θέατρο, théâtre, teatro, theater, theatre… world

20 Δεκεμβρίου, 2009

Ιστορία μιας βλασφημίας

Κατηγορίες: Beckett Samuel, Θέατρο Τόπος Αλλού — damiza @ 7:53 πμ

Το τέλος του κόσμου ήρθε. Το σύμπαν έχει νεκρωθεί όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη. Ο ήλιος πεθαίνει. Αδεια γη, άδειος ουρανός, άδεια θάλασσα. Ο Κλοβ και ο Χαμ συνεχίζουν να παίζουν το παιχνίδι, σαν να πρόκειται να μην τελειώσει ποτέ.

Το αριστούργημα του Σάμιουελ Μπέκετ «Τέλος του παιχνιδιού» παίζεται στο θέατρο «Τόπος Αλλού» σε σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή, σκηνικό-κοστούμια Μίκας Πανάγου και μουσική Κώστα Χαριτάτου.

Ο Χαμ (Πολύκαρπος Πολυκάρπου) και ο Κλοβ (Νίκος Αλεξίου) είναι κλεισμένοι μέσα σ’ ένα γκρίζο δωμάτιο με δύο φεγγίτες. Ο πρώτος, τυφλός και παράλυτος, είναι καρφωμένος σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Τριγύρω του περπατάει αδιάκοπα ο Κλοβ, δούλος ή παραγιός του. Ο ένας δεν μπορεί να κουνηθεί καθόλου, ο άλλος δεν μπορεί να σταματήσει να κινείται… Σε μια γωνιά, μέσα σε σκουπιδοντενεκέδες, κατοικούν οι γεννήτορες του Χαμ, ο Ναγκ (Πάνος Ροκίδης) και η Νελ (Ναταλία Στυλιανού), χωρίς πόδια, τα έχουν χάσει σε …ποδηλατικό ατύχημα. Κατά καιρούς βγάζουν το κεφάλι έξω παρακαλώντας για ένα μπισκότο.

Αν ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν ήλπιζαν σε κάτι περιμένοντας τον Γκοντό, τα πρόσωπα στο «Τέλος του παιχνιδιού» δεν έχουν διέξοδο. Αλλωστε, όπως λέει ο Μπέκετ διά στόματος Κλοβ, ο θεός έχει πεθάνει. Είναι το σημείο της «προσευχής» για το οποίο ο συγγραφέας δέχτηκε το πλήγμα της λογοκρισίας στην αγγλόφωνη παραγωγή του έργου του το 1968. Ο Χαμ διατάζει τον Κλοβ και τον Ναγκ να προσευχηθούν στο θεό. Κι όταν βλέπει ότι Εκείνος δεν ανταποκρίνεται, συμπεραίνει: «Α, τον μπάσταρδο! Δεν υπάρχει!».

  • Ο «μπάσταρδος» και το «γουρούνι»

Ο άγγλος λογοκριτής αρνήθηκε να περάσει την επίμαχη σκηνή. Ο λόρδος Τσάμπερλεν τη θεώρησε βλάσφημη και ζήτησε περικοπή έντεκα αράδων. Ο Μπέκετ αρνήθηκε σθεναρά ακόμα κι όταν του πρότειναν οι φράσεις να παιχτούν στα γαλλικά: «Αυτό θα απομόνωνε τα εννέα δέκατα του κοινού. Αλλωστε, η παράγραφος είναι περισσότερο βλάσφημη από το “Θεέ μου, θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;”».

Επειτα από μήνες ο λόρδος Τσάμπερλεν υπαινίχτηκε ότι αν αλλάξει η λέξη «μπάσταρδος» θα μπορούσε να δώσει την άδεια. Ο Μπέκετ αρνούμενος «να παίξει κι άλλο με τους μπακάληδες της λογοκρισίας» υποχωρεί προτείνοντας τη λέξη «γουρούνι», τονίζοντας όμως ότι πρόκειται για την οριστική, την τελευταία προσφορά του… Το γουρούνι επικράτησε, η παράσταση ανέβηκε κι ο Μπέκετ σχολίαζε ειρωνικά: «Ελπίζω ν’ αρέσει στον θεό να τον αποκαλούν “γουρούνι”. Πάντως, εγώ θα ένιωθα πολύ λιγότερο προσβεβλημένος αν με αποκαλούσαν μπάσταρδο»…*

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Επτά, Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
  • Μπέκετ “Πρώτη αγάπη” με τον Σάμι Φρέι στο Théâtre de l’Atelier

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Πρώτη αγάπη — damiza @ 6:15 πμ
    • Théâtre de l’ Atelier
    • www. theatre-atelier. com

    «Premier amour». Μόνος στη σκηνή, ο Σάμι Φρέι ερμηνεύει το κείμενο του Μπέκετ «Πρώτη αγάπη», που ο συγγραφέας έγραψε όταν ήταν 39 ετών και επανήλθε σ’ αυτό, για μια «μεταγραφή», στα 63 του. Ο Σάμι Φρέι, που πρωτοέγινε γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του ’60 παίζοντας δίπλα στην Μπριζίτ Μπαρντό στο φιλμ-σκάνδαλο «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα», ακολούθησε μια σταθερή και μεστή καριέρα στο σινεμά, αλλά κυρίως στο θέατρο, όπου έχει δώσει εξαιρετικές ερμηνείες σε έργα του κλασικού και του σύγχρονου ρεπερτορίου. Η ερμηνεία του τώρα στην «Πρώτη αγάπη» εγκωμιάζεται από την κριτική για τη συγκίνηση και τον σαρκασμό που συνδυάζει. Οι παραστάσεις θα διαρκέσουν έως τις 31 Δεκεμβρίου. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/12/2009]

