«Σου κόβει την ανάσα» το νέο θέατρο

Ενθουσιασμό προκαλεί στον παγκόσμιο Τύπο το νέο θέατρο του Παρισιού, «La Gaite Lyrique» που το χαρακτηρίζει από «εκπληκτικό» έως «τόσο γοητευτικό που σου κόβει την ανάσα». Διατηρώντας εξωτερικά την παλιά του όψη, στο εσωτερικό του θεάτρου αναδύεται ένας υπερ-μοντέρνος κόσμος, που χρειάστηκε οκτώ χρόνια εργασιών ανακαίνισης από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Μανουέλ Γκοτράν και 83 εκατομμύρια ευρώ. Ο σχεδιαστής του χαρακτηρίζει το «La Gaite Lyrique – θέατρο για τις ψηφιακές τέχνες» που άνοιξε για πρώτη φορά το 1862, «ένα κουτί εργαλείων», «ένα μέρος διαρκούς εξέλιξης», «ένα εργαστήριο πολιτιστικών κινήτρων». Το πρόγραμμα του ανακαινισμένου παριζιάνικου θεάτρου εκτείνεται από πειραματικές θεατρικές παραστάσεις της γερμανικής κολεκτίβας Ρίμινι Πρότοκολ, έως συναυλίες από αβάν γκαρντ μουσικούς, όπως ο Μπράιν Ινο και 3D ψηφιακές παραστάσεις. [ΕΘΝΟΣ, 28/3/2011]

Η Ολυμπία Δουκάκη με τη Μιμή Ντενίση

Η Ολυμπία Δουκάκη με τη Μιμή Ντενίση
Η Ολυμπία Δουκάκη θα συμπρωταγωνιστήσει του χρόνου με τη Μιμή Ντενίση. Εχουν βρει μια γερή αμερικανική κωμωδία, η οποία θα ανέβει στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και στη συνέχεια ενδέχεται να φιλοξενηθεί και σε κεντρικό αθηναϊκό θέατρο. Οι δύο ηθοποιοί συνδέονται με βαθιά φιλία και χρόνια τώρα συζητούσαν μια συνεργασία που θα έρθει υπό τη σκέπη του ΘΟΚ, που έδωσε… γη και ύδωρ για το πάντρεμά τους. Η Φαίη Ξυλά θα παίξει τη Βεατρίκη στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι, που θα περιοδεύσει το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα. Ο Γιάννης Κακλέας, που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία της παράστασης, έψαχνε από καιρό την καταλληλότερη για τον πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο της Βεατρίκης και τη βρήκε τελικά στο πρόσωπο της εν λόγω ηθοποιού. Να θυμίσουμε ότι τον ρόλο του υπηρέτη Τρουφαλδίνο θα παίξει ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος και ότι μαζί του θα δούμε τους Χρυσοστόμου, Παπαγεωργίου. Παραμένω στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων», προκειμένου να σας ενημερώσω ότι στην ίδια παράσταση και στον ρόλο της υπηρέτριας θα δούμε τη Μένη Κωνσταντινίδου. Η φιλόδοξη παράσταση θα ανέβει απ’ το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και θα περιοδεύσει σε μεγάλες πόλεις ανά την Ελλάδα το καλοκαίρι.
Αφού «έσπασε ταμεία» στο αθηναϊκό θέατρο «Aνεσις», πάει να κάνει το ίδιο και στη Θεσσαλονίκη η παράσταση «Ο θάνατος και η κόρη» που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Καρχαδάκης. Απ’ την Παρασκευή θα φιλοξενείται στο θέατρο «Εγνατία» -μέχρι και τις 17 Απριλίου οι παραστάσεις- με πρωταγωνιστές της τους Κατερίνα Λέχου, Αλέξανδρο Σταύρου και Μάνο Ζαχαράκο.
Το «Σλουθ» εξακολουθεί να φέρνει ουρές στο Θέατρο Αθηνών για δεύτερη χρονιά, γι’ αυτό κι οι πρωταγωνιστές-σκηνοθέτες του Γιώργος Κιμούλης – Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είναι σε συζητήσεις να το «πάνε» και του χρόνου. Η σκέψη τους είναι να το επαναλάβουν μέχρι τα Χριστούγεννα και να χτυπήσουν μετά με νέα παραγωγή και είναι πολύ πιθανό να συμβεί αυτό καθώς τους βολεύει, για να μην κάνουν το καλοκαίρι πρόβες για νέα παραγωγή, αφού θα οργώνουν την Ελλάδα με τον «Οθέλλο» που θα παρουσιάσουν σε δική τους μετάφραση-σκηνοθεσία.
Μπορεί πολλοί να περίμεναν ότι ο Λευτέρης Βογιατζής δεν θα ήταν έτοιμος για την πρεμιέρα του «Θερμοκηπίου» του και ότι θα ανέβαλε το ραντεβού με τους θεατές, τελικά όμως ήταν… πιστός σ’ αυτό που είχε αναγγείλει και άνοιξε τις παραστάσεις το βράδυ της Παρασκευής. Στο κοινό ήταν επιστήθιοι φίλοι του -Κουμανταρέας, Πιττακή, Βούλγαρης, Γιαννακοπούλου, Μαστοράκη, Ιγγλέση- και οι πέντε αυλαίες που έγιναν είχαν να κάνουν με την υψηλής αισθητικής δουλειά, με τον ίδιο να… κεντάει υποκριτικά στην πληρέστερη ερμηνεία του στη σκηνή.
  • Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 28/3/2011

Οι «Εμιγκρέδες» στην Κοζάνη

Το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης παρουσιάζει το έργο του Σλαβομίρ Μρόζεκ «Οι εμιγκρέδες». Οι μετανάστες είναι το θέμα του έργου του μεγάλου Πολωνού συγγραφέα που φέτος γιορτάζει τα 80ά του γενέθλια. Δύο αλλοδαποί συγκατοικούν σε ένα υπόγειο. Ο ένας διανοούμενος, πολιτικός εξόριστος και ο άλλος εργάτης, οικονομικός μετανάστης. Θα μπορούσαν να βρίσκονται σε οποιαδήποτε χώρα. Θα μπορούσαν να κατάγονται από οπουδήποτε. Η μέρα κατά την οποία διαδραματίζεται το έργο είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Για τους ντόπιους ημέρα χαράς, ημέρα γιορτής. Γι’ αυτούς απλώς άλλη μια μέρα σε ξένο τόπο. Μόνη διέξοδος τα όνειρα. Οσο αντέξουν κι αυτά. Τους ρόλους των δύο εμιγκρέδων ερμηνεύουν ο Δημήτρης Παπανικολάου και ο Βασίλης Πουλάκος, ο οποίος έχει κάνει και τη μετάφραση. Η σκηνοθεσία είναι της Μαρίας Βαρδάκα, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Σοφίας Παντουβάκη, η μουσική επιμέλεια του Νίκου Ορφανού και οι φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση. Η πρεμιέρα θα δοθεί την Πέμπτη 31 Μαρτίου (21.00) στο «Θεατροδρόμιο», στην Κοζάνη. Θα ακολουθήσουν άλλες επτά παραστάσεις έως τις 10 Απριλίου. Στη συνέχεια ο θίασος θα εμφανιστεί στη Βέροια, τη Λάρισα και την Αθήνα.

