Ο ΓΙΩΡΓOΣ ΒΕΛΤΣOΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΠΟΥΘΕΝΑ» ΤΟΥ Δ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ: Το τίμημα του μελό

Του Γιώργου Βέλτσου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και οι συντελεστές της παράστασης «Πουθενά», υποκλίνονται στο κοινό στην επίσημη πρεμιέρα με την οποία έγιναν τα εγκαίνια της κεντρικής σκηνής του ανακαινισμένου Εθνικού Θεάτρου
  • Η ευφυής επιλογή του Γιάννη Χουβαρδά με το «Πουθενά» του Παπαϊωάννου υποδηλώνει καταρχάς ότι το ίδιο το θέατρο είναι το πουθενά

Αυτός ο άτοπος τόπος, η πλατωνική Χώρα, η φροϋδική «σκηνή» του ονείρου, το πουθενά, αποδεικνύει ότι «η ζωή είναι ένα όνειρο» και δεν μπορεί παρά να είναι πουθενά. Όποιος την υπηρετεί από κάπουαπό θώκους-, τη διαβάλλει και την εμπαίζει. Εξ ου και η αναγκαιότητα της τέχνης.

Θεώρησα περιττές, πριν από την παράσταση, τόσο τις επιφυλάξεις της Ε. Αρβελέρ, όσο και τις δικαιολογίες του καλλιτεχνικού διευθυντή, ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, πως με το «Πουθενά» του Παπαϊωάννου αναδεικνύεται η τεχνολογία της σκηνής, ως εάν το έργο να μην μπορούσε να παρουσιαστεί πουθενά αλλού. Θα θυμήθηκε ίσως εκείνον τον διαφημιστικό δίσκο των 33 στροφών που χάριζε η Grundig, τη δεκαετία του ΄60, σ΄ όποιον αγόραζε τα πρώτα hi-fi: δεν άκουγες το αλέγκρο του «Αυτοκρατορικού Κοντσέρτου» του Μπετόβεν, αλλά εξακρίβωνες την πιστότητα του μηχανήματος.

Ο Παπαϊωάννου προσφέρεται. Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο «εθνικός» μας πλέον καλλιτέχνης θα μπορούσε, με το «Πουθενά» του, στην πρεμιέρα του Εθνικού, να αντικαταστήσει τον Εθνικό Ύμνο μιας no man΄s land. Όμως, το ίδιο έργο- ή περίπου το ίδιο -, ως «Ρέκβιεμ» τότε, πριν από πολλά χρόνια, στην εγκαταλελειμμένη Ηλεκτρική του Μοσχάτου, προανήγγελλε και θρηνούσε αυτό που σήμερα επιθυμεί ο Παπαϊωάννου και που η ιδιότητά του ως «εθνικού» δεν του επιτρέπει να το ολοκληρώσει: να καταχωρηθεί στους απάτριδες δημιουργούς που δεν θέλουν να συμμετάσχουν στον «ψευδολόγο φυλετικό αυτοθαυμασμό», όπως ο Νίτσε και που, όπως ο Μπέκετ, γράφουν «κείμενα για το τίποτα».

Αυτό που με καθιστά επιφυλακτικό απέναντι στον Παπαϊωάννου ως μετωνυμία του «εθνικού» είναι ότι σήμερα «εθνικός» δεν γίνεσαι, αν δεν σε αποδεχθεί η high society και η Γιάννα Αγγελοπούλου που σε χρίζει «εθνικό». Στην αφρόκρεμα που ήταν τις προάλλες συγκεντρωμένη στην πλατεία του Εθνικού, ο Παπαϊωάννου έτεινε έναν τεράστιο καθρέφτη αντί αυλαίας. Δεν αντικατοπτριζόταν, όμως, η αφρόκρεμα, αλλά ο ίδιος, το ομοίωμα του οποίου, πριν αρχίσει η παράσταση, χάθηκε μέσα στον καθρέφτη. Διότι αυτός ο ταλαντούχος καλλιτέχνης κατάλαβε πως ό,τι έχει σημασία στην τέχνη δεν είναι το σημαινόμενο νόημα, αλλά οι αντικατοπτρισμοί του σημαίνοντος. Και ο Παπαϊωάννου- το είδωλο- έγινε το σημαίνον αυτής της κοινωνίας, αναδεικνύοντας, συγχρόνως με τα συστατικά μέρη του έργου (λόγου χάριν, τα τραμπουκέτα και τις τροχαλίες της σκηνής), τα κοινωνικά γρανάζια μιας μηχανής που ανεβάζει και κατεβάζει η ίδια τους μηχανισμούς της.

Θα έλεγα, αν μου επιτρέπεται η αβυσσαλέα αναλογία, ότι ο Παπαϊωάννου κάνει ό,τι και ο Μαλαρμέ: δηλώνει αυτό που φαίνεται ως μια μορφή οργάνωσης στον χώρο, μετατρέπει τον χώρο σε χορό, διδάσκει μια χορογραφία «μαύρο πάνω στο λευκό» (noir sur blanc), μελάνι πάνω στο χαρτί, πέλμα πάνω στο σανίδι.

Όμως, επειδή εκτιμώ τον Παπαϊωάννου και δεν θέλω να συμβάλω στην «α λα Παλλάς» παπαϊωαννομανία, θα τον προέτρεπα να σώσει την τέχνη του, επιστρέφοντας στα καταγώγια- και τιμώντας έτσι τον Τσαρούχη, ο οποίος, σημειωτέον, έκρινε ύποπτο ό,τι θεωρείται ως εθνικό.

Εάν η Αν Τερέζα ντε Κεερσμάακερ δεν μας είχε δείξει πρόσφατα, στο Φεστιβάλ Αθηνών, το «Τhe Song» και τη γυμνή σκηνή του Μεγάρου, ο Παπαϊωάννου, χωρίς τη χατζιδάκεια ευαισθησία, χωρίς συγκίνηση και χωρίς ενισχυτές στις σόλες των παπουτσιών των χορευτών του για να πολλαπλασιάζεται το τρίξιμο στο πάτωμα, δεν θα κινδύνευε να θεωρηθεί απλώς ως ένας ακόμη bon (pour l΄ Οrient;) καλλιτέχνης

Αυτό που με καθιστά επιφυλακτικό απέναντι στον Παπαϊωάννου ως μετωνυμία του «εθνικού» είναι ότι σήμερα «εθνικός» δεν γίνεσαι, αν δεν σε αποδεχθεί η high society

  • Δεν μετριάζει τον ναρκισσισμό

Αισθηματίας και λάτρης του ρελαντί που ομορφαίνει τη ροή, ο Παπαϊωάννου δεν ξεσχίζει τα πέπλα της ομορφιάς, δεν μετριάζει τον απαραίτητο ναρκισσισμό του καλλιτέχνη, δεν αφήνει να φανεί η διονυσιακή μουσούδα του Πραγματικού. Αρέσει- τι κακό σημάδι!- με τίμημα να οδηγείται στο μελό. Όποιος ναρκώνει και ναρκώνεται από την ωραία εικόνα, πνίγεται. Ακόμη κι όταν ανάγει τα συστατικά της κίνησης στα βηματάκια απ΄ όπου ξεκινά η ζωή, καταλήγει, με τη διαδικασία του keep walking, στη φίρμα. Κι έτσι, σε μιαν άπιστη εποχή, όπου από τους τάφους βγαίνει η Ρrada, τι αξία έχει το εύρημα των χαρτονένιων τάφων που ανοίγουν, υπαινιγμός προφανώς στην ευαγγελική ρήση, όταν ο Ιησούς παραδίδει το πνεύμα στην Ιερουσαλήμ; Κι αν η αισθητική εικόνα του καλλίγραμμου γυμνού ζευγαριού, στο τέλος, παραπέμπει ίσως στην Τελευταία Κρίση του Σινιορέλι στο Ορβιέτο, εκεί οι εξόριστοι εμφανίζονται γυμνοί και άσχημοι.

