Ενα από τα πιο περίεργα σκηνικά πειράματα της χρονιάς προετοιμάζει πυρετωδώς ο Θωμάς Μοσχόπουλος με ζηλευτή ομάδα ηθοποιών. Ανεβάζει τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σέξπιρ και το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» του Τζο Ορτον. Οχι, βέβαια, ως ενιαίο θέαμα. Οι δυο, όμως, αυτόνομες παραστάσεις, που θα μπορούμε να τις δούμε και συνεχόμενες -αν αντέχουμε- κρυφοκοιτάζουν, καθόλου αυθαίρετα, η μία την άλλη. Κοινά τους στοιχεία; Από το παιχνίδι των φύλων μέχρι τα στοιχεία της φάρσας

Η«Δωδέκατη νύχτα» του Σέξπιρ σε manga, περιοδικά μόδας των 60′s και φωτογραφίες των Beatles «διακινείται» στις πυρετώδεις πρόβες της διπλής παράστασης που ετοιμάζει ο Θωμάς Μοσχόπουλος: της κλασικής «Δωδέκατης νύχτας» του Σέξπιρ και μαζί τού σαρωτικού «Τι είδε ο Μπάτλερ;» του Τζο Ορτον.
Δουλειά-πρόκληση για σκηνοθέτη και ηθοποιούς, αφού τολμά να συνθέσει μια φίνα σεξπιρική κωμωδία μεταμφιέσεων με μια φάρσα παρενδυσιών στο ξέφρενο Λονδίνο τού ’60 υπό τον παιγνιώδη κοινό τίτλο «Ο,τι προτιμάτε». Κάνει πρεμιέρα στη φεστιβαλική «Πειραιώς 260» στις 22 Δεκεμβρίου, σηματοδοτώντας την έναρξη της σταθερής συνεργασίας του Μοσχόπουλου με την Ελληνική Θεαμάτων.
Η διπλή παράσταση επρόκειτο να ανεβεί στο υπερσύγχρονο «Π», το θέατρο που χτίζει η ΕΛΘΕΑ στο Γκάζι για να στεγαστεί ο Μοσχόπουλος με την καλλιτεχνική ομάδα τού παλιού «Αμόρε». Στο κυνήγι, όμως, με το χρόνο φάνηκε ότι η οικοδομή δεν θα ήταν έτοιμη εγκαίρως. Η λύση τής «Πειραιώς 260» πρόβαλε για το ριψοκίνδυνο εγχείρημα ιδανική.
Ο θεατής μπορεί να δει την παράσταση «Ο,τι προτιμάτε» με δυο διαφορετικούς τρόπους.
- Τα Σαββατοκύριακα τα δυο έργα θα παίζονται διαδοχικά το ένα μετά το άλλο, με πρώτο αυτό του Ορτον. Θα ακολουθεί ο Σέξπιρ.
- Τις καθημερινές θα παίζονται τα έργα εναλλάξ: μία μέρα το ένα, μία το άλλο.
Ποτέ, όμως, δεν θα λείπουν τα «κρυφοκοιτάγματα» της μιας παράστασης στην άλλη. Οι δυο διανομές θα είναι, με άλλα λόγια, πάντοτε στην Πειραιώς… απίκο, αφού οι ήρωες των δύο έργων θα μπαινοβγαίνουν απ’ τη μία δράση στην άλλη, έστω και για μία μόνο στιγμή … «ηδονοβλεψίας». Γιατί, όπως λέει ο Θωμάς Μοσχόπουλος, «θα υπάρχει διαρκώς και στις δυο παραστάσεις η αίσθηση ενός δεύτερου κόσμου».
Αν τώρα αναρωτιέστε τι δουλειά έχει ένας μετρ της φάρσας, όπως ο Ορτον (1933-1967), ο άνθρωπος που έβγαζε σε κάθε ευκαιρία τη γλώσσα στα χρηστά ήθη της συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας, με τον κορυφαίο Βρετανό βάρδο, ο Μοσχόπουλος είναι ξεκάθαρος:
«Δεν μου φαίνεται ο συνδυασμός παράλογος. Μόνο τολμηρός», διατείνεται. Η σύνδεση των κειμένων τού φάνταζε πολύ πιο ενδιαφέρουσα και κυρίως «πολύ πιο προκλητική» απ’το να στήσει δυο ξεχωριστές παραστάσεις των έργων σε δυο θέατρα.
