Category Archives: Το ημέρωμα της στρίγκλας

«Το ημέρωμα της στρίγγλας» από το ΚΘΒE

  • Μία από τις δημοφιλέστερες κωμωδίες του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Το ημέρωμα της στρίγγλας», υπό τη σκηνοθετική ματιά του Ρόμπερτ Στούρουα, ανεβάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
«Πρόκειται για μια εξωστρεφή κωμωδία, με έντονο ερωτικό στοιχείο», τόνισε σε σχετική συνέντευξη Tύπου ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, Σωτήρης Χατζάκης.

«Ακόμα και σ’ αυτήν την ελαφριά κωμωδία του, ο Σαίξπηρ μας μιλάει για τη δυσκολία της ανθρώπινης φύσης, για το ανεξήγητο της ύπαρξής της και το μυστηριώδες του ψυχισμού της», πρόσθεσε ο σημαντικός Γεωργιανός σκηνοθέτης Ρόμπερτ Στούρουα, ο οποίος σκηνοθετεί στην Ελλάδα για τέταρτη φορά.

Ο σκηνοθέτης πρόσθεσε, εξάλλου, πως «ο Σαίξπηρ κρύβει εκπλήξεις. Νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα, έχεις άποψη αλλά όταν δουλεύεις στο έργο καταλαβαίνεις ότι οι γνώσεις σου είναι άχρηστες». Αναφερόμενος στην απόφαση του ΚΘΒΕ να συνεργαστεί με ξένους δημιουργούς, ο καλλιτεχνικός διευθυντής υπογράμμισε ότι αποτελεί πολιτική του Κρατικού και θα συνεχιστεί και στο μέλλον, «καθώς θεωρούμε ότι το τοπικό πρέπει να ανοίγεται στο παγκόσμιο».

Η πρεμιέρα της παράστασης θα δοθεί την ερχόμενη Παρασκευή στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Την απόδοση στα ελληνικά και τους φωτισμούς υπογράφει ο Γρηγόρης Καραντινάκης. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμηνεύουν μεταξύ άλλων οι Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Δήμητρα Ματσούκα, Δημήτρης Κολοβός και Φούλης Μπουντούρογλου.

Η γυναίκα με τα μαύρα

«Η γυναίκα με τα μαύρα» (φωτογραφία) του Στέφαν Μάλατρατ, έργο βασισμένο στο μυθιστόρημα της Σούζαν Χιλ, παρουσιάζεται για δεύτερη συνεχόμενη χρόνια στο θέατρο «Μέλι» (Φωκαίας 4 και Αριστοτέλους 87, τηλ. 210-8221.111) στις 21.15. Σκηνοθετεί και παίζει ο Δ. Κατρανίδης. Μαζί του ο Γ. Κέντρος.

* Ολοκληρώνονται (έως τις 25 Ιανουαρίου) οι παραστάσεις του έργου «Ημέρωμα της στρίγγλας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, στη «Σκηνή Κοτοπούλη» (Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210-3305.074) του Εθνικού Θεάτρου. Σκηνοθετεί ο Κ. Αρβανιτάκης.

Εθνικό Θέατρο: Το ημέρωμα της στρίγγλας

Κάτω απ’ τη φόδρα του παραμυθιού, η αιώνια ερωτική πάλη – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Το ημέρωμα της στρίγγλας. Σκην.: Κωνστ. Αρβανιτάκης. Θέατρο: Εθνικό (Κοτοπούλη–Ρεξ)

«Παίζει θέατρο μαζί μου. / Βάφεται, αλλάζει ρούχα, / αλλάζει μακιγιάζ. Αλλάζει παρέες. / Μεθάει. Πολλές φορές / κρατάει μαχαίρι και με απειλεί. / Χιόνι, και λιώνει η μοίρα μου: / η σκοτεινή, η αμάραντη, η βουβή». [Γιάννης Κοντός, «Ηλεκτρισμένη πόλη», 2008]