Κανιβαλισμοί για μια καρέκλα

Από αριστερά προς τα δεξιά Π. Λαγούτης, Β. Παπαδοπούλου, Δ. Χρονόπουλος, Γ. Καραμίχος και Χρ. Σαπουντζής
Πόσα είναι διατεθειμένος να υποστεί κανείς για να κερδίσει μια καρέκλα στηριγμένη σε πολλά μηδενικά; Αξίζει η θέα από το ρετιρέ μιας πολυεθνικής όσο η αξιοπρέπεια; Υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην υπακοή στους κανόνες και στον εξευτελισμό; Βασανισμοί «μεταμφιεσμένοι» σε επαγγελματικές συνεντεύξεις ανίχνευσης του ιδανικού στελέχους κινητοποιούν τη δράση στο έργο του Τζόρντι Γκαλθεράν «Η Μέθοδος Gronholm», που το Θέατρο Τέχνης μετά την πετυχημένη πορεία του στην Αθήνα φέρνει στη Θεσσαλονίκη από σήμερα και μέχρι τις 17 Απριλίου, στο δημοτικό θέατρο «Ανετον» (Παρασκευοπούλου 42, τηλ. 2310/869.869).
Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Διαγόρας Χρονόπουλος, εξηγεί για την υπόθεση: «Μια πολυεθνική εταιρία υποβάλλει τέσσερις υποψηφίους μέσα από διαδοχικές συνεντεύξεις σε σκληρές δοκιμασίες που αγγίζουν τα όρια του βασανισμού και του ευτελισμού, αναζητώντας ένα διευθυντικό στέλεχος. Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά πρόκειται για μια κωμωδία, μια σάτιρα της λειτουργίας των πολυεθνικών. Είναι μετά που συνειδητοποιούμε το τραγικό υπόβαθρο της κατάστασης, που είναι περισσότερο επίκαιρη παρά ποτέ».
  • Θύτες, θύματα και εγκλήματα
Για τον έναν εκ των «υποψηφίων» Χρήστο Σαπουντζή το κείμενο αυτό επιτυγχάνει μια από τις βασικές λειτουργίες του θεάτρου, που δεν είναι άλλη από το «να μορφοποιεί ένα κομμάτι του χάους της ανθρώπινης παρουσίας μας. Εδώ μας ανοίγει ένα παράθυρο σ’ όλη αυτήν την ανθρωποφαγία και τον κανιβαλισμό που συμβαίνει σε μια πολυεθνική εταιρία με μοναδικό κίνητρο το κέρδος. Οπου οι υποψήφιοι γίνονται στριμωγμένα θύματα, τα οποία με τη σειρά τους κάνουν μικρά εγκλήματα. Πρακτικές και συμπεριφορές που βρίσκουν ενδεχομένως εφαρμογές και σ’ άλλους τομείς της κοινωνίας. Θυμάμαι, ένας συνάδελφος μας περιέγραφε πώς τον προσέλαβε μια αυτοκινητοβιομηχανία για να υποδυθεί τον ψυχολόγο, ενώ ο πραγματικός ψυχολόγος παρίστανε το γραμματέα του σε μια διαδικασία επιλογής υποψηφίων».
Ο Γιώργος Καραμίχος που πρωταγωνιστεί αποκαλύπτει ότι «ο συγγραφέας έγραψε το έργο με αφορμή κάποιες σημειώσεις-σχόλια ενός προϊσταμένου σούπερ μάρκετ, που αναζητούσε τον ”τέλειο” ταμία. Και φτάνει σε σκληρές δοκιμασίες που εφαρμόζουν πολυεθνικές και τις οποίες μας επιβεβαίωσαν πολλοί από τους θεατές μας, καθώς τις είχαν υποστεί και οι ίδιοι. Στο Σικάγο, μάλιστα, όταν είχε ανέβει το έργο, κάποια πολυεθνική είχε σχολιάσει ότι προτείνει ενδιαφέρουσες πρακτικές προς εφαρμογή. Οσον αφορά στην κωμική του διάσταση, νομίζω ότι στο θέατρο κωμικό δεν είναι μόνο το να καεί το φαγητό, για παράδειγμα, αλλά η ταύτιση που νιώθει κανείς με όσα συμβαίνουν και συνειδητοποιώντας τη θνητότητά του, πόσο αστεία φέρεται, πόσο μεγαλεπήβολα είναι τα σχέδιά του, τόσο θολωμένοι από την τάση προς την καριέρα είναι που γίνονται καρνάβαλοι. Και έπειτα, άλλο η διαδήλωση και άλλο το καλλιτεχνικό έργο».
Τα σκηνικά και κοστούμια είναι του Γιώργου Γαβαλά, ενώ παίζουν ακόμα οι Πέτρος Λαγούτης και Βίκυ Παπαδοπούλου. Παραστάσεις δίνονται κάθε Πέμπτη και Παρασκευή στις 21.00, το Σάββατο στις 18.00 και στις 21.00 και την Κυριακή στις 19.30.
  • ΓΙΩΤΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Ανατέμνοντας τη Μις Ντέιζι-Βανέσα Ρεντγκρέιβ

  • Αλλη μια επιτυχία για τη γνωστή ηθοποιό στο έργο «Ο σοφέρ της κυρίας Ντέιζι» με συμπρωταγωνιστή τον Τζέιμς Ερλ Τζόουνς

International Herald Tribune

Να σταματάς και να ακούς: την τέχνη αυτή τη γνωρίζει καλά η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, ηθοποιός για πάνω από 50 χρόνια. Στην καρδιά του έργου «Ο σοφέρ της κυρίας Ντέιζι», που παίζεται στο Μπροντγουέι, υπάρχει μια σειρά συνομιλιών ανάμεσα στα δύο πρόσωπα του τίτλου, που τα ενσαρκώνουν η Ρεντγκρέιβ και ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς: η μακρόχρονη φιλία ανάμεσα στην απότομη γηραιά κυρία και τον Χόουκ, τον μαύρο οδηγό της, αναγκάζει τη μις Ντέιζι να έλθει αντιμέτωπη με τις δικές της προκαταλήψεις και αδυναμίες.

«Αν δεν ακούς προσεκτικά τον άλλο, όπως επιμένει να κάνει η μις Ντέιζι, χάνεις τις αποχρώσεις όσων λέει», είπε η Βρετανή ηθοποιός σε μια πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε μαζί με τον Τ.Ε. Τζόουνς στο καμαρίνι του στο Γκόλντεν Θίατερ, όπου οι παραστάσεις του έργου, που γνωρίζει κριτική και εισπρακτική επιτυχία, παρατάθηκαν μέχρι τις 9 Απριλίου.

Το να ακούς και να σιωπάς μπορεί επίσης να έχει στρατηγική χρησιμότητα, όπως γνωρίζει η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, στην απόκρουση ενοχλήσεων όπως οι ερωτήσεις στις οποίες δεν θέλει να απαντήσει.

Ηλθε στη συνέντευξη φορώντας ένα τι-σερτ των New York Nicks το οποίο, όπως από μόνη της είπε, ήταν δώρο ενός από τους εγγονούς της, τα παιδιά της κόρης της, Νατάσας Ρίτσαρντσον και του Λίαμ Νίσον. Είναι η πρώτη επιστροφή της στο Μπροντγουέι μετά τον θάνατο της κόρης της σ’ ένα ατύχημα στο σκι το 2009, καθώς και τους θανάτους της αδελφής της, Λιν και του αδελφού της, Κόριν.

Διακριτικές ερωτήσεις για τα εγγόνια της και για το πώς αντιμετώπισε την απώλεια των αγαπημένων της προσώπων είχαν ως ανταπόκριση ένα παρατεταμένο σιωπηλό βλέμμα από τα γαλάζια μάτια της. Τελικά, διάλεξε λίγες λέξεις πολύ απλές, που είχαν όμως έναν ιδιαίτερο τόνο:

  • «Αυτό είναι δική μου δουλειά», είπε.

Η φράση, παρεμπιπτόντως, χρησιμοποιείται μερικές φορές στο έργο από τον Χόουκ για να αποκρούσει αδιάκριτες ερωτήσεις από τη Μις Ντέιζι. Και είναι μια ατάκα που η Ρεντγκρέιβ, γνωστή για τις σπάνιες συνεντεύξεις που δίνει, αξιοποίησε επανειλημμένα στη διάρκεια της 75λεπτης συζήτησης.

