Ντέιβιντ Χίρσον: «La Bete»

  • Comedy Theatre
  • www thecomedytheatre. co. uk

«La Bete». Γραμμένο από τον Αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Ντέιβιντ Χίρσον, το έργο είναι μια κωμωδία που μιμείται το στυλ του Μολιέρου, τοποθετημένη στη Γαλλία του 17ου αιώνα. Θέμα της, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον Ελομίρ, έναν υψιπέτη κλασικό δραματουργό, και τον Βαλέρ, ένα λαϊκό κωμικό του δρόμου, υπό τη διαιτησία της ιδιότροπης πριγκίπισσας Κόντι. Το διαχρονικό θέμα της σύγκρισης ανάμεσα στην «υψηλή» και τη «χυδαία» τέχνη αντιμετωπίζεται με κωμική ελαφράδα στο έργο, που το σκηνοθέτησε δεξιοτεχνικά ο Μάθιου Γουόρτσας, θεατρικός σκηνοθέτης με πρόσφατες περγαμηνές επιτυχίας σε έργα όπως το «The Norman Conquests» του Αλαν Εϊκμπορν και «Ο θεός του σφαγείου» της Γιασμίνα Ρεζά. Εξαιρετικές, σύμφωνα με τους κριτικούς, οι ερμηνείες του Ντέιβιντ Χάιντ Πιρς (Ελομίρ), του Μαρκ Ράιλανς (Βαλέρ) και της Τζοάνα Λάμλεϊ (πριγκίπισσα). Εως τις 4 Σεπτεμβρίου

Αρχαίο δράμα από τις Συρακούσες

  • Αύριο και μεθαύριο «Αίας» του Σοφοκλή, Πέμπτη και Παρασκευή «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη

Από τις Συρακούσες στην Αθήνα, το ταξίδι του αρχαίου ελληνικού δράματος συνεχίζεται… Αυτό το καλοκαίρι, ένας θεσμός που υπηρετεί την αρχαία ελληνική τραγωδία και κωμωδία κοντά εκατό χρόνια, το Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος (La Fondazione Instituto Nationale di Drama Antica), βρίσκεται στην Αθήνα για να παρουσιάσει μια σειρά παραστάσεων στο «Σχολείον» της Ειρήνης Παπά στην οδό Πειραιώς 52. Αμέσως μετά τη «Λυσιστράτη», θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε αύριο και μεθαύριο τον «Αίαντα» του Σοφοκλή, ενώ την Πέμπτη και την Παρασκευή (22, 23/7) τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη. Παράλληλα, παρουσιάζεται έκθεση ντοκουμέντων από την 100ετή ιστορία του Ινστιτούτου.

Το 1913 ξεκίνησε η πορεία του Εθνικού Ινστιτούτου Αρχαίου Δράματος Συρακουσών, όταν ο κόντε Μάριο Τομάζο Γκαργκάλο οραματίστηκε και ίδρυσε την πρώτη Επιτροπή για τη Στήριξη του Αρχαίου Δράματος, για να ζωντανέψει το αρχαίο θέατρο Συρακουσών, που εγκαινιάστηκε μετά από αιώνες σιωπής στις 16 Απριλίου του 1914 με την τραγωδία «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, είκοσι τέσσερα χρόνια πριν από την πρώτη παράσταση στην Επίδαυρο με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή με πρωταγωνίστριες την Κατίνα Παξινού και την Ελένη Παπαδάκη. Το Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος παρουσίασε στις Συρακούσες τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη το 1925, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τις παραστάσεις αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας στον σύγχρονο κόσμο. Στη διάρκεια της ιστορίας του, στην οποία συμμετέχουν έως σήμερα κορυφαίοι μεταφραστές, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνογράφοι και ενδυματολόγοι, δεν έχει σταματήσει να δραστηριοποιείται για την προώθηση της θεατρικής πολιτιστικής κληρονομιάς ενσωματώνοντας διαφορετικές προσεγγίσεις και εμπειρίες. Πειραιώς 52

Το πιο λαμπερό αστέρι της μουσικής κωμωδίας

Ο Νέιθαν Λέιν είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος του Μπρόντγουεϊ

International Herald Tribune

  • Δεν θα διακινδύνευα να εκφέρω γνώμη ως προς το ποιος είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός που εμφανίστηκε στο Μπροντγουέι την τελευταία δεκαετία. Η πιο λαμπερή ντίβα; Ποτέ δεν θα τολμούσα να πω. Ποιος όμως υπήρξε ο καλύτερος διασκεδαστής; Αυτό είναι εύκολο: Ο Νέιθαν Λέιν.

Δεν έχω πρόθεση βέβαια να υποτιμήσω τις αρετές του κ. Λέιν ως ηθοποιού (ή, πάλι, να υπονοήσω πως δεν είναι ντίβα). Αποδείξεις για το πόσο καλός ηθοποιός είναι βρίσκει κανείς άφθονες στο νέο μιούζικαλ «Οικογένεια Ανταμς». Το έργο σφυροκοπήθηκε από τους κριτικούς και έμεινε έξω από τις υποψηφιότητες για Τόνι. Βλέποντας όμως τον Νέιθαν Λέιν να κυριαρχεί στη σκηνή, να τη γεμίζει κωμική αδρεναλίνη κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του, καταλαβαίνεις πόσο άδικο είναι να μην επιβραβεύεται μια τέτοια ερμηνεία. Ολοι συμφωνούν ότι η κωμωδία είναι το πιο δύσκολο είδος στη σόου-μπίζνες, αλλά όταν πρόκειται για τρόπαια αριστείας οι τραγωδοί πάντα κατατροπώνουν τους κλόουν.

Παρ’ όλο που έχει πάρει δύο βραβεία Τόνι, για τους «Παραγωγούς» και το «Κάτι παράξενο συνέβη στον δρόμο για το Φόρουμ», ο κ. Λέιν έχει μόνο μία επιπλέον υποψηφιότητα στο όνομά του. Οι μεγάλοι θεατρικοί «διασκεδαστές» είναι πολύ σπανιότεροι σήμερα από τους μεγάλους σκηνικούς ηθοποιούς, εν μέρει επειδή δεν υπάρχει το κατάλληλο υλικό για να τους στηρίξει. Ο Νέιθαν Λέιν θα μπορούσε να αποδειχτεί ο τελευταίος από τη ράτσα αυτή, του πολύπλευρου μουσικο-θεατρικού περφόρμερ. Είναι το είδος του ταλέντου που έδωσε τη μαγιά για την άνθηση του αμερικανικού μιούζικαλ τον περασμένο αιώνα.

