Ο Tim Crouch στο BIOS: Γνωριμία με την αγγλική περφόρμανς

 

  • Έναν από τους σημαντικότερους Βρετανούς περφόρμερ, τον Tim Crouch, θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει το αθηναϊκό κοινό από αύριο και για τέσσερις μοναδικές παραστάσεις, οι οποίες θα παρουσιαστούν στο χώρο του Bios, με τη συμβολή του Βρετανικού Συμβουλίου. Ο Tim Crouch πρωτοεμφανίστηκε στο Showcase του Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 2003 και έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους ιδιοφυέστερους εκπροσώπους του πειραματικού θεάτρου της Βρετανίας, το έργο του οποίου αποδομεί και διερευνά την ίδια την τέχνη της περφόρμανς.
  • Στις παραστάσεις που θα δώσει στην Αθήνα, ο Tim Crouch θα παρουσιάσει τα έργα του My Arm (30-31/3) και An Oak Tree (1-2/4). Το πρώτο, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 2003, αφηγείται την ιστορία μιας κενής χειρονομίας, την απόφαση ενός δεκάχρονου παιδιού να κρατήσει το χέρι υψωμένο πάνω από το κεφάλι του, μια απόφαση την οποία τηρεί πάνω από τριάντα χρόνια. Κι όμως αυτή τη χωρίς νόημα χειρονομία “έχει αποκτήσει τόση σημασία, που με τσακίζει»… εξομολογείται ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.
  • To An Oak Tree (2005) είναι μια παράσταση για δύο. Έναν πατέρα που χάνει την κόρη του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και για να αντιμετωπίσει την απώλεια νομίζει πως η κόρη του είναι το δέντρο δίπλα στο οποίο σκοτώθηκε, και ένας υπνωτιστής, ο υπαίτιος του δυστυχήματος, που έχει πια χάσει πια την ικανότητά του να υπνωτίζει. Για τον πρώτο κάθε τι αναπαριστά κάτι άλλο. Για τον δεύτερο όλα είναι πλέον ακριβώς αυτά που φαίνονται… Ο υπνωτιστής είναι ο Tim Crouch. O πατέρας είναι ένας διαφορετικός κάθε φορά ηθοποιός, που ανεβαίνει κάθε φορά στη σκηνή χωρίς να έχει δει ή να έχει διαβάσει το έργο στο οποίο θα παίξει εκείνο το βράδυ… [Η ΑΥΓΗ: 29/03/2011]

Απεβίωσε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης

  • Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται ο προβληματισμός για τα κοινωνικά δρώμενα και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή των ανθρώπων.

O Ιάκωβος Καμπανέλης απεβίωσε Τρίτη 29 Μαρτίου 2011 και ώρα 13.50, στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου ΜΗΤΕΡΑ του Ομίλου ΥΓΕΙΑ μετά από δίμηνη νοσηλεία.

Ο γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου, όπως έχει χαρακτηριστεί, γεννήθηκε στη Νάξο το 1922. Το 1934, η οικογένειά του μετακόμισε, λόγω οικονομικών προβλημάτων, στην Αθήνα και ο Καμπανέλλης αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει σε μια νυχτερινή Τεχνική Σχολή.

Διψασμένος για γνώση, νοίκιαζε βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία και μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο είχε γνωρίσει όλους τους ευρωπαίους κλασικούς. Το 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν. Είναι ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες, και επέστρεψε το 1945. Την εμπειρία του αυτή την κατέγραψε στο μοναδικό του πεζογράφημα, Μαουτχάουζεν (1963).

Όταν γυρίζει στην Αθήνα, εντυπωσιάζεται από μια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1950 με το έργο Χορός πάνω στα στάχυα (Θίασος Λεμού), αλλά γνωστός έγινε με τα επόμενα έργα του, που ανέβηκαν από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και το Εθνικό Θέατρο. Το έργο σταθμός στη σταδιοδρομία του θεωρείται η Αυλή των θαυμάτων (1957).

Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται ο προβληματισμός για τα κοινωνικά δρώμενα και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή των ανθρώπων και, κυρίως, η σχέση της ταραγμένης νεότερης ελληνικής ιστορίας με τη συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχολογίας. Για την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο του έχουν απονεμηθεί οι τίτλοι: επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επίτιμος Διδάκτωρ της Θεατρολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και έχει τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες (Αγγλία, Αυστρία, Σουηδία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σοβιετική Ένωση, Γερμανία).

