παρελθόν, κάνοντας μια ελεύθερη διασκευή.

Με αφορμή την παράσταση, η παρακάτω κουβέντα μαζί της στο τριώροφο νεοκλασικό κτήριο, όπου στεγάζεται η δραματική σχολή της (Μαυρομματαίων 25).

«Ερμηνεύω μια αντιηρωίδα με παιδιά, παντρεμένη μ’ έναν πολιτικό, η οποία ζει συμβατικά κι ερωτεύεται ένα γιατρό μ’ ελεύθερο πνεύμα. Η ψυχή της αγωνιά αλλά στο τέλος επιλέγει το καθήκον -σε αντίθεση με την Καρένινα που έσπασε τα δεσμά, πήγε κόντρα στην κοινωνία και στο τέλος αυτοκτόνησε για τον παράνομο έρωτά της. Η ηρωίδα μου δεν μπορεί να βιώσει ένα τόσο έντονο συναίσθημα. Η παράσταση συνδυάζει ένα διαχρονικό κείμενο με σύγχρονη τεχνολογία και σύγχρονο ανέβασμα».

  • Η απιστία είναι αναπόφευκτη όταν υπάρχει συμβατικός γάμος; Πώς ξεπερνιέται η ρουτίνα της καθημερινότητας σ’ ένα ζευγάρι;

«Εξαρτάται από τις προσωπικότητες των ατόμων. Για μένα δεν υπάρχει πλήξη στο ζευγάρι, γιατί δεν επιτρέπω κανείς να παρεμβαίνει στην ελευθερία μου και δεν παρεμβαίνω στην ελευθερία του άλλου. Η καταστροφή του ζευγαριού είναι αυτό το «μαζί, να είμαστε συνέχεια μαζί». Πιστεύω ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: Σ’ αυτούς που δεν τολμούν να κάνουν τις μεγάλες κινήσεις κι όταν τους έρθει ένα μεγάλο αίσθημα το ζουν για κάποιο διάστημα και μετά λένε: «Εχω ζήσει κάτι διαφορετικό κι εγώ απλώς ήμουν εντάξει, έκανα το καθήκον μου». Υπάρχουν κι εκείνοι που, όταν αισθάνονται κάτι πολύ μεγάλο, δεν μπορούν παρά να το ακολουθήσουν».

Στις αρχές του ’50, σ’ ένα καφενείο σιδηροδρομικού σταθμού που έχει δίπλα έναν κινηματογράφο, συναντιούνται διάφοροι, κουβεντιάζουν, φλερτάρουν, ονειρεύονται. Σκηνή από το έργο του Νόελ Κάουαρντ με Μιμή Ντενίση, Μιχάλη Μητρούση, Στράτο Τζώρτζογλου, Χρήστο Σιμαρδάνη κ.ά. με τη μοναδική μπάντα δίπλα τους
  • Έρωτας κι αγάπη είναι το ίδιο;

«Δεν νομίζω. Ολοι έχουμε ερωτευθεί δυνατά λάθος ανθρώπους, διότι είναι η έλξη του αντίθετου, του παράλογου, του επικίνδυνου, του κρυφού. Η αγάπη μπορεί να είναι μετά από έρωτα ή μαζί με έρωτα. Αλλά εμπεριέχει κι άλλα στοιχεία, όπως το ίδιο μήκος κύματος, τα κοινά ενδιαφέροντα».

  • Έχοντας παίξει τα τελευταία χρόνια κυρίως σε μιούζικαλ, η τωρινή παράσταση είναι κάτι διαφορετικό;

«Εχω κάνει έναν κύκλο με κωμωδίες σημαντικών δημιουργών (Φεϊντό, Λαμπίς), δεν έπαιξα ποτέ μπαλαφάρα. Εκανα ιστορικά έργα, μιούζικαλ. Και με τον Γιάννη Φέρτη είχαμε ανεβάσει Σάφερ, Οσμπορν, Χάμπτον. Αισθάνομαι τώρα ότι θέλω να πάω σ’ έναν πιο εσωτερικό δρόμο, έστω κι αν δεν έχει την ίδια εμπορικότητα».

  • Η ενασχόλησή σου με πολυπληθείς, μεγάλες παραγωγές, πώς εξηγείται;

«Οταν είσαι σ’ ένα θέατρο σαν το «Ακροπόλ» με 1.300 θέσεις, πρέπει να το γεμίσεις, να παίξεις για ευρύ κοινό. Ο χώρος σε καθορίζει. Είναι κακό μια γυναίκα να ξέρει να κάνει υπερπαραγωγές; Στην Ελλάδα μόνο εγώ κι ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, με άλλο τρόπο βεβαίως, μπορούν και το κάνουν».

  • Εχουν πει ότι δίνεις περισσότερη σημασία στη συσκευασία παρά στο περιεχόμενο.

«Οποιος το λέει αυτό είναι αδαής. Υπάρχει ένας… δηθενισμός στην Ελλάδα. Είμαι σταρ και δεν το λέω ψωνίστικα, το λέω επειδή έχω ένα κοινό που με παρακολουθεί χρόνια. Σημαίνει και κάτι μη αναλώσιμο. Αν δεν είχα αυτό τον τίτλο, που είναι μια λαμπερή ανοησία, θα με έβλεπαν με διαφορετικό μάτι. Οταν ανέβασα την Μπουμπουλίνα άκουσα τα μύρια όσα. Εκανα εξαντλητική μελέτη γιατί έχω σπουδάσει φιλολογία, συνεργάστηκα στο κείμενο με τον Μίνω Βολανάκη, που το σκηνοθέτησε. Είναι πιο κουλτουριάρικο θεατρικό έργο οι «Αθλιοι», επειδή αφορούν τη Γαλλική Επανάσταση, και λιγότερο καλό το δικό μας; Η αισθητική της «Μπουμπουλίνας» που ανέβασα ήταν σαν πίνακας του Ντελακρουά και είμαι περήφανη γι’ αυτήν. Η έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα με τα βυζαντινά κοστούμια κι αυτά της Ελληνικής Επανάστασης που έκανε η Κοκοσαλάκη ήταν πολύ σικ και η «Θεοδώρα» ή η «Μπουμπουλίνα», που είχα κάνει πέντε χρόνια πριν με τη Φωτεινή Δήμου, που είναι μεγαλύτερη σκηνογράφος από την Κοκοσαλάκη, ήταν μπανάλ;».

  • Η ομορφιά ήταν ένα διαβατήριο στην καριέρα σου. Όπως και η εργατικότητά σου.

«Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι περήφανη είναι η γνώση του θεάτρου. Το ξέρω απέξω κι ανακατωτά. Μπορώ ν’ ανεβάσω μια παράσταση στην οποία να κάνω τα φώτα, να βοηθήσω στα σκηνικά, να έχω κάνει τη διασκευή… Μάθαινα δίπλα στον Φέρτη, στον Βολανάκη και σ’ άλλες προσωπικότητες. Δεν επαναπαύθηκα ούτε στο πόσο ωραία είμαι ούτε στο ότι πουλάω και με βάζουν στα εξώφυλλα. Δούλευα και μάθαινα».

  • Αφιερώνεις χρόνο στη δραματική σχολή σου;

«Αρκετό, γιατί μ’ ενδιαφέρουν τα όνειρα των νέων. Δυστυχώς έρχονται αρκετά ψώνια που τα σιγοντάρουν οι γονείς τους. Τις προάλλες κάποιος με ρώτησε: «Το παιδί θα γίνει διάσημο μέχρι να τελειώσει τη σχολή;». Ε, αυτό το διώχνω. Η καταστροφή προέρχεται από την τηλεόραση και τα ριάλιτι. Δίνουμε έμφαση στα ταλαντούχα παιδιά που αγαπούν το θέατρο. Εκανα μια σχολή με καλόγουστο περιβάλλον, με όλες τις προϋποθέσεις, με καλούς δασκάλους, όπως αξίζει στα παιδιά».