Γυμνό από γυμνό… διαφέρει!

Χωρίς φύλλο συκής εμφανίστηκαν από το… «Πουθενά» δύο χορευτές, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια, του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου και άλλων εκπροσώπων της πολιτικής ηγεσίας του τόπου στην επίσημη πρεμιέρα του Δημήτρη Παπαϊωάννου! Με την παράσταση αυτή εγκαινιάστηκε κι επισήμως η ανακαινισμένη εκ βάθρων Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, κτίριο Τσίλλερ.

Παρά τα όσα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας πριν την παράσταση περί ασέβειας, ένα είναι το σίγουρο: η επίμαχη σκηνή δεν προσέβαλε τη δημόσια αιδώ, αλλά ούτε την αισθητική του Προέδρου και του πρωθυπουργού, αφού το γυμνό του καλλιτέχνη πέρασε σαν σε ταμπλό βιβάν στην παράσταση, που χειροκροτήθηκε θερμά.

«Αγνό και φυσικό» χαρακτήρισε ο μεγάλος χορογράφος μας αυτό το γυμνό, «σχεδόν θρησκευτικό». Αναμφίβολα, έτσι πέρασε από τα μάτια της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας. Οσο για τον ντόρο που έγινε πριν από την παράσταση, ότι η διοίκηση της πρώτης κρατικής μας σκηνής συνήλθε για να ζητήσει από τον Παπαϊωάννου να περικόψει τη σκηνή, δεν φαίνεται να ευσταθεί, αφού δεν ετέθη καν τέτοιο θέμα.

Ούτε όμως ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι θα φορέσει «μπούργκα», όπως έγραψαν οι bloggers, από σεμνοτυφία για να μη δει το γυμνό. Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Ιερώνυμος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί γιατί είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις στην Καρδίτσα.

Ο κ. Παπαϊωάννου παραδέχτηκε ότι έθεσε «τον προσωπικό του προβληματισμό στον διευθυντή του θεάτρου, Γιάννη Χουβαρδά». «Μόνο στα επίσημα εγκαίνια όπου θα παραστεί ο Αρχιεπίσκοπος να ντύνονταν οι χορευτές. Το θέμα έμεινε όμως εκεί», είπε χαρακτηριστικά.

Αλλωστε, ο ίδιος ο διεθνούς φήμης χορογράφος δήλωσε ότι έχει την «αρετή των ταξιτζήδων», με την έννοια ότι οι ταξιτζήδες γνωρίζουν τους άλλους ακριβώς όπως είναι, γιατί η ζωή τούς επιβάλλει να βρίσκονται μέσα σε κάθε τάξη ανθρώπων.

«Ετσι και η δική μου ζωή, στο περιθώριο που κινήθηκα, με έφερε σε επαφή με ανθρώπους απ’ οπουδήποτε και δεν άλλαξε ποτέ η θετική διάθεση με την οποία προσπαθώ να ανακαλύψω τους ανθρώπους, ανεπηρέαστα από τον ταξικό προσδιορισμό και τη μόρφωσή τους».

  • ΣΜ. ΜΙΧ., Espresso, 26/10/2009

Απόψεις για το “νέο” Εθνικό Θέατρο και το “Πουθενά”…

ΥΠΟΒΟΛΕΙΟ

Tου Βασίλη Aγγελικόπουλου, Η Καθημερινή, 25/10/2009

• Τι κατάφερε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου με το «Πουθενά» που εγκαινίασε την ολόλαμπρη πάλι σκηνή του Εθνικού Θεάτρου; • Κατάφερε να ενορχηστρώσει σε αρμονικό όλον τρομερούς μηχανισμούς της σύγχρονης σκηνικής τεχνολογίας και ανθρώπινα σώματα. • Μας έδειξε έτσι τι θα λειτουργεί στο εξής πίσω, κάτω και πάνω από τις παραστάσεις που θα βλέπουμε σ’ αυτή την πλήρως εκσυγχρονισμένη σκηνή. • Μας επέδειξε δε στο τέλος και δύο ωραιότατα γυμνούλια • μπροστά μπροστά στο προσκήνιο, με μόνη τη βαριά βελούδινη αυλαία πίσω τους • σαν να μας έλεγε ότι καλοί και άγιοι αυτοί οι φοβεροί μηχανισμοί αλλά εντέλει θέατρο είναι ο ηθοποιός γυμνός επί σκηνής. • Δεν «ενθουσίασε» πάντως η παράσταση, αν κρίνουμε από τα δύσθυμα σχετικά δημοσιεύματα: • «Μικρό» «λίγο» «χωρίς νοηματικό πυρήνα» «άψογα εκτελεσμένο αλλά άψυχο» «ψυχρό» κ. λπ. • Aλλη είναι η δική μου ένσταση: • Πολύ «σκοτεινό», βρε παιδί μου, σχεδόν ατμόσφαιρα ζόφου! • Θέατρο εγκαινιάζουμε, με παράδοση, με ζωή, μύθο, χυμούς. • Χάθηκε και λίγη χαρά, λίγο χρώμα • που ήταν όλα μαύρη μαυρίλα πλάκωσε εκειπάνω! • Καλορίζικο να είναι το θέατρο, εν πάση περιπτώσει. • Ευχαριστούμε, όπου κι αν είσαι, Νίκο Κούρκουλε. • «Αρχισε!», μου είχε πει, όχι μία ή δύο φορές. • «Στην Ελλάδα ζούμε βέβαια και δεν μπορώ να ξέρω πότε θα τελειώσει, ούτε αν εγώ θα είμαι κοντά σας στα εγκαίνιά του, αλλά άρχισε! Που θα πει ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει». • Υποθέτω ότι στα επίσημα τουλάχιστον εγκαίνια θα ειπωθούν δύο λόγια για τον αγώνα που έκανε ο Κούρκουλος προκειμένου να μπει μπροστά το έργο και να εξασφαλιστεί οικονομικά η ολοκλήρωσή του. • Θαυμαστά σεβαστική προς το αρχιτεκτόνημα και η δουλειά που έγινε στην αναπαλαίωση του κτιρίου. • Ελαμψε ξανανιωμένη η αίθουσα του θεάτρου. • Υπέροχα δε τα πομπηιανά χρώματα των τοιχογραφιών στο φουαγέ του πάνω ορόφου. • Ψυχρό, γυμνό και άψυχο όμως • -Λαπωνία! – • το φουαγέ εισιτηρίων και αναμονής, • πολλή μουντάδα • έως και καντίφλα • στα χρώματα του μπαρ του ισογείου. • Εδώ και τώρα αλλαγή! • Θέατρο είναι μέσα, δεν είναι ναός καλβινιστών. • Υποθέτω δηλαδή..

