Μάγια Πλισέτσκαγια: «Κρίση στην Ελλάδα; Εχω ζήσει πολύ χειρότερα!»

  • Η 86χρονη μπαλαρίνα θρύλος μιλάει για την ερωτική σχέση της με τη χώρα μας και το Ηρώδειο
Μάγια Πλισέτσκαγια: «Κρίση στην Ελλάδα;  Εχω ζήσει πολύ χειρότερα!»
Ο τότε πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν και η Μάγια Πλισέτσκαγια τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στις 21 Δεκεμβρίου 2006, αμέσως μετά την απονομή τιμητικού τίιτλου στη θρυλική μπαλαρίνα για την εθνική προσφορά της
IΣΜΑ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ:  Πέμπτη 7 Απριλίου 201 Λίγο πριν από την εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στα 86 της χρόνια, η μπαλαρίνα θρύλος την οποία «φλέρταρε» ο Νουρέγεφ, μιλάει για την τέχνη τού χθες και του σήμερα, την ερωτική σχέση της με τη χώρα μας και το Ηρώδειο, τους νέους καλλιτέχνες και τις επίδοξες διαδόχους της

«Κρίση στην Ελλάδα; Αστειεύεστε, φαντάζομαι… Ξεχνάτε, φαίνεται, ότι εγώ έχω ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου σε μια πραγματικά δύσκολη κατάσταση, την πρώην Σοβιετική Ενωση. Δεν υπήρχε ελευθερία, νόμος ή τάξη, η διαφθορά βασίλευε παντού. Οσο για την οικονομία, πραγματικό χάος! Ας μη μιλάμε λοιπόν, τώρα, για δυσκολίες».

Λίγο πριν από την επικείμενη εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όπου, στα 85 της χρόνια, θα ερμηνεύσει το «Αve Μaya», την περίφημη χορογραφία που δημιούργησε ο Μορίς Μπεζάρ πριν από μερικά χρόνια ειδικά γι΄ αυτήν, η Μάγια Πλισέτσκαγια μιλάει στο «Βήμα» προβάλλοντας εξ αρχής το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της.
Η χορεύτρια-θρύλος, η πάλαι ποτέ βασίλισσα του σοβιετικού μπαλέτου, στο ταλέντο της οποίας υποκλίθηκαν τόσο οι ισχυροί της Γης όσο και εκατομμύρια απλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο, διατηρεί ζωντανές αναμνήσεις από τις προηγούμενες επισκέψεις της στην Ελλάδα. «Μπορεί να μπερδεύω θέατρα και ξενοδοχεία», λέει, «αλλά τις πόλεις τις θυμάμαι πάντοτε πολύ καλά. Πέρα από αυτό το γενικό, όμως, ποιος είναι άραγε αυτός που θα μπορούσε να ξεχάσει την Ακρόπολη; Εχω φωτογραφίες στον Παρθενώνα και θαυμάσιες αναμνήσεις από αυτή τη χώρα η οποία στάθηκε τόσο σημαντική για την τέχνη και τον πολιτισμό. Οσο για το Ηρώδειο, είναι ένα από τα ωραιότερα θέατρα του κόσμου, αν όχι το ωραιότερο».

Οι απαντήσεις της Πλισέτσκαγια αποπνέουν σταθερή αισιοδοξία για το παρόν και το μέλλον σε σχέση με το παρελθόν. «Η τέχνη υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει» λέει. «Είναι αλληλένδετη με την ίδια τη ζωή και καμιά οικονομική ή πολιτική συγκυρία δεν μπορεί να τη σκοτώσει. Το πιστεύω ακράδαντα: σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο για κάποιον να ασχοληθεί με την τέχνη. Η συμβουλή μου, λοιπόν, σε έναν νέο άνθρωπο που θέλει να κάνει καλλιτεχνική καριέρα θα ήταν να δει πρώτα αν έχει ταλέντο και αφού βεβαιωθεί πως πράγματι το διαθέτει, να κυνηγήσει το όνειρό του με όποιο κόστος».

Μιλώντας για τη σχέση της με το κοινό και για το πώς αυτή έχει εξελιχθεί στο πέρασμα του χρόνου, η θρυλική μπαλαρίνα λέει πως παραμένει πάντα η ίδια και βασίζεται σε μία μόνο αρχή: «Την απόλυτη παράδοση στην τέχνη». Δεν συμμερίζεται την περιρρέουσα γκρίνια περί έλλειψης ταλέντων στη σημερινή εποχή. «Υπάρχουν» υποστηρίζει «σπουδαίοι χορευτές σε πολλά μεγάλα συγκροτήματα». Η δική της διάδοχος έχει βρεθεί; Εδώ η Πλισέτσκαγια αντιδρά έντονα: «Οι βασιλείς και οι γονείς έχουν διαδόχους και απογόνους,οι καλλιτέχνες όχι.Στην τέχνη, αν έχεις πραγματικά κάτι να πεις,ποτέ δεν πρέπει να διαδέχεσαι κανέναν. Οφείλεις να είσαι μοναδικός, πρωτότυπος». Η λαμπερή καριέρα της σε σχέση με τις δυσκολίες που βίωσε στην πρώην Σοβιετική Ενωση επανέρχεται σταθερά στον λόγο της. Επαναλαμβάνει διαρκώς ότι όλα αυτά σαφώς επηρέασαν τόσο την ίδια όσο και τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός της αλλά είναι υπερήφανη που κατάφερε να υπερβεί τα εμπόδια και να πετύχει όσα πέτυχε. Ο τρόπος της αποδεικνύει ότι παρά τα δεκαεπτά χρόνια που πέρασαν από την κυκλοφορία της πρώτης αυτοβιογραφίας της με τίτλο «Εγώ, η Μάγια Πλισέτσκαγια», η οποία μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έγινε παγκόσμιο μπεστ-σέλερ, η ένταση μέσα της δεν έχει καταλαγιάσει.

Στο βιβλίο αυτό η Πλισέτσκαγια περιγράφει με τρόπο άκρως παραστατικό τη ζωή της- και μέσω αυτής τη ζωή του σοβιετικού καλλιτέχνηαπό τα τέλη του ΄30 ως τις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Στις σελίδες του βιβλίου (το οποίο το 2007 ακολούθησε ένα ακόμη, εξίσου επιτυχημένο, με τίτλο «Δεκατρία χρόνια μετά») ζωντανεύουν οι κυριότερες στιγμές αλλά και τα πολλά πρόσωπα της μπαλαρίνας: η τραυματική παιδική ηλικία, το πάθος για τον χορό, η επαγγελματική καταξίωση, οι συγκρούσεις με συναδέλφους αλλά και με τη σοβιετική εξουσία.

Μέσα από την αφήγηση η χορεύτρια που μαγνήτισε με την αντισυμβατική παρουσία της και ενέπνευσε χορογράφους όπως ο Μορίς Μπεζάρ και ο Ρολάν Πετί εναλλάσσεται με τη λαμπερή γυναίκα: τα κοσμικά κοκτέιλ πάρτι με τον Χρουστσόφ (ο ίδιος διηγούνταν μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι την είχε δει τόσες φορές στη «Λίμνη των Κύκνων»- το σήμα κατατεθέν της- ώστε στα όνειρά του ανακατεύονταν τανκς με… λευκό τούλι!), η φιλία με τον Ρόμπερτ Κένεντι, η γνωριμία με προσωπικότητες όπως ο Αντρέι Ζαχάροφ, ο Ζορζ Μπαλανσίν, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Ντμίτρι Σο στακόβιτς, ο Ρίτσαρντ Αβεντον και ο Πιερ Καρντέν… Γεννημένη στις 20 Νοεμβρίου 1925, η Μάγια Πλισέτσκαγια βίωσε την τραγωδία και την απώλεια πολύ νωρίς στη ζωή της. Προτού ακόμη συμπληρώσει τα δώδεκα χρόνια της ο πατέρας της εκτελέστηκε από το σταλινικό καθεστώς, η μητέρα της οδηγήθηκε σε στρατόπεδο στο Καζακστάν και η ίδια στιγματίστηκε ως κόρη ενός «εχθρού του λαού». Το 1943 έγινε μέλος των φημισμένων μπαλέτων Μπαλσόι όπου όμως, λόγω του οικογενειακού παρελθόντος της, επί χρόνια της απαγορευόταν η συμμετοχή σε περιοδείες στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αποκλεισμός της από τις εμφανίσεις του συγκροτήματος στο Λονδίνο το 1956, με την ίδια να «απαντά» με μια διονυσιακού θριάμβου εμφάνιση στη Μόσχα.

Τρία χρόνια αργότερα, εντούτοις, ο ίδιος ο Χρουστσόφ θα συναινέσει στη συμμετοχή της στην περιοδεία των Μπαλσόι στη Νέα Υόρκη παίρνοντας προσωπικά το ρίσκο μιας πιθανής αυτομόλησής της. Η Πλισέτσκαγια θα εμφανιστεί στις ΗΠΑ, θα δρέψει δάφνες και θα επιστρέψει στην πατρίδα της προς μεγάλη ικανοποίηση του σοβιετικού καθεστώτος, το οποίο την αντάμειψε γι΄ αυτό: δύο πολυτελή αυτοκίνητα, προσωπικός οδηγός, εξοχική κατοικία σε περιζήτητη περιοχή κοντά στη Μόσχα, πανάκριβα ρούχα… Ωστόσο οι «μάχες» συνεχίστηκαν. Και όπως η ίδια έχει δηλώσει, ποτέ δεν αφέθηκε να ξεχάσει ότι όλα αυτά τα προνόμια θα μπορούσαν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή.