Πολύ σημαντική είναι επίσης η δουλειά του ως σεναριογράφου, η οποία άσκησε τεράστια επίδραση στους σύγχρονους και τους μεταγενέστερούς του. Έχει γράψει τα σενάρια σε πολλές ταινίες σταθμούς του ελληνικού κινηματογράφου (Στέλλα, του Μ. Κακογιάννη, Δράκος, του Ν. Κούνδουρου, Η Αρπαγή της Περσεφόνης, του Γ. Γρηγορίου), ενώ σκηνοθέτησε ο ίδιος, σε δικό του σενάριο, την ταινία Το κανόνι και το αηδόνι, το 1968. Αξιοσημείωτη είναι και η εξαιρετική του επίδοση στη στιχουργία, αφού το Παραμύθι χωρίς όνομα (μουσ. Μάνου Χατζιδάκη), το Μαουτχάουζεν (μουσ. Μίκη Θεοδωράκη), το Μεγάλο μας Τσίρκο (μουσ. Σταύρου Ξαρχάκου) και άλλα σημαντικά έργα της ελληνικής μουσικής φέρουν την υπογραφή του.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αυλαία για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη

  • Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 89 ετών, ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Τον τελευταίο ενάμιση μήνα νοσηλεύοταν στην εντατική του νοσοκομείου “Μητέρα”. Ο συγγραφέας έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια. Μετά από αιμοκάθαρση η υγεία του παρουσίασε επιπλοκές, οι οποίες αποδείχθηκαν μοιραίες.

Πρύτανης επί σκηνής

Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης ανεβαίνει στο σανίδι και παρουσιάζει τις σκέψεις κορυφαίων φιλοσόφων

Ο Θ.Πελεγρίνης
Ο Θ.Πελεγρίνης   (Φωτογραφία:  ΑΠΕ )

Αποτελεί σπάνια πρωτοτυπία στα πανεπιστημιακά χρονικά της Ελλάδας, και πιθανώς όλου του κόσμου, το γεγονός ότι ο πρύτανης του πρώτου Πανεπιστημίου της χώρας μας παίζει παράλληλα τον ρόλο του συνθέτη και πρωταγωνιστή ηθοποιού θεατρικών έργων, που διασκευάζει ο ίδιος.

Πρόκειται για τον πρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδόση Πελεγρίνη, καθηγητή Φιλοσοφίας, ο οποίος αποφάσισε να παρουσιάσει με αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο τις βασικές ιδέες των Σοπενχάουερ, Νίτσε, Κίρκεγκωρ κ.ά.

Στόχος του είναι να δώσει τον κεντρικό άξονα των σκέψεων και διαλογισμών κάθε φιλοσόφου, με τις οποίες ερμηνεύονται και αναλύονται φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας.

Με τον τρόπο αυτόν ακολουθείται η αντίθετη πορεία από τις συνήθεις γνωστές θεατρικές παραστάσεις, όπου ακολουθείται η μέθοδος της επαγωγής, δηλαδή από τα ειδικά και συγκεκριμένα ανάγεται κανείς στα γενικά και αφηρημένα, μέθοδος προσφιλής στον Αριστοτέλη.

Αντίθετα, ο κ. Πελεγρίνης εφαρμόζει τη μέθοδο της παραγωγής, που είναι προσφιλής στον Πλάτωνα. Αυτό σημαίνει ότι με βάση τις γενικές αρχές, που είναι συμπυκνωμένη γνώση, ερμηνεύονται τα συμβάντα της καθημερινότητας.

Οι παραστάσεις λαμβάνουν χώρα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών επί της λεωφόρου Πειραιώς 256, Παρασκευή και Σάββατο, σε τακτές ημερομηνίες.