Κάποια στιγμή αντιμετώπισε την ερώτηση αν ένιωσε αμηχανία που θα ερμήνευε μια επιφανή Εβραιοαμερικανίδα ηρωίδα στο Μπροντγουέι, καθώς ορισμένοι τουλάχιστον Εβραίοι θεατρόφιλοι κάποιας ηλικίας θα θυμούνταν ότι επέκρινε σφοδρά τον σιωνισμό και υποστήριξε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης τις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

«Τι σχέση έχει αυτό με οτιδήποτε;» απάντησε ύστερα από ένα ακόμα σιωπηλό βλέμμα, πριν παρατηρήσει ότι το έργο έχει προσελκύσει πλήθος θεατών, πράγμα που δείχνει ότι ο κόσμος δεν δίνει σημασία σε παλιές πολιτικές αντιδικίες. Στην ερώτηση αν νιώθει άνετα μέσα στον ρόλο τώρα, απάντησε και πάλι «αυτό είναι δική μου δουλειά», αναγνωρίζοντας ότι «εδώ δανείζομαι μια ατάκα του Τζιμ». Και ο Τζόουνς ένευσε καταφατικά.

Στο έργο, ο Χόουκ βοηθάει τη Μις Ντέιζι με τρόπους που δεν περιμένει ο θεατής έχοντας δει την πρώτη, έντονη σκηνή τους. Το ίδιο κάνει και ο Τζόουνς για τη Ρεντγκρέιβ στη διάρκεια της συνέντευξης. Είχε συμφωνηθεί να δώσει μόνη της συνέντευξη τον Σεπτέμβριο, αλλά αυτό ακυρώθηκε και συμφώνησαν να δώσουν μαζί συνέντευξη μήνες αργότερα.

Το έργο είχε κερδίσει κριτικούς επαίνους όταν πρωτοανέβηκε σε θέατρο εκτός Μπροντγουέι το 1987-1990. Το ίδιο συνέβη και με την κινηματογραφική διασκευή του το 1989, που κέρδισε το Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Ορισμένοι όμως κριτικοί και σχολιαστές είδαν την «Ντέιζι» σαν ένα ρομαντικό και απλοποιημένο πορτρέτο των σχέσεων ανάμεσα σε μια πλούσια λευκή γυναίκα και τον μαύρο υπάλληλό της.

Οταν ερωτήθηκε αν έβλεπε κάποια αλήθεια σ’ αυτό ύστερα από τόσους μήνες που εργάζεται στο έργο αυτό, ο Τζόουνς χρησιμοποίησε μια γνωστή λαϊκή έκφραση για να απορρίψει την ιδέα ότι το έργο παρουσιάζει αμβλυμένα τη ρατσιστική κουλτούρα.

«Ο συγγραφέας μας, ο Αλφρεντ Ούρι, επέλεξε να μη γράψει για τον ρατσισμό», είπε ο κ. Τζόουνς, «αλλά προτίμησε να αφηγηθεί μια απλή ιστορία που αγγίζει έμμεσα τον ρατσισμό. Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα παλιά, άκαμπτα επιχειρήματα για τον ρατσισμό και το αν ένα έργο τον καταγγέλλει επαρκώς».

Λίγο αργότερα, ωστόσο, η Ρεντγκρέιβ επέστρεψε στο ερώτημα της ερμηνείας μιας Εβραίας ηρωίδας και των κριτικών για την πολιτική στάση του έργου. «Ολοι ερχόμαστε στο θέατρο με τις αποσκευές μας», είπε. «Τις αποσκευές της καθημερινής ζωής μας, τις αποσκευές των προβλημάτων μας, των τραγωδιών μας, της κούρασής μας. Δεν έχει σημασία ποια είναι η ηλικία μας. Αν όμως ανοίξουμε την καρδιά μας και την ελευθερώσουμε – αυτό είναι που μπορεί να κάνει το θέατρο, και το κάνει μερικές φορές και όλοι είναι ευγνώμονες όταν συμβαίνει».

Ενώ ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς είπε ότι μπήκε εύκολα στο πετσί του ρόλου, η Βανέσα Ρεντγκρέιβ επιβεβαίωσε τη φήμη της ότι εξετάζει με μεγάλη λεπτομέρεια τις ηρωίδες της – για παράδειγμα, τις προκαταλήψεις που έχει η Ντέιζι παρότι πιστεύει βαθιά ότι δεν έχει καμία. Ο σκηνοθέτης, ο Ντέιβιντ Εσμπγιορνσον, περιέγραψε την εστίαση της ηθοποιού στην αποκρυπτογράφηση του ρόλου της ως «καταλυτική σαν λέιζερ» και αυτό φαίνεται να είναι απολύτως σωστό.

Οπως παραδέχεται η ίδια, η δουλειά της είναι το παν όταν ασχολείται με το θέατρο – και αυτός είναι ο λόγος που εκπλήσσεται με τις προσωπικές ερωτήσεις στη διάρκεια της συνέντευξης. Στον Τζέιμς Ερλ Τζόουνς είπε ότι στους μουσικούς ποτέ δεν κάνουν ερωτήσεις για την προσωπική τους ζωή και κατόπιν πρόσθεσε, όσον αφορά τον θάνατο αγαπημένων προσώπων, ότι «στις δύο μέρες νιώθεις το ίδιο όπως στα δύο χρόνια ή στα 20 χρόνια ή στα 200 χρόνια, μόνο που δεν ζεις τόσο πολύ».

Επειτα από μια μακρά σιωπή, η Βανέσα Ρεντγκρέιβ αποκάλυψε πως «το να παίζω σ’ αυτό το έργο μαζί με τον Τζιμ και με όλο τον θίασο με έκανε να θυμηθώ γιατί ήθελα να βρίσκομαι στο θέατρο όταν ήμουν νέα», είπε. «Είναι το αγκάλιασμα ενός χαρακτήρα που μου είναι ξένος. Αυτό με φέρνει πίσω σε παλαιότερους καιρούς και με κάνει ευτυχισμένη. Πρόκειται βέβαια για κάτι προσωπικό. Τι σημασία έχει για οποιονδήποτε άλλον; Καμία. Μόνο για μένα. Αλλά αυτό είναι που νιώθω».

  • Δεν πίστευα πως θα τα καταφέρω

Η Βανέσα Ρεντγκρέιβ είπε ότι όταν της πρότειναν τον ρόλο για πρώτη φορά, δεν πίστευε ότι μπορούσε να καταφέρει να κάνει τη Μις Ντέιζι, μια Εβραία χήρα από την Ατλάντα που στη διάρκεια του έργου γερνάει από τα 72 έως τα 97 χρόνια της στα μέσα του 20ού αιώνα. Δεν είχε σημασία που αυτή η κλασικά εκπαιδευμένη ηθοποιός έχει κατακτήσει πλήθος μεγάλους ρόλους και βραβεία, ανάμεσά τους ένα Τόνι για την ερμηνεία της Μαίρης Τάιρον στο «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα». Δεν είχε σημασία το ότι ο ρόλος Ντέιζι Γουέρθαν δεν παρουσίαζε ούτε στο ελάχιστο τις δυσκολίες της τελευταίας εμφάνισής της στο Μπροντγουέι, το 2007, όταν έπαιξε μόνη επί 100 λεπτά στη σκηνή την Τζόαν Ντίντιον στο «The Year of Magical Thinking». Και καμιά σημασία δεν είχε το ότι η ηθοποιός, που τον περασμένο μήνα έκλεισε τα 74, διαθέτει ακόμα μια εντυπωσιακή φυσική παρουσία. [Η Καθημερινή, Kυριακή, 27 Mαρτίου 2011]

Η κρίση της αναπαράστασης

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
  • ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ

Ωραίο είναι το οικείο. Με αυτό το «έντιμο» σύνθημα θα μπορούσε να εκφραστεί αλλιώς ο τρόμος που κυριεύει τον θεατή μπροστά σε μια σκηνή που αρνείται να προσφύγει στους συνήθεις αναπαραστατικούς μηχανισμούς.