ΠΡΕΜΙΕΡΑ. Ολοι οι καλοί χωράνε

  • Οι παρουσίες, οι απουσίες, τα σχόλια και οι αβρότητες στο ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ του Εθνικού Θεάτρου που εγκαινιάστηκε την περασμένη Παρασκευή

  • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Φωταγωγημένο και λαμπερό, το βράδυ της περασμένης Παρασκευής το Εθνικό Θέατρο εγκαινίασε το πλήρως ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ. Οκτώ χρόνια μετά, η πρώτη σκηνή της χώρας επιστρέφεται σε εκείνους στους οποίους ανήκει: τους δημιουργούς και τους θεατές.

Επί της υποδοχής ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού κ.Γιάννης Χουβαρδάς- συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, ηθοποιό, Αλκηστη Πουλοπούλου-, καθώς και ο αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ.Ιωάννης Θεοδωρόπουλος . Στην είσοδο επίσης ο κ. Πρόδρομος Εμφιετζόγλου της Μηχανικής, της οποίας η θυγατρική Θόλος είχε αναλάβει την ανακαίνιση.

Στην Αίθουσα Χορού, του πρώτου ορόφου, πραγματοποιήθηκε η τελετή των εγκαινίων παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ.Κ. Παπούλια, τον οποίο είχαν υποδεχθεί από κοινού στην είσοδο του κτιρίου Τσίλερ ο κ. Χουβαρδάς και ο υπουργός Πολιτισμού κ.Παύλος Γερουλάνος. Νωρίτερα οι δύο άνδρες είχαν δεκάλεπτη τετ α τετ συνάντηση στο μπαρ του θεάτρου. Παρόντες στα εγκαίνια ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.Κ. Στεφανόπουλος, οι πρώην πρωθυπουργοί κκ.Κ. Σημίτης και Κ. Μητσοτάκης, ο υπουργός Οικονομικών κ.Γ. Παπακωνσταντίνου, η υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας κυρία Λούκα Κατσέλη, η υπουργός Παιδείας κυρίαΑννα Διαμαντοπούλου, ο υφυπουργός Μεταφορών κ.Ν. Σηφουνάκης, ο δήμαρχος Αθηναίων κ.Ν.Κακλαμάνης. Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας κ.Π.Παναγιωτόπουλος εκπροσώπησε την αντιπολίτευση. Μεταξύ πολλών άλλων ήταν και οι κυρίες Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Νόνικα Γαληνέα, Ξένια Καλογεροπούλου, οι κκ. Αγγ. Δεληβορριάς, Γ.Μπαμπινιώτης, καθώς και σύσσωμη σχεδόν η οικογένεια Μαρίνου Γερουλάνου. Απών ήταν ο Αρχιεπίσκοπος κ.Ιερώνυμος, ενώ στα εγκαίνια δεν παρέστη και η κυρία Μαριάννα Λάτση. Ο πρωθυπουργός κ.Γ. Παπανδρέου και η σύζυγός του Αντα έφθασαν αργότερα στο Εθνικό και παρακολούθησαν το «Πουθενά», το οποίο άρχισε ακριβώς στις 9 μ.μ. Για την παράσταση καλεσμένοι ήταν επίσης ηθοποιοί που υπηρέτησαν στο παρελθόν το Εθνικό Θέατρο, όπως οι κυρίες Κάκια Παναγιώτου, Καίτη Λαμπροπούλου, Ολγα Τουρνάκη, Μαρία Σκούντζου, οι κκ. Κώστας Καστανάς, Αγγελος Αντωνόπουλος και Νικήτας Τσακίρογλου. Ηταν ακόμη εκεί η κυρία Μαρία Δαμανάκη, ο κ.Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο κ.Διονύσης Φωτόπουλος κ.ά.

Το όνομα του Νίκου Κούρκουλου ακούστηκε πολλές φορές μέσα στην Αίθουσα Χορού από όλους τους ομιλητές, οι οποίοι και του απέδωσαν το πείσμα και το πάθος για την ανακαίνιση του κτιρίου Τσίλερ. Ο υπουργός Πολιτισμού κ. Π. Γερουλάνος ξεκίνησε ανατρέχοντας στη σημασία του Εθνικού, που συνδέει το παρελθόν και το μέλλον, ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει όλους τους υπουργούς Πολιτισμού που στήριξαν το έργο από το 2003, για να καταλήξει ότι«το Εθνικό είναι το οχυρό της παράδοσης και της πρωτοπορίας». Από την πλευρά της η κυρία Ελένη Αρβελέρ, πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού, απευθυνόμενη στον υπουργό Πολιτισμού τού υπενθύμισε ότι το ανακαινισμένο κτίριο έχει πολλαπλάσια έξοδα από το παλαιότερο, ενώ διαχώρισε δημοσίως τη θέση της από την επιλογή του χοροθεάτρου «Πουθενά» ως εναρκτήριου έργου στο Εθνικό Θέατρο. Τέλος, ο κ. Χουβαρδάς, αφού ευχαρίστησε όλους όσοι συνέβαλαν στην ολοκλήρωση αυτού του έργου, εξήγησε ότι επέλεξε τονΔημήτρη Παπαϊωάννου γιατί πιστεύει ότι το Εθνικό πρέπει να συνεργάζεται με «ό,τι καλύτερο υπάρχει», πολλώ δε μάλλον που το «Πουθενά» επιτρέπει την«πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Κεντρικής Σκηνής». Μετά τα εγκαίνια και πριν από την έναρξη του «Πουθενά» η αρχιτέκτων κυρία Λίνα Μπαντέκα, εργοταξιάρχις από την πλευρά της κατασκευάστριας εταιρείας, ξενάγησε τους επίσημους καλεσμένους σε όλους τους χώρους του Εθνικού, εξηγώντας τους την οκταετή περιπέτεια του κτιρίου Τσίλερ- από το εργοτάξιο ως τα εγκαίνια.

Τα ψέματα απαιτούν χρόνο

  • «Dead line» για τον Γιάννη Βούρο που εξηγεί πώς έγραψε το θεατρικό έργο του, στο οποίο σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, ενώ παράλληλα ασκεί και τα βουλευτικά του καθήκοντα

Oλα αυτά που θελήσαμε να πούμε και δεν είπαμε ποτέ. Τα συγνώμη και τα ευχαριστώ που δεν προλάβαμε. Λόγια σκληρά ή τρυφερά, αγάπης ή πίκρας, συναισθήματα οργής, στοργής, ενδιαφέροντος, πράγματα που σκεφτήκαμε και με τα οποία τρομάξαμε – ακόμη και με τη σκέψη που κάναμε. Kάτω από ένα μεγάλο σοκ καταπιεσμένα, ξεχασμένα, ανεκπλήρωτα αισθήματα εξωτερικεύονται. Το σοκ, εν προκειμένοις, έχει να κάνει με τον χρόνο που είναι πεπερασμένος και διαρκεί όσο εκείνος θέλει. Κάπως έτσι ο ήρωας φτάνει στο «Dead line», όπως τιτλοφορείται το θεατρικό έργο του Γιάννη Βούρου που κάνει πρεμιέρα στις 7 Νοεμβρίου, στο θέατρο «Προσκήνιο».

Τα ψέματα απαιτούν χρόνο
  • Τέσσερις συναντήσεις

«Το θέατρο δεν προσβάλλει τη Βουλή. Δεν θα ήθελα να αντιπαρατεθούν οι δύο μου παρουσίες, στον καλλιτεχνικό και τον πολιτικό χώρο», λέει ο Γιάννης Βούρος.