    • PREMIER AMOUR

    ZOOMERAuteur: Samuel Beckett
    Avec: Sami Frey

    L’histoire: « J’associe, à tort ou à raison, mon mariage avec la mort de mon père, dans le temps. Qu’il existe d’autre liens, sur d’autres plans, entre ces deux affaires, c’est possible. Il m’est déjà difficile de dire ce que je crois savoir. » Samuel Beckett

    Texte publié aux Editions de Minuit – Crédits photos: Hélène Bamberger

    La presse en parle:

    Beckett magique.
    Sami Frey est éblouissant dès le premier instant. Parcequ’il ne s’inscrit jamais pesamment dans les mots (…) il leur insuffle mille résonnances, mille échos d’innocence, de perversité, de mort et d’éternité mêlées.
    Il les hante et nous hante
    .
    TELERAMA – Fabienne Pascaud

    Sami Frey impose avec une précision de virtuose les reliefs de PREMIER AMOUR. Une présence, une voix unique, le texte est sien comme si la pensée de l’auteur nous était rendue lisible jusque dans ses ruptures.
    LE FIGARO – Armelle Héliot

    C’est d’une finesse inouie, d’une subtilité miraculeuse.
    LE JOURNAL DU DIMANCHE

    Emotion intense.
    Sami Frey et Beckett ne font plus qu’un. La salle retient son souffle un court instant, avant de saluer en un tonnerre d’applaudissement l’artiste et son double
    .
    LES ECHOS

    Sami Frey est dans le texte de Beckett, fait corps avec lui. Larmes aux yeux devant tant d’élégance.
    LE JDD – Laure Adler

    Sami Frey nous mène par le bout du nez, jusqu’à cette ultime phrase, prononcée par notre homme qui se fait la belle quand Lulu accouche : « Mais l’amour, cela ne se commande pas. » Toute la salle se met debout.
    LE NOUVEL OBSERVATEUR

    1 Νοεμβρίου, 2009

    ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ»

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Το τέλος του παιχνιδιού — damiza @ 9:25 πμ

    ΛΟΝΔΙΝΟ. Δεν πρόφτασε καλά καλά να κατέβει το Περιμένοντας τον Γκοντό, και ιδού ανέβηκε το Τέλος του παιχνιδιού (στο θέατρο Duchess ως τις 5 Δεκεμβρίου). Η παρατήρηση είναι λονδρέζου κριτικού ο οποίος βρίσκει «παράξενο το πώς τα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ έχουν εμφιλοχωρήσει στο εμπορικό θέατρο» και σημειώνει ότι είναι η τέταρτη φορά μέσα σε μία δεκαετία που τοΤέλος του παιχνιδιού παίζεται στη βρετανική πρωτεύουσα. Η τωρινή παράσταση έχει τα εχέγγυά της. Το κυριότερο από αυτά είναι προφανώς ο πρωταγωνιστής της Μαρκ Ράιλανς, που διαθέτει περγαμηνές τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Ο σκηνοθέτης της και συμπρωταγωνιστής του Σάιμον Μακ Μπέρνι είναι επίσης διακεκριμένος θεατράνθρωπος. Αυτά τα προσόντα εξασφάλισαν στην παράσταση και στους ερμηνευτές θερμούς επαίνους. Υπήρξαν ωστόσο και κάμποσες ενστάσεις που συγκεφαλαιώνονται στον τίτλο αμερικανικής κριτικής: «Το Τέλος του παιχνιδιού “σκοντάφτει”». Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι γκρίνιες αφορούν κυρίως την ερμηνεία του ίδιου του Ράιλανς στον ρόλο του τυφλού και καθηλωμένου στην αναπηρική πολυθρόνα Χαμ, ενώ τα σκάγια παίρνουν και τον Μακ Μπέρνι που υποδύεται τον υπηρέτη του Κλοβ. Περισσότεροι του ενός κριτικοί δηλώνουν ότι τους άφησε ασυγκίνητους όχι μόνο το παίξιμο του Ράιλανς αλλά και η όλη απόδοση του ζοφερού αυτού έργου του Μπέκετ, ενώ ένας αναρωτιέται αν τα δύο «σεισμικά ταλέντα» των πρωταγωνιστών δεν «αλληλοκαταργούνται». Οσο για τους επαίνους, χαρακτηριστικός είναι εκείνος που αποφαίνεται ότι δίπλα σε άλλες, παλαιότερες και επιτυχημένες παραστάσεις, η τωρινή «μπορεί να κρατάει ψηλά το κεφάλι της».

