Και μητέρα και Πανωραία… Δύο μονόλογοι στο «Από Μηχανής Θέατρο»

  • Δύο σπουδαίους μονολόγους- «Είσαι η μητέρα μου» και «Η γυναίκα της Πάτρας»- σε μία κοινή παράσταση με ένα εισιτήριο, παρουσιάζει από χθες η εταιρεία θεάτρου «Συν-Επί» με την Ελένη Κοκκίδου και τον Χρήστο Βαλαβανίδη, στο «Από Μηχανής Θέατρο» (Ακαδήμου 13).

Η Ελένη Κοκκίδου, στο ρόλο της Πανωραίας, όπως εμφανίζεται στο μονόλογο «Η γυναίκας της Πάτρας».

«Η γυναίκα της Πάτρας»: Στο μονόλογο του Γιώργου Χρονά, περιγράφεται η ζωή μιας παλιάς πόρνης που ζει στην Πάτρα, όπως την είδε ο ποιητής των μικρών στιγμών των ανθρώπων και των εξαιρετικών αισθημάτων. Η Λένα Κιτσοπούλου υπογράφει τη σκηνοθεσία και συνεργάζεται με την Ελένη Κοκκίδου, και ο συνδυασμός των δύο αυτών σπουδαίων γυναικών του ελληνικού θεάτρου είναι εκρηκτικός. Η πόρνη Πανωραία αφηγείται τη ζωή της με μια πρωτόγνωρη τόλμη, εστιάζει στις σκοτεινές και τραγικές πλευρές της ζωής της ξεγυμνωμένη από κάθε συστολή και λύπη, με τρόπο τόσο άμεσο που προκαλεί ανατριχίλα. Ο λόγος της ελεύθερος, κυλάει απρόσκοπτα ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά της ζωής μας, μετατρέποντας τα βάσανα, τις κακουχίες και τις λάθος επιλογές μιας νέας κάποτε κοπέλας σε ποίηση. Ο μονόλογος προέκυψε από την αληθινή ιστορία της πόρνης Πανωραίας, όπως την κατέγραψε ο ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιώργος Χρονάς, μέσα από συνεντεύξεις της στον ίδιο. Η ιστορία της δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό «Οδός Πανός», το καλοκαίρι του 1987. Ο ποιητής διατήρησε αναλλοίωτο τον τολμηρό λόγο και το αναρχικό ύφος της «αξιοσέβαστης πόρνης», καθιστώντας τον έτσι ιδανικό για τη θεατρική σκηνή. Τα σκηνικά είναι της Τατιάνας Σουχορούκωφ.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης και πάλι στη σκηνή στο μονόλογο «Είσαι η μητέρα μου».

«Είσαι η μητέρα μου»: Στο σπαρακτικό μονόλογο του Ολλανδού ηθοποιού, Γιόοπ Άντμιρααλ, ο Χρήστος Βαλαβανίδης επανέρχεται στη σκηνή μ’ ένα ρόλο – πρόκληση, καθώς καλείται να ενσαρκώσει στη σκηνή τη μητέρα και τον γιο παράλληλα, γλιστρώντας ανεπαισθήτως από το ένα πρόσωπο στο άλλο με απόλυτη φυσικότητα. Πρόκειται για μια τυπική κυριακάτικη επίσκεψη που κάνει ο ηθοποιός στην ανοϊκή μητέρα του, που βρίσκεται στο γηροκομείο του Ντελφτ. Ο διάλογός τους επιστρέφει διαρκώς προς το παρελθόν κι επανέρχεται στο παρόν, παλινδρομεί ανάμεσα στη φαντασίωση και την πραγματικότητα, προβληματίζει και συγκινεί. Για τον Γιόοπ Άντμιρααλ είναι η ώρα για αποκαλύψεις, ομολογίες, παραδοχές. Πρόκειται για ένα άκρως συγκινητικό έργο που πραγματεύεται ένα θέμα που όλοι γνωρίζουμε: τη σχέση της μητέρας με το παιδί της, που δεν αλλάζει ακόμα και όταν και οι δύο γεράσουν. Καλογραμμένο, δίνει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας μπήκε στο σπίτι σου, στο καθιστικό σου, στην κουζίνα σου και κατέγραψε τις συνομιλίες σου, τους τσακωμούς σου, τα ξεσπάσματα και τις χαρές σου. Μικρές λεπτομέρειες από τη σχέση μητέρας – παιδιού, της πιο δυνατής και απόλυτης αγάπης που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος. Η σκηνοθεσία είναι της Ασπασίας Κράλλη, τα σκηνικά της Κυριακής Τσίτσα και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.

  • Γυμνή ιστορία

Ο Γιώργος Χρονάς αναφέρει μεταξύ άλλων για τη «Γυναίκα της Πάτρας»: «Η ιστορία της δεν σημαδεύεται μόνο από τη φτώχεια ή από τη σάρκα και το σκάνδαλο, οι πρόστυχες φράσεις της πέφτουν σαν άσφαιρα πυρά – δεν πρέπει να θίγουν κανένα. Είναι τρόπος εκπνοής, ανθρώπινης λαλιάς. Η γυναίκα της Πάτρας είναι η πιο αληθινή -δηλαδή, γυμνή- ιστορία, στην ελληνική γλώσσα, από τη σταύρωση του Χριστού και τα διηγήματα τον Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΟΥΒΑΡΗΣ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, 24 Δεκεμβριου 2009

Το Στεφάνι της επιτυχίας

  • Το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή αποδεικνύεται το θεατρικό χιτ της εφετινής σεζόν. Τι κρύβεται πίσω από αυτή την απήχηση;

Τι δουλειά έχει όλος αυτός ο κόσμος μπροστά από το RΕΧ από τις 7.30 το απόγευμα; Τόσο σουξέ έχει το σχήμα Χατζηγιάννης- Οnirama ώστε οι ορδές των θαυμαστών τους κατακλύζουν την Πανεπιστημίου από τόσο νωρίς; Η απάντηση δεν είναι εκεί, αλλά μερικούς ορόφους πιο πάνω. Το ασανσέρ που σε ανεβάζει στη Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη δεν σταματά τις διαδρομές και το κοινό που επιθυμεί διακαώς να παρακολουθήσει το «Τρίτο στεφάνι» του Εθνικού χωρίζεται υπομονετικά σε ομάδες προκειμένου να βρεθεί λίγο πιο κοντά στην πλατεία. Στην οποία πλατεία, οι θέσεις αποτελούν πλέον είδος υπό εξαφάνιση. Οι υπάλληλοι στο ταμείο, ενημερώνουν τους λιγότερο προνοητικούς ότι κατά τη διάρκεια των εορτών ο μόνος τρόπος για να παρακολουθήσεις την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής διασκευάζοντας μαζί με τον Θανάση Νιάρχο το έργο του Κώστα Ταχτσή, είναι αν είσαι διατεθειμένος να καθίσεις στον Β΄ Εξώστη. Η εφετινή ευχάριστη έκπληξη της θεατρικής σεζόν κάνει ολόκληρη την Αθήνα να συρρέει προκειμένου να ψηλαφίσει μνήμες από τα παλιά, έτσι όπως καταγράφονται στο μυθιστόρημα και ζωντανεύουν στην παράσταση.