«Το θέατρο δεν προσβάλλει τη Βουλή. Δεν θα ήθελα να αντιπαρατεθούν οι δύο μου παρουσίες, στον καλλιτεχνικό και τον πολιτικό χώρο», λέει ο Γιάννης Βούρος.

«Τα ψέματα προϋποθέτουν την πολυτέλεια του χρόνου. Πριν όμως το φεγγάρι ξαναβγεί, χρόνος δεν υπάρχει. Τέσσερις συναντήσεις με τις τέσσερις γυναίκες που καθόρισαν τη ζωή του ήρωα. Σε αυτές τις συναντήσεις δεν μπορεί να ζήσει κανένα ψέμα. Μόνο αλήθειες λέγονται. Που αντιστέκονται. Που επιτίθενται. Που βιάζουν. Που παραδίνονται. Που σε αναγκάζουν να θυμηθείς όλα όσα ήθελες να ζήσεις και δεν έζησες. Ισως τελικά οι πιο μεγάλες αλήθειες είναι αυτές που κρύβουμε ύπουλα τόσα χρόνια από εμάς τους ίδιους, από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Πριν το φεγγάρι ξαναβγεί… Τέσσερις συναντήσεις που δεν τολμήσαμε ποτέ…», κωδικοποιεί την ιστορία ο συγγραφέας (σκηνοθέτης αλλά και πρωταγωνιστής της παράστασης).

«Δεν είναι δραματικό το έργο. Είναι βαθιά κοινωνικό, υπαρξιακό, με πολύ χιούμορ, αγάπη, έρωτα. Αυτός ο άνθρωπος μαθαίνοντας ότι σε έξι μήνες πεθαίνει -έρχονται στη ζωή μας μερικά πράγματα που ανατρέπουν όλα μας τα προγράμματα κι όλα μας τα σχέδια- αποφασίζει να πει αυτά που δεν είπε ποτέ, αυτά που σκέφτηκε κι επιτέλους ήθελε να τα καταθέσει».

Μπροστά σε αυτή του την απόφαση συναντάει τις τέσσερις προεξάρχουσες παρουσίες στη ζωή του: τη γυναίκα του, που αντιπροσωπεύει τις τωρινές σχέσεις γενικότερα. Μια πρώην σχέση, που αντιπροσωπεύει το παρελθόν κι ό,τι αυτό κουβαλάει -με τις κακές και τις καλές του πλευρές. Μια ουτοπική σχέση («όλοι μας είχαμε τέτοιες παρουσίες στη ζωή μας, φτιάξαμε πράγματα μέσα στο κεφάλι μας από μόνοι μας που ίσως ποτέ δεν τολμήσαμε να τα κάνουμε πραγματικότητα»), αλλά και τη μάνα του η οποία φέρει «όλο το γονεϊκό στοιχείο που παίζει καθοριστικό ρόλο στις ζωές μας».

Η τελευταία του συνάντηση είναι με τον… «κλόουν του πάρτι». Γιατί όλο το έργο έχει το ηχητικό μπακγκράουντ ενός παιδικού πάρτι: από χάπι μπέρθντεϊ, μέχρι κλόουν και τραγουδάκια, φωνές, μαμάδες, παιδιά, παιχνίδια. «Εχουμε ένα πάντρεμα της ζωής που φεύγει και μιας ζωής που έρχεται… Ο κλόουν είναι το άλτερ έγκο του ήρωα, ο άγγελός του, η συνείδησή του, ο γρύλος του Πινόκιο που λέει αλήθειες και του απομυθοποιεί τον όποιο προαιώνιο φόβο αναχώρησης αλλά και συγχρόνως του δίνει ένα μάθημα ζωής μέσα σε δέκα σελίδες.

«Είναι και η τελευταία συνάντηση μέσα στο έργο, ένα μάθημα ζωής που κάποιος το παίρνει και φεύγει και λέει «ναι, αξίζει να ζούμε. Η ζωή είναι ωραία. Κι αυτό που την κάνει πιο ωραία είναι ότι δεν κρατάει για πολύ. Η καλύτερη ιδέα που είχε ο Θεός είναι που έκανε τη ζωή»».

Η συγγραφή είναι για τον Γιάννη Βούρο μία ακόμη πτυχή της καλλιτεχνικής του έκφρασης. Αρθρα, δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά, το θεατρικό «Αρωμα ανδρών», το μυθιστόρημα «Μ’ ένα φλασάκι στο μυαλό». «Στο συρτάρι μου υπάρχουν πολλά αδημοσίευτα κείμενα».

Ωστόσο, «πάντα υπήρχαν πράγματα που με αφορούσαν, που ήθελα να λεχθούν επί σκηνής». Ψάχνοντας προς αυτή την κατεύθυνση, με θεματολογία «το ευ ζην, το ευ θνήσκειν, το θέμα της επικοινωνίας με τα παιδιά ενός κατώτερου θεού, του ρατσισμού, δεν έβρισκα κάτι στο δραματολόγιο που να με αντιπροσωπεύει. Τότε ήταν που σκέφτηκα μήπως πρέπει να γράψω αυτά που θέλω να πω». Πόσο προσωπικό είναι το έργο; «Πάντα έχουμε προσωπικές καταθέσεις στα γραπτά μας». Και το σκηνοθετείτε ο ίδιος. Γιατί; «Μόνος μου το σκέφτηκα, μόνος μου θα το ολοκληρώσω. Να έχω εγώ την ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα. Να μην έχω άλλοθι».

Ωστόσο, για τον Γιάννη Βούρο, αυτή τη στιγμή προέχει η βουλευτική του ιδιότητα. Μετά την εκλογή του ως βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ παραιτήθηκε από τη δημοφιλή σειρά «Πολυκατοικία» του «Μέγκα» στην οποία κρατούσε έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

«Κάποιοι περιμένουν από αυτή την εκλογή. Γι’ αυτό και παρατάω την τηλεόραση. Και το έχω υποσχεθεί: μία φορά την εβδομάδα με τους συνεργάτες μου θα κατεβαίνουμε και θα πηγαίνουμε στους ανθρώπους που μας έχουν ανάγκη και που τους έχουμε ανάγκη, για να μαθαίνουμε τι συμβαίνει στις γειτονιές, τι συμβαίνει στον κόσμο, στα σωματεία, τους φορείς, τους οργανισμούς… Ο βουλευτής δεν πρέπει να οχυρώνεται στο βουλευτικό του γραφείο, σε ένα τίτλο, ένα αξίωμα. Η εκλογή μου με γέμισε ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που με επέλεξαν να τους εκπροσωπήσω. Εχουμε απαξιώσει το κοινοβούλιο, την πολιτική, τους πολιτικούς. Μα είναι ο μοναδικός τρόπος που έχουμε να υποστηρίξουμε κάποια πράγματα ή να επαναπροσδιορίσουμε το βάρος τους».

Επίσης σχολιάζει ότι «παραιτήθηκε του δικαιώματός του της φρουράς. Είναι πολύ πιο χρήσιμοι ένας ή δύο αστυνομικοί σε άλλα πόστα».