Ο ιδιαίτερος συνδυασμός προσόντων του Νέιθαν Λέιν -μια απίστευτη επιδεξιότητα στην κωμική ατάκα, η χάρη που είναι απαραίτητη για την κωμωδία της σωματικής κίνησης, ένα σουλούπι ευέλικτα αστείο (με την καλή έννοια), μια στέρεη ευχέρεια στο τραγούδι- ήταν πάντα σπάνιο πακέτο. Ωστόσο, μέσα στο απέραντο χάος του YouTube μπορείς να βρείς μερικούς νεαρούς που φαίνεται να διαθέτουν το χάρισμα. Αναρωτιέσαι, όμως, για ποιο σκοπό, πέρα από μια περαστική στιγμή κυβερνοδόξας;

  • Ταλέντα

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το αυριανό Μπρόντγουεϊ να προσφέρει το πλαίσιο ανάδειξης για τέτοια ταλέντα. Αν ξεπηδούσαν μια καινούργια Εθελ Μέρμαν, ένας καινούργιος Αλ Τζόνσον ή Τζίμι Ντουράντε, πού θα βρίσκονταν τα σκηνικά οχήματα για να τους αξιοποιήσουν; Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’70, το μιούζικαλ άρχισε να αποκτά μια σοβαροφανή αυτοεπίγνωση και να προσφέρει λιγότερες ευκαιρίες για τους πολυτάλαντους ερμηνευτές της μουσικής κωμωδίας. Οπως ο Νέιθαν Λέιν, οι καινούργιοι σταρ παλιάς κοπής πιθανότατα θα στριμώχνονταν μέσα σε μεγα-μιούζικαλ βασισμένα σε ταινία βασισμένη σε τηλεοπτικό σίριαλ βασισμένο σε καρτούν.

Αν εξετάσεις την καριέρα του Νέιθαν Λέιν από τότε που αναδείχθηκε σε σταρ χάρη στο νέο ανέβασμα του «Μάγκες και κούκλες» από τον Τζέρι Ζακς το 1992, προκύπτει μια σταθερά. Νιώθει άνετα σε παραστάσεις που χρονολογούνται από άλλη εποχή ή που επίτηδες τη θυμίζουν. Επαιξε τον νευρωτικό τηλεοπτικό σταρ του ’50 στην κωμωδία του Νιλ Σάιμον «Γέλιο στο 23ο πάτωμα» και τον κλαψιάρη Οσκαρ Μάντισον στο «Παράξενο ζευγάρι», επίσης του Σάιμον – αμφότερες οι παραστάσεις ήταν «αναβιώσεις» παλαιότερων παραγωγών. Ηταν ένας υπέροχος Ψεύδουλος, ο μηχανορράφος και γκαφατζής σκλάβος στο «Κάτι παράξενο συνέβη στον δρόμο για το Φόρουμ», το μιούζικαλ των Σοντχάιμ-Σέβελοβ που ξανανέβηκε το 1996. Και, στην πιο φημισμένη ερμηνεία του, έγινε μια απολαυστική ενσάρκωση του Μαξ Μπιάλιστοκ, του παλαιομοδίτη απατεώνα της σόου-μπίζνες στο μιούζικαλ του Μελ Μπρουκς «Οι παραγωγοί».

Εκείνο που προσκόμισε στον ρόλο, και που τον διαφορίζει από την πιο σκοτεινή εκδοχή στην αρχική ταινία του Μελ Μπρουκς, είναι μια γλυκιά, ανάλαφρη νότα συμπάθειας -μια αίσθηση ευάλωτου- που αποτελεί και ένα από τα κλειδιά της ανθεκτικής γοητείας του. Κάτω από την απόγνωση και την επιθετικότητα που με τόση μαεστρία εκφράζει, κρύβεται η καρδιά ενός ευαίσθητου παιδιού. Το στοιχείο αυτό του ταλέντου του το αξιοποίησε περισσότερο στην αρχή της καριέρας του σε παραστάσεις «off Broadway». Οι ρόλοι του στο Μπρόντγουεϊ σπανίως απαιτούσαν να αντλήσει από αυτήν την πιο λεπταίσθητη πλευρά της ερμηνευτικής του ικανότητας, πρόσφατα, όμως, η υποβλητικά λιτή ερμηνεία του στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» δείχνει πως το δυναμικό αυτό υπάρχει ακόμα.

Αυτή η σπίθα ζεστασιάς αποτελεί επίσης κρίσιμο συστατικό της ερμηνείας του Νέιθαν Λέιν στην «Οικογένεια Ανταμς», στον ρόλο του Γκόμεζ. Από το φτωχό σκιτσάρισμα ενός καρτούν, ο Νέιθαν Λέιν καταφέρνει να κάνει τον γλοιώδη Γκόμεζ έναν ξεχωριστό και παράξενα αξιαγάπητο ήρωα, μια απολαυστική παρωδία του κομψευόμενου Ευρωπαίου των παλιών χολιγουντιανών ταινιών. Ο ηθοποιός δεν μας κλείνει το μάτι πίσω από τον ήρωά του για να μας επιβάλει την προσωπικότητά του, αλλά αντίθετα συγχωνεύει τη δική του κωμική περσόνα με τον ήρωα, με τρόπο που ικανοποιεί τόσο τις ανάγκες της αφήγησης όσο και τη μεγιστοποίηση του γέλιου.

  • Το χιούμορ του λειτουργεί καλύτερα στη σκηνή

Βλέποντας την κινηματογραφική εκδοχή των «Παραγωγών», μπορείς να πάρεις μια ιδέα γιατί ο Νέιθαν Λέιν δεν απέκτησε μεγάλη φήμη στον κινηματογράφο, παρότι έχει ερμηνεύσει μερικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους, με πιο γνωστό αυτόν στο αμερικανικό ριμέικ του γαλλικού φιλμ «Το κλουβί με τις τρελές». Το χιούμορ που λειτουργεί στη σκηνή δεν μεταφράζεται πάντα στην οθόνη. Τα αστεία που σπινθηροβολούν στο θέατρο, συχνά πνίγονται στις ταινίες, όπου η ζωογόνα σχέση μεταξύ κοινού και ερμηνευτή εμποδίζεται από ένα τείχος σελουλόιντ.