Που δεν υπακούει στις συμβάσεις ενός θεάτρου-φέτας ζωής. Παρ’ όλο που οι κλασικοί πλέον Μπέκετ, Ιονέσκο, Αραμπάλ ή Ζενέ έγραψαν θέατρο που αρνείται την αναφορά στο πραγματικό, οι κατά καιρούς σκηνοθέτες λείαναν τις αιχμές, επιδιώκοντας να καταστήσουν τις ανοίκειες καταστάσεις του θεάτρου τους οικείες, άρα αβλαβείς. Ως σε αντιπερισπασμό για την προδοσία, οι σύγχρονοι σκηνοθέτες δεν παύουν να δοκιμάζουν τρόπους για να διαταράξουν την εδραιωμένη σχέση αναφοράς του θεάτρου στην πραγματικότητα, δοκιμαζόμενοι πρώτιστα σε θεωρούμενα κλασικά έργα.

Ο Σταύρος Τσακίρης, ανεβάζοντας πρόσφατα «5 μικρά έργα» του Beckett, με τον γενικό τίτλο «Breath» (Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης), μετέτρεψε τον μικρό χώρο του Black Box σε καταλύτη κάθε έννοιας αναπαραστατικότητας, βυθίζοντας τον ενιαίο χώρο σκηνής-πλατείας στο απόλυτο σκοτάδι, με φέτες φωτός από φακούς να αναδεικνύουν σκιές παρά πρόσωπα. Την ίδια στιγμή, η μαγνητοφωνημένη φωνή του ίδιου του σκηνοθέτη εκφέρει το «Α Piece of Monologue», φωνή άυλη και ασώματη που διαχέεται στον χώρο, αφήνοντας έτσι τις άλλες αισθήσεις να αδρανήσουν και επιβάλλοντας σε μόνη την ακοή να οξυνθεί για να παρακολουθήσει δίχως απόσπαση τον λόγο του κειμένου. Κλειστοφοβία, ασφυκτική ατμόσφαιρα, ο θεατής αισθάνεται άβολα, στερημένος από την καθησυχαστική όραση των πραγμάτων, τον βασικό αντιληπτικό μηχανισμό πρόσληψης του πραγματικού που διαθέτει. Ο λόγος επιβάλλεται στον θεατή περισσότερο ως κατάσταση και ήχος, συμπάσχοντας έτσι με το ελάχιστα δρων επί σκηνής πρόσωπο, καθώς αμφότεροι βυθίζονται στο σκοτάδι ενός εσώτερου, οριστικά ματαιωμένου εαυτού.

Η Σύλβια Λιούλιου δοκιμάζει τα όρια της μη αναπαραστατικότητας στον «Πελεκάνο» του Strindberg, στο BIOS, με δύο άντρες ηθοποιούς (Λαέρτη Βασιλείου και Μιλτιάδη Φιορέντζη) όχι μόνο να εκφέρουν τον λόγο όλων των προσώπων του έργου σχεδόν ακίνητοι αλλά και σε ένα γυμνό σκηνικό που συντίθετο μόνο από τους δύο πάγκους στους οποίους κάθονταν. Καμιά προσποίηση στη φωνή -ανάλογα με το αν υποδύονταν αντρικά ή γυναικεία πρόσωπα- καμιά ενδυματολογική αλλαγή – με μόνη δείξη το αν φορούν ή όχι την τραγιάσκα. Συγχρόνως, εναλλάσσονται στους ίδιους ρόλους, έτσι ώστε αυτό που απομένει είναι η αποστασιοποιημένη εκφορά του λόγου. Κι όμως, στην τελική σκηνή της Μητέρας, η συν-κίνηση του θεατή προκαλείται εκκωφαντικά από την έκφραση που δίνει στο στόμα του ο Φιορέντζης, καθώς αρθρώνει τις λέξεις. Ετσι, απλά, το παιχνίδι έχει κερδηθεί αποφασιστικά.

Τα υπόγεια του Χώρου Ιστορικής Μνήμης στην Κοραή αποτελούν ιδανικό φυσικό σκηνικό τόπο για τους επαναστατημένους νέους των «Δίκαιων» του Καμί που μετέφρασε και σκηνοθέτησε ο Σάββας Στρούμπος. Ενας χώρος ασφυκτικός με αιωρούμενη την απειλή ανακάλυψης της ομάδας που σχεδιάζει «τρομοκρατικό χτύπημα» στην τσαρική Ρωσία, καθίσταται εν τέλει χώρος μιας τελετουργίας μέσω των κινήσεων που επιτελούν τα σώματα των πέντε γερά εκγυμνασμένων ηθοποιών. Ο λόγος ανασημασιοδοτείται από την κίνηση, η φωνή ακούγεται ως απόρροια ενός εσώτερου σωματικού παλμού, η παράσταση αρνείται την αναπαράσταση αλλά αποκαλύπτει κινησιακά τη βαθύτερη ουσία του φόβου μπροστά στην επιτακτική ανάγκη υλοποίησης της ιδέας. Μια παράσταση – χορογραφία του τρόμου, ένας λεκτικός σπασμός που γίνεται βάσανος του σώματος και επιτελείται βίαια στο σκηνικό εδώ και τώρα.

Οι βροντώδεις ή σπαραξικάρδιες φωνές και οι χειρονομιακές απομιμήσεις που επιφανειακά αναπαριστούν το γράμμα του κειμένου αποτυγχάνουν πλέον εκεί που θα ήθελαν να πείσουν: στην απομίμηση μιας διαρκώς διαφεύγουσας πραγματικότητας που εμπεριέχει το κείμενο. Η ανασκαφή του ώς το μεδούλι, αυτή που επιχειρούν οι νέοι σκηνοθέτες, αποκαλύπτει την άλλη, περισσότερο εύφορη διάστασή του.

Τελευταίο παράδειγμα, ο ταλαιπωρημένος «Πλατόνοφ», το πρωτόλειο του Τσέχοφ, του οποίου οι σκηνοθεσίες επιδίωκαν να αποκαταστήσουν την αξία με γνώμονα τα μετέπειτα έργα του: τις ρεαλιστικές, δραματικές κορυφώσεις εκείνων που διαδραματίζονταν μέσα στα ασφυκτικά γεμάτα ή έστω αφαιρετικά σκηνικά και με τα αρμόζοντα κοστούμια που παρέπεμπαν στην τσαρική Ρωσία. Αγνοώντας συστηματικά ότι πρόκειται για έργο διαποτισμένο από την ανέμελη δροσιά ενός εικοσάχρονου που η μετέπειτα καριέρα του τον οδήγησε να το κρατήσει σφραγισμένο στο συρτάρι του ώστε να αποκαλυφθεί χρόνια μετά τον θάνατό του. Βάζοντάς το σκηνοθετικά, στην ουσία, στο κρεβάτι του Προκρούστη ώστε να μη διαψεύσει τις δικές τους προσδοκίες.

Ο Γιώργος Λάνθιμος, σκηνοθετώντας το έργο στο Εθνικό Θέατρο, αποκάλυψε τον πυρήνα: έφερε στο προσκήνιο την ανεμελιά γραφής και υπόθεσης δίνοντας με τη χορογραφημένη κινησιολογία των εξαιρετικής ακρίβειας ηθοποιών του, με κορυφαίο τον Αρη Σερβετάλη, την πικρόγλυκη γεύση των ματαιωμένων ονείρων μιας γενιάς ακόμη νέων ανθρώπων. Εδώ, η κίνηση δεν εικονογραφεί τον λόγο, που ακούγεται αποστασιοποιημένα, ως να προέρχεται από ανδρείκελα (της κοινωνίας; της Ιστορίας;), αλλά ζωντανεύει τα σώματα παράλληλα και ανεξάρτητα απ’ αυτόν, καταθέτοντας την εικόνα που βρίσκεται πίσω από τις (φθαρμένες) λέξεις. Πίσω από το κείμενο ως όλον και όχι τις επιμέρους περιγραφικές καταστάσεις.

