Μια γυναίκα της πιάτσας, «ψημένη», δημόσια. Ενας άνδρας μοναχικός, επαγγελματίας ηθοποιός, που αναζητά επί ματαίω μια ταυτότητα, τη λύτρωση. Η πρώτη είναι φημισμένη Πατρινιά πόρνη, που έζησε με το κορμί και την «ακατέργαστη» ψυχή της μυθιστορηματικές δυστυχίες.
«Η γυναίκα της Πάτρας είναι άνδρας και γυναίκα μαζί», λέει για τον χαρακτήρα που υποδύεται η Ελένη Κοκκίδου «Παντρεύτηκα, έκανα την καριέρα μου, έκλεισα την αυλαία μου», λέει. «Ούτε έκλεψα, ούτε μαστρώπεψα, ούτε ψέματα είπα. Δεν πείραξα κανένα. Τα ποινικά μου μητρώα, τα κοινωνικά μου φρονήματα, τρία Α και τρία μηδενικά», καμαρώνει.
Λέγεται Πανωραία και «ποντάρει» στον Χριστό, αν και είναι «τόσο πολύ μαφία», «τόσο πολύ δασκάλα στην ηθοποιία», που «ούτε η Κιμ Νόβακ, ούτε η Μελίνα, ούτε η Ελίζαμπεθ Τέιλορ» τη συναγωνίζονται. «Μη με βλέπεις έτσι εδώ μέσα, εγώ ήμουν Κιμ Νόβακ με τρία τηλέφωνα στα πόδια μου, με πατρόνες στην πόρτα! Ελεγα αυτός να μπει! Αυτός να φύγει!». Χείμαρρος. Εχει πολλά ακόμα να αφηγηθεί, «αλλά -όπως παραδέχεται- δεν λέγονται».
Ο δεύτερος, ο άνδρας, είναι ένας διά βίου «εξαρτημένος» γιος από την άλλοτε χαρισματική, τελικά ανοϊκή μάνα του. Λέγεται Γιοπ, είναι Ολλανδός ηθοποιός, και αναπολεί τα περασμένα μαζί της. Μια ζωή μάνα και γιος συγκρούονταν. Κι όπως αποκαλύπτεται βαθμηδόν, η μάνα ευθύνεται για την ομοφυλοφιλία του.
Δύο ήρωες αληθινοί, δύο μονόλογοι 100% βιωματικοί «Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, «το καλύτερο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου» σύμφωνα με τον Μάνο Χατζιδάκι, και το «Είσαι η μητέρα μου», ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Γιοπ Αντμιράαλ, από απόψε «συνομιλούν» σκηνικά στο «Από Μηχανής Θέατρο». Η μια παράσταση διαδέχεται την άλλη με κοινό εισιτήριο.
Τη γυναίκα της Πάτρας, υπαρκτό πρόσωπο που υποδύεται η Ελένη Κοκκίδου σε σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου, τη συνάντησε ο Γιώργος Χρονάς το χειμώνα του 1986. Γοητευμένος από τη λαϊκότητα, την αυθεντικότητα, την αθυροστομία και τη ζωντάνια της Πανωραίας, τής ζήτησε να του αφηγηθεί τη συνταρακτική ζωη της. Και διέσωσε αυτούσια την πληθωρική προφορικότητα.
Η Κιτσοπούλου διαβάζοντας το κείμενο του Χρονά εντυπωσιάστηκε από τις εκλεκτικές συγγένειες με την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη: «Είναι ο χείμαρρος ενός ανθρώπου που δεν φιλτράρει τίποτα», εξηγεί. «Κι ενώ περισσότερη δυστυχία δεν μπορεί να υπάρξει -θάνατοι, μαυρίλα, πουτανιά- η Πανωραία έχει τη χαρά της ζωής».