Οχι, τον Νέιθαν Λέιν όπως όλους τους μεγάλους σκηνικούς ερμηνευτές, τον απολαμβάνεις καλύτερα ζωντανό. Πρέπει να βρίσκεσαι μαζί του στο δωμάτιο – ακόμα κι ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, όπως στα μέγαρα του Μπρόντγουεϊ -όπου παίζει τώρα- για να νιώσεις το κέντρισμα της ιδιοφυΐας του. [Η Καθημερινή, Kυριακή, 18 Iουλίου 2010]

«Αχαρνής» σαν παλιό σινεμά

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Επτά, Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

«Κατίνα, Σαλαμάκι»… Μ’ αυτή την τόσο γνώριμη ατάκα μπαίνει -ποιος άλλος;- ο Κώστας Βουτσάς στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Μόνο που τώρα, οι δυο λέξεις που έγραψαν στη συλλογική μνήμη μέσα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, είναι τα ονόματα των θυγατέρων του, αυτών που έρχεται να πουλήσει ως Μεγαρίτης στον αθεόφοβο Δικαιόπολη…

Ο  Κώστας Βουτσάς στον ρόλο του Μεγαρίτη και η Παρθένα Χοροζίδου ως κόρη  του.

Ο Κώστας Βουτσάς στον ρόλο του Μεγαρίτη και η Παρθένα Χοροζίδου ως κόρη του.

Τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος την Παρασκευή και το Σάββατο στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστή τον Σταμάτη Κραουνάκη. Ο Δικαιόπολης βρίσκεται σε απόγνωση. Ο πόλεμος τον έχει καταστρέψει, η Πνύκα είναι άδεια, οι ρομαντικοί συμπολίτες του περιμένουν την «έξωθεν βοήθεια». Γι’ αυτό στέλνει κήρυκα στην Σπάρτη και κλείνει ειρήνη μοναχός του. Και τότε αρχίζει ο πόλεμος με τους συμπατριώτες του καρβουνιάρηδες Αχαρνής που τον θεωρούν βδελυρό προδότη.

Ειρήνη κατά το δοκούν

Οι σκληροί, παλιοί μαραθωνομάχοι Αχαρνής έχουν κάθε λόγο να επικροτούν τον πόλεμο, αφού οι Σπαρτιάτες στρατοπέδευσαν στη γη τους, ρήμαξαν τα αμπέλια τους. Αδιάλλακτοι, έρχονται ν’ αντιμετωπίσουν τον θρασύτατο Δικαιόπολη. Εκείνος θα τους τουμπάρει. Ανοίγει και κλείνει, μάλιστα, την στρόφιγγα της ειρήνης κατά το δοκούν. Διώχνει το γεωργό, αλλά αγοράζει τις γουρουνοπούλες-κορούλες του Κώστα Βουτσά, που υποδύεται φανερά… τον Βουτσά. «Είναι λαϊκή στόφα ηθοποιού, μιας λαμπρής υποκριτικής σχολής, δυστυχώς απαξιωμένης από επίσημους φορείς» λέει ο Σ. Χατζάκης. «Η μέθοδος, η πολυμάθεια, η εφευρετικότητα, τα αυτοσχεδιαστικά του ανακλαστικά πάνω στη σκηνή, δεν διδάσκονται. Ηρθε “ως μαθητής”, μου είπε. Αλλά τι μαθητής να είναι ο δάσκαλος;».

Ο Γρηγόρης Βαλτινός ζωντανεύει μια ευφάνταστη καρικατούρα του πολεμοκάπηλου στρατηγού Λάμαχου. Ο ψευτοήρωας κερδίζει επάξια τον τίτλο του φαιδρού, αποδιοπομπαίου τράγου. Με τα μεγάλα λόγια και τις μικρές πράξεις φεύγει -παραπατώντας- για τη μάχη και επιστρέφει σε αναπηρικό καροτσάκι συνοδευόμενος από νοσοκόμα που κρατά ψηλά τον ορό.

Σπαρταριστή είναι η συνάντηση του Δικαιόπολη με το μεγάλο «θεατρικό» χαρτί του Αριστοφάνη, τον Ευριπίδη. Σ’ αυτόν προσφεύγει ο ήρωας προκειμένου να δανειστεί ένα κουρέλι από κάποιο δραματικό ρόλο του ποιητή, μήπως και συγκινήσει τους Αχαρνής. Το επεισόδιο είναι στημένο πάνω στο παλιό ρεσιτάλ της Μαρινέλας «Γυναικών Πάθη»… Ο Ευριπίδης (Γιάννης Σιαμσιάρης) με ψηλοτάκουνες γόβες, τουαλέτα, περούκα, στήσιμο και τραγούδια Μαρινέλλας θα λυπηθεί τον ήρωα πετώντας του ένα ρούχο του Τήλεφου.

Ο Γιώργος Πάτσας κατασκεύασε το μπρεχτικό κάρο της «Μάνας Κουράγιο» για να στεγάσει το πλουμιστό μπακάλικο του Δικαιόπολη. Αλλωστε και οι δυο ήρωες, μέσα στον πόλεμο, αγοράζουν και πουλούν. Στο τέλος το μαγαζί γεμίζει λαμπιόνια και μπαλόνια, που αφήνονται στον ουρανό. Οι «τίτλοι τέλους» της παράστασης δείχνουν ότι το έργο συνεχίζεται αφήνοντας μια Ελλάδα ζαλισμένη, μετέωρη, αδιέξοδη.

Τα κοστούμια της Ερσης Δρίνη ποικίλλουν. Ο χορός στο πρώτο μέρος φορά σφιχτές στολές με έθνικ στοιχεία και μπότες ως συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα, ενώ στο δεύτερο εύθυμα, χίπικα ρούχα και στροβιλίζεται διονυσιακά ακολουθώντας τον γλεντζέ Δικαιόπολη στις παγανιστικές φούρλες του. Τα ρούχα των ρόλων, από φουστανέλα μέχρι νυχτερινές τουαλέτες.