  • Εχεις δικό σου θέατρο και σχολή. Εχεις εδώ κι οχτώ χρόνια ένα κοριτσάκι. Παντρεύτηκες πριν από ενάμιση μήνα τον Σωτήρη Πολύζο, δημοσιογράφο από τον Βόλο. Νιώθεις πληρότητα;

«Είμαι ευτυχισμένη. Δεν είμαι άνθρωπος της γκρίνιας. Αν ο Θεός σου δώσει καλή υγεία, καλό μυαλό, μια ισορροπία ψυχική και δεν έχεις κάποιο πρόβλημα εμφανισιακό, πρέπει να είσαι ευτυχής. Εχω περάσει και τα κάτω μου, λύπες και τραγωδίες. Χώρισα σε νεαρή ηλικία, πέθανε αργότερα ο Αντώνης Τρίτσης, που τον αγαπούσα. Η ζωή είναι μια περιπέτεια. Εχω την κόρη μου τη Μαριτίνα, που λατρεύω. Ισως αυτή με γείωσε και μ’ έκανε να αγαπήσω τις καθημερινές ηρωίδες. Είδα πόσο σπουδαίο είναι το μεγάλωμα του παιδιού. Θα ‘θελα ν’ αποκτήσω άλλο ένα. Εχω τώρα ένα καλό σύντροφο που είναι, ευτυχώς, μέσα στη δουλειά του δημοσιογραφικού τρεξίματος. Ποιος άλλος θα ανεχόταν μία, που πάει στην πρόβα και λέει θα ‘ρθει σε δυο ώρες και έρχεται σε πέντε; Δεν μπορώ το μοντέλο του νεοέλληνα «μάτσο», του αλαζόνα, του μάγκα».

  • Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Βλέπουμε γυναίκες ιδίως του καλλιτεχνικού χώρου να κάνουν κάποιες διορθωτικές επεμβάσεις. Πώς το βλέπεις;

«Δεν διαφωνώ αν μια γυναίκα έχει σακούλα κάτω από τα μάτια να κάνει επέμβαση. Ή να κάνει μια ένεση για να μην έχει πολλές ρυτίδες. Είμαι κατά των πολλών. Διότι, τι ρόλο θα παίξεις αν ξαφνικά στα πενήντα τραβήξεις το πρόσωπό σου; Θα παίξεις την εικοσιπεντάρα; Πάλι την πενηντάρα θα παίξεις. Δεν προσφέρει κάτι η ταλαιπωρία για την αλλαγή της εμφάνισης. Είναι ωραίο να έχεις τη διατροφή σου, να διατηρείσαι σε καλή φόρμα. Και κάποια πράγματα, μικρά, να τα κάνεις, αν το πιστεύεις. Αλλιώς τ’ αφήνεις».

Στον γάμο μου δεν κάλεσα κανέναν
  • Η δημοσιότητα, το λάιφ στάιλ, η συνεχής «κλειδαρότρυπα» στη ζωή σου, πόσο γοητευτικά ή κουραστικά είναι; Τι μένει απ’ όλα αυτά;

«Δεν μου προσφέρει κάτι επί της ουσίας. Παράδειγμα, ο γάμος μου. Αν δεις φωτογραφίες, ήμασταν 15 άτομα κι οι δυο οικογένειες, κανείς άλλος».

  • Μα, δεν ήταν τα κανάλια;

«Δεν κάλεσα κανένα. Δεν είπα πού θα παντρευτώ. Το είπε ο… παπάς σε κάποιο κανάλι. Βεβαίως, χρόνια είμαι στη δημοσιότητα, σέβομαι τη δουλειά των δημοσιογράφων και των καναλιών. Δεν μπορώ να πω «φύγετε» από το γάμο μου ούτε να έχω σωματοφύλακες. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Είμαι εντελώς αμέτοχη σ’ αυτό. Εκανα ένα ωραίο πάρτι μετά και κάλεσα φίλους και γνωστούς μου. Κάθε πολίτης μπορεί στο πάρτι του γάμου του να καλέσει όποιον γουστάρει. Στο γάμο μου πάντως δεν κάλεσα κανένα».

  • Πώς εξηγείς το πολύχρονο «κόλλημα» του Λάκη Λαζόπουλου μ’ εσένα; Στην εκπομπή του είπε ότι παντρεύτηκες για να μαζέψεις κόσμο στην παράσταση που ετοιμάζεις.

«Η σάτιρα οφείλει να είναι αμείλικτη προς την εξουσία. Το να πιάνεις ένα πρόσωπο, και μάλιστα σε ιδιωτικές στιγμές, και να το κοροϊδεύεις το θεωρώ φτήνια. Δεν έχω απαντήσει ποτέ, δεν τον έχω προσβάλει ποτέ. Δεν θα έκανα πλακίτσες ποτέ στην ιδιωτική του ζωή, που έχει δώσει λαβές, ούτε στη δουλειά του. Αυτό που μου κάνει είναι απαράδεκτο, απολίτιστο, άνευ λόγου. Ή έχει πρόβλημα ψυχικό μαζί μου ή το κάνει από σύστημα γιατί πουλάει».

  • Τα κυριότερα προτερήματά σου;

«Είμαι καλή εκ φύσεως και εκ πεποιθήσεως. Η καλοσύνη για μένα είναι πάνω από την εξυπνάδα. Δεν θέλω να κάνω κακό, δεν θέλω να είμαι μέσα σε φθήνιες. Εχω υπομονή. Πιστεύω στη δικαιοσύνη των ανθρώπων. Είμαι εργατική τόσο που φτάνω στην υπερβολή».

  • Και από ελαττώματα ;

«Η τελειομανία. Μπορεί να έχω φτιάξει μια σκηνή και να καθίσω άλλες τρεις ώρες βασανίζοντας τους ηθοποιούς, γιατί μου φταίει κάτι που δεν θα το δει κανείς. Η πολυπραγμοσύνη, που μου στερεί τη δυνατότητα να δω καλύτερα. Η μη ελαστικότητα, που με κάνει άδικη προς τους άλλους αλλά και στον εαυτό μου. Η συγκεντρωτικότητά μου, γιατί δεν έχω μάθει να μοιράζω ευθύνες. Θέλω όλα να τα τσεκάρω».

Συνέντευξη στον ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗ, ΕΘΝΟΣ – 16/11/2008

Θέατρο, σινεμά, χορό και τραγούδι «παντρεύει» η Μιμή Ντενίση στο «Σ αγαπώ, δεν είναι ντεμοντέ», μιλάει για τη νέα αυτή παράσταση και τον Λαζόπουλο και προειδοποιεί: «θα μπορούσα κι εγώ να χτυπήσω κάτω από τη μέση».

«Η εμμονή του Λάκη με τη Μιμή είναι ντεμοντέ», μας έλεγε σε συνέντευξή του πριν από περίπου έναν μήνα ο Σταμάτης Κραουνάκης και με την ευκαιρία που τη συνάντησα για να μιλήσουμε για την παραγωγή που ετοιμάζει, «Το σ’ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ», έπαιξα με την «ντεμοντέ εμμονή» που είπε ο Κραουνάκης. Αποτέλεσμα;

«Εγώ τα... φίδια τα    πετάω �ξω από το σπίτι μου»

Ανέβασε… θερμοκρασία και πήρε θέση στην επίθεση που της έκανε ο Λάκης την ημέρα του γάμου της. Η ίδια απαντά και στις… παράπλευρες επιθέσεις Μπάρμπα – Ζαχαράτου, ενώ μιλά για τους εχθρούς – φίδια που είχε η Αλίκη στο πλευρό της μέχρι το τέλος της. «Εγώ τα πετάω τα… φίδια έξω από το σπίτι μου, δεν τους μαγειρεύω όπως εκείνη, γιατί ξέρω ότι πάντοτε είναι έτοιμα να χύσουν δηλητήριο και ας το παίζουν ακίνδυνα. Ξέρεις τι εννοώ…».