Φυσικά, έχει και ο Β΄ Εξώστης τις χάρες του, μια και μπορεί να σου στερεί την πλήρη ορατότητα της σκηνής, είναι σε θέση όμως να σου αποκαλύψει τα μυστικά των παρασκηνίων. Εκεί όπου συντελείται μία άλλη υπερπαραγωγή και αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της επιτυχίας: ενώ επί σκηνής συντελείται ένας θεατρικός μαραθώνιος με τη Νένα Μεντή και τη Φιλαρέτη Κομνηνού επικεφαλής και ακόμη 23 ηθοποιούς να μπαινοβγαίνουν με αξιοθαύμαστη ταχύτητα σε 87 συνολικά χαρακτήρες, μία ιδιότυπη σκυταλοδρομία πραγματοποιείται πίσω από την αραχνοΰφαντη αυλαία-κουρτίνα: εξ ίσου καλοκουρδισμένοι με τους πρωταγωνιστές, αφανείς ήρωες, οι δώδεκα τεχνικοί και η υπεύθυνη σκηνής (Ουρανία Κακουλίδου), οι οποίοι κινούν τα νήματα μέσα στο σκοτάδι ώστε να βγει στο φως το σύμπαν του Ταχτσή. Καθώς η σκηνή περιστρέφεται, γίνονται ενενήντα αλλαγές σκηνικών (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου) και αντικειμένων, ενώ οι ηθοποιοί αλλάζουν τριακόσια κοστούμια (Ντένη Βαχλιώτη). Και κάπως έτσι, όταν κοιτάς από ψηλά, από τον Β Δ Εξώστη για την ακρίβεια, θα δεις με ευκρίνεια όλα τα χρωματιστά σημάδια που έχουν τοποθετηθεί στο περιστρεφόμενο δάπεδο προκειμένου όλα να κυλήσουν τόσο με τη φορά όσο και με την ακρίβεια των δεικτών του ρολογιού. Αλλού τοποθετείται η γυριστή σκάλα υπηρεσίας, όπου η κυρά Εκάβη (Νένα Μεντή) βγάζει τα άπλυτα του κανακάρη της Δημήτρη (Γιάννης Στάνκογλου) στη φόρα, αλλού το κρεβάτι, το οποίο ανάλογα με την κουβέρτα συμβολίζει και μία άλλη περίοδο (η πρώτη νύχτα γάμου της Νίνας, το δεύτερο νυφικό κρεβάτι της Νίνας, ο θάνατος της Εκάβης που σηματοδοτεί και το τρίτο στεφάνι της Νίνας). Αν κάτι πάει λάθος στη σκακιέρα των παρασκηνίων, αν για παράδειγμα αντί για το μικροαστικό σαλονάκι βγει το τραμ, όλα καταρρέουν. Κι ευτυχώς, όποιο μπέρδεμα ήταν να συμβεί προκαλώντας αμηχανία ή γέλια, συνέβη στις πρόβες, ξορκίζοντας από πολύ νωρίς τον δαίμονα του… παρασκηνίου.

Αν οι ιδανικές σχέσεις ανάμεσα στους ηθοποιούς απαιτούν χημείαχαρακτηριστικό παράδειγμα η Μεντή και η Κομνηνού με τις αντίστοιχες κόρες τους Τάνια Τρύπη και Μαρία Ζορμπά-, ο μηχανισμός του συγκεκριμένου σκηνικού παραπέμπει σε μαθηματικά για δυνατούς λύτες. Δύο ώρες πριν από την κάθε παράσταση, όλα πρέπει να είναι στη θέση τους. Το κρεβάτι στρωμένο, τα κάδρα κεντραρισμένα, οι περούκες καλοχτενισμένες, τα φορέματα σιδερωμένα, τα παπούτσια ακόμη και του αποβράσματος-γιου της Εκάβης Δημήτρη καλογυαλισμένα. Πλαστικά σφαχτάρια που μοιάζουν αληθινά, φρούτα κολλημένα μέσα σε καλάθια, η μαύρη κότα για τη μαύρη μαγεία που θα κάνει στην Εκάβη η Φρόσω και θα της κλέψει τον άνδρα, άλλη τράπουλα για το πινακλάκι που τόσο αγαπά ο δεύτερος άνδρας της Νίνας (Γιάννης Νταλιάνης) και άλλη για τις πασιέντσες που ρίχνει η Εκάβη και δυστυχώς τα βρίσκει όλα. Λίγο πιο πέρα, μερικές σημειώσεις κολλημένες στην πίσω πλευρά των σκηνικών: «Ξύλο Δημήτρη στην Εκάβη»/ «Σκηνή συλλαλητηρίου», κτλ. Σαν οδηγίες σε ένα περίπλοκο επιτραπέζιο παιχνίδι, από το οποίο δεν πρέπει να χάσεις ούτε έναν γύρο.

Το κοινό δεν φαίνεται να πτοείται από τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης (τρία στεφάνια σε τρεισήμισι ώρες είναι το ανέκδοτο που κυκλοφορεί στους διαδρόμους του Εθνικού): στο διάλειμμα ακούς δεξιά κι αριστερά ενθουσιώδεις θεατές να επαινούν τις δύο βασικές πρωταγωνίστριες, με σχόλια που θυμίζουν μια βραδιά στη γειτονική πίστα του Rex: «Θεά η Μεντή!»/ «Τα σπάει η Κομνηνού!». Κάποιοι άλλοι, πιο συγκρατημένοι, αναζητούν σχολαστικά ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στην παράσταση και στο βιβλίο, χωρίς όμως και οι ίδιοι να κρύβουν την ικανοποίηση από το χορταστικό περιτύλιγμα και περιεχόμενο της δουλειάς αυτής. Οταν η παράσταση τελειώνει και τα φώτα ανάβουν, δεν είναι λίγες οι κυρίες που θα τρέξουν πρώτες-πρώτες στην τουαλέτα για να διορθώσουν το μακιγιάζ που δεν κατόρθωσε να αντισταθεί στα δάκρυά τους. Οι απόψεις διίστανται για την τελευταία σκηνή-φόρο τιμής στον συγγραφέα και στο alter ego του Ακη, εγγονό της Εκάβης. Κάποιοι θα προτιμούσαν να λείπει, κάποιοι θεωρούν ότι αποτελεί τον τελικό διάδρομο απογείωσης του όλου θεάματος. Παίρνοντας το ασανσέρ για να κατέβουν, οι θεατρόφιλοι κοντοστέκονται και σχολιάζουν όλα όσα είδαν. Είναι περασμένες δώδεκα και κάποιοι καταφθάνουν για να ακούσουν Οnirama και Χατζηγιάννη. Οταν όμως έχεις ακόμη στο μυαλό σου τη φωνή της Εκάβης, νιώθεις ότι δεν θέλεις να ακούσεις τίποτε άλλο: «Εσύ, Νίνα, τη θυμάσαι την ψυχή μου;». Εμείς πάντως, θα τη θυμόμαστε για πολύ καιρό…

Πανεπιστημίου 48,τηλ.210 3305.074.

ΤΑΚΗΣ ΒΟΥΤΕΡΗΣ: «Δεν θα άλλαζα τίποτα»

  • Με τις «Νύχτες εξόδου», που περιλαμβάνουν μονολόγους του Μανιώτη και του Καμπανέλλη, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης γιορτάζει τα πενήντα του χρόνια στο θέατρο

Πενήντα χρόνια στο θέατρο κλείνει το 2010 ο Τάκης Βουτέρης και το γιορτάζει με δύο μονολόγους στην παράσταση με τον γενικό τίτλο «Νύχτες εξόδου», η οποία περιλαμβάνει την «Εξοδο» του Γιώργου Μανιώτη και τις «Δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά», που έγραψε προ τριετίας ειδικά για εκείνον οΙάκωβος Καμπανέλλης.

Καθισμένος στο γραφείο του Θεάτρου Εξαρχείων, που γιορτάζει κι αυτό, με τη σειρά του, την πρώτη του εικοσαετία, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός κάνει μια αναδρομή στις δεκαετίες που πέρασαν και στέκεται κατ΄ αρχάς στις απώλειες, τις σημαντικές εκείνες απώλειες που τον διαμόρφωσαν, ξεκινώντας από το Θέατρο Τέχνης, παράλληλα με τη Νομική.

«Ο Γιώργος Λαζάνης ήταν ένας αγαπημένος άνθρωπος για μένα,ένας πολύ σπουδαίος ηθοποιός και ουσιαστικά ο δάσκαλός μου στη σχολή. Είχαμε συνδεθεί πολύ φιλικά, κάναμε παρέα. Μετά εγώ έφυγα. Δύσκολα αλλά ευτυχισμένα χρόνια» λέει και προσθέτει: «Οταν είσαι νέος δεν σε ενδιαφέρει τι θα συμβεί αργότερα. Ζεις το τώρα και μάλιστα πολύ ωραία. Κοιμόμασταν μέσα στο θέατρο, κρυώναμε αλλά όλα γύρω μας ήταν ζεστά… Το θέατρο, οι φίλοι, τα κορίτσια.