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της πρώτης αυτοβιογραφίας της Πλισέτσκαγια αναφέρεται στον τρόπο που βίωσε η ίδια την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:«Θυμάμαι ανθρώπους στους δρόμους γύρω από τα μεγάφωνα που μετέδιδαν ηρωική μουσική και τα τελευταία νέα… πρόσωπα που πρόδιδαν φόβο και ένταση… Υπήρχαν τεράστιες ουρές παντού. Τα πόδια μου πάγωναν από την πολύωρη παραμονή στην ίδια στάση.

Μόνη μου διέξοδος, το θέατρο. Μπορεί να ρωτήσετε πώς είχα τη δυνατότητα να πηγαίνω,όμως τα εισιτήρια ήταν απίστευτα φθηνά. Στην πραγματικότητα, μέχρι αρκετά πρόσφατα, τα εισιτήρια στην πρώτη σειρά του Μπαλσόι στοίχιζαν μόλις τρία ρούβλια και 50 καπίκια.

Και όλα αυτάόταν οι ντομάτες στην αγορά στοίχιζαν 10-15 ρούβλια το κιλό. Είχα λοιπόνμια επιλογή: είτε να φάω μια ντοματοσαλάτα αμφίβολης ποιότητας είτε να πάω τέσσερις φορές στο θέατρο. Διάλεγα, λοιπόν, τροφή της ψυχής».

  • «Αν διέφευγα στη Δύση θα μου έλιωναν τα πόδια»

Η Μάγια Πλισέτσκαγια είχε αρκετές ευκαιρίες να διαφύγει στη Δύση; Γιατί λοιπόν δεν το έπραξε; Στην αυτοβιογραφία της υποστηρίζει ότι φοβόταν. «Θα οργάνωναν κάποιο αυτοκινητικό ατύχημα,θα έλιωναν τα πόδια μου… φοβόμουν ότι θα με σκότωναν» γράφει. Φαίνεται ότι οι φόβοι της είχαν κάποια βάση καθώς εκείνη την εποχή ακουγόταν έντονα στους κύκλους της ότι η ΚGΒ οργάνωνε κάποιο «ατύχημα» προκειμένου να σπάσει τα πόδια του Νουρέγεφο οποίος είχε ήδη αυτομολήσει στη Δύση.

Ανακαλεί την ανάμνηση ενός υπέροχου μπουκέτου από τριαντάφυλλα που της είχε στείλει ο θρυλικός Ρούντι στη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας της στις ΗΠΑ το 1962. Ο Νουρέγεφ τη συνέχαιρε για την επιτυχία της και ευχόταν να συνεργαστούν κάποια στιγμή στο μέλλον.

Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι κάθε επαφή μαζί του, ακούσια ή εκούσια, θα είχε κυρώσεις για αυτήν, είχε αποκλείσει από μόνος του κάθε περίπτωση απάντησης, μη αποκαλύπτοντας ούτε τη διεύθυνση ούτε το τηλέφωνό του. Παρ΄ όλα αυτά, την επομένη ημέρα ένας κατάσκοπος της ΚGΒ την επισκέφθηκε και, μυρίζοντας με δήθεν θαυμασμό τα τριαντάφυλλα, τη ρώτησε τι θα έκανε στην περίπτωση που ο Νουρέγεφ της έστελνε λουλούδια… «Φοβήθηκα μέχρι θανάτου» παραδέχεται η Πλισέτσκαγια.

Σε άλλο κεφάλαιο, με τίτλο «Πώς πληρωνόμαστε», αφού υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του Μπαλσόι στο εξωτερικό πήγαινε«στη χρηματοδότηση πολυτελών διακοπών των κεφαλών του κόμματος», ισχυρίζεται ότι οι χορευτές στις περιοδείες έπρεπε να επιβιώνουν με μόλις πέντε δολάρια την ημέρα.

Προκειμένου να μη λιποθυμήσουν από την πείνα,γράφει,κατέφευγαν στις…ζωοτροφές: «Εχοντας καταναλώσει φαγητό για ζώα νιώθεις πολύ δυνατός» γράφει χαρακτηριστικά. «Ψήναμε μπιφτέκια για σκύλους ανάμεσα σε δυο ηλεκτρικά σίδερα του ξενοδοχείου, βράζαμε λουκάνικα στο μπάνιο… ο ατμός μάς έπνιγε, έφευγε κάτω από τις πόρτες των δωματίων, έφτανε να “μπουκώνει” ακόμη και τα ασανσέρ. Την ώρα του φαγητού ο μπουφές άδειαζε μέσα σε δευτερόλεπτα και αρπάζαμε τα γκαρσόνια από τις μπλούζες ζητώντας περίσσευμα. Ηταν απίστευτα ντροπιαστικό, απαίσιο».

Η παράσταση «Αve Μaya» θα παρουσιαστεί στις 14 και 15 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εκτός από τη Μάγια Πλισέτσκαγια, που θα ερμηνεύσει την ομότιτλη χορογραφία του Μορίς Μπεζάρ, συμμετέχουν χορευτές από τα Μπαλσόι, Μαριίνσκι, το Βασιλικό Μπαλέτο της Αγγλίας, το Εθνικό Μπαλέτο της Αγγλίας, την Οπερα του Παρισιού καθώς και το συγκρότημα του Κάρλος Σάουρα

Θέμις Μπαζάκα: «Σήμερα τους αισιόδοξους τους λένε γραφικούς»

Ανησυχεί για τη νεότερη γενιά, σχολιάζει το «μαζί τα φάγαμε» και ελπίζει ότι αυτή η παράσταση θα ταρακουνήσει πολλά μυαλά

Θέμις Μπαζάκα: «Σήμερα τους αισιόδοξους  τους λένε γραφικούς»

H Θέμις Μπαζάκα στις πρόβες του έργου «Μητέρα του σκύλου»

  • της Μυρτώς Λοβέρδου, ΤΟ ΒΗΜΑ: Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Το βιβλίο βρισκόταν για καιρό στη βιβλιοθήκη της. Απλωσε το χέρι στο ράφι και το διάβασε. Σήμερα η Θέμις Μπαζάκα ετοιμάζεται να ερμηνεύσει τη Ραραού στη «Μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι, σε θεατρική διασκευή του ίδιου του συγγραφέα και σε σκηνοθεσία του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς. «Πρόκειται για ένα βιβλίο που διασχίζει την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, γεμάτο εικόνες. Είναι κρίμα που κανένας έλληνας κινηματογραφιστής δεν το μετέφερε στη μεγάλη οθόνη» λέει η ηθοποιός, η οποία έχει μια ιδιαίτερη- και μακροχρόνια σχέση με το σινεμά. «Η επιλογή της Νέας Σκηνής είναι ενδεικτική του στίγματος της δουλειάς μας. Είναι μια πιο ήρεμη εκδοχή, πιο αφαιρετική, πιο μίνιμαλ, χωρίς σκηνικά. O Μιλιβόγεβιτς αγαπάει το έργο, το πιστεύει και επιλέγει κομμάτια που τον ενδιαφέρουν».


Το πρώτο μέρος της παράστασης είναι αφηγηματικό. Αργότερα έρχονται οι σκηνές της δράσης και των σχέσεων ώσπου η Ραραού να μείνει μόνη. Εργο συναισθημάτων, αισθημάτων και θέσεων, Η μητέρα του σκύλου έρχεται να μας θυμίσει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά.

«Η δική μου Ραραού βγαίνει μέσα από τη ματιά του σκηνοθέτη, που δεν έχει αγγίξει καθόλου το σημείο της τρέλας της ούτε έχει πατήσει στις φαντασιώσεις της. Περισσότερο βγαίνουν η μοναχικότητά της, η μοναξιά της, ο αγώνας για επιβίωση και η αθωότητά της, μια αθωότητα που αγγίζει την αφέλεια με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να λέει τις μεγαλύτερες αλήθειες». «Αυτό όμως που με συγκινεί πιο πολύ απ΄ όλα» προσθέτει η ηθοποιός «είναι ότι όσα λέει,ακόμη και τα πιο αρνητικά, τα λέει με θετικό τρόπο. “Εμένα η ζητιανιά δεν με τα πείνωνε γιατί δεν την ενέκρινα”λέει στον εαυτό της και νιώθει καλύτερα».