Βίος και παίγνιον: Ο Σαίξπηρ στήνει και βασίζεται στο δεύτερο για να ερμηνεύσει το πρώτο, για να δείξει, ιδίως στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» (1524), από ποια επώδυνη υποταγή πρέπει να περάσει το εμπόλεμο θήλυ ώστε να μπορέσει, δήθεν ηττώμενο, να νικήσει τον κατ’ επίφαση θηριοδαμαστή του άρρενα. Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο κινδύνους. Φορτωμένο με επιδράσεις του Αριόστο, με στοιχεία της κομέντια ντελ άρτε, με αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, με φαρσικούς τόπους και με μια επικαλύπτουσα τα πάντα δήθεν ανεμελιά, θέτει ζωηρά ερωτήματα ως προς το «νόμιμο» ανέβασμά του. Επικρατέστερη σύγχρονη πρακτική υπήρξε εκείνη της ανοιχτής φόρμας απέναντι στην ερμηνεία ενός εκάστου των ρόλων, πρακτική που μέσα απ’ τον ελευθέριο αυτοσχεδιασμό, κοντινότερο προς τη φάρσα, εγκυμονεί τον κίνδυνο της ανομοιομορφίας και της απουσίας κάθε ενιαίου υφολογικού ερείσματος. Στις περιπτώσεις αυτές μοιραία το κείμενο υποχωρεί υπέρ ενός εντυπωσιοθηρικού, άκρως παιγνιώδους εγχειρήματος. Ισως ένα αχρονικό κοίταγμα του έργου με κοστούμια που δεν ανακαλούν ούτε το χρόνο του κειμένου ούτε εκείνον της παράστασης, υποστηρίζει το παραμύθι, όχι εις βάρος και των κοινωνικών του σημάνσεων.

Το κυρίαρχο αρχετυπικό παιχνίδι του έρωτα που τελειούται μέσα σε μια κρημνοβατούσα ισότητα των δύο φύλων περιέχει έναν μαγικό ρομαντισμό, ο οποίος «ευθύνεται» για τη συγκίνηση του ευρύτερου κοινού. Τον ρομαντισμό αυτόν τον συνοδεύει η απλότητα και η εν θεάτρω θεατρικότητα των γλαφυρών παράλληλων ιστοριών θλιμμένης ευθυμίας (π.χ. οι ψευδαισθήσεις του Ζούλα). Εκ παραλλήλου, ιδιαίτερη προσοχή οφείλει να δοθεί στις αντιμαχόμενες έννοιες της πολύφερνης απ’ τη μια και της βαθιά ερωτευμένης απ’ την άλλη γυναίκας, «μονομαχία» άκρως σημαντική για τις περί γάμου αντιλήψεις του ελισαβετιανού κόσμου. Στο μεταξύ, παρότι λαϊκών συμπεριφορών, οι διακινούμενοι ήρωες έχουν όλοι αστικές προθέσεις προσωπικών διακανονισμών.

Καμία από τις προαναφερθείσες πρακτικές δεν υιοθέτησε στο Εθνικό ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Ισως πλησίασε τη φάρσα, αλλά κι αυτήν υπονομευμένη. Συνέγραψε ο ίδιος μια απλουστευμένη διασκευή, που σίγουρα δεν φλερτάρισε με το μεταμοντέρνο αλλά και σίγουρα κατέστησε ασαφή την κεντρική πλοκή του έργου. Με τη δραματουργική συνεργασία της Ελενας Καρακούλη παρέδωσε στον σκηνοθετικό εαυτό του ένα κείμενο αφαιρετικό, σε μια απίστευτη, όμως, υβριδική γλώσσα. Στην πρόθεση του κ. Αρβανιτάκη να ενωτισθεί το νεανικό κοινό μια σαιξπηρική κωμωδία δύσκολης πια προσέγγισης, κατέφυγε στη γλώσσα του κοινού αυτού. Και όχι μόνον. Μπέρδεψε καθαρεύοντες τύπους με προχωρημένη αργκό, έστησε τραβηγμένες έως ανόητες ομοιοκαταληξίες υποτίθεται για να βοηθήσουν την ταχύτητα και τη μουσικότητα του λόγου, κατέφυγε σε πολλά φτηνά και λίγα πετυχημένα καλαμπούρια επιθεωρησιακής καταγωγής. Το υλικό αυτό τον οδήγησε αναπότρεπτα σ’ ένα είδος τσίρκου, σε κλοουνίστικα ταμπλό βιβάν και στις ανάλογες πολύχρωμες φορεσιές (τα εξετέλεσε με κέφι η Ελένη Μανωλοπούλου). Εύκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την παράσταση αυτή ως μία ασεβή αρλεκινάδα, την οποία ωστόσο κίνησε με επιμέλεια στα ομαδικά σχήματα η Κατερίνα Παπαγεωργίου. Το όλον επίσης φλυάρησε σε πολλά σημεία, ενίοτε ο λόγος δεν ακουγόταν, οι δε σαχλοί εξυπνακισμοί περίσσεψαν. Μηχανεύτηκε εντούτοις ο κ. Αρβανιτάκης και μερικές ευτυχείς στιγμές που προκάλεσαν αβίαστο γέλιο ή σε εντυπωσίαζαν με τον συντονισμό τους.