«Εγώ τα... φίδια τα    πετάω �ξω από το σπίτι μου»
  • Στο έργο «Το σ’ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ»… παντρεύεις απ ό,τι έχω μάθει τον Λέοντα Τολστόι με τον Νόελ Κάουαρντ!

Κάνω μια ελεύθερη απόδοση του αγαπημένου έργου του Κάουαρντ «Still life» που πριν από το 50 έγινε ταινία από τον ίδιο και τον Ντέβιντ Λιν με τίτλο «Σύντομη συνάντηση» και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες ταινίες του αγγλικού σινεμά. Ακόμα και σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στις τρεις δημοφιλέστερες ταινίες της Μεγάλης Βρετανίας. Πέρυσι ανέβηκε στο Λονδίνο και γνώρισε τεράστια καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία. Διαβάζοντας τη βιογραφία του Κάουαρντ, διαπίστωσα πως ο αγαπημένος συγγραφέας του Κάουαρντ ήταν ο Τολστόι. Χαριτολογώντας ο ίδιος, έλεγε πως την επιτυχία του την οφείλει στο ότι το όνομά του ήταν αναγραμματισμός του ονόματος ενός μεγάλου συγγραφέα: Νόελ – Λέον. Πραγματικά, διαβάζοντας το κείμενο και έχοντας διασκευάσει την «Αννα Καρένινα» στο παρελθόν, διαπίστωσα τις ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κείμενα. Η Καρένινα, αρχέτυπη ιστορία παράνομου έρωτα, με κύριο θέμα το τρίγωνο και τις επιπτώσεις του στους πρωταγωνιστές αλλά και στο περιβάλλον τους, ήταν στο έναυσμα για να γράψει ο Κάουαρντ το δικό του έργο. Βασίστηκε πάνω σ’ αυτό για να προχωρήσει!

  • Εχω μάθει ότι στην παράστασή σου «παίζει» και «Καρένινα»

Στο «Σ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ» στηρίζομαι σε ολόκληρο το κείμενο του Κάουαρντ αλλά και σε κομμάτια από την Καρένινα. Η Λόρα, η πρωταγωνίστρια του Κάουαρντ, παντρεμένη με μεγαλοαστό, ζει μια έντονη κρυφή ερωτική σχέση που στα μάτια της φαντάζει όμοια με της αγαπημένης της ηρωίδας του σινεμά. Στην πραγματικότητα όμως όλα γίνονται διαφορετικά, γιατί όπως λέει και η ίδια, είναι μια συνηθισμένη γυναίκα και τίποτα μεγάλο και ηρωικό δεν συμβαίνει στη ζωή της. Η μόνη ομοιότητα είναι η ανάγκη για ένα αληθινό σ’ αγαπώ. Η ηρωίδα του Τολστόι είχε την ίδια ανάγκη το 1890, του Κάουαρντ το 1950 και εμείς σήμερα. Οι μόδες αλλάζουν, ο τρόπος έκφρασης αλλάζει, οι λέξεις γίνονται παρωχημένες και ντεμοντέ, το σ’ αγαπώ μένει ίδιο…

  • Εμαθα ότι η παράστασή σου «παντρεύει» το θέατρο με το σινεμά. Πώς γίνεται αυτό;

Ετοιμάζω μια παράσταση που στηρίζεται εξίσου στο θέατρο, όσο και στο σινεμά. Ζωντανό σινεμά χαρακτηρίστηκε στην Αγγλία. Οι ηθοποιοί μπαίνουν και βγαίνουν στους ρόλους τους, παρακολουθούν την παράσταση, παίζουν στην οθόνη με τους αγαπημένους τους ήρωες, τραγουδούν με τη ζωντανή μπάντα αγαπημένα τζαζ κομμάτια και γίνονται μια παρέα με το κοινό. Μια παράσταση με ιδιαίτερη φόρμα που φιλοδοξεί να συνδυάσει πολλές μορφές τέχνης, στον καινούργιο δρόμο που προχωράει το θέατρο σήμερα. Ο χορός και το τραγούδι είναι οργανικά δεμένα με το έργο καθώς διαδραματίζεται στο καφέ το σινεμά που οι πελάτες του τρώνε, πίνουν το τσάι τους και παρακολουθούν το σόου που γίνεται πριν από την προβολή. Μίνιμαλ σκηνικά, κινηματογραφικά και φωτιστικά εφέ και απαραίτητη συμμετοχή των θεατών. Ετοιμαστείτε για κάτι πρωτότυπο…

  • Ο Σταμάτης Κραουνάκης σε συνέντευξή μας που τον ρώτησα τη γνώμη του για την επίθεση που σου έκανε ο Λάκης την ημέρα του γάμου σου, μου είπε ότι η εμμονή του Λάκη σε σένα έχει καταντήσει ντεμοντέ!

Και τι θες να σου πω εγώ τώρα; Οτι έχει άδικο; Δεν είναι τέτοια; Ο Σταμάτης είναι δίκαιος και ακριβής. Βάζει στη θέση τους τα πράγματα. Πράγματι, έχει καταντήσει ντεμοντέ αυτή η εμμονή… Και να τονίσω ότι δεν πρόκειται για κόντρα αλλά για εμμονή! Εγώ δεν του απαντώ – αν και θα μπορούσα να το κάνω.

  • Ε, έχεις απαντήσει και εσύ όταν έλεγες ότι δεν είναι ηθοποιός αλλά… Μήτσος, που δεν έχει διακριθεί ποτέ σε κανέναν ρόλο…

Ηταν το λιγότερο που θα μπορούσα να πω, σε βεβαιώ! Δεν θέλω να μπαίνω διόλου στο «τριπάκι» του και δεν το κάνω. Μπορεί να πικραίνομαι, να στεναχωριέμαι, αλλά δεν θέλω να πάρω μέρος σε αυτό το «έργο» που «μαγειρεύει» ο Λαζόπουλος. Δεν με αφορά, πώς το λένε; Το βαρέθηκα όλο αυτό το «εργάκι» στο οποίο βρίσκει κάθε φορά τρόπο να με «χτυπάει» δυνατά…

  • Το δυνατότερο «χτύπημα» ήταν στον γάμο σου, να υποθέσω;

Παντρευόμουν λίγα λεπτά πριν από την έναρξη της εκπομπής του και είχε πλάνα από την τελετή λίγα λεπτά μετά. Αν αυτό δεν είναι κακεντρέχεια και κακία, τότε τι είναι; Με χτύπησε ακόμα και σ’ αυτή την ιερή στιγμή. Τελειώνοντας ο γάμος είδα τον πεθερό μου δακρυσμένο. Ηρθαν στην Αθήνα για τις χαρές του παιδιού τους, τον καμάρωσαν γαμπρό και στην τηλεόραση «κανιβάλιζαν» το μυστήριο, λέγοντας ότι ο… Σωτηράκης μου, αν δεν κάνει εισιτήρια η παράσταση, θα πάρει πόδι! Χτύπα με όσο θέλεις εμένα, μα μη χτυπάς το παιδί μου και τον άντρα μου. Πες για τους ρόλους, την εμφάνισή μου, σχολίασε αν θες και το λουλούδι που χα στα μαλλιά. Μα μη χτυπάς τον άντρα που παντρεύτηκα και μάλιστα λίγα λεπτά μετά το μυστήριο…

  • Πολλοί «φαν» του Λάκη, που δεν σε… συμπαθούσαν ιδιαίτερα, πήραν το μέρος σου σε όλο αυτό το «έργο». Σου έδωσαν δίκιο!