Η Θέμις Μπαζάκα πιστεύει ότι το έργο είναι «μεγαλειώδες» επειδή αποτυπώνει μια μεγάλη αλήθεια: «Τίποτα δεν θυμόμαστε, τίποτα δεν έχουμε μάθει. Βλέποντας αυτή την παράσταση, αν μπορέσουμε να κερδίσουμε κάτι, αυτό είναι ίσως ένα ταρακούνημα του μυαλού μας». Θέλουμε όμως πραγματικά να ταρακουνηθούμε; «Κοίτα, ο άνθρωπος έχει τον νου. Και αν ξυπνήσει ο νους, μπορεί να δει τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Δεν πιστεύω σε τίποτε άλλο. Γιατί ο άνθρωπος, όπως λέει και η Ραραού, είναι θηρίο ανελέητο, όλα τα λησμονάει. Αυτό δεν είναι λίγο η τέχνη; Εστω για ένα λεπτό κάποιος κάτι να σκεφτεί… Ο άνθρωπος θέλει να σκέφτεται όλο και λιγότερο και να προσπερνά. Τι να προσπερνά όμως; Την ίδια τη ζωή… Είναι τρομερό αυτό το πράγμα. Ο άνθρωπος δεν βλέπει τη μέρα του αυτόνομα. Το παρατηρώ αυτό κυρίως στα νέα παιδιά. Είναι απελπισμένα.Βλέπουν μπροστά τους αδιέξοδα. Δεν ξέρω πια πού είναι η ελπίδα, πού είναι η αισιοδοξία. Είναι τόσο λίγοι οι αισιόδοξοι. Και είναι πλέον γραφικοί» λέει. Ανησυχεί κυρίως για τη νεότερη γενιά: «Είναι τόσο αμόρφωτα και απαίδευτα σήμερα τα παιδιά. Παράλληλα νιώθεις ότι δεν προβληματίστηκαν ποτέ για κάτι σημαντικό».

Η ίδια δείχνει να έχει επιλέξει μια πιο ανατολίτικη στάση ζωής: να μη βλέπεις τη ζωή σε βάθος, γιατί φρικάρεις, αλλά σιγά σιγά, σε φάσεις, σε φέτες… «Να βλέπεις τη μέρα σου. Οχι όμως με την έννοια του να βλέπεις μόνο τον εαυτό σου. Γιατί αυτό είναι το πρόβλημα του Ελληνα σήμερα: ο εαυτούλης του. Αυτό το “μαζί τα φάγαμε” ο Θόδωρος Πάγκαλος το είπε άκομψα, το είπε άγαρμπα, δεν του επιτρεπόταν να το πει. Αλλά αν μπορέσεις να δεις τη φράση αυτή από απόσταση, καταλαβαίνεις ότι κι ο καθένας μας στον δικό του μικρόκοσμο έκανε την κουτσουκιά του». «Αλλά» τονίζει «στο χοντρό παιχνίδι δεν φταίξαμε. Και επειδή το χοντρό παιχνίδι δεν το πληρώνει κανείς, γι΄ αυτό και ο άλλος αρνείται να συμμετάσχει. Δεν μπορεί να υπάρχει τόση ατιμωρησία. Πώς να πιστέψεις μετά στη Δικαιοσύνη; Ετσιχάνεις τον μπούσουλα, δεν ξέρεις σε ποια αξία να πιστέψεις. Και αυτό σε κάνει πιο ατομιστή, πιο βίαιο, πιο αρνητικό- σε απομονώνει».

Κάτοικος του κέντρου, η Θέμις Μπαζάκα δουλεύοντας στο Εθνικό βιώνει καθημερινά τη βιαιότητα της πόλης. Ωστόσο, «μπορεί να ακουστεί παράλογο, αλλά δέκα ώρες μέσα στο θέατροτο μυαλό μου απασχολείται με άλλα, μεγάλα πράγματα και έτσι ξεφεύγω. Αυτό είναι μεγάλη ευτυχία. Μετά έρχεται η πραγματικότητα, αλλά στο Εθνικό συγκεκριμένα είμαστε ένας μικρόκοσμος σε οργασμό δημιουργικότητας, ζούμε μια ψευδαίσθηση. Μπαίνεις το πρωί και βγαίνεις το βράδυ. Εχεις ζήσει δέκα ζωές αλλά όχι αυτήν εκεί έξω».

Επιστρέφοντας στα λόγια της ηρωίδας της, που αναρωτιέται «τι είναι πατρίδα», η ηθοποιός σημειώνει ότι η Ραραού μέσα από την αφέλειά της οδηγείται σε σουρεαλιστικά (ή μη) συμπεράσματα, όπως η ρήση «εμένα μ΄ αρέσει η βασίλισσα και η μαντάμ Ρίτα, η πουτάνα. Γιατί αυτές τις δύο, όταν τις είδα, ανατρίχιασα». Και η Θέμις Μπαζάκα καταλήγει: «Μακάρι η παράσταση να αφήσει την αίσθηση του μάταιου με μια γλυκόπικρη διαπίστωση της ζωής».

«Η μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι, σε διασκευή του συγγραφέα, ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος».

Το ΚΘΒΕ «αποχαιρετά» τον Νικηφόρο Νανέρη


Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος εκφράζει τη θλίψη του για την απώλεια του ηθοποιού  Νικηφόρου Νανέρη. Ο Νικηφόρος Νανέρης συμμετείχε συνολικά σε εννέα παραστάσεις του Κ.Θ.Β.Ε. Η θητεία του σε αυτό ξεκίνησε το 1979 στην παράσταση «Η ηδονή της τιμιότητας». Τελευταία του παράσταση για το ΚΘΒΕ ήταν «Το παιχνίδι των ρόλων», το 1987-1988.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΚΘΒΕ:
  1. «Η ηδονή της τιμιότητας» του Λουίτζι  Πιραντέλλο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Βεάκη – Πρώτη παρουσίαση Ξάνθη (1979-1980, Κλιμάκιο Θράκης)
  2. «Ο τοπικός παράγων» του Παναγιώτη Καγιά, σε σκηνοθεσία Λάμπρου Κωστόπουλου – Πρώτη παρουσίαση Ξάνθη (1979-1980, Κλιμάκιο Θράκης).
  3. «Στη γέφυρα του Λουλέ –Μπουργάζ» του Στέφανου  Ιωαννίδη, σε σκηνοθεσία Τάκη Καλφόπουλου- Πρώτη παρουσίαση Ξάνθη (1979-1980, Κλιμάκιο Θράκης).
  4. «Το κορίτσι από την Άνδρο» του Τερέντιου, σε σκηνοθεσία Πάνου Χαρίτογλου- Πρώτη παρουσίαση Σέρρες (1980- 1981, Κλιμάκιο Θράκης).
  5. «Οίκος ευγηρίας ‘Η ευτυχισμένη δύσις‘» του Μανώλη Κορρέ , σε σκηνοθεσία Πάνου Παπαϊωάννου- Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή (1983-1984)
  6. «Το μπαλκόνι» του Ζαν Ζενέ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά- Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή (1984-1985).
  7. «Πενθεσίλεια» του Χάινριχ φον Κλάιστ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά- Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή (1986-1987)
  8. «Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας» του Γιώργου Θεοτοκά, σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη – Βασιλικό Θέατρο (1986-1987)

«Το παιχνίδι των ρόλων» του Λουίτζι Πιραντέλλο, σε σκηνοθεσία Ροζάριο Κρεσέντσι  – Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή (1987-1988).

Η «Λωξάντρα» έρχεται στην Αθήνα

  • Η επιτυχημένη παραγωγή του ΚΘΒΕ μετά το Πάσχα στο Θέατρο του Ελληνικού Κόσμου
  • MΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ, TO BHMA:  06/04/2011, 17:15
Η «Λωξάντρα» έρχεται στην Αθήνα
Στιγμιότυπο από την παράσταση του ΚΘΒΕ που έρχεται στην Αθήνα, στον Ελληνικό Κόσμο
Μετά το Πάσχα, η «Λωξάντρα» μετακομίζει στην Αθήνα. Η επιτυχημένη παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος που βασίζεται στο μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου και διασκευάστηκε θεατρικά από τον Ακη Δήμου, μαζεύει τις αποσκευές της.
Αφού ολοκληρώσει τις παραστάσεις της στο Βασιλικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης, έρχεται να εγκατασταθεί στο Θέατρον, του Ελληνικού Κόσμου. Στη σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ Σωτήρη Χατζάκη και με την Φωτεινή Μπαξεβάνη να ερμηνεύει τη θρυλική Λωξάντρα, το αθηναϊκό κοινό θα έχει τη δυνατότητα να μοιρασθεί την ιστορία αυτής της γυναίκας. Με μυρωδιές κι αρώματα κουζίνες, με πλούσια φαγητά κι ακόμα πιο πλούσια αισθήματα, η «Λωξάντρα» ξυπνά τις μνήμες του παρελθόντος, καθώς διασχίζει την Πόλη στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου – και μαζί την πολυτάραχη ζωή της.
Σε σκηνογραφία Ερσης Δρίνη, μουσική επιμέλεια της ίδιας της Φ. Μπαξεβάνη και με έναν πολυάριθμο θίασο η «Λωξάντρα» συνοδεύεται από το 7μελές μουσικό σχήμα που φέρει το όνομά της

Μέσα στο ΜEΣΑ

  • Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου παρουσιάζει και εξηγεί τη νέα παράστασή του.
Μέσα στο ΜEΣΑ
Σε μια εικόνα που θυμίζει πίνακα ζωγραφικής η Καλλιόπη Σίμου στο «ΜΕΣΑ».
«Καθετί χρειάζεται την καλή διάθεση, ωστόσο, κάτι το οποίο τοποθετείται σε ένα κεντρικό θέατρο ενώ θα έβρισκε αλλιώς το κοινό του σε μία γκαλερί, θέλει και μια κουβέντα παραπάνω γιατί παίζει με την ίδια την ιδέα του θεάτρου. Είναι ωραίο για εμάς να πειραματιζόμαστε και νιώσαμε την ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας για να μπορέσουμε να χαλαρώσουμε όλοι μαζί».