Αυτό που διαφεύγει από τους επικριτές της παράστασης -και όποιας μη απεικονιστικής παράστασης- είναι ότι στην πραγματικότητα οι αντιδράσεις του σώματός μας ή και ο μη εκφραζόμενος εξωτερικά εσωτερικός ρυθμός μας σπάνια συμφωνούν με τον λόγο μας. Χρειάζεται, όμως, μια ιδιαίτερη διαύγεια για να γίνει αυτό συνειδητό και ακόμη περισσότερο να υλοποιηθεί παραστασιακά. Επικρατεί, έτσι, μια συμβατική αντίληψη που απαιτεί έναν εικονογραφημένο χειρονομιακά λόγο που ακόμη δυναστεύει το θέατρό μας -αρχής γενομένης από τη διδασκαλία στις δραματικές σχολές- και σε μεγάλο βαθμό το δυτικό θέατρο. Διότι, τελικά, ακόμη και η έννοια της αναπαράστασης είναι κοινωνικά, άρα συμβατικά, προσδιορισμένη. 7

«Θερμοκήπιο» γραφειοκρατίας

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
    ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ

ΝΥΧΤΑ Χριστουγέννων. Σ’ ένα κρατικό «ησυχαστήριο» γεννιέται άρρεν τέκνο από την ασθενή 6.459, ενώ ένας άλλος ασθενής, «ονομαζόμενος» 6.457, βρίσκεται μυστηριωδώς νεκρός. Ποιος είναι ο πατέρας του παράνομου βρέφους;

Πώς πέθανε ο 6.457 και γιατί κηδεύτηκε μυστικά και εσπευσμένα; Δεν είναι σύγχρονο θρίλερ, αλλά η μαύρη πολιτική φάρσα του Χάρολντ Πίντερ με τίτλο «Θερμοκήπιο».

Το νεανικό έργο του άγγλου δραματουργού, γραμμένο ανάμεσα στο «Πάρτι γενεθλίων», τον «Επιστάτη» και το «Βουβό γκαρσόνι», πρωτοπαρουσιάζεται στην ελληνική σκηνή, στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων», σε μετάφραση Νίνου Φένεκ Μικελίδη, σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, σκηνικά-κοστούμια Εύας Μανιδάκη, μουσική Δημήτρη Καμαρωτού, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου. Παίζουν οι Λευτέρης Βογιατζής, Παντελής Δεντάκης, Δημήτρης Ημελλος, Αλεξία Καλτσίκη, Βασίλι Κουκαλάνι, Γιάννης Νταλιάνης, Θάνος Τοκάκης.

Ο Πίντερ με το οξύ πολιτικό του κριτήριο γράφει μια κωμωδία πάνω στην τρέλα, την παράνοια, την ασυδοσία και τις ίντριγκες που αναπτύσσονται και ευοδώνονται στο «θερμοκήπιο» των μηχανισμών της γραφειοκρατίας. Προφητεύει τα χειρότερα, που έρχονται, επωαζόμενα από το κράτος, για… το καλό μας.

Στο κρατικό «ησυχαστήριο», οι αθέατοι στο κοινό ασθενείς ή τρόφιμοι -αναφέρονται μόνον με τον κωδικό αριθμό τους- βασανίζονται και εξευτελίζονται, καθώς είναι έρμαια στα χέρια και τις διαθέσεις των «θεραπευτών» τους. Αλλά κι αυτό ακόμα το προσωπικό του ιδρύματος γίνεται με τη σειρά του θύμα του γραφειοκρατικού μηχανισμού που το ίδιο έχει εξυφάνει, αναπαραγάγει και τώρα υπηρετεί.

Ο Χάρολντ Πίντερ γράφει το «Θερμοκήπιο» το 1958, μέσα σε τρεις μέρες, αλλά το ξεχνάει για τα επόμενα 20 χρόνια. Ο ίδιος εξηγεί τη στάση του: «Οταν ήμουν πολύ φορτισμένος, σκεφτόμουν να γράψω ένα έργο καθαρά σατιρικό. Το “Θερμοκήπιο” αναφέρεται σ’ ένα ίδρυμα όπου κρατούνται ασθενείς. Στη σκηνή βλέπουμε μόνο την ιεραρχία, τους ανθρώπους που αποτελούν το προσωπικό του ιδρύματος. Δεν ξέρουμε πώς και γιατί βρίσκονται εκεί οι έγκλειστοι. Ολοκληρώνοντάς το μου φάνηκε μια χοντροκομμένη σάτιρα, χωρίς αξία και το απέρριψα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ούτε στιγμή δεν αγάπησα κάποιον χαρακτήρα του. Τους θεωρούσα όλους χάρτινους…»

Το 1979 το ξαναδιαβάζει κι αλλάζοντας ελάχιστα πράγματα αποφασίζει να το ανεβάσει. Τον Απρίλιο του 1980 γίνεται η πρεμιέρα στο «τεντ Θίατερ» του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα, και τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου η παράσταση μεταφέρεται στο «Αμπάσαντορς». Οταν το 1995 το έργο ανεβάζεται ξανά, ο κριτικός θεάτρου Μάικλ Μπίλινγκτον αποθεώνει τον Πίντερ, ο οποίος κρατάει τον ρόλο του Ρουτ: «Παρακολουθώντας τον να παίζει στο δικό του “Θερμοκήπιο”, αντιλαμβάνεσαι τι μεγάλο κωμικό ηθοποιό έχασε η χώρα, όταν ο δύσκολος αυτός άνθρωπος μεταμορφώθηκε στον μεγαλύτερο ζώντα θεατρικό συγγραφέα της Βρετανίας».

Ο Λ. Βογιατζής πάλεψε πάλι με τον χρόνο και τον χώρο… Στη Μικρή Σκηνή του «Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων», δημιούργησε ακόμα και το προαύλιο που απαιτεί το έργο. «Πρόκειται», λέει, «για μια καταλυτική πολιτική σάτιρα, κωμωδία της απειλής με μπεκετικούς απόηχους πάνω στο τερατώδες σύμπλεγμα που συνθέτει την κρατική εξουσία με την αυθαιρεσία, την αδιαφάνεια, τη συνακόλουθη διαφθορά. Σ’ αυτό το “ησυχαστήριο” οι ασθενείς ανακρίνονται και κακοποιούνται παντοιοτρόπως από ένα διεφθαρμένο, εξουσιομανές προσωπικό. Εδώ λειτουργεί η γλώσσα στο κενό, συγκαλύπτοντας και παραμορφώνοντας την πραγματικότητα. Εδώ κυριαρχεί η αλλοτρίωση, η απάθεια, η απανθρωπιά, η απονεκρωμένη συνείδηση».

Η θανάσιμη μοναξιά του καλλιτέχνη

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
  • ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΝΩΤΗΣ ήταν μόνος όταν τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Νοεμβρίου 1990 χτυπήθηκε από το θάνατο. Η ομότεχνη σύζυγός του Κατίνα Παξινού είχε πεθάνει πριν από 17 χρόνια, το 1973.

Φώναξε, αλλά καθώς είχε κλειδώσει από μέσα, αυτοί που με κάποια καθυστέρηση τον άκουσαν, δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσουν. Κύλησε έτσι χρόνος πολύτιμος. Οταν κατάφεραν να μπουν, ήταν πλέον αργά, είχε περιπέσει σε κώμα – κατέληξε στο νοσοκομείο.