Ναι, γιατί ο κόσμος δεν τη δέχεται την αδικία την κατάφωρη. Ποτέ δεν βγήκα να ασχοληθώ με τον Λάκη και την προσωπική του ζωή. Δεν θα μπορούσα να το κάνω; Δεν θα μπορούσα να… χτυπήσω κι εγώ κάτω από τη μέση όπως έκανε αυτή τη φορά εκείνος; Είχα ευκαιρίες πολλές. Τότε με το περίφημο «Θέραπιν», με πολιορκούσαν να σχολιάσω τα του… κότερου! Δεν το έκανα! Ηταν μια δύσκολη στιγμή του και τον σεβάστηκα. Σεβάστηκα τα πάντα. Δεν αναφέρθηκα ποτέ στις όποιες… προτιμήσεις του, στις επιλογές του, στις παρέες του, στην οικογένειά του – που θεωρώ ό,τι ιερότερο για έναν άνθρωπο.

  • Γιατί λοιπόν έδειξε τόσο μένος για τον γάμο μου;

Δεν μου λείπει το χιούμορ και θα μπορούσα να βγω να πω κάτι αστείο για τα προσωπικά του… Αλλά θεωρώ ότι το απόλυτο ναδίρ αυτό είναι! Να βγαίνει ο ένας να διακωμωδεί και να κανιβαλίζει τα προσωπικά του άλλου. Είμαι υπέρ της ελευθερίας της προσωπικής ζωής του κάθε ατόμου! Ο καθένας έχει το δικαίωμα να παντρεύεται στα 20, στα 40, στα 60, στα 80, να είναι γκέι, να παντρεύεται ως γκέι, να κάνει ό,τι του κατέβει στο μυαλό, αφού αυτό είναι που θέλει πραγματικά… Το τι κάνω εγώ στην προσωπική μου ζωή αφορά μόνο εμένα! Οπως και το τι κάνει ο καθένας. Κι είναι φτηνό, πολύ φτηνό να ασχολείσαι -ο Λάκης και ο… όποιος Λάκης, δεν μιλώ προσωπικά γι αυτόν, πίστεψέ με!- με την όποια επιλογή κάνω.

  • Τον γάμο σου σατίρισε με βίντεό του στο σόου της Μπάρμπα και ο Τάκης Ζαχαράτος, αλλά εκεί επενέβης απ ό,τι έμαθα…

Τι εννοείς επενέβηκα; Ούτε μηνύσεις έκανα, ούτε φυσικά έστειλα περιπολικά (γέλια) όπως ειπώθηκε προκειμένου να γίνει «θόρυβος». Θέλησαν να διαφημιστούν και με χρησιμοποίησαν για άλλη μια φορά. Δεν έχω τίποτα ούτε με τη Βάνα, ούτε με τον Τάκη – που τον… έντυνα Μπουμπουλίνα στο καμαρίνι μου! Αλλά στο βίντεό τους σατίριζαν τον άντρα μου και το παιδί μου.

  • Πήρες τηλέφωνο και απαίτησες να κοπεί το βίντεο, έμαθα…

Πήρα τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη – παραγωγό που ναι φίλος μου χρόνια και του είπα ότι δέχομαι να με σατιρίζουν όπως θέλουν, αλλά ότι είναι απαράδεκτο να δείχνουν… ανδρείκελο τον άντρα μου, με αναφορές και στο παιδί μου. Και συμφώνησε… Παίξε με νύφη, βάλε και το λουλούδι (γέλια), αλλά μέχρι εκεί! Απαγορεύω σε οποιονδήποτε να παίζει με την οικογένειά μου που είναι ό,τι ιερότερο για μένα. Το απαγορεύω!

Μεγάλο λάθος η σειρά για την Αλίκη

  • Αληθεύει ότι σε προσέγγισαν να παίξεις στη σειρά «Εχω ένα μυστικό» και μάλιστα να παίξεις τον… εαυτό σου, ή δεν ισχύει;

Μου έγινε μια πρόταση πολύ καιρό πριν, αλλά φυσικά δεν την αποδέχτηκα. Θεωρούσα λάθος από την πρώτη στιγμή να γίνει μια σειρά για την Αλίκη που είναι ακόμα… ανάμεσά μας, πόσο δε να παίξω και σε αυτήν. Ηταν ένα μεγάλο λάθος.

  • Για το βιβλίο που έγραψε ο γιος της, ποια είναι η γνώμη σου;

Τον Γιάννη τον αγαπάω και τον πονάω. Βρέθηκε απόλυτα μόνος του. Πέρασε πολλά μικρός και μένοντας μόνος περνάει ακόμα περισσότερα. Δεν τον στήριξαν. Είχε ελάχιστους φίλους η Αλίκη… Μετρημένους στα δάχτυλα. Και πολλούς οι οποίοι παρίσταναν τους φίλους της. Που ήταν εχθροί και πολέμιοί της, που τους μάζεψε στο σπίτι της πιστεύοντας ότι τα… φίδια πρέπει να τα χεις κοντά σου. Εγώ δεν είμαι έτσι! Τα… φίδια τα πετάω έξω από το σπίτι μου, δεν τους… μαγειρεύω όπως εκείνη, γιατί ξέρω ότι πάντοτε είναι έτοιμα να χύσουν δηλητήριο και ας το παίζουν ακίνδυνα. Ξέρεις τι εννοώ…

ΘΑ ΜΑΣ ΕΣΩΖΕ ΕΝΑΣ… ΟΜΠΑΜΑ

  • Η Μιμή και η πολιτική. Ανήκεις στους απογοητευμένους;

Στους τρελά απογοητευμένους! Και από τα δύο μεγάλα κόμματα και πρέπει να σου εκμυστηρευτώ ότι είναι από τις λίγες φορές που δεν ξέρω τι να ψηφίσω. Οι πολιτικοί μας με όποια προσόντα έχουν -ή δεν έχουν- κάτι δεν πιάνουν από τις ανάγκες της εποχής, από το αδιέξοδο που βρίσκεται ο κόσμος, από τις αγωνίες και τους εφιάλτες του. Και με λυπεί αυτό!

  • Θα έλυνε προβλήματα, λες, ένας πολιτικός τύπου Ομπάμα;

Φυσικά! Θα μας έσωζε ένας… Ομπάμα! Και βλέπεις ότι στην Αμερική έπειτα από μια τραγική οκταετία που πέρασαν -κατά την οποία έφτασαν στα τάρταρα- βρήκαν τη δύναμη να αναδείξουν έναν ηγέτη, έναν οραματιστή που εμπνέει τον κόσμο. Υπάρχουν σίγουρα κάποιοι πολιτικοί που έχουν ικανότητες και δυναμική, αλλά πολιτικοί – οραματιστές που να εμπνέουν τον κόσμο όπως η Μελίνα, ο Γεννηματάς, ο Τρίτσης δεν υπάρχουν!

  • Μήπως υπάρχει αλλά έχει… καπελωθεί απ τους «παλιούς»;

Να σου πω πού πιστεύω ακράδαντα; Οταν κάποιος «το έχει», θα έρθει η ώρα που θα αναδειχτεί όσο και αν τον εμποδίσουν όλες μαζί οι… παλιές πολιτικές οικογένειες! Το θέμα είναι να φανεί σύντομα γιατί τον χρειαζόμαστε άμεσα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Το έργο του Νόελ Κάουαρντ «Το σ’ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ» ανεβαίνει στις 19 Νοεμβρίου στο «Ιλίσια-Ντενίση» σε ελεύθερη απόδοση-σκηνοθεσία της Μιμής Ντενίση, κινηματογραφική σκηνοθεσία της Μέμης Σπυράτου, σκηνικά – κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη, φωτισμούς του Ανδρέα Μπέλλη, μουσική διδασκαλία-ενορχήστρωση του Παναγιώτη Τσεβά, χορογραφίες της Ελπίδας Νίνου – Φιλιππίδη. Βοηθός σκηνοθέτη ο Χρήστος Καρχαδάκης. Πρωταγωνιστούν Μιμή Ντενίση, Στράτος Τζώρτζογλου, Χρήστος Σιμαρδάνης, Αγγελική Λάμπρη, Τζένη Διαγούπη, Πρόδρομος Τοσουνίδης και ο Μιχάλης Μητρούσης. Μαζί τους οι Νεφέλη Μαρκάκη, Στέλλα Σμυρνάκη, Ανδρέας Γυφτάκης και Μπάτης Πεφάνης.