Τάδε έφη Δημήτρης Παπαϊωάννου για το νέο του έργο, με τίτλο «ΜΕΣΑ», σε δική του σύλληψη και σκηνοθεσία: Μια εξάωρη παράσταση στο «Παλλάς» (από τις 13 Απριλίου) με κινήσεις και διαδρομές που επαναλαμβάνονται εκατοντάδες φορές. Ενα διαμέρισμα, φωτογραφίες της Αθήνας και μια απελευθερωτική προσέγγιση της σχέσης ανάμεσα στον θεατή και το θέαμα. Μπορείς να δεις όσο θέλεις, να καθίσεις όπου θέλεις, να φύγεις και να επιστρέψεις.

To BHMagazino είπε μερικές κουβέντες παραπάνω με τον γνωστό δημιουργό, ο οποίος έλυσε τις απορίες μας. Διαβάστε όλο το άρθρο για την πρωτοποριακή παράσταση του Παπαϊωάννου αυτήν την Κυριακή 3 Απριλίου στο ΒΗΜagazino [Γιώργος Νάστος].

Περφόρμανς για τον καιρό της κρίσης

Πρωτότυπες προτάσεις από οκτώ ομάδες που συμμετείχαν στον διαγωνισμό νέων δημιουργών με θέμα τη λιτότητα και τις περικοπές
  • Της Σαντρας Bουλγαρη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011

«Περιμένω έτσι όπως φυσά ο νοτιάς εδώ στο νησί, μ’ ένα τσουπ, να μου τα φυσήξει όλα. Με μιας όλα, μέσα στο σπίτι. Καμιά φορά κάθεται και η συγκάτοικός μου δίπλα και περιμένει κι αυτή μαζί μου. Περιμένουμε. Συχνά κλείνουμε και τα μάτια κι όλα γίνονται ακόμα πιο έντονα, μέχρι που θυμώνουμε και τα ξανανοίγουμε. Μικροί χαρούμενοι θάνατοι χοροπηδούν ακατάπαυστα στις σκέψεις μας κι εμείς χαιρόμαστε που επιτέλους όλοι φοβόμαστε τα ίδια πράγματα. Αλήθεια, εσύ τι φοβάσαι; Ελα σε παρακαλώ να φοβηθούμε παρέα». Σ’ ένα στενό διάδρομο μόλις μια ανάσα από τους θεατές, η Γωγώ Πετραλή, χορεύτρια, χορογράφος και δασκάλα χορού, χορεύει με μεγάλες απλωτές και έντονες κινήσεις. Στο βάθος, ένα βίντεο της ίδιας στο σπίτι της στην Κρήτη πειραματίζεται, αντιπαραθέτοντας τις ίδιες ή διαφορετικές φιγούρες σ’ ένα χώρο που αναποδογυρίζει συνέχεια. Οι θεατές που βρέθηκαν στο στούντιο του Κινητήρα στην Ακρόπολη για να παρακολουθήσουν και να ψηφίσουν τον διαγωνισμό νέων δημιουργών με θέμα «Τι μ’ αρέσει στην κρίση» (26/3 η τελευταία μέρα) την χειροκρότησαν θερμά. Το ίδιο συνέβη και με την περφόρμερ Στέλλα Αντύπα, η οποία ερμήνευσε το έργο της ομάδας Magenta «Είναι κεφάτη», που κέρδισε το βραβείο (οικονομικό έπαθλο των 592 ευρώ).

  • Φρεσκάδα

Και οι οκτώ επιλεγμένες από την επιτροπή ομάδες που συμμετείχαν είχαν η καθεμία από μια πρωτότυπη πρόταση. Η φρεσκάδα τους μας έκανε να δακρύσουμε, να προβληματιστούμε, να γελάσουμε. Αν σκεφτεί κανείς ότι η βραδιά ξεκίνησε μ’ εμάς τους θεατές να φωτίζουμε με φακούς τη χορογραφία της Milka Panayotova «Focus Pocus» και τελείωσε μ’ εμάς πάλι να θέτουμε το τέλος βάζοντας το ξυπνητήρι των κινητών μας να χτυπήσει ύστερα από δέκα λεπτά. Πέρα από τη διοργάνωση του διαγωνισμού, ήταν η «συνεύρεση» όλων μας (χορευτών, δημιουργών, θεατών νέων και ηλικιωμένων) σ’ έναν από τους πιο ζεστούς καλλιτεχνικούς χώρους της Αθήνας που έδωσε το στίγμα. Εξω στο φουαγιέ έπαιζε ποπ μουσική, ενώ στον υπολογιστή προβάλλονταν ταινίες χορού. Αφίσες από παραστάσεις της Αθήνας, παλιές και νεότερες, διακοσμούν τους τοίχους του Κινητήρα, ενώ από το πατάρι, όπου σε καθημερινή βάση γίνονται μαθήματα και σεμινάρια, ακούγονταν οι ήχοι από τα πόδια των χορευτών που έκαναν πρόβα για την έναρξη της βραδιάς. Οι οκτώ προτάσεις ήταν κυρίως χορογραφικές (μαθαίνουμε ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός αιτήσεων), όμως με την ευρύτερη έννοια, αφού οι δουλειές όλων ήταν περισσότερο περφόρμανς με στοιχεία θεάτρου, χορού, stand up comedy, video dance. Είδαμε μεταξύ άλλων τον Γάλλο Pierre Magendie, απόφοιτο της Κρατικής Σχολής Χορού, στο «Golgothrash», τη Milka Panayotova στο «Focus Pocus», την Ανδρονίκη Μαραθάκη στο «Umbilical Lotus», την Εύη Κολιούλη στο «Η bibi κάνει μπάνιο». Νέοι όλοι τους και όχι μόνο Ελληνες με μια ιδιαίτερη προσέγγιση στο θέμα της κρίσης. «Αυτό που μ’ αρέσει στην κρίση είναι ότι, εξ αιτίας της λιτότητας και των περικοπών, ανοίγει ένα πεδίο για την τέχνη να ξαναβρεί μια πρωταρχική και απλή, σχεδόν πρωτόγονη διάσταση όπου δεν εκφράζει τίποτα παραπάνω από την ανάγκη να επικοινωνήσει κανείς το πώς αισθάνεται», λέει η Βασιλική Τσαγκάρη, εκπαιδευτικός με παράλληλες σπουδές χορού στην Ελλάδα και την Αγγλία, που ολοκλήρωσε τη βραδιά με το έργο «Καρδιά γουρουνιού».

  • Τρεις ενδιαφέρουσες «ξένες» παρουσίες

Ανάμεσα στους οκτώ συμμετέχοντες ενδιαφέρον παρουσίασαν οι τρεις «ξένες» παρουσίες (Milka Panayotova, Pierre Magendie και Elizabeth Ward) καλλιτεχνών που είτε έχουν κάποια σχέση με την Ελλάδα είτε όχι. Στέκομαι στα λόγια της τελευταίας, της Αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Γουόρντ, η οποία παρουσίασε ένα από τα ωραιότερα έργα της βραδιάς, το «Your greatest mobility is your greatest stability» («Η μεγαλύτερη κινητικότητά σου είναι η μεγαλύτερη σταθερότητά σου»). «Για μένα η κρίση ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2008. Ο σπιτονοικοκύρης μας στο Μπρούκλιν διπλασίασε το ενοίκιό μας την ίδια ώρα που η οικονομία της Αμερικής διαλυόταν. Δώσαμε το διαμέρισμά μας, πήρα μια δουλειά χορεύτριας με περιοδεία σε όλη τη Γαλλία και από τότε βρίσκομαι στον δρόμο. Για μένα το καταπληκτικό με την οικονομική κρίση είναι ότι μου έδωσε το κουράγιο να παρατήσω μια ζωή στη Νέα Υόρκη και να ακολουθήσω τις επιθυμίες μου. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές θυμάμαι τα λόγια της Sara Rudner, βασικό μέλος της ομάδας της Twyla Tharp, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος στο Bennington College στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Είπε: «Your greatest stability is your greatest mobility». Αυτά τα λόγια αποτελούν το σημείο εκκίνησης για το δωδεκάλεπτο σόλο που παρουσίασα».

  • «Να προτείνουμε ανάσες τέχνης…»

Η Αντιγόνη Γύρα, ιδρύτρια της ομάδας και του στούντιο του Κινητήρα, μας εξήγησε γιατί αποφάσισε με τους συνεργάτες της να διοργανώσουν ένα διαγωνισμό με θέμα την κρίση.
«Ο διαγωνισμός “Tι μ’ αρέσει στην κρίση” προέκυψε από μιαν ανάγκη να μην κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια και να κοιτάμε παθητικά όλα αυτά που μας συμβαίνουν. Nα παροτρύνουμε κι άλλους μαζί μας. Οι καλλιτέχνες ως αιώνια ανήσυχα πνεύματα έχουν κοινωνική υποχρέωση, αλλά και εσωτερική ανάγκη, να παίρνουν θέση απέναντι στα πράγματα, να μη σταματούν να δουλεύουν και να προτείνουν ανάσες τέχνης στην ασφυκτική συνθήκη που όλοι μας ζούμε. Ταυτόχρονα, θέλαμε να δώσουμε ένα έναυσμα σε νέους ανθρώπους να έχουν κάτι να κάνουν γρήγορα και ακολουθώντας το ένστικτό τους χωρίς πολλές φλυαρίες, πισωγυρίσματα και υπερανάλυση. Μέσα από τον διαγωνισμό οι καλλιτέχνες μοιράζονται το έργο τους, στοχεύουν σε κάτι και παράλληλα το στούντιο επιβιώνει. Πρέπει να εξασκείς τη φαντασία σου όσο το δυνατόν περισσότερο για να επιβιώσεις και να πληρώσεις το νοίκι σου. Επειδή η τέχνη ήταν πάντα σε κρίση, πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να την αντιμετωπίζουμε. Δυναμικά και με το κεφάλι ψηλά θέλουμε να κάνουμε «συνένοχους» στην τρέλα καλλιτέχνες και κοινό. Και οι οκτώ συμμετέχοντες είναι άνθρωποι με δυναμισμό και σοβαρότητα και αυτή την περίοδο υπήρξε μια υπέροχη ατμόσφαιρα αλληλεγγύης στο στούντιο, η οποία έρχεται σε τέλεια αντίστιξη με την ατμόσφαιρα σε κάθε είδους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς».