    [ars...brevis, επιμέλεια: Αναστασία Ζενάκου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 01/11/2009]

    27 Σεπτεμβρίου, 2009

    Ένα ασφυκτικό ριάλιτυ…

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Αδαμάκη Μίνα, Ευτυχισμένες μέρες — damiza @ 8:14 πμ

    Η Μίνα Αδαμάκη στο ρόλο της Γουίνι στις “Ευτυχισμένες μέρες”

    Κλεισμένοι μέσα σε ένα ηχομονωμένο στούντιο που το μπροστινό του μέρος καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία, με μικρόφωνα προκειμένου η φωνή τους να μεταφέρεται στον έξω χώρο και τέσσερις κάμερες να τους παρακολουθούν διαρκώς ώστε οι εικόνες τους, με ζωντανό μοντάζ, να προβάλλονται σε οθόνες. Σε αυτό το ιδιότυπο και ασφυκτικό “ριάλιτυ”, η Γουίνι και ο Γουίλι ζουν τις Ευτυχισμένες μέρες τους…

    Αυτήν τη σύγχρονη σκηνική εκδοχή του εμβληματικού έργου του Σάμιουελ Μπέκετ, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά τη συγγραφή του, παρουσιάζει ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος, χρησιμοποιώντας ως στέρεα βάση την καινούργια απόδοση του μπεκετικού κειμένου από τον Διονύση Καψάλη. Η μεσήλικη γυναίκα, ακινητοποιημένη ή καλύτερα παγιδευμένη έως τη μέση, με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της, που αρνείται πεισματικά να επικοινωνήσει, ονοματίζει «ευτυχισμένες» τις μέρες της ατέλειωτης ρουτίνας… Μια γυναίκα που αδυνατεί να πει τα πράγματα με το όνομά τους και συγκαλύπτει την πραγματικότητα φλυαρώντας…

    Τους ρόλους του διάσημου ζευγαριού στις Ευτυχισμένες μέρες, που θα παίζονται στο θέατρο “Χώρα” από την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου και για 20 μονάχα παραστάσεις, ερμηνεύουν η Μίνα Αδαμάκη και ο Ερρίκος Λίτσης. Το σκηνικό, καθώς και τα κοστούμια, επιμελήθηκε η Μαγιού Τρικεριώτη.

    • Η ΑΥΓΗ: 25/09/2009

    <!–

    Ένα ασφυκτικό ριάλιτυ…

    –>

    Ω, οι δυστυχισμένες μέρες

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Αδαμάκη Μίνα, Ευτυχισμένες μέρες — damiza @ 6:09 πμ

    • Κωμική μέσα στην τραγικότητά της, η Γουίνι ανεβαίνει ξανά στη σκηνή. Αυτή τη φορά όμως δεν τη δεσμεύει το χώμα ενός λόφου αλλά το σκοινί που τη δένει σε μια καρέκλα στο εσωτερικό ενός στούντιο-κλουβιού. Θα την ενσαρκώσει η Μίνα Αδαμάκη, που εδώ και χρόνια ήθελε να παίξει τον ρόλο από το «Ω, οι ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ.

    Στο θέατρο «Χώρα» από την Πέμπτη και για είκοσι παραστάσεις, σε νέα μετάφραση του Διονύση Καψάλη, σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου και σε σκηνικά και κοστούμια Μαγιούς Τρικεριώτη, η Αδαμάκη θα συναντηθεί με ένα πλάσμα που, όπως λέει, την αφορούσε και τη βασάνιζε. Η Γουίνι ξυπνάει και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τη μέρα της. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα και τη φιλαρέσκειά της, γνωρίζει απόλυτα τα όριά της και τις ήττες της ζωής της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το κάθε σήμερα και το κάθε αύριο είναι, όπως λέει, «… άγρια γελώντας μέσα στον πιο σκληρό πόνο».

    Η απόλυτη πραγματικότητα του εγκλωβισμού που υφίσταται δεν της επιτρέπει να μετακινηθεί, να πετάξει, την κρατάει άρρηκτα και ασφυκτικά στην καρέκλα της, ενώ το σκοινί που την έδενε μέχρι τη μέση στην πρώτη πράξη, στη δεύτερη έχει φτάσει ώς τον λαιμό της.

    Σ’ αυτή τη μοναχική πορεία, τη συντροφεύει ο σύντροφός της Γουίλι (Ερίκος Λίτσης).Η σχέση τους είναι διάτρητη και σηματοδοτεί ακόμη περισσότερο την αποξένωση και τη διάλυση. Και τα δύο κωμικοτραγικά πρόσωπα ζούνε από συνήθεια, ανήμπορα, ανυπεράσπιστα, ανίκανα να σκεφτούν και να πράξουν.

    Με όπλο του το τραγικό χιούμορ, που ο Μπέκετ παίρνει από την καθημερινότητα και που θεωρεί ίσως ότι είναι το τελευταίο στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπει κανείς την τρυφερότητα που έχει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του και την ανθρωπιά με την οποία τα κοιτάζει.