Βέβαια, ο μεγάλος θεατράνθρωπος είχε φτάσει σε ηλικία που τα περιθώρια της αντοχής ενός οργανισμού είναι περιορισμένα – ήταν 90 χρόνων. Υπήρχε όμως πιθανότητα το τέλος του να βραδύνει και, εν πάση περιπτώσει, να μην είναι τόσο οδυνηρό. Αλλωστε, παρά την ηλικία του ήταν δρων καλλιτέχνης. Τον προηγούμενο χειμώνα εμφανιζόταν στο Εθνικό Θέατρο με τη «Θυσία του Αβραάμ», σε δική του σκηνοθεσία και με πρωταγωνιστή τον ίδιο. «Ολόκληρη ζωή δουλεύεις άθελά σου για το θάνατο, που ακυρώνεις ξανά και ξανά με ζωντανές πράξεις», είχε γράψει.

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη που φεύγει από τη ζωή μ’ αυτό τον τρόπο. Είναι κι άλλοι – και μάλιστα κάτω από χειρότερες συνθήκες. Οχι μόνο καλλιτέχνες αλλά και απλοί συνάνθρωποί μας. Αν στεκόμαστε στους καλλιτέχνες, είναι επειδή τους αναγνωρίζεται μια αυξημένη ευαισθησία που, μετουσιωμένη σε έργο, μας αφορά όλους.

Πριν από λίγες ημέρες πέθανε ο τραγουδοποιός Μανώλης Ρασούλης, για να βρεθεί στο διαμέρισμα, που έμενε μόνος, μέρες αργότερα. Και ήταν 66 χρόνων – νέος για τους καιρούς μας. «Να μου βάλουν στην ταφόπετρα, όταν τα τινάξω: “Εφυγε πλήρης ιδεών”», είχε ζητήσει σε συνέντευξή του, προτιμώντας το από το «πλήρης ημερών». Είναι όμως βέβαιο ότι δεν θα ήθελε ένα τέλος σαν αυτό που του έλαχε.

Τρία χρόνια πριν, το 2008, είχε φύγει από τη ζωή, κάτω από πιο επώδυνες συνθήκες, ο τραγουδιστής Γιώργος Ζωγράφος – στα 72 του. Είναι ο τραγουδιστής που είχε συνδέσει τη ζωή και τη φωνή του με τις μπουάτ της Πλάκας και τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια του λεγόμενου Νέου Κύματος, που ακούγονται ακόμα. Τα τελευταία όμως χρόνια είχε αποσυρθεί, περιμένοντας μια τιμητική σύνταξη, που δεν του δόθηκε. Το πτώμα του βρέθηκε 15 ημέρες αργότερα.

Στα «αζήτητα» και η Κατερίνα Γώγου, που βρέθηκε κι αυτή μέρες αργότερα, σ’ ένα άθλιο διαμέρισμα, μόνη και απροστάτευτη, στα 53 της. Ηθοποιός σε δεύτερους αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους σε θέατρο και ταινίες, που παίζονται και ξαναπαίζονται από την τηλεόραση, διακρίθηκε επίσης και ως ποιήτρια με βιβλία που διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν πολύ, ειδικότερα από νέους του λεγόμενου περιθωρίου και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Ταλαιπωρημένη από παιδί, πέρασε τα βιώματά της και στα ποιήματά της:

«Πάρε με ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ μου / η εν πολλαίς αμαρτίαις / περιπεσούσα γυνή / προσπίπτω / στα φοβερά μπούτια σου / πάρε με απ’ το γήινο κόσμο!» γράφει στη συλλογή της «Ιδιώνυμο».

Η Σαπφώ Νοταρά, η σπουδαία καρατερίστα με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και τις κινηματογραφικές ατάκες, που έχουν μείνει, πέθανε το 1985 στα 78 της σ’ ένα διαμερισματάκι. Και καθώς η ίδια ήταν ανέστια και πένης, το πλήρωνε ανώνυμος θαυμαστής της. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν θεατρική, η «Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι. Βρέθηκε έπειτα από δυο ημέρες, όταν γνωστοί της από τη γύρω περιοχή την αναζήτησαν.

Καθισμένος στην πολυθρόνα του σπιτιού του, με μια έκφραση απορίας και έκπληξης στα μάτια, βρέθηκε το 1984, στα 72 του, ο ηθοποιός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, που ζούσε κι αυτός μόνος. Ποιος λέει ότι δεν θα ζούσε περισσότερο, αν είχε κάποιον να του συμπαρασταθεί; Είναι από τους ηθοποιούς που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε στις ταινίες που έπαιζε, σε ρόλους συνήθως ενός συμπαθέστατου και αξιαγάπητου γκρινιάρη, που σκόρπιζε την ευφορία.

Στην ίδια μοίρα ανήκουν, όπως προαναφέρθηκε, και απλοί συνάνθρωποί μας. Η μοίρα όμως ενός καλλιτέχνη, και μάλιστα αυτού που ζει μόνος, είναι οδυνηρή, ιδιαίτερα όταν περάσει στα αζήτητα – όταν χάσει την επαφή του με το κοινό και με όλα όσα τον συντηρούσαν. Και υπάρχουν περιπτώσεις που μόνο όταν φύγει απ’ τη ζωή γίνεται γνωστό ότι ζούσε.

Βέβαια, η μοναξιά του ανθρώπου της τέχνης, σε πολλές περιπτώσεις, είναι συνειδητή επιλογή, ώστε να είναι θέση να αποδώσει απερίσπαστος από οικογενειακές έγνοιες. Ομως, σίγουρα, άλλο η μοναξιά που επιλέγεις κι άλλο η μοναξιά που σ’ επιλέγει για να σε αφανίσει.