Και τώρα είναι ωραία τα χρόνια, μόνο που είμαι εβδομήντα χρόνων».

Μαθητής ακόμη της σχολής έπαιξε στον «Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ- πρωταγωνιστής ήταν ο Λαζάνης. «Θυμάμαι τον Κουννα τον διδάσκει και δεν νομίζω να έχω αισθανθεί στο θέατρο άλλη φορά τέτοια συγκίνηση και μέθεξη. Ηταν τόσο προικισμένος. Στους “Πέρσες” για να διδάξει τον Αγγελιαφόροξεκίνησε από το φουαγέ, ήρθε τρέχοντας στη σκηνή και έπεσε στο πάτωμα γλείφοντάς το μανιωδώς. Ηταν σαν να έβλεπες τον αγώνα που έκανε ο Αγγελιαφόρος για να φέρει το μήνυμα από τη Σαλαμίνα στην Αθήνα. Συγκλονιστική στιγμή».

Το 1968 μαζί με μια ομάδα ηθοποιών (Χαραλάμπους, Καυκαρίδης, Μπεμπεδέλη, Γαϊτανοπούλου, Βουτέρης, Καραγιάννη ) αποχώρησε από το Θέατρο Τέχνης γιατί ένιωθε να ασφυκτιά στην Αθήνα της επταετίας. «Στην Κύπρο συνάντησα έναν από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου, τον Ανδρέα Χριστοφίδη, γενικό διευθυντή τότε του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Τηλεόρασης, μετέπειτα υπουργό Παιδείας, ποιητή. Ηταν εκείνος που μας αγκάλιασε και μας έφτιαξε θέατρο. Εκεί, με τις καταβολές που κουβαλούσαμε, ανακαλύψαμε την τέχνη μας». Στην Κύπρο γνώρισε και τον πρέσβη της Κούβας, μέσα από τον οποίο μυήθηκε στο θέατρο της Λατινικής Αμερικής. Δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1976, ίδρυσε το Θέατρο του Πειραιά: «Λειτούργησε για 13 χρόνια και ήταν κυρίως αφιερωμένο στο ελληνικό έργο (σ.σ.:Διαλεγμένος, Μανιώτης, Μάτεσις, Ζιώγας, Χρυσούλης, Σκούρτης, Καμπανέλλης κ.ά.), στον απόηχο της μεταπολιτευτικής φιλοσοφίας» . Το 1990, μαζί με τηνΑννίτα Δεκαβάλλα, εγκαινίασαν το Θέατρο Εξαρχείων και στράφηκαν στο παγκόσμιο ρεπερτόριο (ανέβασαν πολύ Αρθουρ Μίλερ, με τον οποίο και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις).

«Γνώρισα την Αννίτα το 1981, όταν ήρθε να ζητήσει δουλειά στο Θέατρο του Πειραιά. Μόλις είχε τελειώσει τη Σχολή του Κατσέλη. Και από τότε είμαστε μαζί. Με τη νεότητά της μπόλιασε εμένα και όλα όσα κάναμε. Με τον καιρό έγινε μια άξια συνάδελφος ηθοποιός. Παράλληλα είναι η εισηγήτρια του δραματολογίου καθώς έρχεται σε επαφή με έργα από όλον τον κόσμο. Τα διαβάζει και prima vista τα μεταφράζει σε μένα ενώ οι μεταφράσεις που κάνει για το θέατρο ξεχωρίζουν. Αρα κρατάει ένα μεγάλο μέρος, ίσως και το μεγαλύτερο του Θεάτρου Εξαρχείων».

Ο Τάκης Βουτέρης ξεχωρίζει τους δύο μονολόγους που θα ερμηνεύσει και ως προς τη θεματολογία και ως προς τη γλώσσα τους-«έχουν τη λατρεία του λόγου, της ελληνικής λέξης, κάτι που απουσιάζει αισθητά σήμερα». Ξεκινά με την ένταση του κειμένου του Μανιώτη για να καταλήξει στη γλυκύτητα του Καμπανέλλη. Στην αρχή είναι ο στρατηγός που απευθύνεται, σε άπταιστη καθαρεύουσα, στους νεοσύλλεκτους πριν από την πρώτη τους έξοδο στην πόλη. Τους μιλάει για τη διαστρωμάτωση της πόλης και τη συμπεριφορά τους- αλλιώς συμπεριφέρεσαι στο κέντρο, αλλιώς στην παραλία ή στις ακραίες συνοικίες. «Κάποια στιγμή» λέει ο Τάκης Βουτέρης «περνά στην προσωπική του ζωή και μιλάει με τους αντίστοιχους όρους σε μια de profundis εξομολόγηση ενός γεροστρατηγού που έχει συσσωρεύσει μέσα του μίσος». Και εκεί εμφανίζεται ο καλοκάγαθος κύριος Θωμάς, ο συνταξιούχος καθηγητής που ξενυχτάει και μιλάει στη γυναίκα του- σαν να είναι εκεί δίπλα του, κι ας έχει πεθάνει.

«Οχι, δεν θα άλλαζα τίποτα μέσα σε αυτά τα πενήντα χρόνια» καταλήγει. «Μόνο που θα ήθελα περισσότερη οικονομική άνεση στη δουλειά μουαλλά αυτό είναι κάτι που το μοιράζομαι με πολλούς. Ζούμε σε ένα κράτος που δεν αγαπά το θέατρο και αυτό είναι πολύ θλιβερό». Μοιρασμένος ανάμεσα στη σκηνοθεσία και στην υποκριτική, ξεχωρίζει και ρόλους και έργα μέσα σε αυτόν τον μισό αιώνα: τον μεσιέ Ενρί από την «Ευρυδίκη» του Ανούιγ στην Κύπρο, την «Αυλή των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων αλλά και με ερασιτέχνες στις φυλακές της Αίγινας, το «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Διαλεγμένου στο Θέατρο του Πειραιά, την «Κυρία Κλάιν» με την Ελένη Χατζηαργύρη- «μια γνωριμία με έναν υπέροχο άνθρωπο και μια μεγάλη ηθοποιό», το «Σπασμένο γυαλί» του Μίλερ για την ερμηνεία της Αννίτας Δεκαβάλλα, όπως και τις «Χρωματιστές γυναίκες» του Ζιώγα… Τώρα είναι η σειρά για «Νύχτες εξόδου».

Η παράσταση «Νύχτες εξόδου» περιλαμβάνει τους μονολόγους «Η έξοδος» του Γιώργου Μανιώτη και «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Τάκη Βουτέρη. Σκηνικά Μαγιού Τρικεριώτη, μουσική Πλάτων Ανδριτσάκης, φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου. Η πρεμιέρα θα δοθεί στο Θέατρο Εξαρχείων, στις 15 Ιανουαρίου 2010, στις 21.00.

Συμφωνία για οκτώ πρόσωπα. Ο «Θείος Βάνιας», η πρώτη θεατρική παράσταση που εγκαινιάζει την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού

  • Μ’ ένα κλασικό αλλά εξορισμένο από την εποχή και τον τόπο δράσης του έργο, εγκαινιάζεται θεατρικά η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί τον «Θείο Βάνια» του Αντον Τσέχοφ στη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη. Μια σύγχρονη παράσταση, με μοντέρνους εικαστικούς και υποκριτικούς κώδικες. Ο καλός ηθοποιός Νίκος Χατζόπουλος ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο.

Ο συγγραφέας καταπιάνεται ξανά με το αγαπημένο του θέμα. Πλάσματα εύθραυστα, ανίκανα να δράσουν, παραδίδονται στη φθορά της μονότονης καθημερινότητας σ’ ένα αγροτόσπιτο της ρωσικής επαρχίας.