Χαρακτήρες

Οι ηθοποιοί του -τι να έκαναν;- υπάκουσαν πλήρως στη δεδομένη οδηγία. Ο Ακης Σακελλαρίου (Πετρούκιος) ήταν ο κορυφαίος. Επαιξε με πλήρη άνεση και εσωτερικό χιούμορ· ίσως ήταν ο μόνος που έδωσε απόλυτα και τον χαρακτήρα. Ξεχώρισα ακόμη τον έμπειρο κωμικό Αλέξανδρο Μυλωνά (Μπατίστα), τον αφελή και φαιδρογόνο Γκρέμιο του επανεμφανισθέντος Ηλία Ασπρούδη, τον πολύ δυναμικό νέο κωμικό Σωκράτη Πατσίκα, που και πέρυσι είχα εντοπίσει στον «Ασχημο», τον αεράτο και πάντα κομιστή εποχής Γιάννη Νταλιάνη (Βιντσέντσιο) και τη χαριτωμένη ενζενί Εμιλυ Κολιανδρή (Μπιάνκα). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μια εκλεκτή ηθοποιός με σπάνια επαγγελματική συνείδηση. Νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν «ξεκλειδώθηκε», δεν πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, ξέχασε ή δεν μπόρεσε να βρει το κωμικό στίγμα της στρίγγλας Κατερίνας.

Μια παράσταση με πάρα πολλές ενστάσεις και ερωτήματα. Το μεγαλύτερο; Με ποιους τρόπους κερδίζεται σήμερα το σύγχρονο, και μάλιστα όχι βρετανικό, κοινό, απ’ τις σαιξπηρικές κωμωδίες; Μήπως την -αόριστη- απάντηση την έχει δώσει ο ίδιος ο Σαίξπηρ; «Η τέχνη δεν είναι για τους πολλούς. Ούτε για τους λίγους. Είναι πάντα για τον καθένα χωριστά».

Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου

«Το ημέρωμα της στρίγκλας»

Θέλει αρετή και τόλμη η πραγματική, δηλαδή η ελεύθερη και ουσιώδης – στη μορφή και το περιεχόμενο – καλλιτεχνική δημιουργία και εν προκειμένω η θεατρική – για να θυμηθούμε και τον ποιητή. Απαιτεί διάνοια, σεβασμό, γνώση, αυτογνωσία και μεγάλη αίσθηση του μέτρου. Οταν ένας καλλιτέχνης στερείται αυτά τα προαπαιτούμενα, η δουλειά του καταντά ασυναρτησία, αλλά όταν τα υποτιμά καταντά ασυδοσία. Δυστυχώς, τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η τρίτη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, μεταξύ άλλων δύο, στις οποίες αφορά η σημερινή στήλη.

«Το ξύπνημα της άνοιξης» («Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»)