Θέατρο Λαμπέτη: «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» των Μ. Ρέππα και Θ. Παπαθανασίου

Η χαμένη ευκαιρία της φαρσοκωμωδίας

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Η ιστορία της ελληνικής φαρσοκωμωδίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι μια ιστορία χαμένων ευκαιριών. Από την εποχή των πλέον χαλκέντερων «Διόσκουρων» συγγραφέων της, των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου, η φαρσοκωμωδία ήταν πάντα γεμάτη υποσχέσεις και απογοητεύσεις. Για κάποιον μυστήριο λόγο διασώθηκαν οι πρώτες και λησμονήθηκαν οι δεύτερες. Γι’ αυτό και η ελληνική φαρσοκωμωδία -και συνακόλουθα ο παλιός κινηματογράφος που την κόπιαρε- έμεινε καθηλωμένη σε μια διαρκώς υποσχόμενη, ες αεί αδιάψευστη παιδικότητα.

Ο Νικόλας Μακρής και η Δήμητρα Στογιάννη στην παράσταση των Ρέππα – Παπαθανασίου

Οι τελευταίοι διαχειριστές του είδους, στο παλιό μάλιστα και δοκιμασμένο σχήμα της ομοούσιας και αδιαιρέτου δυάδος, είναι οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου. Οι ελαφροί ας τους λέγουν ελαφρούς. Διαθέτουν περισσότερη εξυπνάδα από αρκετούς συναδέλφους τους «ποιοτικούς». Έχουν δημιουργήσει την καλύτερη φάρσα των τελευταίων ετών, το «Μπαμπάδες με ρούμι», έχουν στο ενεργητικό τους το θαυμάσιο εκείνο «Βίρα τις άγκυρες» του Εθνικού πριν από μερικά χρόνια. Και έχουν ακόμα το «Εβρος απέναντι», που μας είχε αφήσει κάποτε άφωνους.

Από την άλλη, δεν έχουν αποφύγει τις μπαλαφάρες, τις εμπορικάντζες και τα βεντετόσχημα εργάκια. Χαρακτηριστικό του είδους είναι και αυτό: εκπλήσσει όχι μόνο με το πού μπορεί να φτάσει, αλλά και με το πόσο γρήγορα μπορεί να ανεβοκατέβει τις κλίμακες ανάμεσα στον καλό και τον κακό εαυτό του.

Αυτή είναι και η περίπτωση των «Συμπέθερων από τα Τίρανα». Ενα κοκτέιλ υποσχέσεων και απογοητεύσεων, με λίγο από «Μπαμπάδες με ρούμι», λίγο από «Τρεις χάριτες» και μια πρέζα «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει το βράδυ», σερβιρισμένο στο βαθύ ποτήρι της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Στο κέντρο της Ελλάδας, στην καρδιά της βαθιάς Ελλάδας, μια αγία ελληνική οικογένεια διατηρεί ψηλά τα ιδανικά της φυλής: αρπακτή, αμάθεια και απομόνωση. Η κόρη από το Λονδίνο θα φέρει τον Αλβανό αρραβωνιαστικό, τους γονείς του, και μαζί, την κατάρρευση του ονείρου για μια μικρή, καθαρή, δική μας Ελλαδίτσα.

Δεν είναι αυτό μια χαμένη ευκαιρία; Το κρίμα δεν βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το θέμα, αλλά στο ότι αυτό δεν αντιμετωπίζεται τελικά καθόλου. Σαν να αποτελεί μόνο το πρόσχημα, οδηγεί σε άλλα παραγεμίσματα, φάρσες, κάποιες φορές καλά, άλλες καλούτσικα, άλλες αφελή. Το γέλιο, γιατί υπάρχει γέλιο στην παράσταση, σπαταλιέται σε έναν κυνισμό που τρώει τις σάρκες του. Υπάρχει και εδώ λόγος: είναι δύσκολο να κάνεις σάτιρα και να προσπαθείς να μην κακοκαρδίσεις το κοινό σου. Πιο γόνιμο μοιάζει το εύρημα να μιλούν οι ηθοποιοί τη λαλιά της κεντρικής Ελλάδας, όχι για να την κοροϊδέψουν αλλά για να δείξουν πόσο μακριά βρίσκεται το ψέμα στο οποίο όλοι στηριζόμαστε.

Η επιτυχία στηρίζεται αποκλειστικά στην τετράδα των πρωταγωνιστών (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και Παύλος Κοντογιαννίδης, Τζόυς Ευείδη και Δημήτρης Μαυρόπουλος), που ξέρουν πώς να χειρίζονται την ατάκα και να μεταδίδουν το κέφι τους στην πλατεία. Οι δεύτεροι ρόλοι μοιάζουν δυστυχώς πρόχειροι. Οι Αλβανοί συμπέθεροι (Νατάσσα Κοτσοβού και Κώστας Καζάκας), ο γαμπρός (Νικόλας Μακρής) και ο διεφθαρμένος υφυπουργός Πολιτισμού (Χρήστος Τριπόδης) διακοσμούν αντί να κινούν την παράσταση. Στην αμηχανία της η Δήμητρα Στογιάννη φορά στην κόρη της οικογένειας μια μάσκα σαχλοκόριτσου. Θα βλέπουμε τους «Συμπέθερους» για αρκετές σεζόν στο «Λαμπέτη». Και ύστερα ακολουθεί φαντάζομαι η περιοδεία στα ΔΗΠΕΘΕ. *

«Wolfgang» – Σύγχρονο Θέατρο Αθηνών – Εθνικό Θέατρο


Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Πόσο σχετίζεται το έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη με τη φρικτή ιστορία εγκλεισμού της δεκάχρονης Νατάσας Κάμπους από τον τριαντάχρονο Βόλφγκανγκ Πρίκλοπιλ στο υπόγειο του σπιτιού του, για οκτώ χρόνια; Αδιάφορο. Η σχέση με την ιστορία που συγκλόνισε την επικαιρότητα πριν από λίγο καιρό δεν είναι βέβαια συμπτωματική, είναι όμως, ευτυχώς, προσχηματική: μετά την παράσταση του Εθνικού, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Μαυριτσάκης θα έγραφε κάποτε το ίδιο έργο, έστω και με άλλα ονόματα.

Ο Βασίλης Ανδρέου και η Λουκία Μιχαλοπούλου στην παράσταση που έστησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου

Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι από πού πηγάζει η γοητεία του: η κεντρική ιδέα, για παράδειγμα, δεν φαίνεται διόλου πρωτότυπη. Από το «Σχολείο γυναικών» μέχρι τον «Συλλέκτη» ανιχνεύουμε πάνω κάτω τα ίδια στοιχεία. Ούτε βέβαια είναι καινοφανής η θέα του κακού. Πέρυσι κιόλας στα Εξάρχεια ο «Καυτός Πάγος» παρουσίαζε έναν χειρότερο δαίμονα. Μετά τον Κολτές, κάθε σύγκριση ως προς το ύφος περιττεύει· και όσοι στρέφονται στο εξωτερικό έχουν την εντύπωση πως δεν απομένουν πολλά που δεν τα έχουν ξανακούσει, μεταφρασμένα από τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά στη γλώσσα μας.