Ανήμποροι να μετακινηθούν ούτε πόντο από το τέλμα όπου βουλιάζουν, αναμασούν ήττες, απώλειες, ματαιωμένα όνειρα για τα οποία όμως ποτέ δεν αγωνίστηκαν: Ο ξεπεσμένος αλλά επηρμένος καθηγητής Σερεμπριακόφ (Μάνος Βακούσης), ηττημένος από την ποδάγρα και τα γεράματα, αλλοτινό είδωλο του Βάνια αλλά σημερινός εχθρός. Η γυναίκα του καθηγητή, η νέα και όμορφη Ελένα (Μαρία Σκουλά) άβουλη, «ρηχή σαν δευτερεύων ρόλος» όπως λέει η ίδια για τον εαυτό της. Ο κυνικός γιατρός Αστροφ (Ακύλλας Καραζήσης) με καταφύγιο τους αρρώστους του και τη βότκα. Η μικρή Σόνια (Αλκηστις Πουλοπούλου) μάταια ερωτευμένη με το γιατρό. Η Μαρία Βασίλιεβνα (Μάγια Λυμπεροπούλου), μητέρα του Βάνια, θαυμάστρια του καθηγητή.

Το είδωλο κατέρρευσε

Ανάμεσά τους κινείται ο έκπτωτος κτηματίας Τελιέγκιν (Μάνος Σταλάκης) κι ένας νεαρός (Γιάννης Τσεμπερλίδης) που μπαίνει και βγαίνει στη σκηνή. Τη νόνα του έργου ο σκηνοθέτης την αντικατέστησε μ’ ένα αντρικό, χαμηλών τόνων, πρόσωπο (Γιάννης Βογιατζής) που φροντίζει τους ενοίκους του σπιτιού.

Η χαριστική βολή για τον Βάνια έρχεται όταν ακούει τον καθηγητή να δηλώνει ότι θα πουλήσει το κτήμα στο οποίο αυτός και η Σόνια δουλεύουν επί χρόνια ακατάπαυστα, χωρίς όφελος, για να συντηρούν την πολυέξοδη ζωή εκείνου στη Μόσχα. Για το Βάνια ο καθηγητής υπήρξε το είδωλο της νιότης του. Τον σεβόταν, τον θαύμαζε, του προσέφερε τα πάντα ακόμα και το μερίδιό του από την πατρική κληρονομιά. Και τώρα που το είδωλο κατέρρευσε, τον μίσησε βαθιά.

Αυτόν κατηγορεί για όλα του τα δεινά, για το αδιέξοδο της ζωής του. Θα φτάσει στο σημείο να τον πυροβολήσει, αλλά θ’ αστοχήσει. Κι όταν η κρίση περάσει και το ζευγάρι φύγει ξανά για τη Μόσχα, όλα επιστρέφουν ξανά στο μηδέν. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ανίκανοι να διαχειριστούν την αποτυχία και τη μοναξιά, ο Βάνιας και η Σόνια ξαναπιάνουν τους λογαριασμούς του κτήματος.

Ο Νίκος Χατζόπουλος βρίσκεται είκοσι πέντε χρόνια στο θέατρο. Εχει μεταφράσει, έχει παίξει και έχει σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα δέκα παραστάσεις.

«Αγαπώ το έργο περισσότερο από τα τέσσερα μεγάλα έργα του Τσέχοφ. Αυτός ο μικρόκοσμος, σαν μια συμφωνία για οχτώ πρόσωπα, με γοητεύει. Ρόλος σπουδαίος, προκλητικός κι ένα περιβάλλον από συναδέλφους που γνωρίζω καλά και εμπιστεύομαι. Ο Βάνιας είναι χαρακτήρας που στοιχεία του μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας. Κι εγώ ψάχνω δικά μου βιώματα, απώλειες.

Αντλώ ακόμα και απ’ αυτήν την κρίση ηλικίας που σε κάνει να κοιτάζεις με σκεπτικισμό το παρελθόν, ν’ αναρωτιέσαι για το μέλλον. Ο Βάνιας είναι αντιήρωας. Συνειδητοποιώντας το μάταιο της ψυχικής επένδυσης, της τυφλής πίστης του στον καθηγητή -εκείνος δεν εκτιμά τίποτα από ό,τι του πρόσφερε- στρέφεται εναντίον όλων. Γίνεται χαιρέκακος, μικροπρεπής, καταθλιπτικός. Η συνεχής γκρίνια για τη δυστυχία του, τον καθιστά γραφικό. Δεν είναι τυχαίο που όλοι -και όχι μόνον η ανιψιά του Σόνια- τον αποκαλούν «θείο Βάνια». Υιοθετώντας το ρόλο του θύματος, διεκδικεί το ενδιαφέρον για την κατάντια του. Ουρλιάζει: «Επιτέλους δώστε μου σημασία. Κι εγώ υποφέρω». Στο τέλος όλοι μένουν στάσιμοι, καταδικασμένοι να πεθάνουν. Μέσα στην τραγικότητά τους εμφανίζονται αστείοι με τον γνωστό τρόπο του Τσέχοφ. Ακόμα και ο πυροβολισμός, μια έκρηξη γελοιότητας. Μοναδικό καταφύγιο για τη Σόνια και τον Βάνια η εργασιοθεραπεία, μέχρι να έρθει ο θάνατος».

Το έργο διαδραματίζεται σ’ ένα αόριστο σήμερα και σ’ έναν χώρο που παραπέμπει σε κάποιο ίδρυμα, εντευκτήριο λέσχης ή κοινοτικού καταστήματος. Οι ηθοποιοί βρίσκονται διαρκώς στη σκηνή, αποδίδοντας τον εγκλωβισμό τους, την αδυναμία για πρωτοβουλία, τη διεκδίκηση. Από την τζαμαρία έχουν μια ισχνή επαφή με το έξω. Τα κοστούμια είναι άχρονα, ενώ ακούγονται πέντε σύγχρονα γαλλικά τραγούδια τονίζοντας φορτισμένες ψυχολογικά στιγμές των ηρώων.

«Τέτοια ανθρώπινα τοπία αναγνωρίζουμε στη σύγχρονη κοινωνία» συμπληρώνει ο Ν. Χατζόπουλος. «Σπαταλημένες ζωές, καθηλωμένα είδωλα, μεμψιμοιρίες, ματαιωμένες ελπίδες, αγκυλωμένες υπάρξεις. Ολοι γνωρίζουμε ανθρώπους που διαλέγουν να ζήσουν ως θύματα κι άλλους που επιζητούν το ανέφικτο του έρωτα για να στερήσουν κάθε δυνατότητα καρποφορίας του. Το έργο του Τσέχοφ υπήρξε σταθμός στο παγκόσμιο θέατρο. Με το “νυστέρι” του έξυσε κάτω από το δέρμα φτιάχνοντας αληθινούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες και μας επέτρεψε ν’ ακούμε κάτω από τα λόγια, όσα δεν λέγονται». *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Αλαν Μπένετ “The Habit of Art”

  • National Theatre (Lyttelton)
  • www. nationaltheatre. org. uk

The Habit of Art

The Habit of Art Alex Jennings and Richard Griffiths in The Habit of Art

Tsunami of jokes … Alex Jennings and Richard Griffiths in The Habit of Art. Photograph: Elliott Franks

WH Auden, the Oxford oracle, is peeing into his washbasin. He’s waiting for a rent boy to arrive in his college rooms; he’s stuck over his stanzas; he looks not so much like a bag person as a crumpled plastic bag. A floor above him, Benjamin Britten, sleek as a whippet, is at the piano, with poker back and pumping arms, cajoling a young treble into song: “Oh lift your little pinkie!… It’s meant to sound horrid. This is modern music.” Set in a rehearsal room, watched over by a playwright, observed and explained by a biographer of both Britten and Auden, Alan Bennett‘s imagined late meeting between composer and poet has inverted commas around every invert. It’s a gloriously sustained, constantly shifting piece of irony. Irony doesn’t, of course, preclude pathos. After The History Boys, the Musical Men.