    «Ο Μπέκετ μιλάει για αδιέξοδα, για μοναξιά, για το πώς αυτή η γυναίκα καταφέρνει να επιβιώνει εγκλωβισμένη. Δεν εξηγεί ο συγγραφέας πώς βρέθηκε εκεί. Ο εγκλωβισμός της είναι προσωπικός και υπαρξιακός. Οφείλεται σε αδυναμίες, αβλεψίες, φοβίες, ό,τι ταλανίζει όλους μας. Κι αυτή φοβάται να εκφραστεί, να ζητήσει βοήθεια λόγω του καθωσπρεπισμού της» επισημαίνει η Αδαμάκη. Αναφέρεται, μάλιστα, στις δικές της ανεπάρκειες και φοβίες: «Ολα αυτά υπάρχουν όπως και στον καθένα μας. Φαντάζομαι πως αλλάζει ο βαθμός για το πώς μπορούμε να τα ξεπεράσουμε. Εκείνη δεν βρίσκει τρόπο να τα ξεπεράσει ή να ζητήσει βοήθεια, παρά τα θάβει, τα καλύπτει συνεχώς, λέγοντας τι ωραία που είναι όλα: ”Ολα είναι πολύ ωραία. Μια ευτυχισμένη μέρα. Αλλη μια ευτυχισμένη μέρα”. Κι έτσι παγιδεύεται όλο και περισσότερο, δεν έχει χώρο να κάνει κάτι, να δράσει».

    Αυτή την κόλαση η Γουίνι την ονομάζει παράδεισο. «Ομως αυτό τον τρόπο έχει βρει για να επιβιώνει. Ονομάζοντας τα πράγματα με ευφημισμούς. Δεν θέλει να βλέπει, δεν θέλει να ξέρει. Δεν θέλει να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις» λέει η Αδαμάκη, που προτιμά τον τίτλο του ηθοποιού από του κωμικού:

    • Μεταξύ κωμικού και τραγικού

    «Θεωρώ ότι το θέατρο είναι ενιαίο, δεν χωρίζεται σε είδη. Είναι ένα, με διαφορετικές όψεις. Σε κάποιες τα καταφέρνεις καλύτερα σε άλλες όχι και τόσο. Υπάρχουν ηθοποιοί που η γκάμα τους τους το επιτρέπει να εκφραστούν με περισσότερους τρόπους, τα προσωπικά τους μέσα έκφρασης να είναι πιο πλατιά. Η Γουίνι κατά μία έννοια έχει και μια κωμική πλευρά, λόγω τους τρόπου που αντιμετωπίζει τα πράγματα. Περί τραγικωμωδίας πρόκειται. Και νομίζω πως αυτός ακριβώς είναι ο χώρος στον οποίο πατάω γερά».

    Αλλωστε το έργο, λέει, δεν είναι ρεαλιστικό, «δεν είναι μια ευθύγραμμη ιστορία. Μιλάει με μεταφορές και με εικόνες. Οπως έλεγε και ο ίδιος ο Μπέκετ, η μεγάλη τέχνη είναι απόλυτα κατανοητή και εντελώς ανεξήγητη. Και είναι ο ίδιος που έχει σκηνοθετήσει το έργο γράφοντάς το. Με τις παύσεις του και με όλα. Είναι εξαιρετικά δεσμευτικό».

    Και τις δεσμεύσεις του κειμένου τις σεβάστηκαν. Ομως, αντί για τον λόφο όπου τοποθετεί ο συγγραφέας θαμμένη την ηρωίδα του, επιλέχθηκε ο χώρος ενός ακόμα πιο κλειστοφοβικού στούντιο. «Κλείσαμε τη Γουίνι σ’ έναν πολύ μικρό χώρο, με τζαμαρία στο εμπρός μέρος του, ώστε να είναι ορατή από το κοινό» περιγράφει η ηθοποιός. «Ο ήχος αποδίδεται μέσω μικροφώνων. Υπάρχουν ακόμα τέσσερις κάμερες. Κι αριστερά από το στούντιο βρίσκεται μια τεράστια οθόνη, όπου μεταφέρεται η εικόνα από τέσσερα μόνιτορ, ενώ ένας τεχνικός μοντάρει αυτόματα». *

    • Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

    ΜΙΝΑ ΑΔΑΜΑΚΗ: «Είμαστε όλοι σαν τη Γουίνι»

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Ευτυχισμένες μέρες — damiza @ 4:50 πμ
    • Η γνωστή ηθοποιός ερμηνεύει την περίφημη ηρωίδα του Μπέκετ στις «Ευτυχισμένες μέρες» που κάνουν πρεμιέρα την Πέμπτη στο θέατρο Χώρα

    Εργο και ρόλος που την κυνηγούν χρόνια, η Γουίνι και οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ ήταν μια «αδιευκρίνιστη επιλογή» για τη Μίνα Αδαμάκη, λέει, θυμίζοντας τη σχετική φράση του Χάρολντ Πίντερ. Ετσι όταν μοιράστηκε τη σκέψη της με τον σκηνοθέτη Εκτορα Λυγίζο, βρήκαν μαζί τον τρόπο να την κάνουν παράσταση, η οποία είχε προγραμματιστεί για την περασμένη άνοιξη στο θέατρο Χώρα, αλλά μετατέθηκε για το φθινόπωρο.

    • «Πρόκειται για μια κομβική ηρωίδα.

    Θεωρώ τον Μπέκετ μέγιστο συγγραφέα, κυρίως γιατί έθεσε καινούργιους όρους στο θέατρο. Χωρίς δράση και αφηγηματικό λόγο, μιλάει με εικόνες και μεταφορές δημιουργώντας ένα πολύ πιο ευρύ και βαθύ σύμπαν. Με καθηλώνει, θα έλεγα» εξηγεί. «Διαθέτει τόσους άξονες το έργο κι εσύ επιλέγεις ποιον θα αναδείξεις, ποιος σε εκφράζει περισσότερο».