«Δύο θεοί» προφητικοί

Εντεκα χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα (1999), ανεβαίνει και πάλι το πετυχημένο, προφητικό έργο «Δύο θεοί» του Λένου Χρηστίδη, σε μια νέα, εμπνευσμένη, πιο σφιχτή σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή. Τα αποτελέσματα της σύγχρονης τεχνολογίας, η επικείμενη καταστροφή του κόσμου, μαζί και η διάσωση του πολιτισμού μας είναι τα βασικά θέματά του που ο Μακρής αναπτύσσει με φαντασία και έμπνευση. Ενώ ο κόσμος παρακολουθεί τη σταδιακή καταστροφή του πλανήτη, ο Πάτρικ (Γιώργος Νινιός) και ο Μιγκέλ (Φώτης Μακρής), σαν δύο σύγχρονες «μπεκετικές» εκδοχές του Βλαδιμίρ και του Εστραγκόν, χωρίς να περιμένουν κανένα Γκοντό, κλεισμένοι στο δωμάτιο ενός κέντρου απεξάρτησης από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, επιβιώνοντας με τα μοναδικά πολύχρωμα χάπια που τους φέρνει το ανθρωποειδές ρομπότ Κυρία Σίγμα, αποφασίζουν ως «δύο θεοί» να καταγράψουν την ιστορία της ανθρωπότητας σε μια δισκέτα του κρυμμένου στο άσυλο υπολογιστή τους. Θα τη θάψουν βαθιά στη γη, για να τη βρουν οι κατοπινές γενιές. Μόνο που η ιστορία θα είναι πλαστογραφημένη, όπως θέλουν τα δύο φρικιά των κομπιούτερ, με τους ίδιους και μέλη του ιδρύματος (ανάμεσά τους τον διευθυντή και τον αγαθιάρη υπάλληλο Τζο) να αντικαθιστούν τον Σωκράτη, τον Παστέρ, τον Σοπέν και άλλες προσωπικότητες του παρελθόντος. Σαρκασμός, μαύρο χιούμορ και σουρεαλισμός συνδυάζονται με δεξιοτεχνία από το συγγραφέα και παίρνουν την καλύτερη μορφή τους τόσο με τον τρόπο ερμηνείας των ηθοποιών (μαζί και την απόφαση του σκηνοθέτη να δώσει τους υπόλοιπους τρεις ρόλους σε ένα και μόνο ηθοποιό, τον Διονύση Μανουσάκη) όσο και με το σασπένς, αλλά και τον ευρηματικό τρόπο που χρησιμοποιούνται το δωμάτιο, όπου είναι κλεισμένοι οι δυο τους, η τηλεόραση που μεταδίδει κάθε τόσο τις δραματικές ειδήσεις, αλλά και οι φωτισμοί και οι ήχοι που τονίζουν την εσχατολογική, εφιαλτική ατμόσφαιρα.

  • ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Γέννησε, σκότωσε, πέθανε

Δεν είναι μόνο η ερμηνεία της καλής ηθοποιού -περσινής νικήτριας του βραβείου «Μελίνα Μερκούρη»- Μαρίνας Ασλάνογλου που κάνει το κοινό του «Αμιράλ» να αποχωρεί συγκλονισμένο από την παράσταση «Τζόρνταν».

Η Μαρίνα Ασλάνογλου, συγκλονιστική στο μονόλογο «Τζόρνταν», αύριο πάει Μέγαρο
Είναι και το έργο των Αννα Ρέινολντς και Μόιρα Μπουφίνι, που με ρεαλισμό και σπάνια απλότητα καταφέρνει να μας βάλει στο μυαλό μιας γυναίκας που έκανε ό,τι πιο απεχθές: σκότωσε το μωρό της. Στην πορεία της παράστασης όχι μόνο την κατανοούμε και τη συμπονούμε, αλλά διαπιστώνουμε πως η κοινωνία προσφέρει πλέον όλο και συχνότερα τις ιδανικές συνθήκες για τέτοια περιστατικά, όπως το αληθινό της Σίρλεϊ Τζόουνς.
Μεγαλωμένη σε φτωχή οικογένεια, με πατέρα που κακοποιούσε τη μητέρα της, αναζητεί τρόπο διαφυγής. Νομίζει ότι τον βρίσκει στο πρόσωπο ενός άντρα. Εκείνος σύντομα γίνεται βίαιος. Τη χτυπάει και φέρνει στο μικρό τους δωμάτιο άλλες γυναίκες, ενώ η Σίρλεϊ είναι έγκυος. Κι όταν γεννά, χωρίς καμιά προστασία, αποφασίζει να ξαναφύγει.
Αλλά ο πρώην εραστής της και η Πρόνοια θέλουν να της πάρουν το παιδί εκτιμώντας ότι είναι ανίκανη να το μεγαλώσει. Οταν όλοι οι δρόμοι κλείνουν, η Σίρλεϊ το πνίγει και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Θα επιζήσει, θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στη φυλακή, στην πτέρυγα των ψυχοπαθών, όπου προσπαθεί ξανά και ξανά να τερματίσει τη ζωή της. Την ιστορία της εξομολογείται στη συγκρατούμενή της, η οποία αργότερα τη μεταφέρει στο θέατρο. Το 1987 η Σίρλεϊ αποφυλακίζεται και την πρώτη μέρα της ελευθερίας της αυτοκτονεί.
Αύριο, στις 8 μ.μ., η παράσταση (μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, σκηνικά Μανώλη Παντελιδάκη) θα μεταφερθεί στο Μέγαρο Μουσικής (αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας) για να δώσει το έναυσμα για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με θέμα «Κατασκευάζοντας Μήδειες – Η κακοποιημένη γυναίκα – Σύνδρομα και συνέπειες» και συντονιστή τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Συμμετέχουν ακόμη οι: υφυπουργός Εργασίας Αννα Νταλάρα, γενική γραμματέας Ισότητας Φύλων Μαρία Στρατηγάκη, Ιωάννης Πανούσης, Αλεξάνδρα Κορωναίου, Λάμπρος Γιώτης. Και η Κάτια Δανδουλάκη, που πρωτοπαρουσίασε το έργο στην Ελλάδα, το 1993 και το 1999, σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου.
  • ΕΛΕΝΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

ΛΥΔΙΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: Βουτιά στο κύμα της τρέλας

  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011 Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Η Λυδία Φωτοπούλου συναντά την Καμίγ Κλοντέλ στη γειτονιά του Μεταξουργείου (στο ομώνυμο θέατρο), όχι ενσαρκώνοντάς την, αλλά αποδίδοντας το «κύμα της τρέλας» που συνεπήρε τη σπουδαία γλύπτρια, αδελφή του Πολ Κλοντέλ κι ερωμένη του Ροντέν. Τη γυναίκα που καταδικάστηκε από την ίδια την οικογένειά της σε ισόβιο εγκλεισμό σε άσυλο μέχρι το θάνατό της, το 1943.
Στην παράσταση «Καμίγ Κλοντέλ: το κύμα της τρέλας», που συνέλαβε και σκηνοθετεί ο ψυχίατρος Στέλιος Κρασανάκης (παραγωγή του Πολιτιστικού Οργανισμού «Αιών»), επιχειρούνται να αναβιώσουν σκηνικά τόσο η τρέλα μιας εποχής μεταιχμιακής και μιας κοινωνίας που περιθωριοποιεί οτιδήποτε την προπορεύεται, όσο και οι μορφές και οι γλυπτικές φόρμες που επινόησε η ρηξικέλευθη γλύπτρια.
Η σταδιακή πτώση της Καμίγ Κλοντέλ, μετά την περιθωριοποίησή της από τη συντηρητική, καθολική και ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής αλλά και από την οικογένειά της, διατρέχεται μέσα από την αλληλογραφία της.
«Σ’ αυτό το υλικό διαφαίνεται ένα είδος παλλόμενου συναισθήματος: είναι απίστευτη, ευτυχής για τη δουλειά της, αλλά αγωνιά γιατί δεν έχει πόρους. Το να διεκδικεί μια γυναίκα, τέλη του 19ου αιώνα, το δικαίωμα να υπάρξει στην τέχνη, και δη τη γλυπτική, είναι επανάσταση από μόνο του», τονίζει η Λυδία Φωτοπούλου.
Ο αγώνας της Κλοντέλ για την εξεύρεση πόρων, η κοινωνική απομόνωση αλλά και ο χωρισμός της με τον Ροντέν είχαν αποτέλεσμα το «νευρικό κλονισμό» της, όπως λέει η Φωτοπούλου. Δεν θεωρεί ότι η Καμίγ ήταν ψυχασθενής όταν κλείστηκε στο άσυλο. «Δεν μπορώ να δω από τα γράμματά της ένα σχιζοφρενές πλάσμα», τονίζει. «Η Καμίγ μιλά για τα έγκλειστα πλάσματα που βγάζουν κραυγές, λειτουργώντας αντιστικτικά απέναντί τους. Βρέθηκε σε ένα χώρο όπου δεν ανήκει. Σίγουρα, όμως, είχε ένα ψυχισμό πιο ευαίσθητο και ευάλωτο από την αδελφή της, που ήταν μια υπάκουη κόρη. Η Καμίγ ήταν μια κόρη και αδελφή που ενοχλούσε. Και γι’ αυτό την έκλεισαν…».
Ολη της τη ζωή περίμενε τη μητέρα της να την πάρει στο σπίτι. Η άτεγκτη μάνα δεν την επισκέφτηκε ποτέ. Κι ο αδελφός της; Σε τριάντα χρόνια τής έκανε το πολύ τέσσερις επισκέψεις.
«Εχει, όμως, ο καιρός γυρίσματα», λέει η Φωτοπούλου. «Οσο η Καμίγ ζούσε στο περιθώριο, ο Ροντέν ζούσε μεγάλη ζωή και τον τιμούσαν με μετάλλια και διακρίσεις». Μετά από έναν αιώνα, η Κλοντέλ όχι απλώς αναγνωρίστηκε, αλλά για αρκετούς το έργο της είναι σημαντικότερο από του Ροντέν. Το ’51 ο Πολ Κλοντέλ δώρισε όλα τα γλυπτά της στο Μουσείο Ροντέν. «Και μετά το θάνατο αυτοί οι δύο ξαναβρέθηκαν μαζί», σχολιάζει η Λυδία Φωτοπούλου.
Πώς αφομοιώνεται δραματουργικά, υποκριτικά το χειμαρρώδες αυτό υλικό; «Η μεγάλη δυσκολία είναι πώς χειρίζεται κανείς την αλληλογραφία. Γιατί δεν πρόκειται για έργο, αλλά για γράμματα», ξεκαθαρίζει η Φωτοπούλου. Το λόγο, πάντως, ενισχύουν στην παράσταση τα βίντεο του Τάσου Δήμα, από τα οποία «παρελαύνουν» έργα της Κλοντέλ, το ψυχιατρείο της, το πατρικό που πάντα ονειρεύεται να επιστρέψει.
«Κρατώ την αναγκαία απόσταση, για να μην την προδώσω», εξηγεί η ηθοποιός. «Αλλιώς θα ήταν μίμηση ενός πράγματος σοβαρού. Η σταδιακή, δηλαδή, απόκλισή της, ο νευρικός κλονισμός της προκύπτει μέσα από τα λόγια της και όχι από κραυγές. Γιατί την τρέλα ή την εμμονή την έχουμε συνδυάσει με το “ουρλιάζω”. Για την Καμίγ η απόκλιση είναι τρόμος. Μιλάει για το κρύο και το φρικτό φαΐ του ασύλου που δεν τρώει και φτάνει να πεθάνει από ασιτία. Καταστάσεις που βλέπεις γύρω σου στην Αθήνα σήμερα. Δεν γίνομαι όμως Καμίγ», υπογραμμίζει. «Δεν θα μπορούσα να μεταμορφωθώ στην ίδια. Δεν μπορώ να την ξέρω».
* Μετάφραση: Ρούλα Τσιτούρη. Σκηνικά-κοστούμια: Ντόρα Λελούδα. Ηχητικός σχεδιασμός: Σπύρος Αραβοσιτάς. Επιμέλεια κίνησης: Αμάλια Μπένετ. Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος. Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και εντάσσεται στις παράλληλες εκδηλώσεις της έκθεσης «Αιτία θανάτου: Ευθανασία» από τη συλλογή «Prinzhorn» (Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138).