Bob Crowley’s clever, messy, open-to-the-backstage design is, as is everything in Nicholas Hytner’s fleet production, at least two things at once: a set within a set for a play within a play. Richard Griffiths comes on dying for one twice over: as the actor playing the poet, anxious to get off and do his voiceover for Tesco, he’s desperate for a cigarette; as the candid, repetitive, smelly old Auden, he is longing for the rent boy. Alex Jennings is trim and buttoned-up as Britten; as the actor who plays the composer, he is lissome, arch and knowing.

Both Griffiths and Jennings are terrific, though neither of them are particularly like the famous men they play: they are actors not impersonators. Michael Gambon, originally down to play Auden, was jowl-casting. Griffiths, who stepped in when Gambon was taken ill, doesn’t have those lugubrious dewlaps: he’s dishevelled but dainty, both swarmingly anxious and buoyantly breezy. The non-resemblance becomes one of the points and jokes of the play. History and biographers can’t get it right, Bennett implies, and to rub it in he makes his commentating biographer spectacularly unlike the real-life model. Adrian Scarborough’s Humphrey Carpenter is a beaky, neat, plaintive chap. Carpenter was exactly not like that: apparently bumbling, actually ultra-industrious, his default mode was affability rather than querulousness; he would never have carried such a spruce satchel – he used rather to heave his many manuscripts around in multiple plastic bags. He explained that he had to work in radio rather than telly because “I always come out looking like everyone’s mad aunt”.

The dissimilarity is outed by an actor who carps that the real Humph was handsome. The Scarborough Humph, wheeled on to fill in biographical details and explain what’s true and what’s not, has another complaint. “I’m just a device,” he sobs. He’s right. Bennett’s play is full of devices and intricate ploys. The meeting between Britten and Auden is encircled by wonderfully comic dramatic tosh. Tables, mirrors, even the creases on Auden’s face are personified, and mimed to the accompaniment of silvery chimes. John Heffernan, as an assistant stage manager stepping up to fill a vacant acting spot, is particularly droll as he manfully, sceptically, assumes the part of a talking chair.

It’s striking that, despite all its sardonic surroundings, the central encounter – which touches on broken friendships, Thomas Mann, coming out of the closet, boys, and the grim necessity of continuing to write – still registers as moving and true. It has, of course, a history behind it: The Habit of Art takes off from Bennett’s earlier work both in its preoccupations and in its casting (Richard Griffiths, Frances de la Tour). It’s not a sequel to The History Boys, which since it triumphed at the National five years ago has spun across the Atlantic and into celluloid. Still, there are notable overlaps: the teacher who fumbled his pupils was looked on with indulgence in that play; here, faced with Britten’s sexual primness as he composes Death in Venice, Auden suggests that some sexual liaisons between older men and boys might be better called not corruption but collaboration. Oxford (which National theatre audiences will know is not a town but a university) looms large. And the difficulty of being a writer’s biographer was first floated by Bennett more than 20 years ago in Kafka’s Dick.

Actually, though, the lure of a Bennett play doesn’t lie in historical themes; it comes from sentences, riffs and free-standing blasts. Audiences go to hear not just his voice, ventriloquised through his characters, but his views. Bennett has just as many arguments and ideas as David Hare, though they aren’t honed and sequential. The structure is precarious, sometimes ramshackle as it skips from scene to scene. But that ricketiness ceases to matter when it is engulfed by a tsunami of jokes, a tidal wave of argumentative statements, a gorgeous gust of opinion.

Which attracts first-rate performances. Stephen Wight as the rent boy for one. And Frances de la Tour for the other. As the stage manager who has to run the show, her nonchalant, sceptical intelligence rolls through the play, as it did in The History Boys. She can suggest without saying a word both determination and depression. She does so with a drop in her mellifluousness, but also with a slight curve of her long spine: she bends as if she’s just been socked in the back with some slightly familiar bit of bad news. No one has ever made “Love you” sound so completely lowering. No one has ever made lowering sound so funny.

  • «The Habit of Art». Ο Οντεν φαντάζεται μια συνάντηση με τον Μπέντζαμιν Μπρίτεν, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, και η φανταστική αυτή συνομιλία ανάμεσα στον ποιητή και τον μουσουργό ζωντανεύει επί σκηνής. Το έργο του Αλαν Μπένετ, που ξεκινά με μια συνέντευξη του ηλικιωμένου Οντεν με τον μελλοντικό βιογράφο του, πραγματεύεται με χιούμορ και διεισδυτικότητα τόσο τις πανανθρώπινες ανησυχίες για το θάνατο και τη σεξουαλικότητα όσο και την αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας (η ακατάβλητη «συνήθεια της τέχνης»). Η παράσταση, σκηνοθετημένη από τον Νίκολας Χάιτνερ, έχει κερδίσει τους ύμνους της κριτικής, με ιδιαίτερη έμφαση στους πρωταγωνιστές: τον Ρίτσαρντ Γκρίφιθς, που ερμηνεύει τον Οντεν, και τον Αλεξ Τζένινγκς στο ρόλο του Μπρίτεν.

The Habit of Art

5 STARS – DAILY TELEGRAPH

‘I thought it unlikely that he would be able to equal the success of The History Boys but The Habit of Art is another absolute cracker, often wonderfully and sometimes filthily funny, but also deeply and unexpectedly moving.’

‘I can think of few plays that combine wild laughter, deep emotion and technical ingenuity with such bravura. The Habit of Art is a smash hit if ever I saw one.’

‘Somehow Richard Griffiths makes you care about Auden’s frailty and dried up talent while also playing an actor who can’t remember his lines and hates the awy Auden is presented.’

‘With extraordinary pananche, Bennett and director Nicholas Hytner, keep us equally interested in both the rehearsal process and the portrait of Auden and Britten.’

‘Alex Jennings is superb… Frances De La Tour, as the stage manager and Adrian Scarborough as the biographer Humphrey Carpenter, give performances of comic perfection.’

5 STARS – SUNDAY TELEGRAPH

‘Alan Bennett’s immaculate new play-within-a-play has the audience bawling with laughter throughout.

This sad, funny, whimsical piece about age and fading dreams is immaculately executed and represents the National at its very best.’

5 STARS – INDEPENDENT

‘Bennett the maestro returns with a multi-layered masterpiece.’

‘Richard Griffiths is superlative.’

‘His hotly anticipated and hilariously provocative new play, The Habit of Art.’

‘The play mixes hard-won wisdom with a rollicking irreverence and recklessness.’

‘A cracking production that flirtatiously keeps the audience up to speed with the outrageous amount of information and allusion.’

INDEPENDENT ON SUNDAY

‘Hugely entertaining drama… ingeniously teasing and entertaining… a great late play.

It is an irresistibly droll and critical rumination on artistic principles, the craft of biography, public reputations and private lives, competitiveness and self-censorship… hugely enjoyable.’

5 STARS – DAILY EXPRESS

‘A brilliantly written and delicate duel of mutual wariness.’

‘His (Richard Griffiths) take on Auden reveals depths and an understanding of the poet’s complex character.’

‘The ever-excellent Richard Griffiths is Fitz, the actor who plays the world-weary Auden. Griffiths handles the roles with skilful aplomb… Alex Jennings plays actor Henry who, in turn is a prim, even prissy Benjamin Britten. Knees pressed together, he presents a portrait of a fussy, even pedantic Britten. Together the two actors display considerable comic touches and timing with Bennett’s clever wordplay Frances De La Tour produces a strong and often hilarious performance.’

5 STARS – SUNDAY EXPRESS

‘The veteran playwright offers a wise and deeply moving distillation of a life spent in the service of the arts with this compassionate, often brilliantly funny, account of the fallible people who create it.

It is gorgeously propelled by revealing performances all round.’

5 STARS – MAIL ON SUNDAY

‘A new play by Alan Bennett is a dramatic treat like nothing else. It’s like sipping champagne in a big armchair beside a crackling fire…

The glorious quality of the writing – brimming with humanity and humour – and Nicholas Hytner’s flawless production carry you along in a wave of pleasure.’

4 STARS – THE GUARDIAN

‘Alan Bennett has written another play with his characteristic mixture of wit and wistfulness.’

‘Beautifully acted… (Richard Griffiths) becomes a vivid metaphor for the poet.’