Οι λογοτέχνες στη σκηνή

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011 ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
  • Χρόνια τώρα, παράλληλα με τα πιο σύγχρονα ευρωπαϊκά ή ελληνικά θεατρικά έργα, η κλασική λογοτεχνία όπως και η ποίηση διεκδικούσαν το μερτικό τους επί σκηνής. Η θεατρική απόδοση πεζών και ποιητικών κειμένων-«μύθων» της δυτικής κουλτούρας, από σονέτα του Σέξπιρ μέχρι αφηγήματα του Κάφκα, βρίσκει οπαδούς ή μιμητές και στο ελληνικό θέατρο.
    «Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ»
Η γλώσσα, το ήθος και το ύφος συγγραφέων όπως ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Σολωμός, ο Ροΐδης προκαλούν το ενδιαφέρον σκηνοθετών και δραματουργών. Ετσι έχουμε δει να παρασταίνονται από το «Ασμα Ασμάτων» της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι την «Πάπισσα Ιωάννα».
Φέτος που συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, ανέβηκαν τρεις παραστάσεις βασισμένες σε κείμενά του: «Ο Αμερικάνος» με τον Θανάση Σαράντο μόλις κατέβηκε από το «Ιδρυμα Κακογιάννη». Στον «Φούρνο» παίζεται η παράσταση «Θαλασσινοί έρωτες» της Μίρκας Γεμεντζάκη βασισμένη σε τρία ερωτικά διηγήματα που ερμηνεύουν οι Μαρία Καστάνη («Ερωτας στα χιόνια»), Ελένη Μακρή («Ονειρο στο κύμα»), Νάνα Παπαδάκη («Ερως-Ηρως»), ενώ στην Θεατρική Σκηνή «Ζωή Λάσκαρη» ξεκίνησε η παράσταση «Φτωχοί και άγιοι» με πέντε διηγήματα του Σκιαθίτη συγγραφέα. Είδαμε επίσης την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, έναν διπλό Βιζυηνό («Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», «Το αμάρτημα της μητρός μου») και τώρα την «Τρισεύγενη» του Κ. Παλαμά.
Αλλά γιατί το σύγχρονο θέατρο στρέφεται στη λογοτεχνία; «Το θέατρο, ή ακριβέστερα το δράμα, είναι λογοτεχνία, αφού μαζί με την ποίηση και την πεζογραφία αποτελεί ένα από τα βασικά τρία είδη που την συναπαρτίζουν» λέει η Αγγελική Σπυροπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. «Αλλωστε το θεατρικό δράμα από τις απαρχές του έως τον 19ο αιώνα με την εμφάνιση του ρεαλισμού είχε έμμετρη μορφή, άρα αποτελούσε μέρος της ποιητικής δραστηριότητας.
Κορυφαίοι δραματουργοί, όπως ο Μπρεχτ, δοκιμάστηκαν και στη συγγραφή λυρικής και επικής-αφηγηματικής ποίησης ή και πεζών, αποδεικνύοντας έτσι την πορώδη σχέση του θεάτρου με τη λογοτεχνία. Το σύγχρονο θέατρο έχοντας παραμερίσει το διαλογικό στοιχείο, με υλικά την ποίηση και την αφήγηση, έχει στραφεί στο στοχασμό και την καταβύθιση στην ατομική εσωτερικότητα ως δείκτη της ιστορικής εμπειρίας».
Η Μίρκα Γεμεντζάκη, σκηνοθέτις των «Θαλασσινών ερώτων», έχει στο ενεργητικό της αρκετές θεατρικές παραστάσεις βασισμένες σε λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως στον Παπαδιαμάντη. «Ασχολούμαι μ’ ένα αλλιώτικο θέατρο» λέει. «Θεωρώ ξεπερασμένη και χωρίς θεατρικό ενδιαφέρον μια παράσταση που δείχνει απλώς τη Μήδεια να σκοτώνει τα παιδιά της. Πιστεύω στην ελευθερία εκείνου του ηθοποιού που αδειάζει το μυαλό απ’ όλες τις σκέψεις επιτρέποντας στο κείμενο να τον κατοικήσει και να τον μεταμορφώσει.
Θέλω τις παραστάσεις απόλυτα λιτές. Χωρίς στολίδια, χωρίς σκηνικά. Μια καρέκλα ή τρεις πάγκους, όπως στη φετινή μας δουλειά, αλλά καλογυμνασμένους ηθοποιούς ώστε να εισχωρήσουν μέσω της αναπνοής στο λογοτέχνημα, να κουμαντάρουν τους κραδασμούς συμφώνων και φωνηέντων. Δεν είμαι λόγια, αλλά λατρεύω τη λέξη λογοτέχνημα, την τέχνη του λόγου. Ο λόγος του Παπαδιαμάντη, καταπληκτικού γνώστη της φύσης και της ανθρώπινης ψυχής, είναι μοναδικός, γεμάτος εικόνες. Και γι’ αυτό αυτή η γλώσσα περνά και στους νέους».
Ο Δήμος Αβδελιώδης έλκεται πάντα από την ελληνική λογοτεχνία. Φέτος σκηνοθετεί το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Βιζυηνού, αλλά και το άγνωστό μας μυστικιστικό «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα, διασκευασμένο σε μια τρίωρη παράσταση με την Γιασεμί Κηλαηδόνη να ερμηνεύει πάνω από 19 ρόλους. Και έπεται συνέχεια. Προετοιμάζει ήδη την «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Διονυσίου Σολωμού.
«Στη λογοτεχνία βρίσκω πράγματα ιδιαίτερης θεατρικής αξίας» λέει ο ίδιος. «Οταν ο συγγραφέας δεν προτίθεται να γράψει θεατρικά, δεν θέτει όρια και κανόνες οικονομίας στο γραπτό του. Αυτή η ελευθερία είναι εξαιρετικά γόνιμη».
Ο Δ. Αβδελιώδης πιστεύει ότι μέσα από τους κώδικες του θεάτρου αναδεικνύεται η σημασία οποιουδήποτε κειμένου: «Η αισθητική και η φιλοσοφία της τέχνης έχει καταλήξει: υπάρχει ό,τι προκαλεί συγκίνηση. Η φωνή του θεάτρου μπορεί να υποκαταστήσει τη φωνή οποιουδήποτε έργου. Πίσω από ένα λογοτεχνικό έργο κρύβεται ένας ζωντανός οργανισμός που μπορεί να ελευθερωθεί από την αιχμαλωσία των σελίδων. Το αίσθημα που περιέχει μπορεί να γίνει θεατρική πράξη, με γέλιο ή με κλάμα, αλλά με γνώμονα την αίσθηση συγκίνησης. Η γλώσσα δεν σχετίζεται μόνον με τις λέξεις, αλλά και με τη μουσικότητά τους».
Οσο για την Λ. Κονιόρδου, δούλεψε την «Τρισεύγενη» ως παραβολή, ως παραμύθι που, εν τη «αφελεία» του, αποκαλύπτει βαθιές πνευματικές προεκτάσεις. Το 1902 ο Παλαμάς γράφει ένα μεγάλο θεατρικό ποιητικό κείμενο το οποίο όμως, εκείνη την εποχή, δεν τυγχάνει της αποδοχής των ανθρώπων του θεάτρου. Απορρίπτεται πριν καν ανεβεί -ο Χρηστομάνος το θεωρεί φλύαρο, ο ποιητής αρνείται να το κόψει- κι ενώ όλοι το επαινούν ως λογοτεχνικό, αποτρέπουν το ανέβασμά του. Από τότε ο Παλαμάς δεν ξανάγραψε για το θέατρο. Η «Τρισεύγενη» παρουσιάστηκε αργότερα από τον Δ. Ροντήρη με την Κατίνα Παξινού, χωρίς να λείψουν οι σχετικές περικοπές.
«Ενδεχομένως στερηθήκαμε έναν σημαντικό συγγραφέα -κι άλλους που θα τον ακολουθούσαν- στο νεοελληνικό θέατρο» πιστεύει η Λ. Κονιόρδου. «Η “Τρισεύγενη” είναι έργο στο οποίο έχουν αφομοιωθεί θεατρικά στοιχεία από την αρχαιότητα και τον Σέξπιρ μέχρι το επτανησιακό θέατρο, αλλά δεν βοήθησε η εποχή, προσανατολισμένη τότε προς τη Δύση, για ν’ αποκτήσει την θέση που της αξίζει.
Ποιος θα επέλεγε ένα ποιητικό θέατρο που μιλά για ανθρώπους της επαρχίας όταν η άρχουσα τάξη έφευγε από την ύπαιθρο για να κλειστεί μέσα σ’ ένα σαλόνι; Ανέβασα το έργο ολόκληρο, χωρίς κοψίματα, γιατί αυτές ακριβώς οι σελίδες εμπεριέχουν το φιλοσοφικό προβληματισμό του κειμένου».
Τη μοναδικότητα του λογοτεχνικού κειμένου επικαλείται και η θεατρολόγος Ανδρομάχη Χρυσομάλη, που υπογράφει την πρώτη της σκηνοθεσία σε πέντε διηγήματα του Παπαδιαμάντη υπό τον τίτλο «Φτωχοί και άγιοι»: «Ηθελα να αισθανθώ τη μυρωδιά της Ελλάδας, να νιώσω την τρυφερότητα, την έγνοια αυτού του ιδανικού ερημίτη συγγραφέα για τον απλό, ταπεινό, αδικημένο, πονεμένο άνθρωπο. Το κείμενο δεν υστερεί σε θεατρικότητα στη γραφή, στη γλώσσα, στους διαλόγους. Ακόμα και η στατικότητα της αφήγησης δημιουργεί εικόνες ικανές να ταξιδέψουν τον θεατή».
Το επόμενο βήμα της θα είναι η «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη. Βέβαια, η λογοτεχνία στο θέατρο προϋποθέτει δραματουργική επεξεργασία.
Η διασκευή του «Μαράν Αθά» ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τον Δ. Αβδελιώδη. Οπως παραδέχεται δε ο ίδιος, από τις 333 σελίδες κράτησε στο τέλος μόνο τις 30: «Το θέμα είναι η ανάγνωση που επιχειρείς. Δεν θα είχε κανένα θεατρικό νόημα, π.χ., αν ανέβαζα τον “Μέγα Αλέξανδρο και τον καταραμένο δράκο” κατά τον καραγκιοζίστικο τρόπο κι όχι με τους θεατρικούς κώδικες. Το ίδιο θα κάνω με τη “Γυναίκα της Ζάκυθος”, από τα πιο προσωπικά κείμενα του Σολωμού».
«Για να πραγματωθεί το δραματουργικό κείμενο σε παράσταση, προϋποτίθεται η συνεργία όλων των τεχνών και διαφορετικών ανθρώπων που κάθε φορά το μεταβάλλουν παραστώντας το», υπογραμμίζει η θεατρολόγος Α. Σπυροπούλου: «Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η μεταβίβαση της πρωτοκαθεδρίας στον σκηνοθέτη όσον αφορά το θεατρικό γεγονός, καθώς και οι πειραματισμοί της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας κατά τον 20ό αιώνα, λείαναν το δρόμο για την πρόσφατη στροφή του θεάτρου στη λογοτεχνία. Αμφισβητήθηκε έτσι η κλασική δραματική δομή από τους ίδιους τους μοντερνιστές συγγραφείς, με αποτέλεσμα πολλά νεότερα και σύγχρονα δραματικά έργα να ενσωματώνουν ποιητικά ή αφηγηματικά στοιχεία. Το δραματικό κείμενο έπαψε να θεωρείται ο αναγκαίος όρος μιας θεατρικής παράστασης. Οι συγγραφείς και οι σκηνοθέτες αποδεσμεύτηκαν από την εξουσία του παραδοσιακού κειμένου καταργώντας τα στεγανά μεταξύ θεάτρου και λογοτεχνίας».
Στην παράσταση «Φτωχοί και άγιοι», ο Αντώνης και ο Κωνσταντίνος Κούφαλης επεξεργάστηκαν το κείμενο διατηρώντας το ιδιόλεκτο του Παπαδιαμάντη με την κατασκευή διαλόγων στο ίδιο πνεύμα: «Αποκαλύπτονται δύο ξεχωριστές παράμετροι του ύφους του Παπαδιαμάντη: το υποδόριο χιούμορ και η μουσικότητα των εννοιών και των φράσεων που συνυπάρχουν αρμονικά ακόμη και στα πιο σκοτεινά σημεία» λένε οι ίδιοι: «Τηρήσαμε την ομαλότητα και τη συνεχή ροή της δράσης των διηγημάτων, με την τοποθέτηση αφηγητών που προωθούν το μύθο χωρίς να τον αλλοιώνουν».
Ενα άλλο ζήτημα σε τέτοια εγχειρήματα είναι και η λειτουργία του ηθοποιού: «Η πίστη, η θηριώδης πειθαρχία και η ακάματη όρεξη της Γ. Κηλαηδόνη έδωσε και σε μένα τεράστιο κουράγιο» λέει ο Δ. Αβδελιώδης. «Δεν είναι λίγο να απαιτείς από τον ηθοποιό ν’ αλλάξει αντίληψη για να υπηρετήσει ένα τόσο δύσκολο κείμενο».
Πριν από χρόνια η Λ. Κονιόρδου είχε ερμηνεύσει τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, σε μια παράσταση μάλιστα που άφησε εποχή: «Ο σκηνοθέτης Σ. Χατζάκης αφουγκράστηκε τον συγγραφέα κι ακολούθησε μια σαφή κατεύθυνση. Η σύνδεση με το τελετουργικό δρώμενο και το αρχαίο δράμα λειτούργησαν ως πυξίδες αποκάλυψης του έργου. Ερμηνευτές, συνθέτης, κινησιολόγος συνταχτήκαμε στον ίδιο. Είχα στο μυαλό μου τη “Φόνισσα” δουλεύοντας την “Τρισεύγενη”. Με ενδιέφερε η σύγκρουση ιδεών. Ο Παλαμάς αναφέρεται σ’ αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε όλοι ως πραγματικότητα: μέσα στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία είμαστε αλληλοεξαρτώμενα κομμάτια ενός ενιαίου οργανισμού. Ενα πυρηνικό ατύχημα στην Ιαπωνία επηρεάζει τη ζωή στην άλλη πλευρά της Γης. Δεν γίνεται να ζούμε αδιάφορα μέσα στο μικρό εθνικό μας κύκλο ούτε να βλέπουμε τα υλικά αγαθά ως το αποκούμπι της ψυχής μας. Οι απόψεις του Παλαμά ακούγονται με απλότητα, καθαρότητα, βαθιά συγκίνηση».