Φθάσαμε στον 21ο αιώνα και όμως αμέτρητα φρικτά εγκλήματα λόγω της ανύπαρκτης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, συμβαίνουν, καθώς η κοινωνική υποκρισία, ο εκπαιδευτικός σκοταδισμός, τα συμφέροντα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών καλά κρατούν. Επί δεκαετίες η ελληνική πολιτεία μιλά για εισαγωγή της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, αλλά ως Πόντιος Πιλάτος, νίπτει τας χείρας, φορτώνοντας την ευθύνη της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών στους γονείς, ως να είναι – που στην τεράστια πλειοψηφία τους δεν είναι – εκπαιδευμένοι, καταλληλότεροι, αρμοδιότεροι, όπως νίπτει τας χείρας όποτε συμβαίνει «μια παιδική τραγωδία», όπως υποτίτλησε ο Φρανκ Βέντεκιντ το έργο του «Το ξύπνημα της άνοιξης». Εικοσιεξάχρονος το 1890, με την ελεύθερη σκέψη και την τολμηρή πένα του, ο δημοσιογράφος αλλά και πολύτροπος καλλιτέχνης (ηθοποιός, σκηνοθέτης, δραματουργός, μουσικός), Βέντεκιντ, αποκάλυψε την αποτρόπαια, πολύμορφα εγκληματική υποκρισία της κοινωνίας, της εκπαίδευσης, της εκκλησίας, επόμενα και της οικογένειας απέναντι στο έμφυτο ξύπνημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Βάζοντας μπροστά στην κοινωνία των ενηλίκων έναν εξπρεσιονιστικά παραμορφωτικό καθρέφτη και ένα ρεαλιστικό μπροστά στους 15χρονους εφήβους ενός σχολείου μιας γειτονιάς, με αλλεπάλληλες σύντομες και χωροχρονικά πολυεπίπεδες σκηνές, αντιπαρέθεσε δυο κόσμους. Τον κόσμο της νεανικής ορμής και αθωότητας και τον υποκριτικό, τυφλό, αμαρτωλό, τιμωρό κόσμο των ενηλίκων. Της εκπαίδευσης που αποδιώχνοντας τους αδύναμους μαθητές τούς ωθεί και στην αυτοκτονία, της εκκλησίας που θεοποιεί την παρθενία και χαρακτηρίζει κολάσιμο αμάρτημα το ερωτικό σκίρτημα των παιδιών, των γονιών που φοβούμενοι την κοινωνική κατακραυγή, οδηγούν στην άμβλωση και στο θάνατο ένα ανίδεο για τις συνέπειες της σεξουαλικής συνεύρεσης δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Η κοινωνία της εποχής του Βέντεκιντ, μην αντέχοντας την επαναστατική – θεματολογικά και μορφολογικά – κριτική τόλμη του έργου, το χαρακτήρισε «σκάνδαλο» και το απαγόρευσε. Πέρασαν δεκαετίες για να παιχθεί και να αναγνωρισθεί η πρωτοποριακή και διαχρονική αξία του. Πρωτοποριακή και διαχρονική αξία που προβάλλει και υπηρετεί σε μεγάλο βαθμό, με διάνοια, σύγχρονη κριτική ματιά, αισθητική τόλμη αλλά και μέτρο, η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη, που φέρνει το έργο στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό σήμερα, στον κόσμο και στον τόπο μας. Στηρίγματα της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας, ερμηνευτικά τολμηρής, αισθητικά δίπτυχης παράστασης (ρεαλιστική στις σκηνές των εφήβων, εξπρεσιονιστική στις σκηνές των ενηλίκων, που γκροτέσκα «γιγαντόσωμοι», με κοθόρνους και μάσκες μοιάζουν με τρομαχτικά τοτέμ) είναι η πιστή αλλά και γλωσσικά σύγχρονη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το λιτά ευφάνταστο και χωροχρονικά λειτουργικό σκηνικό (αίθουσα σχολείου με μαυροπίνακες, τραπέζια-θρανία με βιβλία) και τα κοστούμια (σημερινά για τους νέους, εποχής για τους ενηλίκους) της Εύας Μανιδάκη. Η καλοδουλεμένη, εκφραστικότατη κινησιολογία της Αμαλίας Μπένετ. Πολύ καλοί οι φωτισμοί του Τάσου Παλιορούτα. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιώντας αποκλειστικά νέους και πρωτόβγαλτους ηθοποιούς, τους ωφέλησε μακροπρόθεσμα, καθώς τους ανέθεσε ρόλους και εφήβων και ενηλίκων (όπου οι περισσότεροι είχαν τις καλύτερες επιδόσεις), τους καθοδήγησε αποτελεσματικά σαν ενιαίο, συνολικά καλό ερμηνευτικό σύνολο, από το οποίο ιδιαιτέρως ξεχώρισαν ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος για τη φυσικότητα και ευαισθησία του, η Αλκηστις Πουλοπούλου (κωμικότροπα σπαρακτική Ιλζε) και η Αγγελική Καρυστινού (μητέρα). Αξιοι αναφοράς για την αφειδώλευτη ερμηνευτική τους προσπάθεια είναι και οι άλλοι ηθοποιοί: Ιωάννα Παππά, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νατάσα Ζάγκα, Δημήτρης Καρτόκης, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Ομηρος Πουλάκης, Μίλτος Σωτηριάδης, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Γιάννης Χαριτοδιπλωμένος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη.