    Μέσα από αυτόν τον μεγάλο και στατικό μονόλογο, η Μίνα Αδαμάκη παραδέχεται ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δυσκολίες του κειμένου και τη βαθιά φιλοσοφική του διάσταση. «Μελετώντας το κείμενο ανακαλύπτεις ότι αναφέρεται παράλληλα σε απλά και καθημερινά πράγματα,σε ανθρώπους και αναγνωρίσιμες καταστάσεις, χωρίς να χρησιμοποιεί ρεαλιστικούς όρους. Εμείς από όλους τους άξονες επιλέξαμε εκείνον του πολιτισμού, του τέλους του πολιτισμού», ίσως και του κόσμου… «Οπως φθίνει η ίδια η Γουίνι, έτσι φθίνει και ο κόσμος γύρω της. Ωστόσο η άρνησή της να αντιμετωπίσει την πραγματικότητατην κάνει να θέλει να πιαστεί από τα απλά και καθημερινά». Φτιάχνει το καθρεφτάκι της, ανοίγει και κλείνει το τσαντάκι της, πλένει τα δόντια της. «Κι όλα αυτά μέσα σε έναν παρωχημένο πολιτισμό, που δεν τη σώζει, που δεν την πάει πουθενά… Αρνείται τα πάντα, απωθεί την αλήθειακαι ζει μια κανονική ζωή, σαν να μη συμβαίνει τίποτα…». Και παραπέμπει στη στάση του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο μείζον ζήτημα της καταστροφής του περιβάλλοντος. «Τραγική και γελοία μαζί, η Γουίνι είναι ένα πρόσωπο με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς. Είμαστε όλοι σαν τη Γουίνι. Αυτοπαγιδευμένη, αντί να προσπαθήσει να βγει από τον λόφο της, τον αγνοεί και τελικά βουλιάζει τελείως».

    Μέσα στο πλαίσιο ενός πολιτισμού που εξαφανίζεται, οι «Ευτυχισμένες μέρες» τοποθετήθηκαν μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον, και συγκεκριμένα σε ένα δωμάτιο, σαν κουτί: «Παραπέμπει σε στούντιο, σε δωμάτιο παρακολούθησης, έχει μικρόφωνα και τέσσερις κάμερες. Μπροστά έχει ένα τζάμι. Η ίδια άλλωστε η Γουίνι λέει συχνά στον μονόλογό της “κάποιος με βλέπει, κάποιος με παρακολουθεί”. Δεν βουλιάζει. Είναι δεμένη, στην αρχή ως τη μέση και σιγά-σιγά φθάνει ως τον λαιμό… Οσο για τον Γουίλι, στη δική μας παράσταση είναι υπαρκτός και δημιουργεί με τη Γουίνι μια σχέση, μέσα σε αυτή τη μη σχέση που έχουν. Η Γουίνι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το βλέμμα και το αφτί του. Αναζητεί την επικοινωνία». Με τον ρυθμό του κειμένου για οδηγό, η Μίνα Αδαμάκη ακολουθεί το κείμενο, με τις νύξεις αδιεξόδου και πανικού που διαθέτει, ενώ η ηρωίδα της αναφωνεί: «Αλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Ειρωνική και σαρκαστική, η φράση-τίτλος του έργου έχει πάρει συμβολικές διαστάσεις. «Είναι μια φράση που η Γουίνι τη χρησιμοποιεί για άμυνα, ενώ οδηγείται στο τέλος, στην απόλυτη φθορά» προσθέτει.

    Γραμμένο το 1961, το έργο «Ευτυχισμένες μέρες» πρωτοπαίχθηκε στην Ελλάδα το 1966 από τη Χριστίνα Τσίγκου, η οποία είχε κάνει και τη μετάφραση και έκτοτε τη Γουίνι έχουν ερμηνεύσει σημαντικές ελληνίδες ηθοποιοί: Η Βάσω Μανωλίδουμε το Εθνικό Θέατρο, η Ρούλα Πατεράκη, η Δέσπω Διαμαντίδου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, η Αντιγόνη Βαλάκου και η Αννα Κοκκίνου.

    Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης, η Μίνα Αδαμάκη επιστρέφει στα έργα με τα οποία ξεκίνησε, ενώ πρόσφατα δοκίμασε τις δυνάμεις της στη σκηνοθεσία ανεβάζοντας Πίντερ. Ενδιάμεσα έζησε τη χρυσή εποχή των ομάδων, καθώς συμμετείχε στο Ελεύθερο Θέατρο και στην Ελεύθερη Σκηνή-«συνεργασίες με γοητεία, φαντασία, ήταν μια γόνιμη περίοδος» θυμάται. Μετά ακολούθησε η πιο προσωπική της διαδρομή, με έργα σύγχρονα και κλασικά, πιο σύνθετα, πιο γοητευτικά. Οσο για τη σκηνοθεσία, ήρθε με τα χρόνια και την εμπειρία.«Αρχισα να αυτοσκηνοθετούμαι», παραδέχεται, «γι΄ αυτό και στράφηκα προς τα εκεί. Δεν ξέρω τι έχω να δώσω, αλλά πιστεύω ότι κάτι μπορώ να δώσω» ομολογεί καθώς ξεκαθαρίζει ότι η υποκριτική δεν έχει υποχωρήσει από τις επιθυμίες της.

    • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
    • «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ σε μετάφραση Διονύση Καψάλη, σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου, σκηνογραφία Μαγιούς Τρικεριώτη. Με τη Μίνα Αδαμάκη. Μαζί της ο Ερρίκος Λίτσης. Πρεμιέρα την Πέμπτη 1/10 στη σκηνή Νέα Χώρα του θεάτρου Χώρα. Για είκοσι παραστάσεις.

    26 Σεπτεμβρίου, 2009

    Είκοσι… «Ευτυχισμένες ημέρες»!

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Ευτυχισμένες μέρες — damiza @ 1:31 μμ

    Είναι πλέον κλασικό το θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Ευτυχισμένες ημέρες». Από 1ης Οκτωβρίου θα παρουσιαστεί στο θέατρο «Χώρα» (Αμοργού 20, Κυψέλη) για 20 μόνο παραστάσεις, με τη Μίνα Αδαμάκη στον ρόλο της Γουίνι και τον Ερρίκο Λίτση στον ρόλο του Γουίλι, του συζύγου της.

    Οι συντελεστές υπόσχονται μια ανατρεπτική παράσταση σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου, μετάφραση Διονύση Καψάλη και σκηνογραφία της Μαγιούς Τρικεριώτη.

    Η ιδιαίτερη σκηνοθεσία και σκηνογραφία τοποθετεί τον θεατή στη θέση του παρατηρητή ενός ιδιότυπου reality show. Το μπεκετικό ζευγάρι είναι κλεισμένο σ’ ένα στούντιο-κουτί, που το μπροστινό του μέρος καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία. Οι φωνές τους μεταφέρονται στον έξω χώρο μέσω μικροφώνων. Τέσσερις κάμερες τους παρακολουθούν διαρκώς και οι εικόνες τους, με ζωντανό μοντάζ, προβάλλονται σε οθόνες.

    Η νέα ανάγνωση των «Ευτυχισμένων ημερών» αντιμετωπίζονται σαν ένα πείραμα. Μια μεσήλικη γυναίκα είναι κλεισμένη σε δωμάτιο παρακολούθησης, με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της. Ολα είναι εναντίον της: είναι παγιδευμένη ώς τη μέση, τα λιγοστά της αντικείμενα φθίνουν, οι λέξεις στερεύουν, ο σύζυγός της αρνείται να επικοινωνήσει. Η γυναίκα, όμως, επιμένει να ονομάζει την κόλαση που ζούνε «παράδεισο» και τις ατέλειωτες μέρες ρουτίνας «ευτυχισμένες».

    Το εμβληματικό, πια, έργο του Μπέκετ, οι συντελεστές της παράστασης το έχουν δει σαν τον επώδυνο σωφρονισμό μιας γυναίκας, που, είτε από ευπρέπεια, είτε από συνήθεια, είτε από ενοχή, αδυνατεί να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους.

    • Θέατρο Χώρα (Αμοργού 20, Κυψέλη), Σκηνή «Νέα Χώρα», πρεμιέρα την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου.
    • [Ολγα Σελλα, Η Καθημερινή, 26/09/2009]

    22 Σεπτεμβρίου, 2009

    Μπέκετ ως reality show

    Κατηγορίες: Beckett Samuel — damiza @ 3:24 πμ

    Στο θέατρο «Χώρα» (από 1/10 και για 20 παραστάσεις) θα παιχθεί το έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Ευτυχισμένες μέρες», σε μετάφραση Διονύση Καψάλη, σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου, σκηνογραφία Μαγιούς Τρικεριώτη, με την Μίνα Αδαμάκη ως Γουίνι. Μια μεσήλικη γυναίκα είναι κλεισμένη σε δωμάτιο παρακολούθησης, με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της. Το κορμί της είναι παγιδευμένο, τα λιγοστά της αντικείμενα φθίνουν, οι λέξεις στερεύουν, ο άντρας της δεν επικοινωνεί. Η γυναίκα, όμως, ονομάζει αυτή την κόλαση «παράδεισο» και τις ατελείωτες μέρες ρουτίνας «ευτυχισμένες».

    Η σκηνοθεσία και η σκηνογραφία τοποθετεί το θεατή στη θέση παρατηρητή ενός ιδιότυπου reality show. Το μπεκετικό ζευγάρι είναι κλεισμένο σε ένα στούντιο-κουτί, που το μπροστινό του μέρος καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία. Οι φωνές τους μεταφέρονται στον έξω χώρο με μικρόφωνα και οι εικόνες τους, που καταγράφονται από τέσσερις κάμερες, προβάλλονται σε οθόνες.

    21 Σεπτεμβρίου, 2009

    Μπέκετ – Χάβελ: αφιερώσεις με νόημα

    Κατηγορίες: Beckett Samuel, Χάβελ Βάτσλαβ — damiza @ 9:42 πμ
    • Μία σπάνια παράσταση δύο έργων δόθηκε πριν από λίγες μέρες στο Φεστιβάλ «Free World» του Λονδίνου.

    Αν και ανήκουν σε δύο διαφορετικούς συγγραφείς, τον Σάμιουελ Μπέκετ (1906-1989) και τον Βάτσλαβ Χάβελ, συνδέονται στενά και αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι της θεατρικής ιστορίας του αιώνα που πέρασε.