  • Ιστορικές παρεμβάσεις

Ο Σ. Κραουνάκης έχει μελοποιήσει την ιστορική τοιχογραφία της νεότερης Ελλάδας, ενώ η παράβαση καταγγέλλει και εικαστικά (πλακάτ με φωτογραφίες αγωνιστών του ’21, ποιητών μέχρι του Γρηγόρη Λαμπράκη) τη χαμένη πνευματικότητα των Ελλήνων.

«Η Ιστορία και η ποίηση αντί να κυλά ως ουσία στις φλέβες μας παγώνει στις σχολικές αίθουσες, θαμμένη κάτω από τον σύγχρονο “πολιτισμό”, ως άχρηστη και απωθητική» σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Πώς να μην έρθει το έργο στο σήμερα με την αμφισβήτηση των πολιτικών, τη σήψη, τον πόλεμο των κερδοσκόπων; Ο θυμός μάς οδήγησε στην αξιοποίηση του ιδεολογικού πυρήνα του έργου. Ο Κραουνάκης έμπειρος της μουσικής σκηνής, με άποψη που καταθέτει δημόσια και τολμηρά, διαβάζει το έργο σαν παρτιτούρα». *

Από τη Νέα Υόρκη: η «Αλκηστη» του Ευριπίδη αντήχησε στο Μανχάταν

Ο Στέφανος Διακρούσης (Stephen Diacrussi), ιδρυτής του «Θεατρικού Οργανισμού Θυμέλη Αμερικής» (American Thymele Theatre» φωτογραφίζεται στην «πρώτη» της παράστασης «Αλκηστις», του Ευριπίδη, με τη σκηνοθέτιδα Lorca Peress και την ηθοποιό, στον ρόλο της Τροφού, Jessica Levesque.

«Χτυπήσαμε» φλέβα χρυσού, αναγγέλλοντας τις πέντε παραστάσεις που έδωσε από 6 έως 10 Ιουλίου, σε τρία θέατρα του Μανχάταν ο «Θεατρικός Οργανισμός Θυμέλη Αμερικής» με ιδρυτή και παραγωγό τον Στέφανο Διακρούση, γνωστό Ελληνοαμερικανό ηθοποιό και σκηνοθέτιδα τη Lorca Peress και ηθοποιούς του σωματείου American Equity. Οι παραστάσεις γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στα τρία κεντρικά θέατρα, με κρατήσεις θέσεων, από εβδομάδες, ειδικά για το Marilyn Monroe Theatre – Σχολή Θεάτρου και Κινηματογράφου Strasberg, στην 115 East 15η Οδό και Union Square East, όπου δόθηκαν οι δύο τελευταίες. Λέμε «κρατήσεις θέσεων», και όχι εισιτηρίων, γιατί η είσοδος είναι ελεύθερη, όπως στην αρχαιότητα! Η πρεμιέρα δόθηκε σε συνθήκες τροπικού καύσωνα στο East River Park Amphitheatre, δίπλα στο ποτάμι, με ευεργετική δροσιά και τον αστραφτερό λόγο της «Αλκηστης» του Ευριπίδη, σε αγγλική μετάφραση από το αρχαίο κείμενο του διαπρεπούς ελληνιστή καθηγητή Richmond Lattimore. Ηρθαν οι πρώτες φωτογραφίες από τις παραστάσεις με τον ιδρυτή του «American Thymele Theatre» Stephen Diacryussi και σκηνές από την «Αλκηστη» που δίδεται με προσωπεία και κοστούμια από τη Μαρία Νιόρα και γνήσια μουσική από τον Κώστα Κουρή. Στο πρόγραμμα υπήρχε σύντομη περίληψη του αρχαίου κειμένου της «Αλκηστης» και ο λόγος του Ευριπίδη στην αγγλική γλώσσα κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού από Ελληνοαμερικανούς κυρίως, που η ελληνική γλώσσα ομιλείται μόνο στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Εγράφησαν πολλές κριτικές, επαινώντας την ποιοτική αυτή πρωτοβουλία του Stephen Diakryssi και τη σκηνοθεσία της Lorca Perres, υπήρξε δε και σχετική ανταπόκριση στο ιταλικό Oggi.

Οι παραστάσεις δόθηκαν στο πλαίσιο του θερινού Ευριπίδειου Φεστιβάλ Νέα Υόρκης, με κυριότερη χορηγό την ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Το πείραμα της μεταφοράς του ευριπίδειου λόγου σε τρία θέατρα στο Μανχάταν πέτυχε και, όπως μας είπε, τηλεφωνικά, ο ιδρυτής του ΑTT Στίβεν Ντάικρουσι θα τους ενδιέφερε να δώσουν παραστάσεις στην Ελλάδα, σε σχολεία και κολέγια, σε αγγλική γλώσσα και με απαγγελία αποσπασμάτων του αρχαίου κειμένου στα ελληνικά στην εισαγωγή, όπως ήδη έχει γίνει και στη Νέα Υόρκη. Ωραίες ιδέες έρχονται για τη δύναμη και απήχηση του αρχαίου λόγου από την άλλη πλευρά του Ειρηνικού!

  • Tης Eλενης Mπιστικα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 17 Iουλίου 2010

Περί Καραγκιόζη σκιάς

  • Τούρκος και με τη βούλα της UNESCO είναι εδώ και εννέα μήνες ο Καραγκιόζης και ας το μάθαμε την Τετάρτη. Με το θέμα ασχολήθηκε και το κεντρικό δελτίο της ΝΕΤ, στο οποίο μίλησε, με πάθος και με γνώση, ο καραγκιοζοπαίχτης Κώστας Μακρής, ενώ η πανεπιστημιακός Κατερίνα Μυστακίδου εξήγησε ότι «το λαϊκό θέατρο αντιπροσωπεύει τη χώρα στην οποία παίζεται» και ότι ο Καραγκιόζης «έχει όλα τα στοιχεία της ελληνικής προφορικής παράδοσης».