Φόνσου -Παπουτσή: Στηρίζουν τα παιδιά με καρκίνο

Μια από τις επόμενες παραστάσεις του θεατρικού έργου «Όσκαρ» του Έρικ Εμάνουελ Σμιτ που ανέβασαν οι δύο καταξιωμένες κυρίες του θεάτρου Άννα Φόνσου και Τζέση Παπουτσή είναι αφιερωμένη στα Παιδιά της «Φλόγας».
Η «Φλόγα» είναι ο Σύλλογος Γονιών Παιδιών με Νεοπλασματική Ασθένεια που φιλοξενεί και στηρίζει με κάθε τρόπο παιδιά και γονείς να βγουν νικητές και να αντιμετωπίσουν με θάρρος και δύναμη την ασθένειά τους.
Μια από τις δράσεις της Φλόγας είναι η λειτουργιά ενός Ξενώνα με 30 δωμάτια -διαμερίσματα οπού διαμένουν με τους γονείς τους ασθενή παιδιά κατά τη διάρκεια που κανουν χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία στην Αθηνα.
Την Πέμπτη 31 Μαρτίου, λοιπόν, η παράσταση του έργου «Όσκαρ» του Έρικ Εμάνουελ Σμιτ είναι αφιερωμένη στα παιδιά της «Φλόγας» και τα έσοδα αυτής της βραδιάς θα διατεθούν για τη λειτουργία του «Σπιτιού των Παιδιών της». Η παρουσία κάθε θεατή στην παράσταση είναι ακόμη ένα «όπλο», στη μάχη που δίνουν μικρά παιδιά κατά του καρκίνου, επισημαίνουν οι υπεύθυνοι.
Ο Έρικ Εμάνουελ Σμιτ είναι ένας από τους γνωστότερους Γάλλους συγγραφείς και το έργο του «Όσκαρ»  επέλεξαν οι  Άννα Φόνσου και η  Τζέση Παπουτσή για να εγκαινιάσουν τη θεατρική τους συνεργασία.
(Θέατρο Βεάκη, Στουρνάρη 32, Ώρα έναρξης: 7:00 μ.μ., Τιμή εισιτηρίου: € 18).-