‘A superbly fluid production by Nicholas Hytner is beautifully acted… a deeply moving play.’

‘Bennett’s poignant paean to power of the artist.’

OBSERVER

‘Alan Bennett’s fictionalised encounter between two giants of the 20th-century culture is full of ideas – and great jokes… a gloriously sustained, constantly shifting piece of irony…Both Griffiths and Jennings are terrific.

A tsunami of jokes, a tidal wave of argumentative statements, a gorgeous gust of opinion.’

4 STARS – SUNDAY TIMES

‘A richly thought-provoking piece… deft, amusing and so intelligently and generously crafted that it makes you feel clever just watching it.

Nicholas Hytner’s direction is a perfect match for Bennett’s charm, and the performances are a treat.

THE TIMES

‘An intricate, funny, discursive new play… There are funny lines galore.’

METRO

‘Richard Griffiths is spellbinding.’

Ο “Φιλάργυρος” του Μολιέρου στην Comédie-Française, στο Παρισι

  • Comédie-Française, Salle Richelieu
    • www. comedie-frascaise. fr

    «L’ Avare». Η Κατρίν Ιζέλ [Catherine Hiégel], καθιερωμένη πρωταγωνίστρια της Κομεντί Φρανσέζ, ανέλαβε αυτήν τη φορά το ρόλο του σκηνοθέτη παρουσιάζοντας τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου. Η Ιζέλ έχει ιδιαίτερη αδυναμία στον Μολιέρο (έχει σκηνοθετήσει επίσης τον «Μισάνθρωπο», τις «Σοφές γυναίκες» και τον «Ζορζ Νταντέν») και, όπως είπε, ο «Φιλάργυρος» είναι ένα έργο πολύ επίκαιρο καθώς εστιάζει στην τρέλα του χρήματος, που τόσο καταστροφική αποδεικνύεται στην εποχή μας. Δεν ανεβάζει το έργο σε «εκσυγχρονισμένη» εκδοχή, γιατί κατά τη γνώμη της ο σύγχρονος θεατής δεν χρειάζεται δεκανίκια μοντέρνων κοστουμιών και βίντεο από το χρηματιστήριο για να καταλάβει τις αναλογίες με το σήμερα. Πρωταγωνιστής, στο ρόλο του Αρπαγκόν, ο Ντενί Πονταλιντές [Denis Podalydès], ο ελληνικής καταγωγής ηθοποιός ο οποίος είναι σήμερα ένα από τα κορυφαία ονόματα του γαλλικού θεάτρου. Εως τις 21 Φεβρουαρίου.

    Εκθεση αφιερωμένη στο έργο του Ευγένιου Ιονέσκο

    Ionesco

    Ionesco
    Eugène Ionesco, 1960.
    Photo Express Newspapers © Getty Images


    • 06 octobre 2009 – 03 janvier 2010
    • site François-Mitterrand / Galerie François 1er
    L’exposition consacrée à l’œuvre d’Eugène Ionesco marque à la fois le centenaire de sa naissance et le don de ses archives par sa fille à la BnF.
    Fondateur de ce que l’on a appelé le « théâtre de l’absurde » né sur les petites scènes de la Rive Gauche du Paris des années cinquante, Ionesco s’est rapidement imposé dès les années soixante comme un des grands rénovateurs du langage théâtral. Il reste l’un des auteurs les plus joués dans le monde. En sept thèmes – ou obsessions – l’exposition invite à l’exploration d’une œuvre protéiforme, puisée dans la matière des rêves. De La Cantatrice chauve à Voyage chez les morts, le théâtre de Ionesco n’a cessé de questionner la condition humaine.
    En partenariat avec : INA, Le Magazine Littéraire , France 5.
    • Bibliotheque Nationale de France
    • www. bnf. fr

    «Ionesco». Αφιερωμένη στο έργο του Ευγένιου Ιονέσκο, η έκθεση διοργανώθηκε με την ευκαιρία της εκατοστής επετείου από τη γέννηση του Γαλλορουμάνου συγγραφέα (1909-1994) αλλά και της δωρεάς του αρχείου του στην Bibliotheque Nationale από την κόρη του, Μαρί-Φρανς Ιονέσκο. Ιδρυτής του «θεάτρου του παραλόγου», που είδε το φως τη δεκαετία του ’50 σε μικρά θέατρα της αριστερής όχθης, ο Ιονέσκο γρήγορα αναδείχτηκε σε έναν από τους μεγάλους ανανεωτές της δραματουργικής τέχνης. Παραμένει, άλλωστε, μεταξύ των θεατρικών συγγραφέων με την πιο συχνή παρουσία στις σκηνές του κόσμου – στο Παρίσι, στο Theatre de la Huchette του Καρτιέ Λατέν, παίζονται επί 52 χρόνια τα έργα του «Φαλακρή τραγουδίστρια» και «Το μάθημα». Η έκθεση περιλαμβάνει πλήθος ντοκουμέντων -χειρόγραφα, επιστολές, φωτογραφίες, σχέδια για την προετοιμασία παραστάσεων-, ιχνηλατώντας τις ανησυχίες του συγγραφέα που ποτέ δεν έπαψε να αμφισβητεί τις συμβατικές ιδέες για την ανθρώπινη κατάσταση. Εως τις 3 Ιανουαρίου.

    Ionesco

    Ionesco
    Sous la direction de Noëlle Giret
    Présentation
    Auteur dramatique et écrivain français d’origine roumaine, Eugène Ionesco (1909-1994) est, avec Samuel Beckett, le fondateur de ce que l’on a appelé le “théâtre de l’absurde”. Ses pièces, ou plutôt ses “anti-pièces”, dépourvues d’action, s’attachent à déstructurer le langage, symbole de l’aliénation, voire de l’exclusion. Elles sont l’expression de la solitude de l’homme et de l’insignifiance de son existence.
    Chez Ionesco, l’humour se mêle de manière très subtile à une profonde désespérance, et son utilisation du non-sens et du grotesque aboutissent au fantastique. Après des débuts difficiles, ses premières pièces se jouant devant des salles vides, vient la reconnaissance internationale. Son théâtre, et en particulier La Cantatrice chauve, Les Chaises, Rhinocéros et Le roi se meurt, est traduit dans toutes les langues. Très impliqué dans la lutte pour les droits de l’homme, il publie des chroniques et parcourt le monde. Pendant les années 1980 et 1990, il s’adonne à la peinture, thérapie contre la dépression.
    Avant-gardiste mais publié de son vivant dans la Bibliothèque de la Pléiade, Satrape du Collège de Pataphysique et membre de l’Académie française, clown et mandarin, Ionesco aimait à déstabiliser et demeure une personnalité complexe, à l’image de son œuvre.
    Les documents présentés dans cet ouvrage sont en majeure partie inédits, provenant des archives personnelles d’Ionesco confiées à la Bibliothèque nationale de France, et offrent une approche de son écriture dramatique à travers manuscrits, notes et correspondance. Croquis de décors et de costumes et photographies et témoignent des principales mises en scène françaises et étrangères et de la diversité d’une œuvre protéiforme, puisée dans la matière des rêves et qui n’a cessé de questionner notre humaine condition.
    Cet ouvrage est publié à l’occasion de l’exposition Ionesco, présentée par la Bibliothèque nationale de France sur le site François-Mitterrand, dans la galerie François Ier, du 6 octobre 2009 au 3 janvier 2010.
    • Les auteurs
    Sous la direction de Noëlle Giret, conservateur général honoraire au département des Arts du spectacle de la BnF, commissaire de l’exposition : des essais de Robert Abirached, écrivain, critique dramatique, historien et enseignant du théâtre, auteur de nombreuses études sur la décentralisation théâtrale, Alain Besançon, historien, spécialiste de l’histoire de la Russie et de l’histoire du christianisme, Sonia De Leusse-Le Guillou, docteur ès Lettres, Jeanyves Guérin, professeur de littérature française à l’université Sorbonne Nouvelle-Paris 3 et membre de l’UMR Écritures de la modernité (en 2006), spécialiste d’Audiberti et de Camus, de littérature et engagement au XXe siècle, Olivier Penot-Lacassagne, enseignant-chercheur ; des témoignages de Fernando Arrabal, Emmanuel Demarcy-Mota, Marie-France Ionesco, Jorge Lavelli, Massin, Lucian Pintilie, Roger Planchon ; et des textes inédits de Ionesco.