    Το πρώτο είναι η «Καταστροφή», που ο Μπέκετ έγραψε το 1982 κατά παραγγελία του Διεθνούς Οργανισμού για την Αμυνα των Καλλιτεχνών. Το είχε αφιερώσει στον Βάτσλαβ Χάβελ, πολιτικό κρατούμενο τότε στην Τσεχοσλοβακία. Παρ’ όλο που δεν τον γνώριζε προσωπικά, είχε εξοργιστεί όταν έμαθε πως του απαγόρευαν να γράφει στη φυλακή.

    «Το γεγονός ότι ο Μπέκετ ενδιαφέρθηκε για εμένα με αυτόν τον τρόπο με ευχαρίστησε πάρα πολύ», θυμάται ο Χάβελ στην «Γκάρντιαν». «Για πολύ καιρό μετά με συντρόφευαν στη φυλακή μια μεγάλη χαρά και συγκίνηση, που με βοήθησαν να επιζήσω μεταξύ βρωμιάς και βασανιστηρίων». Γι’ αυτό και όταν αποφυλακίστηκε λίγα χρόνια αργότερα, επέστρεψε την τιμή. Αφιέρωσε στον Μπέκετ το έργο του «Λάθος». Τα δύο έργα παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά μαζί το 1983 στη Στοκχόλμη. Το κοινό, που δεν τα γνώριζε, δεν μπορούσε να αντιληφθεί πού τελείωνε ο Χάβελ και πού ξεκινούσε ο Μπέκετ.

    Η «Καταστροφή» θεωρείται το πιο ανοιχτά πολιτικό έργο του Μπέκετ, ενός συγγραφέα αντίθετου με κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, που διατηρούσε, όμως, την άποψη ότι η τέχνη οφείλει περισσότερο να προτείνει παρά να δηλώνει. Είναι ένα σύντομο έργο αποτελούμενο από μια σκηνή, στην οποία ένας σκηνοθέτης και ο βοηθός του συζητούν για μια βουβή φιγούρα, που θα χρησιμοποιήσουν σε παράσταση: είναι ένας εξανθρωπισμένος χαρακτήρας, σαν μια κούκλα ραπτικής, στο έλεος της σκηνοθεσίας τους. Η μοναδική χειρονομία ανεξαρτησίας του είναι να υψώσει το κεφάλι στο τέλος του έργου -πράξη αντίστασης στο πρόσωπο της καταπίεσης.

    Το «Λάθος» του Χάβελ είναι λιγότερο έμμεσο: μια ομάδα φυλακισμένων εκφοβίζει έναν νεοφερμένο, που δεν ακολούθησε τους κανόνες τους. Οπως και στην «Καταστροφή», το κεντρικό πρόσωπο είναι βουβό. «Ο Μπέκετ επικεντρώνεται στην έλλειψη πνευματικής ελευθερίας», λέει ο Τζο Μπλάτσλι, σκηνοθέτης των παραστάσεων στο Λονδίνο. «Ο Χάβελ επικεντρώνεται στα γεγονότα, στην πιο σωματική, φυσική πλευρά των καταστάσεων».

    Το πιο γνωστό έργο του Μπέκετ, το «Περιμένοντας τον Γκοντό», είχε γίνει σύμβολο της τσεχικής αντίστασης, η οποία περίμενε κάτι που έμοιαζε πως δεν θα ερχόταν ποτέ. Οταν το κομμουνιστικό καθεστώς έπεσε το 1989, οι διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους της Πράγας με πανό λέγοντας: «Ο Γκοντό είναι εδώ». Ο Μπέκετ πέθανε εκείνο τον Δεκέμβριο: έζησε για να δει την πτώση του κομμουνισμού, αλλά δεν πρόλαβε να δει την εκλογή του Χάβελ ως πρώτου προέδρου της δημοκρατικής Τσεχοσλοβακίας.

    • Υπεύθυνος: ΕΠΙΜ: ΕΛ. ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

    13 Σεπτεμβρίου, 2009

    Μπέκετ αλά… Μπιγκ Μπράδερ

    Κατηγορίες: Beckett Samuel — damiza @ 1:02 μμ
    • «Παρατηρητής ενός ιδιότυπου ριάλιτι σόου θα είναι ο θεατής στις “Ευτυχισμένες μέρες”» λέει η Μίνα Αδαμάκη, που μέσα από ένα στούντιο – κουτί θα υποδυθεί τη Γουίνι στο «Χώρα»
    Μπέκετ αλά... Μπιγκ Μπράδερ

    Ανήσυχη καλλιτεχνικά η Μίνα Αδαμάκη, έχει αποφασίσει εδώ και καιρό να αναζητήσει νέα θεατρικά μονοπάτια. «Δεν αποποιούμαι τίποτα, προς Θεού! Απλά έχω κλείσει έναν κύκλο και έχω ανοίξει έναν καινούργιο… Δεν ξέρω πού θα με βγάλει – κι αυτό μου αρέσει πολύ. Προχωρώ με όρεξη και κέφι. Ναι και με άγχος, με μια αγωνία δημιουργική για όσα θα ‘ρθουν από δω και πέρα».