Και όμως, ο ενθουσιασμός διαρκεί. Δεν είναι μόνο που στο Εθνικό γινόμαστε μάρτυρες ενός έργου που φέρνει τη δραματουργία μας κοντά στις πιο ενδιαφέρουσες φωνές διεθνώς, αίροντας το δίλημμα περί ελληνικότητας. Ο λόγος βρίσκεται αλλού. Στο ότι ο «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη είναι -τολμά και έχει τις δυνατότητες να είναι- μια ρομαντική ιστορία αγάπης.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος πως το μέγιστο ελάττωμα του έργου αποτελεί το κύριο πλεονέκτημά του. Ο Μαυριτσάκης περνά έξυπνα ανάμεσα από τη Σκύλλα της αναπαράστασης του γεγονότος και τη Χάρυβδη της ερμηνείας του. Αποφεύγει τα μεγάλα λάθη, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να μείνει στο τέλος με άδεια χέρια. Πράγματι, ένα φάντασμα πατέρα, μια συμπλεγματική οικογένεια και ένας διαστροφικός μισογυνισμός δυσκολεύονται να διαγράψουν το υπόβαθρο της ψυχολογικής ανισορροπίας του Βόλφγκανγκ. Δεν είναι όμως αυτός ο στόχος. Ο Μαυριτσάκης δεν θέλει να αναλύσει, αλλά να περιγράψει τη διαστροφή του Βόλφγκανγκ, σαν προσπάθεια καθήλωσης του γυναικείου σώματος στο σώμα της παιδικής αγνότητας, σαν αναίρεση της λαγνείας και της φθοράς του. Είναι αυτή η δική του αίρεση απόλυτου έρωτα. Ο Βόλφγκανγκ, θέλοντας την οκτάχρονη Φαμπιέν σαν ένα διαρκές είναι, εξοντώνει το γίγνεσθαι, την εξέλιξη της φύσης της. Θα μπορούσε να είναι ένας καλλιτέχνης, αν δεν ήταν εγκληματίας.

Ο Βόλφγκανγκ, χωρίς να είναι αθώος, μοιάζει απενοχοποιημένος. Πρώτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του σαστισμένου μυαλού. Επειτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του έρωτα. Πρέπει να καταλάβουμε πως ο «πόλεμος» που επικαλείται είναι αληθινός. Και ότι είναι πράγματι το υπόγειο του σπιτιού του ένα καταφύγιο. Από αυτό το καταφύγιο θα δραπετεύσει η Φαμπιέν στο τέλος, πολύ εύκολα, πολύ ήσυχα και πολύ φυσικά. Οι αλυσίδες της αφορούν όχι την εξωτερική αλλά την εσωτερική της ελευθερία.

Τη δουλειά της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο νεο-εξπρεσιονιστικό ύφος θα τη ζήλευαν ώριμοι σκηνοθέτες, όχι μόνο του ελληνικού θεάτρου. Δίδαξε ένα καθαρό θέατρο που απεγκλωβίζει τη βία από την απεικόνισή της. Έχοντας για σύμμαχο την πύκνωση του χώρου από τον Κωνσταντίνο Ζαμάνη, κατάφερε να στήσει ένα απαιτητικό έργο, με κοφτές αλλαγές και εναλλασσόμενους χώρους.

Το ρομαντικό πορτρέτο του Βόλφγκανγκ από τον Βασίλη Ανδρέου δείχνει την άβυσσο και οδηγεί στην τελική πυρπόληση-ανάληψη. Αφαιρετική, αλλά συγκριτικά αδύναμη η ερμηνεία της Φαμπιέν από τη Λουκία Μιχαλοπούλου. Οι άλλοι ηθοποιοί (Μάνος Βακούσης, Μαρία Ζορμπά, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Αγγελής και Σεραφίτα Γρηγοριάδου) μεταφέρουν την ανθρώπινη ενοχή που διαχέεται ακτινωτά: είτε γνωρίζουν το έγκλημα είτε θα έπρεπε να το γνωρίζουν. *

Αμφι-Θέατρο: «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς

Κατερίνα Χ�λμη, Θανάσης Κουρλαμπάς και Μαρίνα Ασλάνογλου

Κατερίνα Χέλμη, Θανάσης Κουρλαμπάς και Μαρίνα Ασλάνογλου

Το έργο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», του Τενεσί Ουίλιαμς, ανεβάζει ο Σπύρος Ευαγγελάτος στο «Αμφιθέατρο». Η πρεμιέρα θα δοθεί την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου. Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, «δεν είναι μόνον ένα από τα κορυφαία έργα του αμερικανικού θεάτρου, αλλά κι ένα κείμενο που συγκλόνισε τις ευρωπαϊκές σκηνές, όταν πρωτοεμφανίστηκε, πριν από περίπου πενήντα χρόνια».

«Στο έργο», προσθέτει, «δεσπόζει θυελλώδης δράση κι ενώ προβάλλονται θέματα αιμομικτικού έρωτα, ομοφυλοφιλικού έρωτα, κατασπαραγμών και ανθρωποφαγίας, αναδύεται μια παράξενη πικρή ποίηση, εμποτισμένη με αφαιρετικά στοιχεία, με συμβολισμούς, με αρχετυπικές καταβολές. Κυρίως χάρη στο έργο του αυτό ο Ουίλιαμς χαρακτηρίστηκε ως «ο ποιητής των κολασμένων»».

Σαν σ’ ένα θερμοκήπιο, ανάμεσα στα πολυαγαπημένα φυτά του γιου της Σεμπάστιαν, ζει η μητέρα του κυρία Βέναμπλ, που στην παράσταση του «Αμφιθεάτρου» την ερμηνεύει η Κατερίνα Χέλμη, που επιστρέφει έπειτα από χρόνια στη σκηνή. Ο Σεμπάστιαν δεν υπάρχει πια. Κι εκείνη, μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα, που λάτρευε παθολογικά το γιο της, αρνείται να δει την πραγματικότητα. Τι συνέβη… ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι; Το μόνο καλοκαίρι που η μητέρα λόγω ασθένειας δεν συνόδεψε τον γιο της στις διακοπές του και τη θέση της πήρε η νεαρή ξαδέλφη του Κάθριν (Μαρίνα Ασλάνογλου). Η Κάθριν, κρυφά και παράξενα ερωτευμένη με τον Σεμπάστιαν, λειτουργούσε σαν «κράχτης»,όπως και η μάνα του, ώστε ο ομοφυλόφιλος Σεμπάστιαν να βρίσκει εραστές.

Εκείνο όμως το καλοκαίρι, κατά την ιστορία που αφηγείται η Κάθριν, ο Σεμπάστιαν κατασπαράχθηκε από πεινασμένα παιδιά. Η κυρία Βέναμπλ αρνείται να το πιστέψει. Θεωρεί υπεύθυνη την Κάθριν, που δεν τον προστάτευσε. Κι έτσι κατάφερε να την κλείσει σε ιδιωτική κλινική, με απώτερο σκοπό το δημόσιο ψυχιατρείο και τη λοβοτομή, με τη βοήθεια του γιατρού Κούκροβιτς (Θανάσης Κουρλαμπάς), για να πάψει να διηγείται την ανατριχιαστικά φρικιαστική ιστορία του χαμού του γιου της. Μήπως όμως ο γιατρός πιστέψει τελικά στην αλήθεια της Κάθριν και όλα πάρουν έναν άλλο δρόμο;

Το έργο ανεβαίνει στη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια φιλοτέχνησε ο Γιώργος Πάτσας και τη μουσική συνέθεσε ο Γιάννης Αναστασόπουλος. Συμμετέχουν επίσης οι: Ζωή Ρηγοπούλου, Λευτέρης Πολυχρόνης, Μαριάνθη Κυρίου και Πόπη Λυμπεροπούλου.