Δεν υπάρχει στο μονόλογο ίχνος αυτοοικτιρμού. «Αυτοθαυμάζεται, καμαρώνει. “Ημουνα όμορφη”, λέει, “με ήθελαν”. Κι αυτή γούσταρε τους άνδρες. Δεν είναι μια κλασική πουτάνα. Είναι απ’ τις πουτάνες που, όπως οι δεινόσαυροι, έχουν εκλείψει», λέει η σκηνοθέτις. Η εξωστρέφεια του μονολόγου «δίνει πολλές υποκριτικές δυνατότητες. Σε παίρνει να τα “σπάσεις”, δηλαδή», προσθέτει. Αυτό καλείται να κάνει σκηνικά η Κοκκίδου, στη μεγαλύτερη σκηνική πρόσκληση της καριέρας της. «Χωρίς αυτοέκθεση δεν βγαίνει αυτό το κείμενο», παραδέχεται η ηθοποιός. «Η γυναίκα αυτή είναι σαν ζώο. Η πιο χειραφετημένη ηρωίδα που έχω ερμηνεύσει ποτέ. Και άνδρας και γυναίκα μαζί. Και ο μονόλογος είναι εν δυνάμει όλη η ζωή».
Η χειμαρρώδης, πηγαία γλώσσα του τη βοήθησε. «Είναι ένας λαϊκός άνθρωπος. Ενα γιορτινό, μέσα στη δυστυχία, πρόσωπο. Δεν αυτολογοκρίνεται. Δεν κωλώνει πουθενά. Λέει όλα τα πράγματα με το όνομά τους». Εξ ου, με τη σκηνοθέτιδα αντιμετώπισαν το μονόλογο σαν μια «αχνιστή φέτα ζωής κι όχι σαν θέατρο. Η ζωή μπουκάρει μες στο θέατρο. Τη ζωή θα βλέπει και ο θεατής».
- Υλικό για ψυχανάλυση
«Είναι μια ακροβασία, μια σχιζοφρένεια», λένε με μια φωνή η σκηνοθέτιδα Ασπασία Κράλλη και ο ηθοποιός Χρήστος Βαλαβανίδης για το μονόλογο του Αντμιράαλ «Είσαι η μητέρα μου» (μετάφραση της Μάγια Βέσελι). Δεν το λένε τυχαία. Ο Βαλαβανίδης στο «διαλογικό μονόλογο» πρέπει να είναι ταυτόχρονα ο ηθοποιός Γιοπ Αντμιράαλ -που σημειωτέον υποδύεται τον εαυτό του- και η μητέρα του. Μάλιστα, κάποια στιγμή ντύνεται στη σκηνή με τα ρούχα της μάνας του και μεταμορφώνεται σε εκείνη. Η σχέση τους είναι άλλωστε εξαιρετικά περιπεπλεγμένη. Εμμονική.
«Η σχέση μητέρας – παιδιού ανέκαθεν ήταν η πιο ουσιαστική που υπήρχε στον κόσμο», υποστηρίζει η σκηνοθέτιδα. «Η σχέση μητέρας – γιου είναι ακόμη πιο ειδική». Και έτσι ακριβώς τη διαχειρίστηκε, σε ένα κείμενο που «εκ πρώτης όψεως φαντάζει απλοϊκό, αλλά στο βάθος εμπεριέχει τον κόσμο όλο. Ενας ψυχαναλυτής θα ανακάλυπτε τρομακτικό υλικό».
Παρότι το θέμα του -τα γηρατειά, η απώλεια της μνήμης, η μοναξιά- είναι ζοφερό, η ατμόσφαιρα αλαφραίνει χάρη στο χιούμορ που διαπερνά το κείμενο. «Το γέλιο παίρνεις φεύγοντας για το σπίτι σου – σε αυτό βοηθάει όμως και το κλάμα», αποκαλύπτει ο Βαλαβανίδης, που προκειμένου να ακροβατήσει μεταξύ μάνας και γιου αλίευσε παραστάσεις οικείες.
Τον βοήθησε πολύ η σκηνοθεσία της Κράλλη, που αποκαλύπτει την αγάπη της στη λιτότητα και το μινιμαλισμό.«Δεν υπάρχει στην παράσταση τίποτα εξωθεατρικό», διευκρινίζει «Ούτε βίντεο ούτε τερτίπια». Η θητεία της στο Θέατρο της Σιώπης στάθηκε το εφόδιο για τις «εσωτερικές ακροβασίες» του Βαλαβανίδη. *
- Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009