Γραφειοκρατική σκόνη αποπνέει η ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού («…ένα ζωντανό κεφάλαιο της νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς που εμπλέκει αδιάρρηκτα το άυλο με το υλικό, προασπίζοντας παραδοσιακές αξίες»), ενώ ευτράπελο τόνο είχαν τα σχόλια ενός βουλευτή του ΛΑΟΣ, που μοιάζει να εναποθέτει τις ελπίδες του στον Μπαρμπαγιώργο.

Ναι, το θέατρο σκιών το πήραμε από τους Τούρκους, όμως και αυτοί το είχαν πάρει από τα βάθη της Ασίας. Είναι φυσικό να μιλάμε για τον «ελληνικό Καραγκιόζη», όπως μιλάμε για το «ελληνικό ποδόσφαιρο», παρ’ όλο που αυτό το άθλημα δεν είναι ιθαγενές.

Η περιβόητη τουρκική διπλωματία αποδείχτηκε πιο αποτελεσματική από την ελληνική και στον πολιτιστικό τομέα. Οι γείτονές μας μας πρόλαβαν κι έτσι δεν καταφέραμε να ελληνοποιήσουμε και επισήμως τον Καραγκιόζη. Αδήλωτο τον αφήσαμε τον δόλιο! Ωστόσο, η απόφαση της UNESCO δεν πρόκειται να επηρεάσει τη σημερινή σχέση μας με την τέχνη του Καραγκιόζη, μια σχέση που δεν έχει πια τον άμεσο, τον βιωματικό χαρακτήρα που είχε κάποτε. Για δεκαετίες ο Καραγκιόζης ήταν μια μορφή λαϊκής τέχνης με πολύ πλατιά απήχηση, όμως η θέση του ζωντανού ήρωα είναι στη μάντρα, στο θεατράκι: όχι στο μουσείο, στο πανεπιστημιακό αμφιθέατρο, στο κομψό καφέ, στα φεστιβάλ των «ψαγμένων» ή στις σχολικές παραστάσεις. Η τηλεόραση, όπως παλαιότερα η δισκογραφία, συνέβαλε ώστε να γνωρίσουν τον Καραγκιόζη οι γενιές που δεν είχαν προλάβει να τον χαρούν στις υπαίθριες παραστάσεις, να τον γνωρίσουν, χωρίς όμως να ζήσουν τη μαγεία του.

Ο Ελληνας Καραγκιόζης είναι το αιώνιο μπασταρδάκι. Ναι μεν κάποτε η Ελλάδα τον υιοθέτησε, όμως δεν στάθηκε στοργική μάνα, αφού πολλοί από τους σημαντικότερους καραγκιοζοπαίχτες του 20ού αιώνα (π.χ., ο Μίμαρος ή ο Ορέστης) πέθαναν μες στη φτώχεια και την αφάνεια.

Αχ, βρε Καραγκιόζη, δεν προλάβαμε να σε νομιμοποιήσουμε σαν να ’σουν ημιυπαίθριος, να κατοχυρώσουμε την ονομασία προέλευσής σου σαν να ’σουν φέτα ή τουλουμοτύρι και τώρα διεκδικούμε λίγα κουρέλια από τα χιλιομπαλωμένα ιμάτιά σου. Εσύ έχεις φύγει, όμως πληθαίνουν οι Χατζηαβάτηδες που υποκλίνονται μπροστά στους σύγχρονους πολυεθνικούς πασάδες – και ίσως κι εμείς οι γραφιάδες θα πρέπει, μαζί με τους πολιτικούς, να πηγαίνουμε τοίχο τοίχο και γωνιά γωνιά μην τυχόν μας πετάξεις κανένα ποτιστήρι στο κεφάλι.

  • Tης Mαριαννας Tζιαντζη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 17 Iουλίου 2010

Με Όσκαρ Ουάιλντ στο θέατρο Πέτρας

  • Το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ “Η σημασία τού να είναι κανείς σοβαρός», της ομάδας Θεατρίνων Θεατές, που τόσο εκτιμήθηκε τον θεατρικό χειμώνα που μας πέρασε, ανεβαίνει την προσεχή Πέμπτη στις 9 το βράδυ στο Διεθνές Φεστιβάλ Πέτρας. Πρόκειται για μια υπέροχη ρομαντική κωμωδία, τοιχογραφία εποχής, με πολύ γοητευτικό θέμα.

Ένα ερωτικό παιχνίδι διεκδίκησης, με αφορμή την αναζήτηση του ανθρώπου για την ουσιαστική του ταυτότητα, και την προσπάθεια να ‘διπλώσουμε’ για να μην πορευόμαστε μόνοι. Έπειτα από το Φεστιβάλ Πέτρας, θα ακολουθήσουν παραστάσεις στο Πυθαγόρειο της Σάμου, στο Ξυλόκαστρο, στον Δήμο της Αθήνας (Αττικό Άλσος), στον Δήμο Κρυονερίου και αλλού. Στο έργο που έχει σκηνοθετηθεί από τον Γιώργο Λιβανό, πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Καίτη Ιμπροχώρη, Στέφανος Κακαβούλης, Ιορδάνης Καλέσης, Ισμήνη Καλέση, Χρήστος Λιακόπουλος, Γιώργος Μάζης, Μιλένα Παρθενίου και Τέτη Σχοινάκη.

Ο Σέξπιρ τόκιζε το κείμενό του για τους ποιητές που θα ‘ρθουν

  • Ο Θοδωρής Γκόνης είναι η «ψυχή» του εγχειρήματος. Ονόμασε άλλωστε φέτος το Φεστιβάλ Φιλίππων Καβάλας (1 Ιουλίου έως 27 Αυγούστου) «Γιώργος Χειμωνάς. Ο Αμλετ της Καβάλας». Για την παράσταση «Ο Αμλετ του Γιώργου Χειμωνά. Τίποτα από μένα δε φαίνεται» ανέλαβε και ρόλο «προξενήτρας». Λέει χαριτωμένα: «Ηρθαν πολλοί γαμπροί στην πόρτα μου…».