Για τον Κάρολο Κουν

karolos1

Η έκθεση-αφιέρωμα στο Μουσείο Μπενάκη διοργανώθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Καρόλου Κουν, με στόχο την παρουσίαση της δημιουργικής του πορείας, τις αισθητικές του επιλογές, αλλά και τις επιρροές που δέχτηκε από άλλους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες. Περιλαμβάνει κοστούμια και σκηνικά αντικείμενα, μακέτες σκηνικών και κοστουμιών των σπουδαιότερων Ελλήνων σκηνογράφων και ενδυματολόγων που εργάστηκαν για το Θέατρο Τέχνης, καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Μέσα από το σύνολο των εκθεμάτων καταγράφεται το έργο του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη, από τις πρώτες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης στο θέατρο Αλίκης, το 1942, έως την τελευταία του στο υπόγειο του Ορφέα, το 1987. Παράλληλα, δίνεται η ευκαιρία να αναδειχθεί το μέγεθος της προσφοράς του μέσω του εύρους των συνεργασιών του Θεάτρου Τέχνης με το σύνολο σχεδόν του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου. Επιμέλεια και σχεδιασμός έκθεσης: Λίλη Πεζανού.
kounΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Κάρολος Κουν (Προύσα Μικράς Ασίας 1908 – Αθήνα 1987). Απόφοιτος της Ροβερτείου Σχολής της Κωνσταντινούπολης, σπούδασε αισθητική στο Παρίσι και το 1929 διορίστηκε καθηγητής στο Κολλέγιο Αθηνών. Θα ιδρύσει το 1942 το Θέατρο Τέχνης που, καταρχήν, θα στεγαστεί στο θ. Αλίκης για μια δεκαετία περίπου και το 1954 θα εγκατασταθεί στο θρυλικό υπόγειο του Ορφέα. Έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Γκόρκι, Γκόγκολ, Πιραντέλο, Τσέχοφ, Ουάιλντερ, Μίλερ, Ουίλιαμς, Λόρκα, Σαρτρ, Ζενέ, Ανούιγ, Άλμπι, Πέτερ Βάις, Πίντερ, Αραμπάλ, Μπέκετ, Σβαρτς, Μπίχνερ, Ιονέσκο, Μαξ Φρις, Ευγένιου Ο’Νιλ, Σέξπιρ, Μπρεχτ, Καμπανέλλη, Σεβαστίκογλου, Αναγνωστάκη, Σκούρτη, Κεχαΐδη, Ποντίκα, Αρμένη, αλλά και του Αισχύλου και του Αριστοφάνη και του Σοφοκλή… Η ενασχόλησή του με το αρχαίο θέατρο θα φέρει εκπληκτικά αποτελέσματα. Το 1957 ανεβάζει τον Πλούτο και γράφει: «Εμείς οι Έλληνες είμαστε οι πιο κατάλληλοι ν’ αποδώσουμε το αρχαίο θέατρο… ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό… μας φωτίζει ο ίδιος ήλιος με τους αρχαίους… μας τρέφει το ίδιο χώμα… οι ίδιες ακρογιαλιές». Το 1959 ανεβάζει τους Όρνιθες που θα τους παρουσιάσει το 1962 στο Παρίσι για να αποσπάσει το βραβείο καλύτερης εθνικής ερμηνείας και τρεις φορές στο Λονδίνο (1964, 1965, 1967). Ανέβασε επίσης: Πέρσες, Επτά επί Θήβας, Προμηθέα Δεσμώτη και Ορέστεια του Αισχύλου, Οιδίποδα Τύραννο και Ηλέκτρα του Σοφοκλή, Τρωάδες και Βάκχες του Ευριπίδη, Ειρήνη και Βάτραχοι του Αριστοφάνη. Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους έλληνες δημιουργούς (Πλωρίτη, Ελύτη, Σεβαστίκογλου, Ρώτα, Βάρναλη, Χειμωνά, Τσαρούχη, Μόραλη, Βασιλείου, Εγγονόπουλο, Διαμαντόπουλο, Κόντογλου, Βακαλό, Χαρατσίδη, Βολανάκη, Δ. Φωτόπουλο κ.ά.), ενώ από τη σχολή και το θέατρό του πέρασαν σημαντικοί σκηνοθέτες και ηθοποιοί: Μερκούρη, Κατσέλη, Χατζηαργύρη, Ζαβιτσιάνου, Καλλέργης, Διαμαντόπουλος, Καζάκος, Φέρτης, Καρακατσάνης, Μόρτζος, Σεβαστίκογλου, Βουτσινάς, Σολομός, Θεοδοσιάδης, Γ. Μιχαηλίδης, Τ. Βουτέρης, Θ. Παπαγεωργίου κ.ά.
koun1111Με την ευκαιρία του αφιερώματος κυκλοφόρησε και το ογκώδες βιβλίο του καθηγητή Πλάτωνα Μαυρομούστακου: Κάρολος Κουν – Παραστάσεις. Σελίδες 490, διαστάσεις 22 x 19,5 [ISBN 978-960-8347-99-1]
Η έκδοση συνοδεύει την έκθεση «Κάρολος Κουν – Θέατρο Τέχνης» (25/09/2008 – 16/11/2008) και περιλαμβάνει την αναλυτική καταγραφή του συνόλου των παραστάσεων, τις οποίες σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν από το 1930 έως το 1987, καθώς και τις δραστηριότητες του Θεάτρου Τέχνης σε όλο το διάστημα της ζωής του ιδρυτή του. Το βιβλίο είναι δομημένο σε τέσσερις ενότητες:
– 1930-1942, Κολλέγιο Αθηνών, Λαϊκή Σκηνή, Θίασος Κοτοπούλη, Θίασος Κατερίνας
– 1942-1950, Θέατρο Τέχνης
– 1950-1954, Εθνικό Θέατρο, Θίασος Αδαμάντιου Λεμού, Θίασος Κατερίνας, Θίασος Βασίλη Διαμαντόπουλου
– 1954-1987, Θέατρο Τέχνης
Σε κάθε ενότητα παρουσιάζεται η καταγραφή των παραστάσεων ανά θεατρική περίοδο, η κριτικογραφία, ο τόπος και η ημερομηνία της πρεμιέρας. Κάθε θεατρική περίοδος συνοδεύεται και από συνοπτική παρουσίασή της, στην οποία αναφέρονται επαναλήψεις, περιοδείες των παραστάσεων και, ειδικά στις περιόδους που αφορούν το Θέατρο Τέχνης, καταγραφές άλλων δραστηριοτήτων του και σκηνοθεσιών βασικών συνεργατών του Καρόλου Κουν (Χατζημάρκου, Λαζάνη, Κουγιουμτζή, Αρμένη). Η έκδοση περιλαμβάνει ακόμη συμπληρωματικούς καταλόγους και ευρετήρια προκειμένου να δοθεί μια κατά το δυνατόν πλήρης εικόνα της τεράστιας συμβολής του Καρόλου Κουν στο ελληνικό θέατρο. Το φωτογραφικό υλικό που εικονογραφεί τις παραστάσεις προέρχεται από το αρχείο του Θεάτρου Τέχνης.