Καλλιτέχνης είναι και ο τσαγκάρης

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, η ζωή του, η τέχνη, το θέατρο, η Ελλάδα, σε μια αδημοσίευτη συνέντευξή του στην «Κ»

  • Της Βασιλικης Χρυσοστομιδου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011

Η «Κ» δημοσιεύει σήμερα μια συνέντευξη που δεν δημοσιεύθηκε όσο ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν εν ζωή – άφησε την τελευταία του πνοή την περασμένη Τρίτη 29 Μαρτίου, στα 89 του χρόνια. Με αυτήν την ανέκδοτη έως σήμερα συζήτηση, μια εξομολόγηση αυτοβιογραφική και χωρίς τετριμμένα λόγια, έχουμε την ευκαιρία να αποχαιρετίσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο, με έντονο και εξαιρετικά σημαντικό δημόσιο λόγο, έναν συγγραφέα που ανανέωσε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο.
Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είχε ξεκινήσει με αυτά τα λόγια: «Λάβετε υπόψη σας ότι είμαι… αρκετά γνωστός. Δεδομένου ότι τα γεγονότα της ζωής μας είναι μοναδικά, αναγκάζομαι να λέω τα ίδια και τα ίδια. Αν με ρωτήσετε, για παράδειγμα, “πώς σας ήρθε να βγείτε στο θέατρο;”, θα χρειαστεί να πω κάτι χιλιοειπωμένο, που είναι γραμμένο παντού. Με συγχωρείτε αν σας δημιουργώ δυσκολίες, αλλά θα έχει βαρεθεί πια ο κόσμος να μας ακούει. Η αλήθεια είναι πως, όταν μου ζητούν μια συνέντευξη, λέω “ναι”, όμως το κάνω από αδυναμία να αρνηθώ. Γι’ αυτό, φροντίστε σας παρακαλώ, να μην επαναληφθώ».
– Αν ανατρέξετε στην παιδική σας ηλικία, ποια στιγμιότυπα σάς έρχονται πρώτα στο μυαλό; – Πάντα πηγαίνει ο νους μου στο αγαπημένο μας παιχνίδι: να φτιάχνουμε καραβάκια. Το μέρος όπου μεγάλωσα, η Χώρα της Νάξου, είναι παραθαλάσσιο. Επειδή τότε δεν είχαμε ούτε καν μία μπάλα για ποδόσφαιρο, τα παιχνίδια μας ήταν πάντα με τη Φύση και πάντα τα φτιάχναμε μόνοι μας. Πηγαίναμε σε μια ακρογιαλιά – Ορώντα έλεγαν το μέρος. Ηταν η «αποθήκη» των υλικών μας εκεί. Χρησιμοποιούσαμε τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα. Παίρναμε ένα κομμάτι σανίδι, το κόβαμε λίγο, το διορθώναμε. Ενα κομμάτι από τενεκεδοκούτι έμπαινε στην πρύμνη, για τιμόνι. Πανιά ήταν τα φτερά από τα κοράκια συνήθως, άλλες φορές από γλάρους. Ετοιμο το καραβάκι μας. Το ρίχναμε στη θάλασσα και, ανάλογα με τον καιρό, πιστεύαμε ότι το έβρισκαν παιδιά από τη Μύκονο ή την Πάρο απέναντι. Αυτή είναι μια εικόνα που μου έρχεται πάντα στο μυαλό. Οπως και ένα άλλο παιχνίδι που κάναμε: πηγαίναμε σε ένα λόφο κοντά στη θάλασσα που ανέφερα πριν και σκάβαμε αυλάκια – κάτι λαγούμια, στενά μεν, αλλά με μεγάλο μήκος. Στη συνέχεια, τα σκεπάζαμε από πάνω με χώμα, φύλλα ή ό,τι άλλο βρίσκαμε. Ηταν για να κυκλοφορούν το χειμώνα, οι σαύρες και τα μυρμήγκια, χωρίς να βρέχονται. Αισθανόμασταν ότι κάνουμε κάτι σημαντικό έτσι – δεν ήταν μόνο για να περάσει η ώρα…
– Γιατί ξεχωρίζετε τα συγκεκριμένα παιχνίδια; – Επειδή δίνουν μια προέκταση σ’ αυτό που γίνεται: το καραβάκι που δεν πλέει απλώς αλλά που το βλέπαμε να φεύγει, να πηγαίνει κάπου, που πιθανόν είχε κάποιον παραλήπτη. Ή τα αυλάκια για τα μυρμήγκια και τις σαύρες είχαν μια συνέχεια, μια χρήση. Ηταν, δηλαδή, παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους.
– Ησασταν μαθητής του δημοτικού και ο δάσκαλός σας πρόβλεψε ότι θα γίνετε συγγραφέας. Ακούγοντάς το, εσείς αντιδράσατε με κλάματα. Γιατί; – Ημουν στην τρίτη δημοτικού. Αγαπούσα πολύ τον δάσκαλό μου. Ηταν ένας ψηλός και εύρωστος άνδρας, ο οποίος όμως, είτε σου έλεγε μια καλή κουβέντα είτε σε μάλωνε, είχε τον ίδιο βαρύ τόνο στη φωνή του. Κι αν δεν καταλάβαινες ακριβώς τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, παιδευόσουνα να δεις αν σε έχει επαινέσει ή αν σε έχει επιπλήξει. Εχοντας διακρίνει στις εκθέσεις μου κάποια πράγματα που του άρεσαν, μου είπε με τον κατηγορηματικό τρόπο που περιέγραψα: «Εσύ θα γίνεις συγγραφέας». Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή η λέξη. Το μυαλό μου πήγε στο ότι θα γίνω «αχθοφόρος» ή «σκουπιδιάρης». Λέω «κάτι κακό» θα είναι κι έβαλα τα κλάματα…

  • Η αγάπη για το βιβλίο

– Πώς ξεκίνησε αυτή η «ιστορία αγάπης» για τα βιβλία; – Εξωσχολικά βιβλία δεν είχαμε ως παιδιά – το πολύ πολύ να ξαναδιαβάζαμε το βιβλίο της Ιστορίας ή των Θρησκευτικών. Οταν ήμουν περίπου 11 ετών, κάποια οικογένεια με παιδιά –ακροσυγγενείς μας– ήρθε να παραθερίσει στη Νάξο και τα παιδιά κουβάλησαν ολόκληρη παιδική βιβλιοθήκη μαζί τους: Πηνελόπη Δέλτα, Ιούλιο Βερν, Διάπλαση των Παίδων… τέτοια. Δανείστηκα μερικά, μου χάρισαν και κάποια φεύγοντας. Τα τρία ή τέσσερα βιβλία που απέκτησα τότε ήταν θησαυρός!
– Να περάσουμε στην εμπειρία της Γερμανίας… – Οχι στη Γερμανία. Σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Το οποίο ήταν γερμανικό.
– Θα περίμενε κανείς να έχετε υιοθετήσει μια εικόνα ματαιότητας των πραγμάτων, μια αίσθηση του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης. Ισχύει κάτι τέτοιο; – Φυσικά υπάρχει η αίσθηση της ματαιότητας. Δεν ήταν μόνο ότι ήσουν αυτόπτης μάρτυρας ενός αδιανόητου εγκλήματος, αλλά ότι κάθε στιγμή εκεί μέσα ήσουν μελλοθάνατος. Βγαίνοντας, όχι μόνο ωριμάσαμε, αλλά και γεράσαμε πρόωρα. Δεν ήταν «στρατόπεδα συγκεντρώσεως» αλλά «εξοντώσεως»: τερατώδη εγκλήματα, που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα προϋπέθεταν αιώνες για να γίνουν, εδώ τα ζούσες «κονσομέ», συμπυκνωμένα.
– Η φαντασία λειτούργησε σαν σανίδα σωτηρίας στη διάρκεια της παραμονής σας εκεί; – Η φαντασία πάντα βοηθάει. Εχοντας διαβάσει τόσα βιβλία, το μυαλό μου έβρισκε διεξόδους. Η νιότη μου ήταν το άλλο που με προστάτευε. Ημουν μόνο 21–22 ετών. Οπως όλοι οι νέοι, που διανύουν μια περίοδο τυχοδιωκτισμού, με διέκρινε μια επιπολαιότητα, ονειρευόμουν ότι θα επιζήσω, θα κάνω ό,τι θέλω. Δεν ήμουν ένας 45άρης ή 50άρης, ο οποίος ένιωθε όμηρος της σκέψης για την οικογένειά του.
– Με ποιο τρόπο ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας; Μόνο μέσα από τα βάσανα και τις αγωνίες; – Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση ή αν ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μόνο μέσα από τα έντονα πράγματα. Γιατί μπορεί μια παρατήρηση ψυχρή να αποκαλύψει πράγματα που δεν θα αποκάλυπτε ένα συναίσθημα – ένας πόνος ή μια τεράστια χαρά. Αλλωστε, υπάρχουν εγγυήσεις γι’ αυτό; Εγώ αμφιβάλλω αν έχω βρει τον εαυτό μου…