«Η λογική του κολάζ είναι εξάλλου θέμα μιας ποπ κουλούρας», που τον ενδιαφέρει αυτή καθ’ αυτή, από μόνη της. «Το κολάζ σαν εικαστική κατάσταση έχει ένταση κι αντανακλά κάτι πολύ αληθινό», σχολιάζει την ώρα που κολατσίζει, για να περάσει απ’ το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» στην πρόβα της «Δωδέκατης νύχτας». «Η εποχή μας είναι κομμάτια και θρύψαλα. Αυτή είναι η ιδεολογία μας. Το καλό βρίσκεται δίπλα στο σκατό».
Δεν θα δούμε ωστόσο τα δυο έργα ανακατεμένα. «Κάθε παράσταση λειτουργεί αυτόνομα», διευκρινίζει ο Μοσχόπουλος. Οποιος θα βλέπει, όμως, μαζί και τις δυο, συνεχόμενα, θα διαπιστώνει ότι από πίσω κρύβεται ένα ενιαίο σκεπτικό. Ούτως ή άλλως, παρά το χάσμα αιώνων που χωρίζει την κλασική, πολυπαιγμένη «Δωδέκατη νύχτα» του 16ου αιώνα απ’ το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» των τρελών sixties, υπάρχουν πάρα πολλές συγγένειες που παραδόξως συνδέουν τα κείμενα. «Ο έρωτας, η παρενδυσία, η τρέλα, στοιχεία φάρσας και το background μιας απειλής, που ξεσπά σε κωμική εκτόνωση», απαριθμεί απνευστί ο Μοσχόπουλος.
Από τη μίξη των δυο θεατρικών κειμένων προκύπτει ένα οργιαστικό patchwork στιλ και εποχών: από την ελισαβετιανή και τη δεκαετία του ’60, η σκηνική δράση θα εκτινάσσεται ώς το παρόν. Το ίδιο και στο μουσικό σκέλος. Hit των Beatles θα μιξάρονται με ελισαβετιανά μουσικά μοτίβα της εποχής του Βρετανού βάρδου αλλά και πρωτότυπες συνθέσεις του Κορνήλιου Σελαμσή.
Η έκπληξη, πάντως, για τον θεατή… καιροφυλακτεί αλλού: στην παράσταση «Τι είδε ο Μπάτλερ;» τα θρυλικά σκαθάρια θα παίζουν… αυτοπροσώπως ζωντανά τις επιτυχίες τους. Δεν τους ενσαρκώνουν, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, επαγγελματίες μουσικοί, αλλά ηθοποιοί της «Δωδέκατης νύχτας». Ο Ορσίνο – Χρήστος Λούλης είναι ο Λένον. Ο Φέστε – Αργύρης Ξάφης, ο Πολ Μακάρτνεϊ. Ο σερ Αντριου – Θάνος Τοκάκης, ο Ρίνγκο Σταρ. Και ο σερ Τόμας – Σωκράτης Πατσίκας, ο Τζορτζ Χάρισον. Στο πιάνο τούς συνοδεύει ο γιατρός Πρέντις της διανομής τού Ορτον, Γιώργος Γλάστρας.
«Ενα περίεργο σκοτεινό τσίρκο», συνοψίζει το τελικό σκηνικό αποτέλεσμα ο σκηνοθέτης. Πίσω απ’ το συνολικότερο εγχείρημα κρύβεται πάντως και μια εντελώς «προσωπική ανάγκη» του για κωμωδία. «Οχι για εύκολη κωμωδία. Για δύσκολη», διευκρινίζει. «Λατρεύω το μπλακ χιούμορ. Ο Ορτον ενώ κάνει φάρσα είναι πολύ σκοτεινός. Αλλά πάντα λυτρώνεσαι διακωμωδώντας».
Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν βρίσκει τον Βρετανό μετρ της μαύρης κωμωδίας ευκολότερο απ’ τον κορυφαίο συμπατριώτη του ποιητή. «Και τα δυο έργα έχουν τη δυσκολία τους», αναφέρει ο Μοσχόπουλος, «αλλά ο Ορτον έχει ειδική δυσκολία, λόγω της κλειστής του φόρμας. Απαιτεί συγκεκριμένη τεχνική. Αν δεν την υπηρετήσεις, αν δεν ακολουθήσεις το ρυθμό, το έργο μοιάζει αδύναμο». Ο Σέξπιρ, αντιθέτως, είναι πολύ πιο ανοιχτός σε αναγνώσεις. «Παίζεται και έτσι και αλλιώς».