«Εφυγε» ο βραβευμένος με Πούλιτζερ θεατρικός συγγραφέας Λάνφορντ Γουίλσον

Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Λάνφορντ Γουίλσον πέθανε την Τετάρτη, στο νοσοκομείο του Νιου Τζέρσεϊ, σε ηλικία 73 ετών, μετά από μακρά ασθένεια. Την ημέρα του θανάτου του έκανε πρεμιέρα στο Στέπενγουολφ Θίατερ του Σικάγου το έργο του «The Hot L Baltimore» (1973), το οποίο φυσικά και αφιερώθηκε στη μνήμη του. Ο Γουίλσον, ο οποίος είχε γράψει 17 ολοκληρωμένα θεατρικά έργα και περισσότερες από 30 πράξεις, απέσπασε το Πούλιτζερ το 1980 για το «Talley’s Folly», μέρος μιας τριλογίας που αναφερόταν στις γενιές μιας οικογένειας του Μισούρι. Αλλα διάσημα έργα του Λάνφορντ ήταν το «Burn this» (Αυτό, να το κάψεις), το οποίο ανέβηκε στο Λονδίνο το 1990 με τον Τζον Μάλκοβιτς στον κεντρικό ρόλο, και «Η 5η Ιουλίου». Ο θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους τέσσερις ιδρυτές της «Circle Repertory Company» της Νέας Υόρκης χαρακτηριζόταν επίσης ως μία από τις πιο δυναμικές φωνές που μίλησαν για τις ζωές των ομοφυλοφίλων στη σύγχρονη εποχή.
  • Lanford Wilson, Pulitzer Prize-Winning Playwright, Dies at 73

  • By MARGALIT FOX The New York Times: March 24, 2011
Lanford Wilson, the Pulitzer Prize-winning playwright whose work — earthy, realist, greatly admired, widely performed — centered on the sheer ordinariness of marginality, died on Thursday in Wayne, N.J. He was 73 and lived in Sag Harbor, on Long Island.
Lanford Wilson at home in Sag Harbor, New York, in 2002.  More Photos »
The cause was complications of pneumonia, said Marshall W. Mason, a director and longtime collaborator who is widely considered the foremost interpreter of Mr. Wilson’s work.

One of the most distinguished American playwrights of the late 20th century, Mr. Wilson was considered instrumental in drawing attention to Off Off Broadway, where his first works were staged in the mid-1960s. He was also among the first playwrights to move from that milieu to renown on wider stages, ascending to Off Broadway, and then to Broadway with no Off’s whatsoever, within a decade of his arrival in New York.

His work has also long been a staple of regional theaters throughout the United States. Mr. Wilson won the 1980 Pulitzer Prize for drama for “Talley’s Folly,” which played 286 performances on Broadway that year. A one-act, two-character comedy set in his hometown, Lebanon, Mo., the play chronicled the romantic fortunes of a Jewish man (played by Judd Hirsch) and a Protestant woman (Trish Hawkins) in 1944.

“Talley’s Folly” was an installment in Mr. Wilson’s Talley Cycle, an eventual trilogy. The cycle also comprised “Talley & Son,” which played Off Broadway in 1985 and also looked in on the Talley family in 1944; and “Fifth of July,” which takes up the family’s story in 1977. “Fifth of July,” a comedy that explores the disillusionment of the Vietnam era, came to Broadway in November of 1980.

The production, which starred Christopher Reeve as Kenneth Talley Jr., a gay, paraplegic Vietnam veteran, ran for 511 performances at the New Apollo Theater; it also starred Jeff Daniels and Swoosie Kurtz. Reviewing the production in The New York Times, Frank Rich wrote: “Mr. Wilson has poured the full bounty of his gifts into this work, and they are the gifts of a major playwright.