Και πώς θα συνδυάζει θέατρο και Βουλή; «Το θέατρο δεν προσβάλλει τη Βουλή. Δεν θα ήθελα να αντιπαρατεθούν οι δύο μου παρουσίες στον καλλιτεχνικό και τον πολιτικό χώρο. Κυριακή βράδυ δεν έχω βάλει παράσταση για να μην υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Κι αν υπάρξει… η Βουλή προκρίνεται!».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
«Dead line». Κείμενο / Σκηνοθεσία: Γιάννης Βούρος. Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Καραγιάννη. Κοστούμια: Δέσποινα Βολίδη. Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Βούρος, Εβελίνα Παπούλια, Γιάννης Ροζάκης, Λίνα Τριανταφύλλου, Νταίζη Σεμπεκοπούλου, Ελενα Τυρέα. Θέατρο «Προσκήνιο». Παραστάσεις: Τε, Σά. 6.15 μ.μ., Πε, Πα, Σα. 9 μ. μ., Κυ. 7.15 μ.μ. Εισ.: € 22, €17 (λαϊκή, φοιτ.).

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 25/10/2009

«Πουθενά»…

  • ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ, Ημερησία, 24/10/2009

Mετά από πολλά χρόνια εργασιών, παραδόθηκε στο κοινό το ανακαινισμένο κτήριο του Eθνικού Θεάτρου, το κτήριο του «Tσίλλερ», και εγκαινιάστηκε με μόνον απόντα αυτόν που έβαλε μπροστά τη μηχανή, δηλαδή τον αξέχαστο Nίκο Kούρκουλο. Γι’ αυτά τα εγκαίνια ανατέθηκε στο Δημήτρη Παπαϊωάννου η δημιουργία μιας παράστασης που με κάποιον τρόπο θα σχετιζόταν με την ιδέα της σκηνικής δράσης.

Kι αυτός έφτιαξε ένα έργο για τον χώρο της θεατρικής σκηνής, έναν χώρο-μηχανή, έναν μη τόπο που περιμένει τον μελλοντικό του προσδιορισμό, χρησιμοποιώντας απογυμνωμένους τους μηχανισμούς της (μεταλλικές σκαλωσιές που άλλαζαν μορφή και σχήματα), αξιοποιώντας όλα τα προσφερόμενα, ήχο, φως, κίνηση, το κινούμενο δάπεδο, τον τεράστιο καθρέφτη με τα ελάσματα που επέτρεπαν την αντανάκλαση της κίνησης με τη ρευστότητα που η ίδια απαιτεί, για να μας μεταφέρει τελικά στο αρχικό χάος με τα αδόμητα υλικά και την αγωνία του ανθρώπου να το τιθασεύσει, να του δώσει σχήμα και νόημα, να γίνει δηλαδή ο δημιουργός του κόσμου του. Kαι αυτό θα συμβεί μόνον όταν συναντηθεί με τους άλλους ανθρώπους, δεθεί μαζί τους σε μια σωματική αλυσίδα που θα γεννήσει τον έρωτα. Tέλος, ένα πλήθος ανθρώπων εισβάλλει στη σκηνή, είναι το επόμενο κοινό που θα πάρει τη θέση του στην πλατεία του θεάτρου για να παρακολουθήσει την επόμενη παράσταση. Mε τη γνώση του ρυθμού, την άψογη τεχνική του, την ψυχρή ηλεκτρονική μουσική του Cοti και τη συνεργασία του Zάφου Ξαγοράρη (δημιουργία του χώρου) και του Aλέκου Γιάνναρου (φωτισμοί), ο Παπαϊωάννου, έχοντας επιβεβαιώσει το δικό του μύθο, μαζί με τους 26 χορευτές του, μας κάλεσαν σε ένα υπαρξιακό ταξίδι, μελαγχολικό, αλλά εντέλει συγκινητικό, όπως, άλλωστε, είναι και η πορεία προς τη δημιουργία.

Αμλετ στο Θησείο, Κάρμεν στην Ερμού

  • Σάββατο μεσημέρι. Τέσσερις απίθανοι Γάλλοι, ντυμένοι σαν κομάντο της αστυνομίας, εισβάλλουν στην πολύκοσμη πλατεία Καπνικαρέας και σκαρφαλώνουν στα κτίρια. Οι ανύποπτοι διαβάτες σταματούν ξαφνιασμένοι και αμέσως μετά ξεσπούν σε γέλια.

Κυριακή βράδυ, στο ίδιο μέρος περαστικοί κάθε ηλικίας έχουν σταθεί και παρακολουθούν επί μιάμιση ώρα μαγεμένοι μια «Κάρμεν» του πεζοδρομίου. Στην πλατεία Ασωμάτων μια άλλη ομάδα παίζει μια αλλιώτικη εκδοχή της δεύτερης πράξης του «Αμλετ», όταν μια κυρία με πράσινο ταγέρ αναφωνεί: «Για το παιδί που σκοτώθηκε δε λένε;». Ενώ στο σταθμό στο Μοναστηράκι, ανάμεσα σε μικροπωλητές, έξι ακροβάτες κρεμασμένοι σε πανύψηλους στύλους μοιάζουν αποφασισμένοι να ανακαλύψουν τις αόρατες πόλεις του Καλβίνο στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Και κάπως έτσι, ένα κατά τα άλλα συνηθισμένο και κάπως μουντό Σαββατοκύριακο απέκτησε λίγη από τη μαγεία που ζουν καθημερινά χάρη στη δουλειά τους οι δεκάδες νέοι που συμμετέχουν στις ομάδες που αποτέλεσαν το πρώτο Φεστιβάλ Θεάτρου Δρόμου.

Περίπου 45 ελληνικές ομάδες, 12 από το εξωτερικό και πάνω από 200 καλλιτέχνες απλώθηκαν στην πόλη παρουσιάζοντας πρωτότυπα θεάματα από κουκλοθέατρο, θέατρο σκιών, παντομίμα, ακροβατικά, χορό μέχρι δρώμενα μουσικής, ποίησης και εικαστικών. «Το πλεονέκτημα εδώ είναι ότι το ίδιο το θέατρο πηγαίνει στην πόλη και τους ανθρώπους της και όχι οι άνθρωποι σε αυτό», επισημαίνει ο Νίκος Χατζηπαπάς, σκηνοθέτης της ομάδας Helix που διοργάνωσε το φεστιβάλ με τη συνεργασία του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού.

  • Ο Αμλετ των Εξαρχείων

Στις λεμονιές της πλατείας Ασωμάτων κρέμονται εικόνες της πόλης με λεζάντες εφημερίδων από τα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη. Τα λόγια του Αμλετ «Θεέ μου έρημος. Τι έρημος είναι αυτός ο κόσμος» μπλέκονται με τις αναμνήσεις της εξέγερσης σε μια ανοιχτή πρόβα, μια δοκιμή παράστασης.

Πέρυσι τέτοιον καιρό η θεατρική ομάδα «Ισον ένα» δούλευε σ’ ένα σεμινάριο το έργο του Σέξπιρ και σύντομα το κείμενο απέκτησε μια επείγουσα σημασία για κείνους: «Εγινε πολύ ξεκάθαρο ότι το σώμα της πόλης που καίγεται έχει να κάνει με το σώμα του Αμλετ», πιστεύει η Ιωάννα Ρεμεδιάκη, σκηνοθέτις και ηθοποιός της παράστασης.

Αναζητώντας το πολιτικό στην τέχνη, η θεατρική ομάδα αναδεικνύει τη σύγχρονη ματαιότητα στα λόγια του Κλαύδιου «η γενιά μου γέρασε πριν την ώρα της, καμία ζωή δεν θα την ξαναζωντανέψει».

Ο δρόμος μοιάζει ο φυσικότερος χώρος για την παράσταση με το κοινό να δίνει το ρυθμό. «Χωρίς τον κόσμο η παράσταση είναι ανολοκλήρωτη. Η ενέργεια πρέπει να είναι ψηλά και η σχέση πάντα ανοιχτή».