Το διαπιστώσαμε εμπράκτως στις πρόβες, μέσα στο εύπλαστο, ευφυώς μεταλλασσόμενο σκηνικό του Κωνσταντίνου Κυπριωτάκη με την τεράστια προοπτική. Σ’ αυτό θα εκτυλίσσονται άλλωστε και οι δύο παραστάσεις… Ενώ στον Ορτον οι ηθοποιοί δοκιμάζονται σε βασανιστικά slow motion και fast forward, στη «Δωδέκατη νύχτα» έχουν την ελευθερία να επιδίδονται σε αυτοσχεδιασμούς κατά τη διάρκεια ενός ελεγχόμενου απ’ το σκηνοθέτη σκηνικού παιχνιδιού. Λίγο πολύ όλα μπορούν να δοκιμαστούν καθώς τα παιδιά προτείνουν στον Μοσχόπουλο πιθανές εναλλακτικές λύσεις. *
«Δωδέκατη νύχτα»: με όπλο τον αυτοσχεδιασμό
Η Βιόλα – Ιωάννα Παππά, η σεξπιρική ηρωίδα που μεταμφιέζεται σε αγόρι όταν διασώζεται από ναυάγιο στις ακτές της Ιλλυρίας, αυτοσχεδιάζει γύρω απ’ τις μεταλλικές θύρες του σκηνικού.
Ως άνδρας υπηρετεί τον δούκα Ορσίνο – Χρήστο Λούλη. Μαζί δοκιμάζουν, έπειτα από υπόδειξη του σκηνοθέτη, «τις αποστάσεις» πάνω στη σκηνή. Ο πνευματώδης Φέστε – Αργύρης Ξάφης, ντυμένος σαν γελωτοποιός ή τρελός, σκαρφαλώνει στο σκηνικό, και χώνει το μουτράκι του όπου μπορεί. Είναι το άγρυπνο πνεύμα που παρακολουθεί τα πάντα.
«Τα έργα προκάλεσαν τη διανομή», αποκαλύπτει ο Μοσχόπουλος. Ετσι αντικείμενο του έρωτα του Ορσίνο ήτοι η σεμνή Ολίβια, που έχει ερωτοχτυπηθεί για τη μεταμφιεσμένη σε αγόρι Βιόλα, που είναι η Μαρίσα Τριανταφυλλίδη. Σεμπάστιαν, ο δίδυμος αδελφός της Βιόλα, είναι ο Προμηθέας Ελευθερόπουλος. Ματαιόδοξος αρχιθαλαμηπόλος Μαλβόλιο, ο Νίκος Καραθάνος.
«Μέσα από αυτοσχεδιασμούς αναζητούμε τους τρόπους που το κείμενο του Σέξπιρ δεν θα φαίνεται σήμερα γραφικό», εξηγεί ο Αργύρης Ξάφης. «Ο Σέξπιρ δημιούργησε τα έργα του μετά το Μεσαίωνα, αλλά δανείζεται φόρμες απ’ την commedia dell arte. Συγχρόνως, έχει έναν λόγο ποιητικό. Εξερευνούμε πώς όλα αυτά θα μπορούσαν να αφομοιωθούν και να χρησιμοποιηθούν σήμερα. Εχει πολλή δουλειά το εγχείρημα. Γι’ αυτό και τα πράγματα είναι ακόμα τόσο ανοιχτά».
Μπορεί να φαίνεται στις δοκιμές της «Δωδέκατης νύχτας» ότι ο Μοσχόπουλος έχει τα λουριά λυτά, αλλά «από την πορεία τόσων χρόνων μαζί έχουμε καταλήξει σε συγκεκριμένες ασκήσεις. Ετσι, ακόμα και στους αυτοσχεδιασμούς μας, βλέπετε το “ζουμί” της δουλειάς που έχουμε κάνει τόσα χρόνια».
Ο Αργύρης Ξάφης μάς υποδεικνύει έναν ακόμη πρωταγωνιστή, που οφείλουν οι ηθοποιοί να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους στους αυτοσχεδιασμούς: το σκηνικό. Η λειτουργικότητά του ξεδιπλώνεται «φύλλο-φύλλο», καθώς σιγά σιγά ανοίγει και αποκαλύπτεται ολοένα και μεγαλύτερο βάθος. «Τα πολλά επίπεδα του κόσμου», κατά τον Μοσχόπουλο.