‘Fifth of July’ is a densely packed yet buoyant outpouring of empathy, poetry and humor, all shaped into a remarkable vision.” Mr. Wilson’s other Broadway plays include “Burn This” (1987), “Angels Fall” (1983) and “Redwood Curtain” (1993). His Off Broadway work included “The Hot l Baltimore,” about the denizens of a down-at-the-heels residential hotel.

The play was the basis of a short-lived television sitcom of the same name, broadcast on ABC in 1975. With Mr. Mason, Tanya Berezin and Rob Thirkield, Mr. Wilson founded the Circle Repertory Company, a highly regarded collective of actors, directors, playwrights and others known for its collaborative approach.

Established in 1969 on the Upper West Side as the Circle Theater Company, it later moved to the Sheridan Square Playhouse in Greenwich Village. The company ceased operations in 1996. Besides producing work by Mr. Wilson, Circle Rep produced plays by Jules Feiffer, Sam Shepard, Larry Kramer and others. Actors associated with the company include William Hurt, Kathy Bates, Barnard Hughes, Cherry Jones and Cynthia Nixon.

Stylistically, the distinguishing hallmark of Mr. Wilson’s work was his dialogue — authentic, gritty, often overlapping — be it the speech of his native Missouri or adopted New York. To audiences, his approach gave the experience of eavesdropping on real, bustling people in real, bustling time. (As a young playwright honing his craft, he later explained, he would set himself exercises like writing down the overheard speech of five people talking at once.) Thematically, his work concerned dissolutions large and small: the rupture of societies, families and individual marriages; the loss of life, love, companionship and sanity. His characters, drawn true to life if sometimes larger, tended toward the socially marginalized, perhaps no surprise for a man whose identity — Ozark, somewhat rootless, a child of a broken home, gay at a time when it was taboo to be gay — no doubt made him feel pushed to the margins of mainstream culture himself. (Mr. Wilson was noted for being one of the first mainstream playwrights to create central, meaningful gay and lesbian characters.) Ragtag collections of prostitutes and pimps, drug addicts and sundry urban nighthawks, the people who populate his plays were unusual theatrical subjects in their day, but were no less sympathetic for that.

In many respects, as he made clear in interviews, Mr. Wilson saw his work as the counterpart to the New Realism of post-1960 visual art, in which artists created works that were amalgams of images, often fragmentary, observed in the world around them and ripe for the taking.

As he also made clear, the subject matter of many of his plays was drawn from his own life. Lanford Eugene Wilson was born in Lebanon on April 13, 1937; his parents divorced when he was a young child. He moved with his mother to Springfield, Mo., and, after she remarried a farmer, to Ozark, Mo.

After studying briefly at Southwest Missouri State College, Mr. Wilson moved to San Diego, where his father was living. Their reunion — not a happy one, though their relationship fared better in later years — became the basis of “Lemon Sky.”

That play, first performed in 1970 at the Studio Arena Theater in Buffalo, opened Off Broadway that year at the Playhouse Theater on West 48th Street, and was revived in 1985 at the Second Stage Theater. It was later adapted as a television movie, first broadcast in 1988 and starring Kevin Bacon as the youth who attempts to bond with his estranged father.

In San Diego, the young Mr. Wilson worked at a desultory job in an aircraft plant and took classes at what was then San Diego State College. It was there, in a writing class, that he discovered dialogue and determined to become a writer of short stories.

In the late 1950s, Mr. Wilson moved to Chicago, where he worked as a commercial artist in an advertising agency and took extension classes at the University of Chicago. He wrote a sheaf of short stories that were rejected by all the magazines to which he sent them, and made his first tentative stabs at writing plays. Mr. Wilson settled in New York in 1962.

There, as the reference work Contemporary Biography wrote in 1979, he “saw and disliked every play on Broadway.” He found the ersatz environment of Off Off Broadway, with its theater spaces shoehorned into coffeehouses and church basements, far more congenial. His first produced play, a one-act called “So Long at the Fair,” was staged at Caffe Cino, in the Village, in 1963.

It concerned a young man, newly arrived in New York, and the young woman who hopes to seduce him. Reviewing the play, The Village Voice praised the “exactness and inner logic” of the dialogue. Over the years to come, Mr. Wilson’s facility for dialogue proved both a great strength and an occasional weakness: critics sometimes took him to task for neglecting other aspects of dramatic construction, like tight plotting, in favor of the rush of pure spoken language.