Το βασίλειο της γκάφας

Τέσσερις αφοσιωμένοι κομάντο ξεκινάνε μια απίθανη αποστολή. Ο στόχος τους: να βρουν ένα… πρόβλημα για κάθε λύση. Η αποστολή τους: αδύνατο να θυμηθούν… Οι νεαροί ηθοποιοί πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, μπαίνουν σε σκουπιδοντενεκέδες, χτυπούν πάνω στις τζαμαρίες των καταστημάτων της Καπνικαρέας.

Η γαλλική εταιρεία θεαμάτων δρόμου Carnage Productions παρουσίασε μια παρωδία για τα ΜΑΤ. Οι τέσσερις αυτοδίδακτοι ηθοποιοί κρεμάστηκαν από κτίρια, εκτέλεσαν ακροβατικά, επιδόθηκαν σε ξεκαρδιστικές γκάφες και όλα αυτά για να σώσουν τελικά ένα λούτρινο αρκουδάκι… «Επιλέξαμε να διακωμωδήσουμε αυτό το σώμα της αστυνομίας που θεωρούνται κάτι σαν σούπερ ήρωες», εξηγεί ο Alex Caillot. «Παρ’ όλο που είναι ικανοί και με τεράστια σωματική δύναμη, μερικές φορές έχουν την ατζαμοσύνη ενός κλόουν».

Οι Carnage ζουν αποκλειστικά από το θέατρο του δρόμου, αφού η παράδοση σε αυτό το είδος θεάματος που υπάρχει στη Γαλλία τούς επιτρέπει να έχουν δώσει πάνω από χίλιες παραστάσεις.

  • Η Κάρμεν ήταν πανκ

Ο Μπιζέ ίσως χαμογελούσε ικανοποιημένος. Βέβαια, το τελευταίο που θα μπορούσε να φανταστεί είναι η διάσημη όπερά του, η «Κάρμεν», παιγμένη στο δρόμο.

Αυτουργός, η ομάδα Oper(ο), που έπαιξε την ιστορία της λυρικής ηρωίδας σ’ ένα ετερόκλητο πλήθος, που παρακολουθούσε συνεπαρμένο. Η σχεδόν: πιτσιρίκια κλείνουν τα αφτιά τους στις κορόνες κι άλλα παραπονούνται που η Κάρμεν δεν αγαπάει το Δον Χοσέ. Οι ηθοποιοί δεν φορούν τα παραδοσιακά κοστούμια της όπερας, είναι πανκ, με σκουλαρίκια και all star.

«Στόχος μας είναι να σπάσουμε τα κατεστημένα της όπερας, φέρνοντάς τη σε μη συμβατούς χώρους», λέει η τραγουδίστρια Εριφύλη Γιαννακοπούλου, που υποδύθηκε τον ομώνυμο ρόλο.

Οι Oper(ο) απογύμνωσαν την Κάρμεν από τα κλισέ της Τσιγγάνας μετατρέποντας την σε μία καθημερινή, σύγχρονη γυναίκα. «Η αγάπη και το δράμα γύρω από τον έρωτα είναι κάτι που αγγίζει όλους μας», συμπληρώνει η σκηνοθέτις και ενδυματολόγος Φράνκα Παπανδρέου.

  • Οι αόρατες πόλεις μας

Πάνω σε μία ειδική κατασκευή έξι πολύ ψηλών στύλων, οι ερμηνευτές των «Αόρατων πόλεων» παρουσιάζουν το μυθιστόρημα του Καλβίνο σε παντομίμα.

Η ομάδα Πλεύσις κινείται στο χώρο της μιμικής τέχνης από το 1996, και ξεκίνησε από ανθρώπους του θεάτρου, του χορού και του κουκλοθεάτρου. Τώρα, έχουν μεταμορφώσει τους στύλους σε μικρά διαμερίσματα. Αλλος ακούει δίσκους, άλλος πλένεται, άλλος μαγειρεύει.

Η παράσταση αποτελεί ένα σχόλιο για τη σύγχρονη πόλη με στόχο την ανάδειξη της κρυμμένης, ανθρώπινης πλευράς της. «Πιστεύουμε πολύ στην ύπαρξή της, γι’ αυτό και το θέαμα είναι τόσο αφαιρετικό – εστιάζει στην ποιητική της πόλης», λέει ο σκηνοθέτης και ερμηνευτής Αντώνης Κουτρουμπής.

Του χρόνου την άνοιξη το φεστιβάλ θα παρουσιαστεί και σε στάσεις λεωφορείων, τηλεφωνικούς θαλάμους, τρένα και λεωφορεία… οπουδήποτε γιατί, όπως λέει ο Ν. Χατζηπαπάς «θέατρο μπορούμε να κάνουμε οπουδήποτε και με όλα τα υλικά». *

  • Της ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΜΕΛΙΤΑ – φωτ.: Ε. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Αταξινόμητα

Οι καλύτερες της τάξης τους

  • Πού να φανταζόταν η Ελένη Γερασιμίδου ότι θα δούλευε υπηρέτρια σ’ ένα πλουσιόσπιτο και όχι μόνο ταξική συνείδηση δεν θα είχε, αλλά θ’ αγαπούσε σαν συγγενείς τα αφεντικά της;

Θα σκεφτόταν ποτέ ότι με την κυρία της, την Τζένη Ρουσσέα, θα ήταν φίλη κι ότι η δική της οικογένεια θα συμβίωνε μ’ αυτήν του εργοδότη της; Αν τα πράγματα στη ζωή είναι διαφορετικά, στη σκηνή έτσι μοίρασαν τους ρόλους για τις δύο ηθοποιούς οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου στο καινούριο τους έργο «Αττική Οδός», που κάνει πρεμιέρα στο θέατρο «Εμπορικόν».

Η Ελένη Γερασιμίδου, εκτός από καλή ηθοποιός, είναι γνωστή και για τη σταθερή προτίμησή της στο ΚΚΕ, με το οποίο έχει κατέβει και στις εκλογές.

Αστικής καταγωγής, η ντελικάτη Ζακυνθινή Ρουσσέα μάς παραπέμπει στις παλιές κοντέσες.

Οι δυο τους, ωστόσο, περπάτησαν αρμονικά στην «Αττική Οδό». Τις συναντήσαμε σ’ ένα διάλειμμα των δοκιμών και τους ζητήσαμε να μας μιλήσουν για τους ρόλους τους και πώς διασταυρώνονται με τη ζωή τους.

Τ. Ρουσσέα: «Η Ντίνα που υποδύεται η Ελένη είναι το αφεντικό μέσα στο σπίτι. Ελέγχει τα πάντα, κρατά τις ισορροπίες με τη λογική, τη λαϊκή σοφία της, την καλοσύνη της. Οσο για την Αθηνά, που υποδύομαι, συμβολίζει τη βέρα Αθηναία και συγχρόνως την κοινωνία της παλιάς Αθήνας που πεθαίνει. Καθόλου δήθεν, ουσιαστική, ευαίσθητη, καρτερική. Δεν καταπιέζει κανέναν, αλλά συμβουλεύει τα παιδιά της σύμφωνα με την αγωγή της. Εκείνα αντιπροσωπεύουν τη σύγχρονη κοινωνία. Μια σταλίτσα τους λείπει η ηθική, μια σταλίτσα κυριαρχεί το συμφέρον. Θεωρούν τις παρεμβάσεις της άχρηστες, την ηθική της παρωχημένη.