Τα συνοικέσια ήταν πολλά: η συνεργασία του κατ’ αρχάς με τον Γιάννη Λεοντάρη και την ομάδα του «Κανιγκούντα», που υποδέχτηκε για τη συγκεκριμένη παράσταση μία επιπλέον ηθοποιό, τη Λυδία Φωτοπούλου. «Αν και δικαιωματικά θα μπορούσε να υποδύεται μόνη τον Αμλετ», λέει ο Θοδωρής Γκόνης, «παίζει σαν πρωτοετής φοιτήτρια». Ολοι μαζί εμπιστεύτηκαν για τα αφαιρετικά σκηνικά και τα σύγχρονα κοστούμια τούς φοιτητές του Εργαστηρίου Σκηνογραφίας του Τμήματος Θεάτρου Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ – υπό την εποπτεία του Απόστολου Βέττα.

Οι παραπάνω συνεργασίες επιβαιώνουν την εξαρχής ιδέα μιας παράστασης που αντιστέκεται στο «εγώ» για χάρη του συλλογικού πνεύματος. Το επιβεβαιώνει και η ίδια η απόφαση «Αμλετ να είναι όλη η ομάδα». «Αναζητούσα έναν ολόκληρο θίασο και όχι έναν μόνο σταρ. Δεν με ενδιέφερε ο Αμλετ ως Αμλετ, αλλά ως γεωμετρικός τόπος», λέει ο Θοδωρής Γκόνης. Και με το ίδιο σκεπτικό αιτιολογεί την επιλογή της μετάφρασης του Χειμωνά, «ο οποίος είχε έναν τρόπο να βασανίζεται με τις λέξεις. Ετσι άρθρωσε σε λόγο την κραυγή του Αμλετ».

Και αυτός, αντίστοιχα, προσπαθεί να μεταφέρει την κραυγή που ο ίδιος ο Χειμωνάς ύψωσε μέσω της σεξπιρικής απόδοσης. «Με γοητεύει ο Χειμωνάς ως Αμλετ. Εψαχνε τη μετρική του κειμένου στη διαδρομή που έκανε από το “Αιγινήτειο” στο σπίτι του. Τον φαντάζομαι να περπατά ως Αμλετ στην Αθήνα», λέει.

«Τέτοια έργα κουβαλάνε σπουδαίους μεταφραστές ανά τους αιώνες. Ο Σέξπιρ τόκιζε το κείμενό του για τους μεγάλους ποιητές που θα έρθουν».

Στην παράσταση, που είναι μια «γενναία διασκευή», ενσωματώθηκαν αποσπάσματα από το «Μυθιστόρημα» του Χειμωνά. Η δική του φράση «Τίποτα από μένα δεν φαίνεται» έδωσε τον υπότιτλο της παράστασης. Οσο για τους δημιουργικούς ρόλους, αυτοί μοιράστηκαν από την αρχή: ο Γκόνης ανέλαβε τη σύνδεση του κειμένου με την παράσταση, φωτίζοντας τον λόγο του Χειμωνά, και ο Λεοντάρης, τον συντονισμό της ομάδας.

«Ο θεατής που περιμένει να δει την πλοκή του “Αμλετ”, θα απογοητευτεί», λέει ο Γιάννης Λεοντάρης. Αντί της γραμμικής εξέλιξης του κειμένου, «θα δει τη σκέψη αυτού του ήρωα». Αλλωστε τα περιφερειακά στοιχεία της δράσης έχουν κοπεί. Ολο το κείμενο επικεντρώνεται στη δράση του Αμλετ. Δεν έχει κρατηθεί λόγος που να φωτίζει τους άλλους ήρωες.

Αντιθέτως ο Αμλετ (Πέτρος Μάλαμας) είναι αυτός που φωτίζεται από ακόμη τέσσερις ηθοποιούς γυναίκες, που τις καλεί να τον ερμηνεύσουν. Από τη στιγμή που ο Αμλετ μοιράζει στους ηθοποιούς τον ρόλο, ό,τι συμβαίνει το παρακολουθούμε παράλληλα ως πραγματικό θέατρο αλλά και ως θέατρο σκιών πίσω από τους ηθοποιούς. «Προσπαθεί να μοιραστεί την οδύνη του. Θέλει να δει πώς θα κατάφερναν να σηκώσουν το δικό του βάρος», λέει ο Γιάννης Λεοντάρης.

Υποδέχτηκε με χαρά την πρόταση της συνεργασίας, αφού η φιλοσοφία της ομάδας του στηρίζεται στην επιθυμία «να κάνουμε πράγματα που μας ξεβολεύουν». Αλλωστε η καλλιτεχνική σύμπνοια είναι ζητούμενο. «Μας δίνει αισιοδοξία σε μια εποχή με τεράστια εγώ. Αν η οικονομική κρίση φέρει ένα μοναδικό καλό, αυτό θα είναι η ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν».

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Στο διάστημα με τη γαλανόλευκη

  • Με βραβείο και μεγάλες ευρωπαϊκές προοπτικές επέστρεψαν οι «AbOvo» από το Μπέρμιγχαμ και το παρθενικό πανευρωπαϊκό ΒΕ Theatre Festival, για θεατρικές ομάδες που ασχολούνται με σύγχρονες εκδοχές σωματικού θεάτρου.

Οι  AbOvo στον «Πλανήτη»

Οι AbOvo στον «Πλανήτη»

Εκτός από το Judges Grand Prize-exposure Award, που κέρδισαν για την κωμωδία τους «Ο Πλανήτης», οι AbOvo εξασφάλισαν ήδη τη συμμετοχή τους στο Act Festival 2011 του Μπίλμπαο του χρόνου τον Ιούνιο, καθώς και πρόταση για περιοδεία στη Βρετανία.

Η βράβευση της νεανικής ελληνικής θεατρικής ομάδας, που απαρτίζεται από τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιάννη Σαρακατσάνη και τους ηθοποιούς Γιάννη Γιαννούλη, Λευτέρη Ελευθερίου, Βάσω Καβαλιεράτου, Μαρία Μπαλούτσου, Φάνη Παυλόπουλο, Σωσώ Χατζημανώλη και Βάσω Χελά, αποκτά πρόσθετη αξία καθώς συνυποψήφιοι για το βραβείο Judges Grand Prize «για την πιο ολοκληρωμένη παράσταση» ήταν ομάδες από την Αγγλία, την Αυστρία, την Ισπανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Δανία.