Το αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν ήταν μια ευκαιρία για τους ανθρώπους του θεάτρου να συλλογιστούν λίγο πάνω στο πέρασμα του μεγάλου θεατράνθρωπου από τη ζωή μας. Είναι αλήθεια ότι ο Κουν σημάδεψε όχι μόνο το ελληνικό θέατρο, αλλά γενικότερα και το νεοελληνικό πολιτισμό. Μπορεί όσο ζούσε, κάποιοι να μην τον συμπαθούσαν. Ωστόσο, δεν έδωσε αφορμές ο Κουν, ούτε ενόχλησε. Το μόνο που έκανε ήταν να παραμείνει «κολλημένος» στην τέχνη του και να βγάλει άξιους μαθητές. Υπήρξε ένας γλυκύτατος άνθρωπος, και σκέφτομαι ότι η μεγάλη μας Μελίνα είχε δίκιο που τον λάτρευε. Τους θυμάμαι την εποχή που φτιαχνόταν το θέατρο στην οδό Φρυνίχου στην Πλάκα. Τέλος πάντων, το κεφάλαιο με το έργο του Καρόλου Κουν τουλάχιστον οι άνθρωποι του θεάτρου, είτε είναι ηθοποιοί είτε σκηνοθέτες, είτε οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να το μελετούν συχνά. Αναδημοσιεύω από το σημερινό «Βήμα» την επιφυλλίδα του Μαρωνίτη:

Κάρολος Κουν

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Το τιμητικό αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν για τα εκατό χρόνια από τον θάνατό του (οργανωμένο από το Μουσείο Μπενάκη, το Πολιτιστικό Ιδρυμα Τραπέζης Κύπρου και το Θέατρο Τέχνης) φτάνει σήμερα στο προγραμματισμένο πέρας του, γεγονός που ευνοεί έναν, πρόχειρο έστω, απολογισμό, προκειμένου να εκτιμηθούν τα θετικά και τα προβληματικά πεπραγμένα του. Τα θετικά οφείλονται, σχεδόν στο σύνολό τους, στο Μουσείο Μπενάκη και σε όσους ανταποκρίθηκαν εμπράκτως στο προτεινόμενο πρόγραμμα, το οποίο μοιράστηκε σε οκτώ βραδινά. Τα προβληματικά συμπτώματα εντοπίζονται στην απροσδόκητη αποχή από τις πολλαπλές αυτές εκδηλώσεις όχι μόνο του θεατρόφιλου κοινού αλλά και του θεατρικού πυρήνα της υπόθεσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ίδιο το Θέατρο Τέχνης· στελέχη της παλιάς, μεσαίας και νέας φρουράς απουσίασαν, συμπαρασύροντας στην απουσία τους και τους μαθητές της Σχολής. Ανεξήγητη παραμένει η συλλογική αυτή αδράνεια, που εύκολα εκλαμβάνεται ως επιφύλαξη ή και υποτίμηση του προσώπου και του έργου του Κάρολου Κουν.

Μιλώ εκ πείρας, στον βαθμό που ενέχομαι άμεσα στην προγραμματισμένη εκδήλωση της περασμένης Τρίτης, με θέμα «Συνομιλία Καρόλου Κουν και Δ. Ν. Μαρωνίτη: το αρχαίο δράμα και ένας σύγχρονος δάσκαλος». Πρόκειται για αποκαλυπτική τηλεοπτική συζήτηση σαράντα λεπτών, σε άρτια σκηνοθεσία του Ανδρέα Αντωνιάδη, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1987, έξι μήνες πριν από τον θάνατο του Κάρολου Κουν, στο μαγικό πάντα υπόγειο, για λογαριασμό της ΕΡΤ 2 και αποτυπώθηκε αργότερα, με τη φροντίδα του Παπουτσάκη, στο ΑΝΤ1 – στην επετειακή επανάληψη ακολούθησε, μετά την προβολή, ανοιχτός διάλογος της Ελένης Βαροπούλου μαζί μου.

Για να μην τα πολυλογώ: τη συγκεκριμένη εκδήλωση ζήτημα είναι αν την παρακολούθησαν είκοσι έως είκοσι πέντε το πολύ θεατές-ακροατές, μεταξύ των οποίων ένας ή δύο μόνον ηθοποιοί. Για να με παρηγορήσει πάντως ο φίλος Αγγελος Δεληβοριάς (παρών, απαρχής μέχρι τέλους της εκδήλωσης, ο ίδιος) με διαβεβαίωσε ότι ισάριθμη προσέλευση υπήρξε σε όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις του αφιερωτικού προγράμματος. Κάτι που μοιάζει με απλήρωτο λογαριασμό, παραδοτέο προς εξόφληση στους πάλαι ποτέ συνεργάτες, μαθητές και θαυμαστές του Κάρολου Κουν.

Μίλησα για αποκαλυπτική τηλεοπτική συνομιλία, στην οποία εξέχει ο ομολογητικός, συχνά εξομολογητικός, λόγος του αλησμόνητου δασκάλου, που συνέβαλε, όσο και όπως λίγοι, στη σκηνική αναβίωση του αρχαίου δράματος στις μέρες μας, στα μέρη μας, αλλά και εκτός των εθνικών μας συνόρων. Πρόκειται στην ουσία για μαθητεία και μάθημα ανεπανάληπτης θεατρικής παρουσίας και άσκησης, που επέχει θέση διαθήκης – μακάρι το τυπωμένο κείμενο της συνομιλίας να πάρει κάποτε τη μορφή φροντισμένου φυλλαδίου, για να μείνει, ως απόσταξη μιας πολύτιμης θεατρικής προσφοράς. Η οποία κράτησε κάπου πενήντα χρόνια, περιλαμβάνοντας, αν μετρώ καλά, τη σκηνική διδασκαλία δεκαεπτά αρχαίων δραμάτων (οκτώ τραγωδιών και εννέα κωμωδιών), στα οποία συνέπραξε ένας ολόκληρος κόσμος (μεταφραστές, ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, τεχνικοί) συμβάλλοντας σε μια δυναμική και διαρκώς εξελισσόμενη δημιουργία. Σ’ αυτήν τη δημιουργική υπόθεση, που φέρει την ανεξίτηλη σφραγίδα του Κάρολου Κουν, επέμεινε ο προχθεσινός μου διάλογος με την Ελένη Βαροπούλου, δοκιμάζοντας να ορίσει καταρχήν τα βασικά της κεφάλαια.

Τα οποία είναι: α) η, αυτόματη ή εσκεμμένη, μυθική αντιμετώπιση του Κουν, απλούστερα: ο μύθος Κουν· β) ο Κουν καθ’ εαυτόν, το ήθος δηλαδή και το ύφος της διδασκαλίας του· γ) ο Κουν σε σύγκριση με τους ομότεχνους και τους, άμεσους και έμμεσους, μαθητές και διαδόχους του· δ) η κριτική υποδοχή και η πρόσληψη της δουλειάς του Κουν, ειδικότερα στο αρχαίο δράμα.

Θα περιοριστώ προς το παρόν στο πρώτο σημείο, που είναι κατά τη γνώμη μου και το κρισιμότερο, αναβάλλοντας τα άλλα τρία για άλλη φορά. Απερίφραστα ισχυρίζομαι ότι η όποια μυθοποίηση του Κουν (μεταθανάτια μάλλον) αποτελεί παραμόρφωση της πραγματικής (που πάει να πει: ιστορικής) σημασίας και αξίας του. Επειδή, εκτός των άλλων, ευνοεί, προετοιμάζει και εκμαιεύει ως δίδυμη αδελφή μιαν εξίσου άκριτη απομυθοποίηση. Που πάει να πει ότι: η προηγούμενη μυθοποίηση και η παρεπομένη απομυθοποίηση ενισχύουν την κριτική οκνηρία, απωθώντας τόσο τον τεκμηριωμένο έλεγχο όσο και προπαντός τον υπεύθυνο αυτοέλεγχο. Πρόκειται ολοφάνερα για ελιγμό εκ του πονηρού, που φαίνεται να τον πληρώνει ήδη ο Κάρολος Κουν. Ο οποίος βέβαια δεν ήταν μήτε μύθος μήτε μυθικός· υπήρξε άμεσος, οικείος, σωματικός, ευάλωτος, συνένοχος, αθώος ασκητής και δάσκαλος του θεάτρου.

Το ΒΗΜΑ, 16/11/2008