«Βόλφγκανγκ» («Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»)
«Το ξύπνημα της άνοιξης»

Ξεκινώντας σαν ηθοποιός (πολύ καλός), ο Γιάννης Μαυριτσάκης εξελίσσεται σε ελπιδοφόρο θεατρικό συγγραφέα, όπως διαφαίνεται από το δεύτερο έργο του, «Βόλφγκανγκ», που βασίζεται στη διεθνώς γνωστή, εφιαλτική απαγωγή μιας παιδούλας, της Νατάσα Κάμπους, από έναν ενήλικα παιδεραστή και στον εγκλεισμό της σε ένα ανήλιαγο καταφύγιο, αλλά διαχειρίζεται με ψυχογραφική δύναμη και ανθρωπιστική ευαισθησία το θέμα και με ψυχαναλυτική ματιά τον δράστη του εγκλήματος, θεωρώντας τον ψυχολογικά διαταραγμένο, μοναχικό, κοινωνικά φοβικό, ασφαλώς θύτη αλλά και θύμα και το έγκλημά του «παράγωγο» των τραυματικών οικογενειακών και κοινωνικών βιωμάτων του. Με νοηματικά εύληπτους, γλωσσικά άμεσους, σύντομους διαλόγους, ο συγγραφέας συμπυκνώνει τον οκτάχρονο εφιάλτη του έγκλειστου, στερημένου τη γονεϊκή θαλπωρή, αποκομμένου από όλους τους ανθρώπους κοριτσιού, αλλά και τις εφιαλτικές μνήμες του θύτη, από τον αυταρχικό, βίαιο, φαλοκράτη πατέρα του και την ολόπλευρα καταπιεσμένη μητέρα του. Ο δράστης είναι δύστυχο μόρφωμα των τραυματικών βιωμάτων του, επισημαίνει εμμέσως ο Γ. Μαυριτσάκης. Το έργο ευτύχησε με τη λιτή, ποιητικής ατμόσφαιρας σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, το καλαίσθητο σκηνικό και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, την ανησυχαστική μουσική του Σταύρου Γασπαρινάτου, τους «ζοφερούς» φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, τις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες, με καλύτερες εκείνες των Βασίλη Ανδρέου, Λουκίας Μιχοπούλου, Μάνου Βακούση, Μαρίας Ζορμπά.

«Το ημέρωμα της στρίγκλας» («Κοτοπούλη-Ρεξ»)
«Βόλφγκανγκ»

Στο όνομα τάχα της καλλιτεχνικής «ελευθερίας» και του «μοντερνιστικού» εκσυγχρονισμού, ο διόλου ατάλαντος σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, ενεργών εν πλήρη ελευθερία από πλευράς του Εθνικού Θεάτρου, κατάντησε αγνώριστη, μυθοπλαστικά άτεχνη και δύσληπτη, κωμωδιογραφικά άχαρη, ανόητη, άνοστη, και τελικώς αγέλαστη, την αριστουργηματική σαιξπηρική κωμωδία «Το ημέρωμα της στρίγκλας». Εμφάνισε τον Σαίξπηρ ως συγγραφέα του δικού του, με τη δραματουργική συνεργασία της θεατρολόγου Ελενας Καρακούλη (αλήθεια τέτοιου είδους παιδεία διδάσκουν τα πανεπιστημιακά Θεατρολογικά Τμήματα;) διασκευαστικού -μεταφραστικού κατασκευάσματος (για το οποίο, βεβαίως, εισπράττει πνευματικά δικαιώματα), μετέτρεψε το σαιξπηρικό μύθο περί της συγκρουσιακής σχέσης των δύο φύλων, σε «εκσυγχρονιστική» αρλούμπα, την ιδιοφυή κωμικότητα του έργου, στη γνωστών τηλεοπτικών προτύπων σάχλα, τα υπέροχα πρόσωπα-χαρακτήρες που έπλασε ο Σαίξπηρ, σε γελοίες καρικατούρες (με χειρότερη τον τρελάρα και ολίγον γκέι Πετρούκιο), τη σκηνική δράση σε θορυβώδη ασυναρτησία και τους ταλαντούχους ηθοποιούς που του διατέθηκαν, σε υποταγμένα κύμβαλα – χωρίς δικαίωμα λόγου – εκτελεστικά της ασύδοτης διασκευαστικής και σκηνοθετικής του ασυδοσίας, της δικής του και μόνον καλλιτεχνικής «ελευθερίας». Μέχρι πότε οι ηθοποιοί – το Α και το Ω, η «ψυχή» της σκηνικής πράξης, οι οποίοι όλο και περισσότερο από δημιουργικοί καλλιτέχνες, καταντούν απλά εκτελεστικά όργανα, θα υποκύπτουν στην όλο και πιο επεκτεινόμενη «δικτατορία» σκηνοθετών; Το μόνο καλλιτεχνικά άξιο λόγου στοιχείο της παράστασης, είναι το ευφάνταστο και εικαστικά καλαίσθητο σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου.

ΘΥΜΕΛΗ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 55 other followers