In 1965, Mr. Wilson attracted attention with “The Madness of Lady Bright,” also at Caffe Cino. Its protagonist, Leslie Bright, is a middle-aged gay man confronting a wistful past, a lonely present and an uncertain future. He garnered still wider attention for his first full-length play, “Balm in Gilead,” also staged in 1965, at La MaMa.

The play, about low-life characters converging in the New York nightscape, was so successful that Ellen Stewart, La MaMa’s founder, had to stand on the sidewalk each night and beseech an eager fire marshal not to close the theater, packed to capacity. His first play to come to Broadway was “The Gingham Dog,” about the dissolution of an interracial marriage. It ran for just 19 performances in 1969. Mr. Wilson was single at the time of his death. Survivors include two half-brothers, John and Jim, and a stepsister, Judy.

In an interview quoted in The Times in 2002, Mr. Wilson expounded on his realist, quasidocumentary approach: “I want people to see — and to read — my plays and to say: ‘This is what it was like living in that place at that time. People haven’t changed a damn bit. We can recognize everyone.’ ”
Daniel E. Slotnik contributed reporting.
This article has been revised to reflect the following correction: Correction: March 26, 2011 An obituary on Friday about the playwright Lanford Wilson misstated, in some copies, the day he died. It was Thursday, not Wednesday.
Multimedia

Ιστορία ενός έρωτα

Το τελευταίο θεατρικό έργο τής καυστικής Κάριλ Τσέρτσιλ «Drunk enough to say I love you?» αφηγείται µε ανατρεπτικό χιούµορ την ιστορία του Σαµ και του Γκάι, µια ιστορία µοναδικού έρωτα, έλξης και θαυµασµού που βαθµιαία µετατρέπεται σε απέχθεια και µίσος για να µπορέσει να ζητήσει την αγάπη µε νέους όρους. Η συγγραφέας χρησιµοποιεί την ερωτική ιστορία δύο ανδρών για να µιλήσει για τον έρωτα, τις εκλογές, τη δηµοκρατία, τα βασανιστήρια, τον καφέ, την τροµοκρατία, τα οικονοµικά συµφέροντα, τον πόλεµο, την οικολογία, το κάπνισµα. Σκηνοθετεί η Κατερίνα Μπερδέκα. Παίζουν οι Γιώργος Ντούσης, Ενκε Φεζολάρι. Στο Από Μηχανής Θέατρο (Ακαδήµου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210-5231.131) στις 21.30.
Στην παράσταση του έργου «Πράξη χωρίς λόγια», που ανεβαίνει από το Θέατρο της Σιωπής ανάµεσα στα ερείπια του προαύλιου χώρου της Σχολής Καλών Τεχνών, η σκηνική οδηγία «Setting: a desert» του Σάµιουελ Μπέκετ δίνεται ως «Σκηνικό: ερειπωµένος χώρος». Σκηνοθετεί η Ασπασία Κράλλη. Παίζει ο Μάνος Καρατζογιάννης. Στην ΑΣΚΤ (Πειραιώς 256, Αγ. Ι. Ρέντης, τηλ. 210-4801.260) στις 20.30.
* Το έργο «One night in heaven» παρουσιάζει η Εφη Μεράβογλου, µε τους Ισαβέλλα Αναστασίου, Μάρκο Μηνά, Κωνσταντίνα Βάρδα. Στο «Le Cafe del art» (Πλατεία Μεσολογγίου 6, Παγκράτι, τηλ. 211-7401.143) στις 21.00.
* «Ποιος είναι ο Αµλετ;» αναρωτιούνται δύο ζευγάρια στηοµώνυµη κωµωδία του Λόρενς Κάσλερ, που σκηνοθετεί η Κατερίνα Μπλάτσου. Παίζουν οι Ιγνάτιος Αξής, Μαριάννα Γιολδάση, Θάνος Καρακάσης, Σταυρούλα Μόκκα. Στο «Μπαράκι του Βασίλη» (∆ιδότου 3, Κολωνάκι, τηλ. 210-3623.625).

< INFO: «Πράξη χωρίς λόγια» είναι το έργο που ανεβαίνει στις 20.30 από το Θέατρο της Σιωπής ανάµεσα στα ερείπια του προαύλιου χώρου της Σχολής Καλών Τεχνών µε τον Μάνο Καρατζογιάννη. Στην ΑΣΚΤ (Πειραιώς 256, Αγ. Ι. Ρέντης, τηλ. 210-4801.260)

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.