Ληξίαρχος μιας εποχής

  • ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αν μου επιτρεπόταν μια αναγωγή στην πλατωνική θεωρία όπου ο κόσμος των ειδώλων, τα μιμήματα, έχουν ένα πεδίο αναφοράς στον κόσμο των αιώνιων ιδεών, τότε ο φίλος Γιάννης Δαλιανίδης που πριν από λίγες μέρες απεδήμησε θα σκηνοθετεί τώρα ένα μεταφυσικό μιούζικαλ με τον θίασο των αγγέλων και των φτωχοδιαβόλων!

Oφείλω να ομολογήσω εκ προοιμίου πως είμαι εκτός από βαθιά συγκινημένος και προκατειλημμένος, αφού ο Γιάννης Δαλιανίδης υπήρξε φίλος ακριβός, συζητήσαμε νύχτες πολλές σιγοπίνοντας, μου άνοιξε την καρδιά του, γνώριζα τις πικρίες του και μου αποκάλυπτε τα σχέδιά του και είχα την τύχη να ακούω την ταινία της ζωής του σε συνέχειες έτσι ώστε αυτονόητα, όταν τα απομνημονεύματά του πήραν τη μορφή βιβλίου, τα προλόγισα. Είχα επίσης τη χαρά να τον συνδέσω με την κ. Λυδία Παπαδημητρίου που εκπόνησε το διδακτορικό της στην Αγγλία για το «ελληνικό μιούζικαλ», έτσι ώστε σήμερα αυτό το ελληνικό κινηματογραφικό υβρίδιο να διδάσκεται σε βρετανικό πανεπιστήμιο. Η φιλία μας όμως είχε, τουλάχιστον για μένα, πολύ βαθιές ρίζες μέσα στον χρόνο. Στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια στην επαρχία που μεγάλωσα, ως φανατικό για το θέατρο παιδί, είδα τον Γιάννη Νταλ, ως χορευτή, να μετέχει σε περιοδεύοντες επιθεωρησιακούς θιάσους.