  • Καμαρώνω πολύ που είμαι Ελληνας

– Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει τη ροή των κοινωνικών πραγμάτων; – Νομίζω ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να την επηρεάσει. Να αλλάξει τον κόσμο, αποκλείεται. Σκεφθείτε ότι τόσοι, σπουδαίοι άνθρωποι πέρασαν από την ανθρωπότητα, αλλά ο κόσμος δεν άλλαξε. Μην έχουμε, όμως, πάντα στο μυαλό μας τον «μεγάλο ζωγράφο» ή τον «μεγάλο μουσικό». Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι.
– Λένε πως η εξέλιξη έρχεται μέσα από την ανατροπή. Τι σημαίνει για σας ανατροπή; – Η ιστορία προχωράει και κινείται με κάποιους δικούς της νόμους. Οι ανατροπές εντάσσονται σ’ αυτήν τη διαδρομή. Το κακό είναι ότι, ενώ αυτές οι ανατροπές στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι γεμάτες ιδανικά και ρομαντισμό, αφού ολοκληρωθεί η ανατροπή, γίνεται καθεστώς κι αρχίζει η διαφθορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ναπολέων, ο οποίος μετά τη Γαλλική Επανάσταση, πήρε μόνος του το στέμμα από τα χέρια του αρχιεπισκόπου και το φόρεσε. Ακολούθησαν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, αιματοκυλίστηκε η Ευρώπη και εδραιώθηκε η θέση των βασιλιάδων, με αποτέλεσμα να μη σαλεύει ρουθούνι για την ελευθερία.
– Τι σημαίνει για σας Ελλάδα; Θα μου δώσετε μερικές λέξεις ή εικόνες αντιπροσωπευτικές; – Τα παιχνίδια που ανέφερα, οι γονείς μου, η υπέροχη γλώσσα μας, η ομορφιά αυτού του τόπου που δυστυχώς καταστρέφεται, η καταπληκτική μυθολογία και η ιστορία της, πράγματα που αποτελούν και το ατομικό μου παρελθόν.
– Καθώς μιλούσατε για τη γλώσσα, διέκρινα μια σπίθα στα μάτια σας… – Ναι, καμαρώνω πάρα πολύ που είμαι Ελληνας. Και έχουμε μια μεγάλη περιουσία, την οποία δεν διαχειριζόμαστε καλά. Σκεφθείτε το εξής: πηγαίνεις στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας και βλέπεις την αγράμματη κυρούλα, να πηγαίνει την Κυριακή στην εκκλησία, να ακούει τα Ευαγγέλια που γράφτηκαν τον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν και να καταλαβαίνει. Πόσοι λαοί σ’ αυτό τον πλανήτη έχουν το χάρισμα αυτής της κυρούλας; Λοιπόν, αυτή τη σπουδαία γλώσσα μιλάμε, αλλά δυστυχώς την αφήνουμε να κακοποιείται – είτε μέσα από τη λανθασμένη χρήση της, είτε μέσα από το περιορισμένο λεξιλόγιο, είτε ακόμη και χρησιμοποιώντας ξένες λέξεις στη θέση των ελληνικών. Είναι σαν να μην καμαρώνεις επειδή ο μπαμπάς σου ήταν κάποιος σπουδαίος άνθρωπος.

  • Το ταλέντο δεν επαρκεί

– Ποια η διαφορά ανάμεσα στον ηθοποιό και τον καλλιεργημένο ηθοποιό; – Αν είναι καλός ηθοποιός, καμία. Ομως, το ταλέντο δεν τον καθιστά επαρκή. Πρέπει να διαβάζει, να μορφώνεται, να ενημερώνεται.
– Καλλιτέχνης ποιος είναι; – Κάποτε, στη Νάξο, είχαμε πάει εκδρομή. Μπήκαμε σε ένα μιτάτο –μιτάτα είναι οι στάνες που φτιάχνουν και τυρί μέσα οι βοσκοί– και ζητήσαμε να πάρουμε τυρί. Ο βοσκός μάς έδωσε, προειδοποιώντας μας ότι «αυτό το τυρί δεν είναι πολύ καλό». Πιάνουμε την κουβέντα. Κλαίγοντας σχεδόν, μας εξομολογήθηκε το παράπονό του: «Δεν μ’ αφήνουν πια να κάνω το καλό τυρί!» – προφανώς για να τελειώνει πιο γρήγορα η δουλειά ή να βγαίνουν περισσότερα χρήματα. Μέγας καλλιτέχνης αυτός. Οπως καλλιτέχνης είναι ο τσαγκάρης που φτιάχνει τα «γαμπρικά» παπούτσια. Καλλιτέχνης είναι αυτός που επιδιώκει να κάνει το «ωραίο», το «καλύτερο». Και δεν χρειάζεται να τον αναζητούμε πάντα στις «φίρμες».

  • Υπήρχε προδιάθεση

– Θεωρείτε ότι υπάρχει μια μαγική στιγμή, που γίνεται ένα κλικ και βγαίνει το ταλέντο; – Με κλικ, όχι. Υπάρχει μια προδιάθεση, ακόμη και εν αγνοία του ίδιου του ατόμου. Ερχεται ο Καμπανέλλης από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μπαίνει σε ένα θέατρο και κατασυγκινείται, επειδή βλέπει κάτι ανθρώπους που ζουν το δραματάκι τους. Ανακάλυψα τότε τη δύναμη της τέχνης, τη δύναμη του μεγαλοφυούς θεατρικού ψεύδους. Υπήρχε όμως ένα υπόβαθρο: Είχα διαβάσει πολλή λογοτεχνία, ήξερα Ντοστογιέφσκι απ’ έξω. Δεν μπήκα στα καλά καθούμενα σ’ ένα θέατρο κι έγινε ό,τι έγινε.

Ματιές στον κόσμο

  • Al Hirchfeld Theaterwww. howtosucceedbroadway. com

«How To Succeed In Business Without Really Trying». Το μιούζικαλ «Πώς να πετύχετε στις επιχειρήσεις χωρίς καν να προσπαθήσετε» πρωτοπαρουσιάστηκε το 1961. Ενώ η μουσική του Φρανκ Λέσερ, με αποχρώσεις τζαζ, έχει εμφανείς επιρροές από την εποχή της Υφεσης και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το «λιμπρέτο» και οι στίχοι των τραγουδιών (Εϊμπ Μπάροους, Τζακ Γουάινστοκ, Γουίλι Γκίλμπερτ) αντανακλούν την ευφορική διάθεση της μεταπολεμικής Αμερικής. Στη νέα παραγωγή, που σκηνοθέτησε ο Ρομπ Ασφορντ, πρωταγωνιστεί ο Ντάνιελ Ράντκλιφ (γνωστότερος ως «Χάρι Πότερ»), στο ρόλο του νεαρού Φιντς, ο οποίος ακολουθεί τις κυνικές συμβουλές ενός εγχειριδίου («Πώς να πετύχετε στις επιχειρήσεις…») για να ανέβει στην κορυφή της εταιρικής ιεραρχίας. Ο νεαρός σταρ τα καταφέρνει πολύ καλά, όπως γράφουν οι κριτικοί. Παρότι δεν είναι τέλειος ούτε στον χορό ούτε στο τραγούδι, ενθουσιάζει το κοινό με τη δυναμική σκηνική παρουσία του. Μαζί του παίζουν η Ρόουζ Χέμινγουεϊ και ο Κρίστοφερ Χάνκε, ερμηνεύοντας την αρραβωνιαστικιά και τον φίλο που προδίδει ο Φιντς προκειμένου να αναρριχηθεί, και ο Τζον Λαροκέτ στο ρόλο του προέδρου της εταιρείας.

  • Nederlander Theaterwww. nederlandertheater. com

«Million Dollar Quartet». Το μιούζικαλ είναι εμπνευσμένο από μια μεγάλη μέρα στην ιστορία του ροκ εν’ ρολ, όταν ο Τζόνι Κας, ο Καρλ Πέρκινς, ο Ελβις Πρίσλεϊ και ο Τζέρι Λι Λιούις συναντήθηκαν για να παίξουν μαζί αυτοσχεδιάζοντας στο στούντιο ηχογραφήσεων της Sun Records. Αν και μοιάζει με ροκ ντοκιμαντέρ, το έργο είναι σφιχτοδεμένο, μουσικά άρτιο και με τραγούδια που ξεσηκώνουν (εδώ μια σκηνή από την παράσταση). Εχει αποσπάσει πολύ καλές κριτικές, ιδιαίτερα για τους τέσσερις πρωταγωνιστές: τον Εντι Κλέντενινγκ (Πρίσλεϊ), τον Λανς Γκεστ (Τζόνι Κας), τον Ρόμπερτ Μπρίτον Λάιονς (Καρλ Πέρκινς) και τον Λίβαϊ Κρέις (Τζέρι Λι Λιούις), ο οποίος τιμήθηκε με βραβείο Τόνι για τον ρόλο αυτό. Το έργο το έγραψαν ο Κόλιν Εσκοτ και ο Φλόιντ Μάτρουξ, ο οποίος επίσης το σκηνοθέτησε μαζί με τον Ερικ Σάφερ. Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011

Η νέα δημοκρατία του θεάτρου

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011
Το θέατρο, από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων μέχρι σήμερα, ήταν ένας προσφιλής τόπος εκσκαφής όσο και προβολής τεκμηρίων, καθώς και προσωπικών και, συχνά, εθνικών τραυμάτων.