    • Σύγχρονη αγωνία

    Ο νέος αυτός κύκλος την οδήγησε στη «Νέα Χώρα» του θεάτρου «Χώρα» στην οδό Αμοργού να πρωταγωνιστεί στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ σε ένα «πειραγμένο» ανέβασμα που τη θέλει να παίζει υπό το άγρυπνο βλέμμα του… Μπιγκ Μπράδερ. «Δεν μου αρέσει καθόλου ο χαρακτηρισμός “πειραγμένο ανέβασμα”. Είναι μια διαφορετική ανάγνωση, στην οποία δεν προδίδεται ούτε καπελώνεται το κείμενο του Μπέκετ. Απλώς γίνεται μια μεταφορά στο σήμερα, για να εκφραστεί μέσα από την παράσταση η σύγχρονη αγωνία. Η ιδέα του Εκτορα Λυγίζου με κέντρισε καλλιτεχνικά. Το ανέβασμά του τοποθετεί μια μεσήλικη γυναίκα σε δωμάτιο παρακολούθησης με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της. Ολα είναι εναντίον της: παγιδευμένη ως τη μέση. Τα λιγοστά της αντικείμενα φθίνουν. Οι λέξεις στερεύουν. Ο σύζυγός της, παρά τις επίμονες παρακλήσεις της, αρνείται να επικοινωνήσει. Η γυναίκα, όμως, επιμένει να ονομάζει την κόλαση που ζούνε παράδεισο και τις ατελείωτες μέρες ρουτίνας ευτυχισμένες.

    Ο θεατής χάρη στη σκηνοθεσία αλλά και στη σκηνογραφία θα είναι παρατηρητής ενός ιδιότυπου ριάλιτι σόου. Το μάτι του Μπιγκ Μπράδερ συναντά τον Μπέκετ;

    «Πράγματι. Στην εποχή που ο… Μπιγκ Μπράδερ μας παρακολουθεί όλους και από παντού, παρακολουθεί και το μπεκετικό ζευγάρι που είναι κλεισμένο σε ένα στούντιο-κουτί με το μπροστινό του μέρος να καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία.

    Οι φωνές της Γουίνι και του Γουίλι μεταφέρονται στον έξω χώρο μέσω μικροφώνων. Τέσσερις κάμερες τούς παρακολουθούν διαρκώς και οι εικόνες τους με ζωντανό μοντάζ προβάλλονται σε οθόνες!».

    Η Γουίνι που υποδύεται, η εγκλωβισμένη γυναίκα, θυμίζει πολλές γυναίκες γύρω μας.

    «Ναι, πολλές. Είναι εγκλωβισμένη στους φόβους, στις ενοχές, τις ανάγκες, τις αγωνίες της και αδυνατεί από ευπρέπεια-συνήθεια-ενοχή να πει τα πράγματα με το όνομά τους.

    Και θα χρειαστούν πολλές δοκιμασίες ώσπου να πάψει να συγκαλύπτει την πραγματικότητα φλυαρώντας και να ζητήσει ειλικρινά βοήθεια».

    Ηθελε πολλά χρόνια τώρα να παίξει στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. «Είναι συναρπαστικό έργο, μα δεν ήθελα να παίξω σ’ αυτό μόνο και μόνο για να παίξω. Ηθελα να βρεθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ο κατάλληλος σκηνοθέτης, να ωριμάσουν οι καταστάσεις και να έρθει η ώρα να το αποτολμήσω».

    Εμπιστεύεσαι, της λέω, έναν νέο ικανό σκηνοθέτη και όχι έναν έμπειρο. Θα υπέθετε κανείς ότι θα έκανες αυτό το βήμα με έναν κλασικό σκηνοθέτη σε ένα κλασικό ανέβασμα.

    «Ούτε η λέξη “κλασικός” μ’ αρέσει όπως δεν μ’ αρέσει και το “πειραγμένο” που λέγαμε πριν. Πιστεύω πολύ στο ταλέντο και το όραμα του Εκτορα Λυγίζου και με κεντρίζει η δική του ανάγνωση. Το ταξίδι μαζί του μοιάζει -και είναι- πολύ ενδιαφέρον. Κάνουμε πρόβες περίπου πέντε μήνες – αισίως φτάνουμε τους έξι και σκύψαμε με πολλή προσοχή στο κείμενο, στους κώδικές του, στα νοήματά του».

    Μετά τις «Ευτυχισμένες Μέρες», τι, τη ρωτώ. «Δεν ξέρω. Υπάρχει μια σκέψη να τις ανεβάσουμε στη Θεσσαλονίκη αργότερα και δεν έχω κλείσει τίποτα άλλο. Είμαι απόλυτα δοσμένη στο έργο του Μπέκετ και στην παράστασή μας και δεν έχω μυαλό για κάτι άλλο. Για την ώρα με αφορά μονάχα αυτό το ταξίδι».

    • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

    Οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ θα ανεβούν στο θέατρο «Χώρα» την 1η Οκτωβρίου σε μετάφραση του Διονύση Καψάλη, σκηνοθεσία του Εκτορα Λυγίζου, σκηνικό-κοστούμια της Μαγιού Τρικεριώτη, σε δραματουργική επεξεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου και φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη. Παίζουν οι Μίνα Αδαμάκη-Γουίνι και Ερρίκος Λίτσης-Γουίλι.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 13/09/2009

    Παλιότερα άρθρα »

    Blog στο WordPress.com.