Φοιτητής αργότερα στην Αθήνα, συναντώ τον Γιάννη Νταλ σεναριογράφο και ηθοποιό, σε «Μουσίτσες» και «Μιμίκους». Το άλμα δεν ήταν πρωτοφανές. Για να θυμηθούμε τον Σεφέρη, όλοι σ΄ αυτόν τον τόπο είμαστε τραγικά αυτοδίδακτοι. Ο Κατράκης ξεκίνησε τη θεατρική του καριέρα ως χορευτής κρητικών χορών στον «Ερωτόκριτο» στη διασκευή του Συναδινού και στο Θίασο των Νέων στο Παγκράτι με τον Ρώτα. Ο Τζαβέλλας, ο Σακελλάριος, ο Ιωαννόπουλος μεταπήδησαν στην κινηματογραφική σκηνοθεσία ορμώμενοι από τη συγγραφή. Ο Ρίτσος χορευτής ήταν στο παράρτημα του Εθνικού Θεάτρου της Λυρικής Σκηνής, με χορογράφο τον Γριμάνη. Ο Δαλιανίδης μεθοδικότερος, όπως υπήρξε πάντα στη ζωή του, ξεκίνησε από την υποκριτική του σινεμά και το σενάριο. Η μαθητεία του εκεί ήταν πολύτιμη διότι ασκήθηκε με τις τεχνικές της άλλης πλευράς. Πειθάρχησε στους ρυθμούς και στους κώδικες, τους όρους και τα όρια της φιλμικής χρόνωσης, της οικονομίας του λόγου και της προοικονομίας των ανταποκρίσεων των αφηγηματικών ενοτήτων, πριν περάσει από την άλλη πλευρά. Παράλληλα, μυήθηκε στα μυστικά της τρικέζας και του μοντάζ, δίπλα σε άλλους παλιότερους και το ίδιο αυτοδίδακτους και ως εκ τούτου πανούργους όπως κάθε αυτοδίδακτος που θέλει να επιβιώσει. Δεν είναι τυχαίο ότι αγαπήθηκε από τον άλλον αυτοδίδακτο, τον Φιλοποίμενα Φίνο. Ο Γιάννης Δαλιανίδης δεν υπήρξε ποτέ, ούτε το θέλησε ούτε το καμώθηκε, θεωρητικός, αισθητικός και διανοούμενος του σινεμά. Επίμονα και εξακολουθητικά βελτιούμενος παρέμεινε μάστορας, στην αρχή κάλφας και αργότερα αρχιτεχνίτης της κινηματογραφικής βιοτεχνίας στην Ελλάδα. Αλλά ήταν απόλυτος, καθολικός παραγωγός του θεάματος. Σεναριογράφος, δάσκαλος ηθοποιών, σκηνοθέτης, μοντέρ, φωτιστής ακόμη και άτυπος ενδυματολόγος. Δεν τον εγκατέλειψε ποτέ η εμπειρία που απέκτησε στα περιοδεύοντα μπουλούκια, όπου ο καθένας βοηθάει από το βεστιάριο και τη μεταφορά των σκηνικών, έως το υποβολείο και τη διαφήμιση, την τροφοδοσία και το ταμείο. Αν εκτιμήθηκε, όσο λίγοι, στον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς του, ήταν διότι γνώριζε από τραυματικές εμπειρίες το κόστος κάθε αναπνοής, τσαπατσουλιάς, ανοργανωσιάς κ.τ.λ. Οταν, όπως είναι σχεδόν φυσικό (;) στον τόπο μας, αντιμετώπιζε αναποδιές, μιζέρια, αμέλειες, ατεχνίες στα επιμέρους ως παλιός μπουλουκτζής, είχε το θείο χάρισμα να βρίσκει εκ των ενόντων όχι απλώς γρήγορες, οικονομικές αλλά και συχνά ευφάνταστες λύσεις. Αφηγείται στο βιβλίο του μεταμορφώσεις κουρτινών σε μπροκάρ αριστοκρατικών κυριών και χαρτοπετσετών σε αμπαζούρ. Και αυτά όχι βέβαια στα νεορεαλιστικά του δράματα αλλά και στην γκλαμουριά των φανταχτερών μιούζικαλ, όπου έλαμπαν τα στρας και ανέμιζαν τα φτερά, που είχαν πρώτη ύλη αλλοπρόσαλλα είδη αποθήκης. Γνωρίζω τις αντιρρήσεις των κριτικών του καιρού του για το ροζ θέαμα των μουσικών του ταινιών. Θα ήθελα να επαναλάβω κάτι που το έχω γράψει παλιότερα, αν ο Δαλιανίδης έκανε μεγαλύτερο κακό στον ελληνικό πολιτισμό από τους έλληνες μηχανικούς και αρχιτέκτονες που παρέλαβαν μια Ελλάδα με «δοχεία ζωής», όπως τα χαρακτήριζε ο Κωνσταντινίδης, και την πλημμύρισαν με τσιμεντένια μπουντρούμια. Και για να παραφράσω τον Μπρεχτ. Τι κακό είναι το «Μια κυρία στα μπουζούκια» αν το συγκρίνεις με την εγκατάσταση στην Πάρνηθα ενός καζίνου.

Ηδη η Λυδία Παπαδημητρίου στο έξοχο βιβλίο της, πέρα από τα φιλμικά προβλήματα, αναλύει τα κοινωνιολογικά και αισθητικά σύνδρομα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τα οποία αποτύπωσε ώστε να αποτελούν τεκμήρια εποχής ο Δαλιανίδης, πιστά και απροκατάληπτα.

Είτε δράμα σκηνοθέτησε και έγραψε είτε λαϊκό μελόδραμα είτε φαντασμαγορία λαϊκών φαντασιώσεων, ο Δαλιανίδης υπήρξε μητρώο και ληξίαρχος μιας ολόκληρης εποχής και του ήθους της. Οι μεγάλες εισπρακτικές πιένες του Δαλιανίδη τι δηλούσαν; Οτι ένα μεγάλο λαϊκό, μικροαστικό και μεγαλοαστικό κοινό αγόραζε τον εαυτό του!

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.