Το ότι το κάνουμε θέμα συζήτησης είναι γιατί εντυπωσιάζει το γεγονός ότι σε ολοένα και περισσότερες παραστάσεις βλέπουμε μια δυναμική και οργανωμένη επιστροφή ενός «αμοντάριστου» νατουραλισμού, που σίγουρα θα ζήλευε κι αυτός ακόμη ο φανατικός Ζολά.
Να σας παραπέμψω πολύ πρόχειρα στην περιβαλλοντική περφόρμανς «Αραβοϊσραηλινός τσελεμεντές» που είδαμε στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, εκεί όπου πρόσφατα φιλοξενήθηκαν και οι «Μικρές σκηνές καθημερινής βίας», δράση εμπνευσμένη από ένα πραγματικό γεγονός (την κλοπή μιας μηχανής, για την οποία κατηγορήθηκαν και απελάθηκαν μετανάστες). Να θυμίσω ακόμη το «Ενας στους δέκα», «Το όνομά μου είναι Ραχήλ Κόρι» και «Ο θάνατος είναι δώρο», όλα βασισμένα σε ζωντανές αφηγήσεις, ντοκουμέντα, συνεντεύξεις, φωτογραφίες, προσωπικά τεκμήρια και ημερολόγια. Και εκτός Ελλάδος, στέκομαι στο σπουδαίο «θέατρο του καταπιεσμένου» του Μπόαλ στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπως και στο θέατρο των μειονοτήτων (σε Αγγλία και Αμερική), που φέρνει στο προσκήνιο την πιο ακραία και δημοφιλή εκδοχή του φαινομένου, όπου πλέον δεν μπαίνει καν θέμα ο καλλιτέχνης να κάνει χρήση της δημιουργικής του ελευθερίας, στο βαθμό που θα έκανε σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα, για παράδειγμα, όπου το ιστορικό περιβάλλον είναι απλώς το φόντο για την εξέλιξη μιας ιστορίας που εμπεριέχει φανταστικούς χαρακτήρες. Εδώ καμία πληροφορία δεν προβάλλεται ως πιο σημαντική από κάποια άλλη, γιατί ο στόχος είναι η προώθηση της κατανόησης ανάμεσα σε λαούς, άτομα ή ομάδες με διαφορετικές θέσεις και βιώματα.

  • ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κάποτε ο Σαρτρ είχε αποκαλέσει αυτό το στυλ «θέατρο του γεγονότος». Κάποιοι άλλοι το είπαν «θέατρο ντοκουμέντο» και άλλοι «θέατρο verbatim-αυτολεξεί». Είναι, επίσης, και ορισμένοι που στράφηκαν σε τηλεοπτικούς και κινηματογραφικούς όρους, όπως «δράμα ντοκιμαντέρ» και «δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ». Εάν αφήσουμε τις ετικέτες κατά μέρος, εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο πολίτης της παγκοσμιοποίησης δείχνει να ζει ξανά την αγωνία της ανακάλυψης, της τεκμηρίωσης και της προσωπικής κατάθεσης. Μπορεί να δηλώνει πραγματιστής, όμως η έννοια του πραγματικού τού διαφεύγει, γιατί απλούστατα έχει καταπλακωθεί από άπειρες στρωματώσεις ομοιωμάτων και πολιτιστικών σκουπιδιών. Και το χειρότερο, κάτω από το βάρος των εικόνων έχει χάσει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γι’ αυτό όλοι τρέχουν να ανακαλύψουν ξανά το πρόσωπο πίσω από το προσωπείο, το γεγονός πίσω από τη δημόσια είδηση του γεγονότος. Θέλουν να γίνουν μάρτυρες -ενίοτε και δικαστές- κοινωνικών φαινομένων, χωρίς καμία διαμεσολάβηση. Θέλουν να μάθουν τι, πώς, γιατί, πότε, πού.

Ξαφνικά η ιστορική μνήμη και οι προσωπικές αφηγήσεις αποκτούν ειδικό βάρος. Ξαφνικά ο Μπρεχτ μάς αφορά και πάλι. Ατομα και κοινότητες νιώθουν την ανάγκη να καταθέσουν ενώπιον κοινού, προσβλέποντας στη «θεραπεία» κάποιου συνειδησιακού ή ακόμη και εθνικού τραύματος. Μέσα από την πορεία αυτή πιστεύουν ότι ανακτούν σιγά σιγά την υποκειμενικότητά τους και, ταυτόχρονα, δίνουν χώρο να υπάρχει στη ζωή τους και η αφήγηση του τραύματος, αυτή τη φορά όμως ως κάτι το απόλυτα ελεγχόμενο. Κάτι που υποθέτω πως είχε κατά νου ο νοτιοαφρικανός αρχιεπίσκοπος Τούτου όταν, αμέσως μετά την πτώση του απαρτχάιντ, είχε προτείνει να συσταθούν ειδικές επιτροπές (γνωστές ως Truth and Reconciliation Commissions), ώστε να επιτευχθεί η ταχύτερη συμφιλίωση των πολιτών (λευκών και μαύρων) μέσα από τη δημοσιοποίηση τεκμηριωμένων εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί από το προηγούμενο καθεστώς. Στόχος ήταν η δημιουργία ενός λειτουργικού πλαισίου για να εγκατασταθεί μια καινούρια συλλογική αφήγηση του έθνους, μέσα από την οποία η νέα Νότια Αφρική θα μπορούσε να θυμάται ειρηνικά το παρελθόν της και να αναζητεί το κοινό της μέλλον.

  • ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Εχω την αίσθηση πως αυτό κατά βάθος επιζητούν πολλοί καλλιτέχνες του θεάτρου που μιλούν για εθνικά ή προσωπικά τραύματα. Με την προσκόμιση αποδείξεων, φιλοδοξούν να φέρουν στο φως και συνάμα να συμφιλιώσουν τον κόσμο με σκοτεινές και, από πολλές απόψεις, στοιχειωμένες ιστορίες, όπως η περίπτωση Παγκρατίδη (Ο δράκος του Σέιχ-Σου), για παράδειγμα, που φέτος απασχόλησε δύο θεσσαλονικείς καλλιτέχνες του θεάτρου, τον Στάθη Μαυρόπουλο με το έργο «Σε μια κόλλα χαρτί» (το είδαμε στην Πειραματική Σκηνή) και τον Σάκη Σερέφα με το «Δράκοι» (θα το δούμε σύντομα στις Αναγνώσεις του Εθνικού). Ο μεν πρώτος στάθηκε στα γεγονότα όπως ακριβώς συνέβησαν, ο δε Σερέφας κράτησε ένα μικρό ποσοστό από τα ιστορικά δεδομένα και το υπόλοιπο το παρέδωσε στη φαντασία, με στόχο να δείξει πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί εξουσίας και πώς τσαλαπατούν έναν, δεδομένα παροπλισμένο, ανθρωπάκο (εξ ου και ο τίτλος: δράκοι=δικαστές, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, ψυχίατροι, πολιτικοί κ.λπ.). Είναι και μία άλλη δράση, προγραμματισμένη για την άνοιξη, πάλι στη Θεσσαλονίκη (από το ΚΘΒΕ), site specific αυτή τη φορά, που εστιάζει σε μια επίσης τραυματική εμπειρία που στοιχειώνει δεκαετίες τώρα την ιστορία της πόλης: τη δολοφονία του Λαμπράκη (στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου διαπράχθηκε το έγκλημα).

  • ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Εκείνο που προβλέπω είναι ότι, όσο θα καταρρέουν οι ιστοί του κράτους και, μαζί με αυτούς, οι μύθοι που τους (και μας) συντήρησαν, ο κόσμος θα απαιτεί μεγαλύτερες και ωμότερες δόσεις νατουραλισμού, σωματικότητας, διαδραστικότητας και απρόβλεπτων site specific περφόρμανς. Είναι προφανές πως οι συνθήκες διάλυσης και απαξίωσης ευνοούν (αν όχι επιβάλλουν) τη δημιουργία μιας νέας δημοκρατίας του θεάτρου, ιδεατός στόχος της οποίας θα είναι μια νέα «αρχαιολογία της γνώσης», όπως ενδεχομένως θα μας έλεγε ο Φουκό, που θα οδηγήσει σε μια καινούρια γνωριμία με το «πραγματικό». Κι εδώ είναι η ειρωνεία: όσο πιο πολύ θα μας κλέβουν την πραγματικότητα, τόσο πιο έντονα θα τη διεκδικεί το θέατρο, ο χώρος του μη πραγματικού.