»Το έργο βγάζει συγκίνηση, γέλιο κι έχει πολύ ωραίους ρόλους. Με πρώτη ματιά φαίνεται να αφορά την ιστορία μιας οικογένειας, αλλά στην πραγματικότητα μιλά για μια κοινωνία που φεύγει και μια άλλη που έρχεται με ρευστό σύστημα αξιών. Το έργο είναι δοσμένο μέσα από την καθημερινότητα απλά, χωρίς φανφάρες. Στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό σου».

  • Με αφεντικό μια αριστερή

Ε. Γερασιμίδου: «Η Αθηνά είναι μια πραγματική αρχόντισσα, με ανθρώπινη συμπεριφορά που φέρει όλα εκείνα τα στοιχεία της παλιάς αστικής τάξης που σήμερα φυλλορροούν. Αγαπιόμαστε και μιλάμε μαζί για τα πάντα. Εγώ δεν έχω καμιά πολιτική συνείδηση. Ζω στο σπίτι εξαιρετικά γενναιόδωρων ανθρώπων και τους ευγνωμονώ που μου προσφέρουν δουλειά. Ο αριστερός εδώ είναι το αφεντικό μου. Δεν τον καταλαβαίνω όταν μιλά, αλλά τον αγαπώ. Εχω μια πολύ αστεία σκηνή με την Αθηνά, αφού έχει πεθάνει ο άντρας της. Της εξομολογούμαι ότι του έλεγα ψέματα ότι τρώω κι εγώ ταχίνι όπως με είχε συμβουλεύσει. “Δεν πειράζει” μου απαντά εκείνη. “Ναι, αλλά του έχω πει κι ένα μεγαλύτερο ψέμα”, συνεχίζω: “Οτι ψήφιζα ΚΚΕ, ενώ δεν το έκανα ποτέ”. Η Ντίνα αγωνίζεται για τη ζωή της και των παιδιών της όπως και η Αθηνά με άλλο τρόπο. Οι Ρέππας-Παπαθανασίου γράφουν βαθιά πολιτικό θέατρο. Η “Αττική Οδός” δεν είναι κωμωδία, αλλά έργο κοινωνικό με κωμικές καταστάσεις».

Τ. Ρ.: «Εχω κι εγώ τη μανία να είμαι προστατευτική, συμβουλευτική. Θέλω να βλέπω τους ανθρώπους δεμένους, να μπορούν να συζητούν, να κατανοούνται. Η αλήθεια είναι ότι η ζακυνθινή καταγωγή μου ακουμπάει στο ρόλο. Θυμάμαι τη νόνα και τη μητέρα μου, που ήταν σαν την Αθηνά. Είχε παντρέψει όλα τα ανύπαντρα κορίτσια της γειτονιάς. Εζησα σ’ αυτή την παλιά τάξη, ανάμεσα σε παρέες με κόντηδες αλλά και διανοούμενους όπως τον Καρέρ, τον Ρώμα, φίλους του πατέρα μου που μιλούσαν για τέχνη, μουσική, βιβλία. Ομως η μητέρα μου ποτέ δεν με αποξένωσε από τον κόσμο. Η κοπέλα του σπιτιού, ο άνθρωπος που δούλευε στο κήπο, ήταν το μεσημέρι μαζί μας στο τραπέζι. Και σήμερα έτσι γίνεται: Αν δεν έρθει ο Φώτης να φάμε ριγανάδα, δεν μπορώ να ζήσω στη Ζάκυνθο. Οσον αφορά τώρα την πολιτική, κατά καιρούς έχω ψηφίσει διαφορετικά πράγματα, συχνά από ένστικτο. Είμαι με όποιον πιστέψω ότι θα κάνει καλό στην Ελλάδα».

Ε. Γ.: «Μη φανταστείτε ότι κάνω προπαγάνδα όπου βρεθώ κι όπου σταθώ. Μ’ ενδιαφέρουν οι άνθρωποι σαν την Τζένη. Είχα έναν κουμπάρο που έλεγε ότι είναι νεοδημοκράτης, αλλά η στάση ζωής του ήταν αριστερή. Εγώ είμαι εκεί γιατί αυτή είναι η κοσμοθεωρία μου. Κι έπειτα ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπία, αλλά νομοτέλεια. Θα τον υποστηρίζω μέχρι να πεθάνω. Θέλω ο άνθρωπος να ζήσει κάποτε σε κοινωνία δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας».

Τ. Ρ.: «Α, αυτό δεν είναι κόμμα, είναι ανθρωπισμός. Αυτό θέλω κι εγώ, ψυχή μου…».*

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

«A Steady Rain». Δύο κινηματογραφικοί σταρ, ο Ντάνιελ Κρεγκ και ο Χιου Τζάκμαν…

  • Νεα Υορκη. Gerald Shoenfeld Theater
  • www. asteadyrainonbroadway. com

«A Steady Rain». Δύο κινηματογραφικοί σταρ, ο Ντάνιελ Κρεγκ και ο Χιου Τζάκμαν, πρωταγωνιστούν στο έργο του 39χρονου θεατρικού συγγραφέα Κιθ Χαφ, εμπνευσμένο από πραγματικά περιστατικά γύρω από την υπόθεση ενός κατά συρροήν δολοφόνου. Ο Κρεγκ και ο Τζάκμαν ερμηνεύουν δύο αστυνομικούς του Σικάγου και παλιούς φίλους, οι οποίοι ακολουθούν λάθος δρόμο στην αναζήτηση του δολοφόνου και αναγκάζονται να αναλάβουν τελικά την ευθύνη, παρουσιάζοντας ο καθένας τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Η παράσταση, σκηνοθετημένη από τον Τζον Κρόουλι, έχει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, ωστόσο οι κριτικοί σημειώνουν ότι, παρ’ όλο που οι δύο σταρ είναι καλοί στους ρόλους τους, το έργο δεν είναι πολύ παραπάνω από «ένα βάθρο για να ανέβουν και να δεχθούν τη λατρεία των θαυμαστών τους». [Ματιές στον κόσμο, Kυριακή, 25 Oκτωβρίου 2009]

Eχω κάνει το Τέρας πολλές φορές στη σκηνή του σπιτιού μου

  • Ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου παρουσιάζουν παράσταση με επτά μουσικά παιδικά παραμύθια

Το αγαπημένο παραμύθι του Σταμάτη Κραουνάκη παραμένει ακόμη και σήμερα «Η Πεντάμορφη και το Τέρας». Θυμάται να το παίζει με τις αδερφές του στο γκαράζ του σπιτιού τους… «Εχω βγάλει χρήματα σαν Τέρας. Το κάναμε με την αδερφή μου κάθε καλοκαίρι θέατρο. Η αδερφή μου έκανε την Πεντάμορφη. Εχω κάνει το Τέρας πολλές φορές…» Εχουν περάσει χρόνια από τότε. Ο Σταμάτης Κραουνάκης με τη Λίνα Νικολακοπούλου ετοιμάζουν τώρα για τις 8 Νοεμβρίου μια παράσταση σε «κανονικό» θέατρο και όχι σε γκαράζ. «Ενα σπίτι παραμύθια». Μια παράσταση για παιδιά «από 1 μέχρι 16 χρόνων», όπως λέει ο ίδιος, στην παιδική σκηνή της μουσικής θεατρικής σκηνής «Αθηναΐδα».