Η δράση πάντως θα περιστρέφεται ή θα «βουτά» (όπως στο παιχνίδι της Βιόλας με τον Ορσίνο) στη μακρόστενη πισίνα με νερό, μια υδάτινη λωρίδα που κυριαρχεί στο μέσο της σκηνής. Το σκηνικό είναι ωστόσο σχεδιασμένο ώστε να διευκολύνεται και ένα πολύ βασικό κλισέ της φάρσας: το διαρκές ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας.
«Τι είδε ο Μπάτλερ;»: kinky, αλλά καλοκουρδισμένο
Η καλή κοινωνία του Λονδίνου αποδομείται… ηδονικά μέσα από ερωτικές «ακροβασίες» και παρενδυσίες στο «Τι είδε ο μπάτλερ;» του Ορτον. Ανδρες ντύνονται γυναικεία και γυναίκες ανδρικά, ενώ πόρτες ανοιγοκλείνουν φρενιασμένα.
Η Λυδία Φωτοπούλου, η άτακτη, σεξομανής κυρία Πρέντις, ξεφυλλίζει στο διάλειμμα της πρόβας τα vintage περιοδικά γυναικείας μόδας. Με ένα από τα φορέματα των σελίδων τους θα ντυθεί στην παράσταση. Ο Μοσχόπουλος, που έχει ξεκάθαρη εικόνα για την αισθητική των πραγμάτων, ζητά από τη σκηνογράφο Κλερ Μπρέσγουελ το φόρεμά της να είναι λεοπάρ. «Ετσι θα είναι και πιο kinky», εξηγεί.
Η Αννα Καλαϊτζίδου, η Τζέραλντιν Μπέρκλεϊ, με άλλα λόγια, η υποψήφια γραμματέας τού ψυχιάτρου dr Πρέντις, θα αναβιώνει την εικόνα ενός pin up girl. Αλλωστε, τη συνέντευξή της για τη θέση της γραμματέως την περνάει… γυμνή.
Η σκηνή της εξέτασης γίνεται γκροτέσκα όταν εισβάλλει ξαφνικά στο ιατρείο η κυρία Πρέντις, και ο γιατρός κρύβει τη γυμνή κοπέλα πίσω από κουρτίνα. Ομως, και η κυρία Πρέντις έχει λερωμένη τη «φωλιά» της. Πέρασε τη βραδιά με τον νεαρό γκρουμ Νίκολας Μπέκετ (Ομηρο Πουλάκη), που σήμερα την εκβιάζει. Για να μη βγάλει τα άπλυτά της στη φόρα, της ζητά «αντίδωρο» τη θέση γραμματέα στο ιατρείο του συζύγου της. Η εμφάνιση ενός επιθεωρητή (Κώστας Μπερικόπουλος) στο ιατρείο για έλεγχο προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις και τρελές… παρενδυσίες.
Ο Μοσχόπουλος ζητά από τους ηθοποιούς να περάσουν την πρώτη σκηνή του Ορτον, που είναι σχεδόν έτοιμη, slow motion. Αργότερα θα ακολουθήσει και το fast forward.
«Με το slow motion ξεκαθαρίζουν τα πράγματα, γιατί το κείμενο έχει από κάτω υλικό που τρέχει σε απίστευτο ρυθμό», παραδέχεται η έμπειρη Λυδία Φωτοπούλου. «Και στο fast forward θα πρέπει να εμπεριέχονται όλες οι ποιότητες. Το έργο πρέπει τελικά να βγει σαν μια τέλεια καλοκουρδισμένη μηχανή».
Στις πρόβες όλα συντελούνται σε ένα καζάνι υγιούς ομαδικότητας και ένα κλίμα 100% παρεΐστικο. «Προίκα» του «Αμόρε»; «Εχει μπαγιατέψει πια αυτή η ιστορία», με προσγειώνει ο Μοσχόπουλος. «Δεν είμαστε εμείς μόνο το “Αμόρε”. Θα ήταν άδικο για τον Γιάννη (σ.σ. Χουβαρδά). Το “Αμόρε” ήταν μια συνάντηση πολλών ανθρώπων. Εδώ ξεκινάμε από την αρχή».