Γιορτή Καραγκιόζη στον Ιανό

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
    Την Δευτέρα 28 Μαρτίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Μέρα του Θεάτρου Σκιών
    ΤΟ ΒΗΜΑ:  07:19
Γιορτή Καραγκιόζη στον Ιανό
Την Δευτέρα 28/3, γιορτάζει το Θέατρο Σκιών

Μια μέρα με πρωταγωνιστή τον Καραγκιόζη θα είναι η Δευτέρα, 28 Μαρτίου, στον Ιανό. Και αυτό γιατί στο πλαίσιο τον 4ου εορτασμού της παγκόσμιας μέρας του Θεάτρου Σκιών οι καλλιτέχνες κ.κ. Άγγελος Άλιμπέρτης, Κωνσταντίνος Αλιμπέρτης και Κωνσταντίνος Κουτσουμπλής θα είναι εκεί για να παίξουν με τις κλασικές φιγούρες του ελληνικού Καραγκιόζη και να παρουσιάσουν αποσπάσματα από τις θεματικές παραστάσεις που πρόκειται να φιλοξενηθούν στο προσεχές μέλλον στον Ιανό.

«Σήμερα που η οικονομική κατάσταση μοιάζει λίγο ή για ορισμένους έγινε η ίδια με εκείνη του Μεσοπολέμου, ο Καραγκιόζης είναι και πάλι στο προσκήνιο. Όσο και να προσπαθούν αυτοί που τον σνομπάρουν να τον παρομοιάσουν με παιδικό θέατρο» σημειώνει ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών κ. Πάνος Καπετανίδης.

Τα τελευταία χρόνια και λόγω της γενικότερης τάσης επιστροφής στη παράδοση, ο Καραγκιόζης ζει μια καινούρια μικρή «άνοιξη». «Είναι πολύ σημαντικό ότι στο χώρο μπαίνουν αρκετά νέα παιδιά που δεν έχουν απαραίτητα οικογενειακή σχέση με το θέμα», λέει ο καραγκιοζοπαίκτης κ. Άγγελος Αλιμπέρτης, που μαζί με τον αδερφό του δίνουν παραστάσεις σε σχολεία, πολιτιστικούς συλλόγους και άλλους χώρους σε όλη την Ελλάδα. «Τα παιδιά δείχνουν μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ επιπλέουν όταν οι παραστάσεις αφορούν και ιστορικά θέματα όπως ο πόλεμος του ‘40, η παράσταση επιτελεί και εκπαιδευτικό έργο», τονίζει ο κ. Αλιμπέρτης. Μοναδικό του παράπονο ότι «οι γονείς πολλές φορές αφήνουν τα παιδιά στην παράσταση χωρίς να την παρακολουθήσουν οι ίδιοι. Ο Καραγκιόζης μπορεί να είναι εξίσου ψυχαγωγικός και για τους ενήλικες».

Το θέατρο σκιών και ο Καραγκιόζης άκμασε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εξελίχτηκε στην Ελλάδα. Δεν αποτελεί όμως κομμάτι της παράδοσης μόνο σε αυτή την γωνιά του πλανήτη. Υπήρξε δημοφιλέστατο -ήδη από την αρχαιότητα- στην Άπω Ανατολή και την νοτιοανατολική Ασία, όπου οι παραστάσεις συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό θεατών ακόμα και σήμερα.

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.