Πρεμιέρα στις 8 Νοεμβρίου. Με επτά μουσικά παιδικά παραμύθια: «Η συναυλία των ζώων», «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», «Ο Τζακ κι η φασολιά», «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», «Η έξυπνη Γκρέτα», «Το πετροκάραβο», «Ενα σπίτι παραμύθια». Σαν ένας πρώτος κύκλος. Γιατί, όπως λένε ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου, όταν πρωτοσυναντήθηκαν στο Πάντειο, όταν ήταν ακόμη «παιδιά», από τα πρώτα πράγματα που επιθυμούσαν να δημιουργήσουν μαζί, ήταν παραμύθια για παιδιά. «Μοναδική μας πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια…», λένε.

Ο Σταμάτης μελοποιούσε και η Λίνα έγραφε σε έμμετρο λόγο αγαπημένα παραμύθια. Κάπως έτσι προέκυψαν και τα εφτά από τα 47 τραγουδιστά παραμύθια που είχαν φτιάξει από κοινού για μια μικρή ορχήστρα, έναν αφηγητή και τους ήρωες που τα λένε τραγουδιστά. Μια παράσταση σε μορφή τραγουδιού – παιχνιδιού, από τέσσερις νέους ηθοποιούς – τραγουδιστές της ομάδας Σπείρα Σπείρα, με τη συνοδεία δύο μουσικών οργάνων, ακορντεόν και κρουστών αλλά και χάρτινες κούκλες (από τον Βασίλη Βασιλάκη που φτιάχνει κούκλες, παίζει με μαριονέτες και μεταμορφώνει χαρτιά και εφημερίδες επί σκηνής) και κοστούμια (φτιαγμένα από χαρτί και άλλα υλικά, δημιουργίες του εικαστικού καλλιτέχνη Νίκου Φλώρου, που ντύνουν τους ηθοποιούς κατά τη διάρκεια της παράστασης).

Ενα θέαμα για παιδιά, με τη δράση των παραμυθιών να εξελίσσεται αυτόνομη και μοναδικό ενωτικό σημείο τον αφηγηματικό καμβά. Με τους θεατές να συμμετέχουν διαδραστικά στην εξέλιξη και πλοκή των ιστοριών, να παρακολουθούν όλες τις μεταμορφώσεις, τίποτα να μη γίνεται κρυφά από τα παιδιά.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης, που υπογράφει την ιδέα και διδασκαλία της παράστασης, μιλάει για το στοίχημα που βάζει κανείς σε μια παράσταση φτιαγμένη για παιδιά. «Το πρώτο πράγμα είναι η μαγεία της παραμυθίας. Αυτό που λείπει από τα σημερινά παιδιά είναι η μαγεία που δημιουργούσε στα αυτιά μας η διήγηση από τις γιαγιάδες. Εδώ έχουμε δύο στοιχεία ακόμη: τη μουσική και το εικαστικό».

Αναρωτιέμαι ποιοι είναι οι πιο «δύσκολοι» θεατές σε μια παιδική παράσταση… «Από την προηγούμενη εμπειρία μου, που ήταν και πιο “δύσκολη”, θυμάμαι γονείς που φεύγουν τρελαμένοι», λέει ο Σταμάτης Κραουνάκης. «Οι πιο φαν ήταν οι γονείς, που κι αυτό έχει σημασία. Οταν μπορείς να αθωώσεις και τους γονείς. Δεν μπορώ αυτό το νιανιά, το τύπου παιδικό. Δεν υπάρχει πιο αντιπαθητικό πράγμα από το να μιλάς σε ένα παιδί σαν… παιδάκι. Αυτός είναι και ο απόλυτος στόχος μας σε σχέση με τους ερμηνευτές. Εκείνο που συνηθίζω να τους λέω είναι να θυμούνται ότι έχουν μπροστά τους το πιο δύσκολο κοινό από όλα».

Ενα σπίτι παραμύθια… Η λογική είναι ότι πολλά από αυτά τα παραμύθια, ή σχεδόν όλα, είναι αναμνήσεις παραμυθιών που κουβαλάμε από μικροί. «Το τραγούδι πάντα είναι παιχνίδι. Το ενδιαφέρον εδώ σε εμάς είναι ότι όπως τραγουδιέται η αφήγηση, δημιουργεί και δράση. Η φύση της αίθουσας μας επιβάλλει στους ηθοποιούς μια απεύθυνση παντού. Μια διαδραστικότητα. Δεν υπάρχει ο τοίχος που μας δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης, το backstage. Στην προθέρμανση της παράστασης, οι ηθοποιοί μαθαίνουν στα παιδιά τραγούδια για να πουν στην εξέλιξη της παράστασης».

Ακούγοντας τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου να μιλούν για την παιδική παράσταση που έχουν ετοιμάσει, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν υπάρχει καθόλου πρόζα, πολύ λίγη πρόζα, το παραμυθένιο σπίτι θυμίζει όπερα.

H Λίνα Νικολακοπούλου, που επιμελείται κείμενα και στίχους, συμπληρώνει: «Η πρώτη συνάντηση που είχε γίνει με τον Σταμάτη στο πανεπιστήμιο είχε τη φρεσκάδα και τη δροσιά αυτής της ηλικίας μας». Κάπως έτσι γεννήθηκαν 8λεπτα και 9λεπτα έμμετρα παραμύθια. «Πηγές κλασικές. Και κάποια όπως τα κουβάλαγα μέσα μου. Είναι αρκετά παρθενική η σχέση μου με αυτό που θα γίνει. Η προηγούμενη εμπειρία μου ήταν στο “Σκλαβί” της Ξένιας Καλογεροπούλου. Και στα πρώτα μας βήματα με τον Σταμάτη, γράφοντας τραγούδια για παιδικό θέατρο για μια ομάδα με έδρα της τα Χανιά».

Η Λίνα Νικολακοπούλου λέει ότι κοιτάζει με γαλήνη αυτά που έχουν γίνει. «Είναι ήσυχη η ματιά μου. Δεν ασχολήθηκα ξανά με τα παραμύθια που γράψαμε τότε. Τα έχω διαβάσει μέσα στα χρόνια που πέρασαν και πάντα μου δημιουργούν χαρά και χαμόγελο. Υπάρχουν πράγματα που με έχουν σημαδέψει σαν παιδί. Υπάρχει κι ένα παραμύθι που έχω γράψει εγώ και μιλάει για ένα πέτρινο καράβι και είναι από τον τόπο καταγωγής μου, τον Σαρωνικό. Το λένε “Πετροκάραβο”».

Τι άλλο να περιμένουμε στο μέλλον; «Αν πετύχει σαν επικοινωνία, μου ανοίγει η όρεξη να γράψω και άλλα πράγματα για παιδιά», λέει η Λίνα Νικολακοπούλου. «Αν βαρεθούν θα βαρεθώ κι εγώ. Αν τα κερδίσω, θα με κερδίσει και μένα. Το παιδικό θέατρο είναι το πιο δύσκολο είδος, μια σοφία ζωής. Είναι σύμβολα που πάνε κι έρχονται. Εάν με διασκεδάσει και μένα, το παιδί που έχω μέσα μου, πάει να πει ότι αξίζει. Επειδή το ζυμάρι το έχουμε δοκιμάσει πολλές φορές από το αλεύρι του Σταμάτη και το νερό το δικό μου. Θα ξαναβγεί το χρώμα».

  • Της Σαντυς Tσαντακη, Η Καθημερινή, 25/10/2009

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.