Οι σταρ του Φεστιβάλ


  • ΤΩΝ ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011
  • Από μέρα σε μέρα πρόκειται να ανακοινωθεί το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών, ωστόσο, μερικές «θορυβώδεις» αφίξεις αλλά και κάποιες ελληνικές παραγωγές έχουν ήδη αρχίσει να κουβεντιάζονται.
Αν μη τι άλλο οι σταρ του φετινού καλοκαιριού μάς είναι ιδιαιτέρως οικείοι. Ξανά στη χώρας μας, λοιπόν, θα βρεθούν η Αριάν Μνουσκίν, ο Σαμ Μέντες που σκηνοθετεί τον Κέβιν Σπέισι, ο Ρομέο Καστελούτσι, η Σιλβί Γκιγέμ. Από την άλλη, στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, του ΚΘΒΕ και του Απλού Θεάτρου στην Επίδαυρο συγκεντρώνεται η αφρόκρεμα του ελληνικού θεάτρου. Ας τα δούμε:
* Ο Σαμ Μέντες στο πλαίσιο του British Project σκηνοθετεί τον Κέβιν Σπέισι (καλλιτεχνικό διευθυντή του λονδρέζικου Ολντ Βικ), στον «Ριχάρδο Γ’» του Σέξπιρ, στις 29 και 30 Ιουλίου στην Επίδαυρο. Το έργο, στο οποίο ο άγγλος δραματουργός αναλύει διεξοδικά το θέμα της πολιτικής διαφθοράς, κάνει πρεμιέρα στις 18 Ιουνίου στο Λονδίνο (θα παραμείνει εκεί έως τον Σεπτέμβρη, με εξαίρεση το διήμερο που έρχονται στην Ελλάδα) αλλά τα εισιτήρια έχουν ήδη ξεπουληθεί όλα. Τον Ιανουάριο του 2012 η παραγωγή του «Ριχάρδου Γ’» θα ταξιδέψει στην Αμερική.
* Παρών στο Φεστιβάλ Αθηνών και ο Ρομέο Καστελούτσι, ο ιταλός καλλιτέχνης που πριν από δύο χρόνια μας είχε καταπλήξει με το τρίπτυχο της «Θείας Κωμωδίας». Αυτή τη φορά, όμως, ο τολμηρός δημιουργός καταπιάνεται με τον Ναθάνιελ Χόθορν (1804-1864). Πρόκειται για έναν σημαντικό αμερικανό πεζογράφο, ο οποίος ανέδειξε με τη διεισδυτική γραφή του τις σκοτεινές ανθρώπινες πλευρές. Ο Καστελούτσι θα παρουσιάσει το έργο του «The Minister’s Black Veil», το οποίο πραγματεύεται θέματα όπως αυτό της αμαρτίας, της μετάνοιας, της ηθικής.
* Με την τελευταία της δουλειά «Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας» (βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν») έρχεται φέτος στο Φεστιβάλ Αθηνών η σοφή κυρία του γαλλικού θεάτρου Αριάν Μνουσκίν. Πολύ ακριβή η παραγωγή, εξαιρετικά τα σκηνικά και στη μέση ένας καλοδουλεμένος, πολυπληθής θίασος – η Μνουσκίν ετοίμαζε την παράσταση επί δέκα μήνες. Με το που ξεκινά η παράσταση μας μεταφέρει στην άνοιξη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επί τέσσερις ώρες οι πρωταγωνιστές θα οργώσουν τη σκηνή. Τους βλέπουμε πότε σε σπίτια, καράβια ή το θεατρικό σανίδι να περιπλανούνται και να ανασύρουν εφευρέσεις όπως ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο, τον κινηματογράφο, τα αεροπλάνα, τα υποβρύχια, τον Φρόιντ και τον Μαρξ! Από την παράσταση φυσικά δεν λείπουν οι πολιτικοί υπαινιγμοί της Μνουσκίν, η οποία βρήκε μια ακόμα θεατρική ευκαιρία να μιλήσει για τους μετανάστες.
Πέρυσι η γαλλίδα σκηνοθέτρια επισκέφθηκε την Πειραιώς 260 κι ενθουσιάστηκε με τις δυνατότητές της. Ωστόσο, η παράσταση που είδαμε στο Παρίσι δεν «χωρά» στην Πειραιώς. Κουβέντα γίνεται για το Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου, την Επίδαυρο ή έναν άλλο χώρο…
* Μπορεί να είναι μια από τις μεγαλύτερες εν ζωή χορεύτριες, αλλά αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με τη Σιλβί Γκιγέμ είναι άνευ προηγουμένου. Με το που κουβεντιάζεται ότι καταφθάνει, σπάνε τα τηλέφωνα. Το ίδιο συμβαίνει ήδη στα γραφεία του Φεστιβάλ Αθηνών, μιας και τελευταία ψιθυρίζεται ότι το καλοκαίρι την περιμένουμε και πάλι στο Ηρώδειο. Μυστικό είναι, ωστόσο, το πρόγραμμα που θα παρουσιάσει. Τους επόμενους μήνες περιοδεύει με τέσσερις διαφορετικές παραστάσεις: στην Πολωνία θα χορέψει το «Push» του Ράσελ Μάλιφαντ. Στη Νέα Ζηλανδία το «Eonnagata» των Μάλιφαντ και Λεπάζ. Στην Αγία Πετρούπολη πάει για ένα κλασικό γκαλά. Και το διάστημα 10 – 16 Ιουλίου παρουσιάζει στο λονδρέζικο Sadlers Wells μια ολοκαίνουρια δουλειά. Ψηφίζουμε «Eonnagata» δαγκωτό!

  • ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ:

* «Σκηνοβάτες» είναι ο τίτλος της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου, που παρουσιάζεται στις 15 και 16 Ιουλίου σε μετάφραση-δραματουργία-σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Πρόκειται για σκηνική σύνθεση με ιστορικό φόντο την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της παρακμής, έρχονται σ’ ένα αρχαίο θέατρο τρεις θίασοι από τρεις άκρες της αυτοκρατορίας και στήνουν αυτοσχέδιους δραματικούς αγώνες. Κι έτσι η ιστορία του θεάτρου ζωντανεύει επί σκηνής. Αποσπάσματα από τραγωδίες και κωμωδίες ελλήνων και ρωμαίων ποιητών, ύμνοι και χορικά, μίμοι, εντυπωσιακές αθλοπαιδιές, μονομαχίες, ακροβατικά και θεαματικές επιδείξεις με φωτιές -στοιχεία της ρωμαϊκής αρένας- συνθέτουν ένα ετερόκλητο, πολύχρωμο κολάζ. Και ποιοι δεν παίζουν σ’ αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα: Νένα Μεντή (πρώτη εμφάνιση στην Επίδαυρο), Σοφία Φιλιππίδου, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Κουρής, Τάνια Τρύπη, Ελένη Κοκκίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Ευαγγελία Μουμούρη, Θανάσης Αλευράς, Σωκράτης Πατσίκας, Αλκηστις Πουλοπούλου, Φοίβος Ριμένας, Μαργαρίτα Λουμάκη, Αγορίτσα Οικονόμου, Γιώργος Δεπάστας κ.ά.
* Μισό αιώνα καλλιτεχνικής ζωής γιορτάζει φέτος το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος κι ετοιμάζει μια σκηνική σύνθεση με αποσπάσματα ιστορικών παραστάσεών του από τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του επί διευθύνσεως Σωκράτη Καραντινού. Μόνο που η ημερομηνία που πήρε από το Φεστιβάλ, κακή απ’ ό,τι λένε για την Επίδαυρο, κάνει τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΚΘΒΕ να γκρινιάζει: 12 και 13 Αυγούστου σημειώνεται μαζική φυγή σε θάλασσες και πανηγύρια…
* Την τελευταία φορά που είδαμε τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στην Επίδαυρο πρωταγωνιστούσε. Τώρα σκηνοθετεί και μάλιστα ένα έργο που δεν ανεβαίνει συχνά: ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη είναι η δεύτερη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και παρουσιάζεται στις 5 και 6 Αυγούστου. Το σκηνικό είναι της Ελένης Μανωλοπούλου, η χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου, η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού. Στο θίασο Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μηνάς Χατζησάββας, Στεφανία Γουλιώτη, Θεοδώρα Τζήμου, Γιώργος Γάλλος, Θοδωρής Αθερίδης.
* Για δεύτερη φορά μετά τις «Τρωάδες» ο Αντώνης Αντύπας σκηνοθετεί στην Επίδαυρο. Τη «Μήδεια» του Ευριπίδη αυτή τη φορά, με πρωταγωνιστικό ζευγάρι την Αμαλία Μουτούση και τον Χρήστο Λούλη.
* Στην Επίδαυρο και ο Πέτρος Φιλιππίδης, σκηνοθετώντας και ερμηνεύοντας τον Τρυγαίο στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Τα σκηνικά-κοστούμια κάνει ο Γιάννης Μετζικώφ, τη μουσική γράφει ο Μίνος Μάτσας. Παίζουν οι Τάκης Παπαματθαίου, Γιώργος Γαλίτης, Δημήτρης Δεγαΐτης, Γιάννης Δεγαΐτης και άλλοι.
* Τέλος, κρατήστε και δύο μουσικές ειδήσεις, καθώς στο πρόγραμμα της Μικρής Επιδαύρου υπάρχουν δύο συναυλίες: μία του Νίκου Πορτοκάλογου με το ακουστικό «Remix» και μία της Μόνικα.

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.