    Δύο παραστάσεις, δύο αναγνώσεις του Αντον Τσέχοφ: «Βυσσινόκηπος» στο Κεφαλληνίας, «Θείος Βάνιας» στο Εθνικό

    • Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις και αναγνώσεις έργων του Αντον Τσέχοφ έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν οι θεατές σε δύο κεντρικές θεατρικές σκηνές: στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας και στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

    Ο Στάθης Λιβαθηνός, στην πρώτη, σκηνοθετεί τον «Βυσσινόκηπο», το τελευταίο έργο του Τσέχοφ, που μόλις πρόλαβε να δει πριν πεθάνει. Η ανάγνωσή του είναι η κλασική, εκείνη που αναδεικνύει το κείμενο και τις υποκριτικές αποχρώσεις. Η Ελένη Μανωλοπούλου με το σκηνικό της κατάφερε να διαχειριστεί και να εκμεταλλευτεί έναν δύσκολο θεατρικό χώρο, να κάνει τις κολόνες του θεάτρου λειτουργικό σκηνικό, να παραπέμψει με τα σκηνικά της αντικείμενα στο τσεχοφικό σύμπαν. Ο Στάθης Λιβαθηνός επέλεξε (επιλέγει πάντα) να διαβάσει το κείμενο χωρίς ανατροπές, δίνοντας τη δυνατότητα στον θεατή να συνομιλήσει με τις λέξεις και το μήνυμα του κειμένου (του Τσέχοφ στην προκειμένη περίπτωση). Είχε στη διάθεσή του ένα σύνολο έμπειρων ηθοποιών που προσωποποίησαν με ευαισθησία και διεισδυτικότητα το μεταίχμιο μιας εποχής που αλλάζει. Ενα έργο, πάντα επίκαιρο, που διαχειρίζεται τη σύγκρουση δύο κόσμων, που σκιτσάρει γλαφυρά τη νέα οικονομική τάξη των αρχών του 20ού αιώνα και παραπέμπει ευθέως στους σύγχρονους νεόπλουτους που αντικαθιστούν την παλιά αστική τάξη.

    • Σύγχρονη εκδοχή

    Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου τη σκηνοθεσία του τσεχοφικού «Θείου Βάνια» υπογράφει ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Γιάννης Χουβαρδάς. Και επιλέγει, μένοντας κι αυτός πιστός στις δικές του θεατρικές προσεγγίσεις, στη δική του θεατρική γλώσσα. Ο «Θείος Βάνιας» του Εθνικού Θεάτρου δεν έχει σαμοβάρι αλλά βραστήρα, δεν έχει μπερζέρες αλλά σύγχρονα έπιπλα σε μίνιμαλ γραμμή. Δεν έχει διακόσμηση στους τοίχους και τα μόνα υλικά αντικείμενα είναι τα φλιτζάνια, ο βραστήρας και οι κουβέρτες. Εχει όμως video wall, όπου οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται τεράστιοι και τραγουδούν γαλλικά τραγούδια κάθε φορά που θέλουν να δηλώσουν κάποια εσωτερικά τους συναισθήματα. Και έχει και ο Γιάννης Χουβαρδάς στη διάθεσή του έναν σπουδαίο θίασο ηθοποιών που μεταφέρουν στο σήμερα το ασφυκτικό αδιέξοδο των ηρώων του τσεχοφικού κειμένου. Η παράσταση του Γ. Χουβαρδά μπορεί στην αρχή να ξενίζει με την ανατρεπτική προσέγγισή της, υπηρετεί όμως με συνέπεια και άποψη το σκεπτικό του σκηνοθέτη.

    Δύο έργα διαφορετικά -πιο πολιτικός ο «Βυσσινόκηπος», πιο υπαρξιακός ο «Θείος Βάνιας- είχαν την εξαιρετική τύχη να μεταφραστούν από μια προικισμένη θεραπαινίδα του λόγου της μετάφρασης, τη Χρύσα Προκοπάκη. Δύο μεταφράσεις -ο «Βυσσινόκηπος» εντελώς νέα- που υπηρετούν τον λόγο και το πνεύμα του Τσέχοφ με ευαισθησία και πληρότητα.

    Δύο προτάσεις διαφορετικές που μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Δύο έργα που εξακολουθούν να είναι νέα, ανεξάρτητα από τις σκηνοθετικές προσεγγίσεις. Από τα δύο διαλέγω και τα δύο.

    • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/12/2009

    Ενας κλόουν παίζει με το χρόνο

    Ο μονόλογος στο θεατρικό σανίδι είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν ηθοποιό. Πόσο μάλλον, όταν τα βάζεις με δύο διαφορετικά κείμενα που ενσωματώνονται στην ίδια παράσταση. Αυτό κάνει ο ηθοποιός Μανώλης Δεστούνης. Μόνος στη σκηνή, ερμηνεύει «Τα ρολόγια της ζωής μου» της Τούλας Μπούτου και «Το όνειρο του κλόουν», που υπογράφει ο ίδιος. Ανεβαίνουν σε σκηνοθεσία Μιχάλη Αχουριώτη, στο θέατρο «Αργώ», κάθε Δευτέρα και Τρίτη (9 μ.μ.).

    Στο πρώτο υποδύεται έναν συνταξιούχο ναυτικό, ο οποίος αγόραζε ένα ρολόι από κάθε λιμάνι όπου έπιανε άγκυρα. Εχει τόσο πάθος με τα ρολόγια του που συνομιλεί μαζί τους και εξομολογείται όλες τις σκέψεις του για τις γυναίκες της ζωής του.

    Το «Ονειρο του κλόουν» είναι απόσπασμα από ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του που θα εκδοθεί στο μέλλον. Στο απόσπασμα που επέλεξε για την παράσταση, ερμηνεύει έναν κλοσάρ. Εναν άνθρωπο, ο οποίος αν και ήταν συνηθισμένος στην καλή ζωή και τα ωραία ρούχα, εγκατέλειψε όλες τις ανέσεις. Κοιμάται στο δρόμο δίπλα στα σκουπίδια και… ονειρεύεται. Μέσα από τον λογοτεχνικό του ήρωα, ο Μανώλης Δεστούνης, όπως εξηγεί, «καταγγέλλει την αδιαφορία στον άνθρωπο που επιδεικνύουν καθημερινά οι μεγάλες δυνάμεις, Αμερικάνοι, Αγγλοι, Γάλλοι, κ.ά.».

    Το πέρασμα του χρόνου και τα σημάδια που αφήνει αλλά και η έννοια της διαχρονικότητας συναντιούνται στην καρδιά των δύο κειμένων. «Εμείς κινούμαστε και περνάει ο χρόνος ή ο χρόνος κινείται και περνάμε εμείς; Ιδού η απορία», αναρωτιέται ο Μανώλης Δεστούνης, δανειζόμενος τη φράση του Αϊνστάιν. Νιώθει πιο κοντά του το «Ονειρο του κλόουν». Οχι μόνο γιατί είναι γραμμένο από τη δική του πένα και γεννημένο από τους προσωπικούς του προβληματισμούς. Αλλά και γιατί έπαιζε τον κλόουν «Μπόζο» στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά (1973 έως 1977). «Αγαπώ αυτές τις φιγούρες. Μεγάλωσα πολλά παιδιά ως Μπόζος», ομολογεί ο ηθοποιός. Ο κλόουν πάντως, της παράστασης, καταλήγει στο φινάλε να αναρωτιέται για τη φύση του θεάτρου, που τόσο αγαπάει ο Μανώλης Δεστούνης.