Η ιδιότυπη, σύγχρονη ματιά απέναντι στα παραδεδεγμένα, τα ιερά και τα όσια, η τολμηρή πολιτική και κοινωνική σάτιρα, σε συνδυασμό με τη χρήση στοιχείων του σωματικού θεάτρου, ήταν από την πρώτη στιγμή το στίγμα των AbOvo. Η 30λεπτη κωμωδία «Ο Πλανήτης», μέρος του ρεπερτορίου της ομάδας που ιδρύθηκε και δρα από το 2005, αφηγείται τι συμβαίνει όταν το πρώτο ελληνικό επανδρωμένο διαστημόπλοιο ανακαλύπτει έναν βιώσιμο πλανήτη, ικανό να φιλοξενήσει τον αθάνατο ελληνικό πολιτισμό. Η γαλανόλευκη θα κυματίσει επιτέλους σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Αλλά μήπως επιφυλάσσει εκπλήξεις… ο Πλανήτης;

Φέτος, έτσι κι αλλιώς, οι ανήσυχοι AbOvo είχαν την τιμητική τους. Πριν από το ευρωπαϊκό βραβείο με τον «Πλανήτη», είχαν προλάβει να ασχοληθούν με το τελευταίο έργο τους «Μαμά Ελλάδα2» πολλά ξένα μέσα και έντυπα, όπως τα «BBC World», «Le Monde», «Der Spiegel», «Washington Times», «Suddeutsche Zeitung» κ.ά.

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Μπαλαφάρας εγκώμιο

ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

  • Εβλεπα τις προάλλες στο κανάλι της Βουλής, στο Θέατρο της Δευτέρας (που το εγκαινίασα πριν από χρόνια προλογίζοντας 100 παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ) τη φάρσα του Μολιέρου «Γιατρός με το στανιό». Τη φάρσα αυτή προσαρμοσμένη στα καθ΄ ημάς έχω μεταφράσει και πριν από δύο χρόνια παίχτηκε ανά την Ελλάδα με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Τσιβιλίκα. Αν μένω σ΄ αυτή την αναφορά είναι γιατί η σκηνοθεσία και η ερμηνεία τού Τσιβιλίκα αντιμετωπίστηκαν από τη σοβαροφανή δημοσιογραφία ως τάχαμου φτηνή μπαλαφάρα με περίσσεια αυτοσχεδιασμών και κωμικών προσθηκών και παρενθέσεων.

Αν μπορούσα να καταδικάσω αυτήν την έρπουσα λογιότητα να δει την παράσταση που είδα στο κανάλι της Βουλής, πολύ θα το γλεντούσα. Εν πρώτοις, η παραγωγή και η παρουσίαση του μολιερικού έργου είχε γίνει το 1992 στην Κομεντί Φρανσέζ. Ναι, ναι, στον Οίκο Μολιέρου με επιστράτευση όλου του τερατώδους σε τεχνική και πείρα υποκριτικού του οπλοστασίου. Πώς παίχτηκε η φάρσα του μεγάλου κωμωδιογράφου στη «συντηρητική» σκηνή του Παρισιού: ως μια τρελή μπαλαφάρα. Πέρα από τους θεότρελους ρυθμούς που δεν σ΄ αφήνουν ν΄ ανασάνεις, ο πρωταγωνιστής G. Gerardon, ως υποκριτικό στυλ κάτι ανάμεσα στον μακαρίτη Εξαρχάκο, τον Γιώργο Κάπη και το υποκριτικό στίγμα του Τσιβιλίκα, τράβηξε την παράσταση σε διάρκεια διπλάσιου χρόνου, αυτοσχεδιάζοντας έξω από το κείμενο και έξω από το ήθος του ρόλου. Με μια ταχυλογία που άφησε άναυδους τους συνομιλητές του, αεικίνητος, πηδούσε πάνω σε τραπέζια, χειρονομούσε πριονίζοντας τον αέρα, έσπρωχνε τους ανθρώπους με την κοιλιά του, έβαζε το δάχτυλό του στις μύτες τους, στον πισινό τους και στις γυναίκες στα πλούσια εκτεθειμένα ελέη των μαστών τους. Την άρρωστη και τάχα μουγγή κόρη που εκλήθη ως «ειδικός» να την εξετάσει, τη δίπλωσε στα δύο, της άνοιξε τα πόδια, τη σήκωσε από τη μέση σαν σακί, την έκανε σαμπρέλα και στο τέλος κάθησε επάνω στην κοιλιά της και «κάλπασε». Την τροφαντή γυναίκα του επιστάτη για της οποίας το στήθος ο μολιερικός ήρωας αισθάνεται ακατακίνητη έλξη, ο πρωταγωνιστής την έβαλε κάτω και την άρμεγε σαν γελάδα. Αλλά εκεί που ο κώδικας της λαϊκής φάρσας απογειώθηκε ήταν όταν ο ψευτογιατρός απαριθμώντας τάχα στα λατινικά σωτήριες συνταγές έκανε ένα τέταρτο της ώρας συναξάρισμα. Συναξάρισμα δε είναι πανάρχαιο κωμικό στοιχείο της λαϊκής φάρσας. Ο ηθοποιός με ταχύτητα λόγου δομεί με αναγνωρίσιμα στοιχεία της γλώσσας του ανοήτους άσημους ήχους που μοιάζουν με τους ήχους της καθημερινότητας, αλλά είναι μια γλώσσα ξένη, άγνωστη και, βέβαια, πλαστή. Ο συνομιλητής νομίζει πως δεν πιάνει τον ρυθμό, άρα δεν αντιλαμβάνεται το νόημα, όπως όταν ο άλλος μας μιλάει ψιθυριστά και προσπαθούμε να καταλάβουμε από τον σχηματισμό των χειλέων. Το ελληνικό θέατρο έχει να επιδείξει ιδιοφυείς χειριστές του συναξαρίσματος (ο όρος είναι δάνειο από τον τρόπο που οι λαϊκοί ψαλτάδες διαβάζουν επί τροχάδην τα συναξάρια). Αναφέρω τον Μαυρέα, τον Χατζηχρήστο, τον Αυλωνίτη, τον Μουστάκα, τον αξεπέραστο Εξαρχάκο και από τους σημερινούς τον Βουτσά, τον Τσάκωνα, τον Χάρρυ Κλυνν και βέβαια τον Τσιβιλίκα και τον μέγα Καρακατσάνη.