    «Λατρεύω όλα τα είδη, αλλά έχω αδυναμία στην επιθεώρηση», λέει. Από τα πενήντα χρόνια της καριέρας του, τα 35 τα έχει αφιερώσει σε αυτή, κοντά σε “κολοσσούς” όπως οι Ρένα Ντορ, Αννα Καλουτά, Ντίνος Ηλιόπουλος, Μίμης Φωτόπουλος, Λάμπρος Κωνσταντάρας.

    «Είναι το δυσκολότερο είδος γιατί είναι πολυσύνθετο. Πρέπει να χορεύεις, να τραγουδάς, να προζάρεις. Αν δεν τα κάνεις όλα… σε πετάει έξω», λέει. Το ίδιο κάνει, όμως, και η τηλεόραση. «Από τότε που εμφανίστηκε, μας έκαψε. Η επιτυχία στην τηλεόραση είναι παροδική. Μόλις τελειώσει ένα σίριαλ, που μπορεί να έχει τεράστια επιτυχία, δεν σε θυμάται κανείς, αν δεν κάνεις κάτι άλλο. Το θέατρο και ο κινηματογράφος είναι αλλιώς…», λέει. Εχει παίξει σε περισσότερες από 150 ταινίες. Στις επαγγελματικές του αποσκευές κουβαλάει με αγάπη μια ξεχωριστή συνεργασία. Είχε συμμετάσχει στην ταινία «Οιδίπους ο Βασιλιάς» (1968) του Φίλιπ Σαβίλ, όπου πρωταγωνιστούσαν οι Ορσον Γουέλς και Κρίστοφερ Πλάμερ. Είχε γυριστεί στη Δωδώνη. Το ελληνικό κάστ εκπροσωπούσαν και οι Γιώργος Διαλεγμένος, Μίνως Αργυράκης, Δήμος Σταρένιος. «Ηταν καταπληκτική εμπειρία», θυμάται. «Μας υπολόγιζαν πολύ. Επειδή σέβονται τους ανθρώπους που κουβαλούν στο DNA τους τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο. Αναγνωρίζουν το μέγεθος των αρχαίων τραγικών. Εμείς καμιά φορά το ξεχνάμε…».

    • ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

    Φωνή, δημιουργός κόσμων

    • Από τον θεατρολόγο Κωνσταντίνο Μπούρα
    • Το Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ, στο «Κινητήρας Στούντιο», με την Ελένη Μακρή, σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμεντζάκη.

    Σκιές ειδώλων και είδωλα σκιών φαίνεται ότι είμαστε, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Η ζωή είναι ένα όνειρο, διατείνεται ο ισπανός θεατρικός συγγραφέας Καλντερόν ντε λα Μπάρκα (1600-1681). Και ο μυστικιστής Σαίξπηρ λέει στο πιο κρυπτικό -και τελευταίο έργο του- στην «Τρικυμία»: «Είμαστε πλασμένοι από του ονείρου την ύλη και τη σύντομη ζωή μας ύπνος την περιζώνει». Τα όνειρα όμως, όπως και τα είδωλα στο σπήλαιο των Ιδεών του Πλάτωνα, είναι ρευστά, δεν έχουν καθορισμένη μορφή και περίγραμμα, δεν είναι -σε τελευταία ανάλυση- «αντικειμενικά», αφού ανήκουν στον κόσμο των ψευδαισθήσεων ή παραισθήσεων, αν προτιμάτε.

    Αυτή η βασική φιλοσοφική θεώρηση τής ανθρώπινης φύσης και ζωής ενέπνευσε πολλούς δημιουργούς μέσα στους αιώνες. Μία από αυτές ήταν η ιδιοφυής και ταλαντούχα Βιρτζίνια Γουλφ. Στο ρηξικέλευθο για την εποχή (1928) έργο της Ορλάντο ανιχνεύει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, πέρα από το φύλο, τη μόρφωση, την καταγωγή, το επάγγελμα, την κοινωνική θέση, μακριά από την επίπλαστη προσωπίδα τού «εγώ».

    Στην ίδια αναζήτηση τού «είναι» πέρα -και μέσα- από το αέναο παιχνίδι των μεταμορφώσεων του «φαίνεσθαι» διαλογίζεται θεατρικώς η Ελένη Μακρή, σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμεντζάκη, και στη θεατρική διασκευή του Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ από τον πρωτοπόρο στη χρήση του φωτός για τη δημιουργία σκηνικών και θεατρικών χώρων Μπομπ Ουίλσον.

    Με τη φωνή της η πρωτεϊκή αυτή ηθοποιός δημιουργεί κόσμους επί κόσμων πάνω σε μια σκηνή σχεδόν «άδεια» (ντυμένη από την εστέτ σκηνογράφο Αση Δημητρολοπούλου). Τη λειτουργικά διακριτική μουσική επιμελήθηκε ο Νίκος Βελιώτης, ενώ τους ιδιαίτερα ατμοσφαιρικούς φωτισμούς υπογράφει ο Φίλιππος Κουτσάφτης. Ενδιαφέρουσα είναι η θεατρική αξιοποίηση της αυλής του ισόγειου χώρου, όπου στεγάζεται το Artistic Residency Space «Κινητήρας Στούντιο». Οταν ο πολύπαθος πρωταγωνιστής, ή μάλλον η πολύπαθη πρωταγωνίστρια, γυρίζει ύστερα από πολλά χρόνια και πάμπολλες περιπέτειες στο Λονδίνο, η εκπληκτική, στη θεατρική απόδοση του απαιτητικού δίφυλου ρόλου, Ελένη Μακρή τραβάει με μια πλαστική κίνηση την κουρτίνα και αποκαλύπτει την αυλή, τα δέντρα, μια μεταλλική σκάλα, που βγάζει σε έναν αθηναϊκό δρόμο -κάτω από την Ακρόπολη- στολισμένο με χριστουγεννιάτικα φώτα. Αυτή η ένταξη του «πραγματικού» χώρου στο «σκηνικό γίγνεσθαι» θέτει επακριβώς την προβληματική αυτού του ενδιαφέροντος και τολμηρού θεάματος. Με αυτή την κίνηση συμφύρονται οι πραγματικότητες, και αναμειγνύονται οι κόσμοι σε μια αξεδιάλυτη, μοναδική, σύντομη και θνησιγενή στιγμή, όπως είναι άλλωστε και η ζωή μας.

    Η Μίρκα Γεμεντζάκη έχει ειδικευτεί στη δραματική αξιοποίηση τής ανθρώπινης φωνής, ως τον πρωταρχικό, για τη θεατρική πράξη, κώδικα. Η μακρά της θητεία σε λογοτεχνικά κείμενα, όπως τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη και του Βιζυηνού -και όχι μόνο-, την καθιστά υπερεπαρκή για να καταπιαστεί με αυτό το ερμητικό στη συμβολική του λογοτέχνημα της Βιρτζίνια Γουλφ. Είχε την τύχη να συνεργαστεί με μια πειθαρχημένη, και εκρηκτική ταυτόχρονα, ηθοποιό. Η Ελένη Μακρή σε κάθε «φώνημα» πλημμυρίζει τη σκηνή και την ψυχή των θεατών με πανσπερμία κόσμων. Γαλαξίες δημιουργούνται και πεθαίνουν, σύμπαντα ανάβουν και σβήνουν, σε κάθε μελετημένη αναπνοή, σε κάθε αλλαγή τόνου, σε κάθε μετάπτωση της διάθεσης αυτής της χαρισματικής ηθοποιού.

    Την κίνηση της μοναδικής πρωταγωνίστριας επιμελήθηκε ο Γιώργος Διβάνης. Η μετάφραση του Θανάση Χατζόπουλου.

    • ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ ΣΤΟΥΝΤΙΟ, Ερεχθείου 22, Μετρό «Ακρόπολη», τηλ. 210-9248328.
    • Παραστάσεις: 30 Νοεμβρίου – 22 Δεκεμβρίου 2009 και 3-26 Ιανουαρίου 2010.
    • Μεσημ. Κυρ. 3.30 μ.μ., Βράδ.: Δευτ., Τρ. 9.30 μ.μ., ευρώ 15, φοιτ.: ευρώ 10. Διάρκεια 80′.
    • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

    Blog στο WordPress.com.
    Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.