Oταν πριν από λίγα χρόνια είχε επισκεφθεί την Αθήνα και είχε παρουσιάσει στο Ηρώδειο αποσπάσματα από το έργο του ο νομπελίστας Ντάριο Φο, είχε κάνει μια αξέχαστη επίδειξη μιας συναξαριστικής παρλάτας, ξεκαρδιστικής.

Γι΄ αυτό η έκπληξή μου έγινε θαυμασμός όταν στους τίτλους του τέλους της παράστασης του «Γιατρού με το στανιό» διάβασα πως την παράσταση της Κομεντί Φρανσέζ είχε σκηνοθετήσει ο Ντάριο Φο!

Δηλαδή οι σοφοί εταίροι του Μολιερικού Οίκου κάλεσαν τον πλέον ειδικό, τον κληρονόμο της αυτοσχέδιας επαγγελματικής κομέντια ντελ άρτε, από την οποία άντλησαν και υποθέσεις και χαρακτήρες και σκηνικό ύφος και ο Σαίξπηρ και ο Λόπε ντε Βέγκα και ο Μολιέρος και ο Γκολντόνι και βέβαια ο Ντε Φιλίπο και ο Σκαρπέτα (ο Εντουάρντο ντε Φιλίπο ήταν νόθος γιος του Σκαρπέτα, στον θίασο του οποίου πρωτοεμφανίστηκαν ο Εντουάρντο, η Πιπίνα κ.λπ. Ντε Φιλίπο!).

Οι αδελφοί Ταβιάνι στο έξοχο κινηματογραφικό τους «Χάος» (ο τόπος όπου γεννήθηκε στη Σικελία ο Πιραντέλο) απέδειξαν πως και ο Πιραντέλο αντλεί τις ιλαροτραγικές «γυμνές του μάσκες» από τη λαϊκή φάρσα και την κομέντια ντελ άρτε.

Η ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα που στηρίχτηκε κυρίως σε διασκευασμένες στα καθ΄ ημάς ιταλικές κωμωδίες γαλούχησε τους μεγάλους κωμικούς από τον Παντόπουλο και τον Πλέσσα έως τον Νέζερ και τον Μαμία και από τον Τηλ. Λεπενιώτη έως τον Καλογιάννη και τον Αργυρόπουλο. Εκεί όπου θριάμβευσε η αυτοσχέδια συγκρότηση ήταν σαφώς στα μπουλούκια και τις νούτικες κωμωδίες (έχω ασχοληθεί με αυτές παλαιότερα σ΄ αυτή τη θέση).

Οποιος από τους παλαιότερους έχει δει να παριστάνει ο Μανέλλης, ο Γιαννακός (γνωστότερος ως Κοκωβιός), ο Λουκάς Μυλωνάς (πρόσφατα του αφιέρωσα ένα δοκίμιο για την τέχνη του στο αφιέρωμα του περιοδικού «Λέξη»), ο Χρέλιας, ο Κατσουλίνος, ο Αντώνης Παπαδόπουλος αντιλαμβάνονται τι ισχυρίζομαι. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν κληρονόμοι και φορείς μιας μακραίωνης παράδοσης, σκυταλοδρόμοι μιας συντεχνίας με σοφία, πυκνότητα και σαφήνεια σημάτων.

Δεν είναι τυχαίο με το θέμα που συζητώ σήμερα πως ο Σωτήρης Μουστάκας και ο Στάθης Ψάλτης ξεκίνησαν, νέοι, την καριέρα τους από δύο σημαδιακούς υπηρέτες κλασικών συγγραφέων. Ο Μουστάκας στον «Ασυλλόγιστο» του Μολιέρου έκλεψε την παράσταση με το έξοχο εύρημά του «οπαλάκια». Ο Ψάλτης στη σαιξπηρική κωμωδία «Ημέρωμα της Στρίγγλας» ως Τράνιο.

Ο μακαρίτης δάσκαλός μου Δημ. Ροντήρης (έχω παλαιότερα αναπτύξει και θεωρητικά το γιατί) όταν τον ρώτησα γιατί δεν καταπιάστηκε με το αριστοφανικό έργο, μου δήλωσε πως δεν είχε βρει λύση αισθητική για να αποδώσει σκηνικά την παράβαση και κυρίως γιατί, αν ανέβαζε, ήθελε να ξεκινήσει με τους «Ιππής», μόνο με τον Αυλωνίτη, τον Σταυρίδη και τον Χατζηχρήστο θα επιθυμούσε να το αποπειραθεί.

Αυτές οι «θέσεις» ως απάντηση όσων εξεγείρεται η λογιότητά τους όταν ο Καρακατσάνης στις «Νεφέλες» αυτοσχεδίαζε δέκα λεπτά με μια μύγα που της είχε δέσει το πόδι με κλωστή ή με τον Βουτσά στις «Θεσμοφοριάζουσες» που ένα τέταρτο αυτοσχεδίαζε ακροβατώντας πάνω στα ψηλά τακούνια ή τον Τσιβιλίκα που στον «Ασυλλόγιστο» και τον «Γιατρό με το στανιό» συναξάριζε αφήνοντας εμβρόντητους τους επί σκηνής «συνομιλητές» του.

Αλλά αυτοί οι «υπερασπιστές» (τίνος άραγε;) της θεατρικής «αξιοπρέπειας» γράφουν δοκίμια θαυμασμού για τον Τσάπλιν, όταν με τον Μπάστερ Κίτον στα «Φώτα της πόλης» αυτοσχεδίαζε με τον ψύλλο, ονόματι Φίλις ή τους τερατώδεις αδελφούς Μαρξ, τον συναξαριστή ιταλό Τοτό και τον μπούφο ισπανό Καντίφλας για να μην αναφέρω τους μίμους Τατί, Ντε Φινές, Φερναντέλ, Τονιάτσι, Μπένι Χιλ. Αλήθεια, ενθυμήστε άραγε τις μπαλαφαριές στο σινεμά του μεγάλου Τζέρι Λιούις αλλά και του εξαίσιου Βιτόριο Γκάσμαν;

ΥΓ: Ο Μπαλαφάρας ήταν υπαρκτό πρόσωπο έλληνα μπουλουκτζή.

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.