«Γιούχα», μια ιστορία με παρελθόν. Μια μικρή αναδρομή σε επιδαύριες παραστάσεις που προκάλεσαν αντιδράσεις

  • 1984. Μοντέρνα και νεωτεριστική για την εποχή της θεωρείται η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου, από το Εθνικό Θέατρο, με την Αννα Σκούντζου στον επώνυμο ρόλο και τον Νικήτα Τσακίρογλου ως Κρέοντα. Ωστόσο, όταν η πρωταγωνίστρια βγαίνει στη σκηνή σέρνοντας βαριές αλυσίδες, το κοινό αντιδρά με γιουχαΐσματα και γέλια. Είναι η πρώτη φορά που αποδοκιμάζεται παράσταση στην Επίδαυρο.
  • 1984. Το ΚΘΒΕ ανεβάζει την «Αλκηστη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, με πρωταγωνίστρια τη Φιλαρέτη Κομνηνού. Μετά τον θάνατο-θυσία της ηρωίδας για να σωθεί ο ετοιμοθάνατος σύζυγός της Αδμητος και τα «συλλυπητήρια», φωτίζεται το γυάλινο φωτισμένο πατάρι του Διονύση Φωτόπουλου για να εξελιχθεί ερωτική σκηνή. Αποτέλεσμα, η ηχηρή αποχώρηση της Αννας Συνοδινού - και όχι μόνο. Στο τέλος της παράστασης ο σκηνοθέτης υποκλίνεται μαζί με τον θίασο.
  • 1989. Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος πρωταγωνιστούν στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα. Οταν ο Αγγελιαφόρος της Αννας Μακράκη βγάζει αναπτήρα για να ανάψει τσιγάρο επί σκηνής, το κοινό αποδοκιμάζει έντονα. Το εύρημα δεν θα επαναληφθεί την επομένη: για να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία της παράστασης ο γεωργιανός σκηνοθέτης προχωρεί στο κόψιμο της σκηνής.
  • 1997. Ο Μηνάς Χατζησάββας υποδύεται τον Διόνυσο στις «Βάκχες» του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Ματίας Λάνγκχοφ. Το σφαγείο με τα σφαχτά, ο γυμνός πρωταγωνιστής (στα τέσσερα) και η Γαλλίδα που δεν μπορεί να μιλήσει ελληνικά προκαλούν τις έντονες αποδοκιμασίες του κοινού, με τον γερμανό σκηνοθέτη να κατηγορείται ως προκλητικός και ιερόσυλος.
  • 2008. Η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας Λυδία Κονιόρδου προσκαλεί τον Ρώσο Ανατόλι Βασίλιεφ να σκηνοθετήσει τη «Μήδεια» του Ευριπίδη. Της παράστασης προηγούνται εργαστήριο υποκριτικής και πολύμηνες πρόβες. Τελικά τίποτε από όλα αυτά δεν εμποδίζει το κοινό να «γιουχάρει» επί μακρόν αποδοκιμάζοντας ακόμη και την πρωταγωνίστρια – και ας τη χειροκροτούν στο τέλος. Οσο για τον σκηνοθέτη, αρνείται να δώσει το «παρών» στην υπόκλιση. [ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 4 Αυγούστου 2009]

Οι «Πέρσες» δίχασαν και πάλι την Επίδαυρο

  • Χειροκροτήματα αλλά και αποδοκιμασίες στην πρεμιέρα της τραγωδίας του Αισχύλου από το Εθνικό την περασμένη Παρασκευή

Σκηνή από την παράσταση των «Περσών» την περασμένη Παρασκευή στην Επίδαυρο. Από αριστερά: Γιώργος Γάλλος, Ελενα Τοπαλίδου, Κόρα Καρβούνη, Αμαλία Μουτούση, Λαέρτης Βασιλείου (ΕURΟΚΙΝΙSSΙ/Β. ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ)

Αν όντως, όπως έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί, σκοπός της Τέχνης είναι να διχάζει, τότε οι κατά Ντίμιτερ Γκότσεφ «Πέρσες», τους οποίους παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Επιδαύρου, τον δικαίωσαν πλήρως. Στην πρεμιέρα της περασμένης Παρασκευής στο αρχαίο αργολικό θέατρο οι ηθοποιοί – ένας θίασος πρωταγωνιστών στο σύνολό του, με προεξάρχοντες την Αμαλία Μουτούση ως Ατοσσα, τον Μηνά Χατζησάββα ως Δαρείο και τον Νίκο Καραθάνο ως Ξέρξη- χειροκροτήθηκαν θερμά. Ωστόσο, άμα τη εμφανίσει του γερμανοτραφούς βούλγαρου σκηνοθέτη ενώπιον του κοινού τα μπράβο και τα χειροκροτήματα «πάλεψαν» με τις αποδοκιμασίες και τα ηχηρά «αίσχος».

Επρόκειτο για μια καινοτόμα προσέγγιση επάνω στην τραγωδία του Αισχύλου- για λόγους πολύ πέραν των καθημερινών ρούχων με τα οποία ήταν ντυμένοι οι πρωταγωνιστές και τα μέλη του Χορού αντί των αρχαιοπρεπών ενδυμάτων- που κατάφερε να επιβεβαιώσει τον πολυαναμενόμενο χαρακτήρα της ταράζοντας τα νερά του εφετινού πολιτιστικού καλοκαιριού και προκαλώντας έντονες συζητήσεις.

Η αλήθεια είναι ότι οι συζητήσεις είχαν ανάψει πριν ακόμη από την έναρξη της παράστασης, με τα στρατόπεδα των «ορθόδοξων» και των «αιρετικών» να αντιπαρατίθενται επάνω στις καινοτομίες οι οποίες είχαν δημοσιοποιηθεί λεπτομερώς στον Τύπο κατά το προηγούμενο διάστημα. Με μοναδικό- και συμβολικό- σκηνικό έναν μπλε περιστρεφόμενο τοίχο, η αντικατάσταση του Χορού των γερόντων της Περσίας από επταμελή γυναικείο Χορό ( Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Κόρα Καρβούνη, Σύρμω Κεκέ, Ρηνιώ Κυριαζή, Εύη Σαουλίδου, Ελενα Τοπαλίδου ), το «μοίρασμα» σε επτά του περίφημου μονολόγου του Αγγελιαφόρου ο οποίος φθάνει στα Σούσα και ενημερώνει για την πανωλεθρία του Ξέρξη στη Σαλαμίνα ( Βασίλης Ανδρέου, Λαέρτης Βασιλείου, Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Ημελλος, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόδρομος Τσινικόρης), το χαμηλόφωνο άκουσμα του παιάνα «Ιτε παίδες Ελλήνων», η μετατροπή της επίγειας παρουσίας του Δαρείου ως φαντάσματος σε έναν δικτάτορα με «σάρκα και οστά» και η προσθήκη «ενός άλλου πλάσματος» (Λένα Κιτσοπούλου) που σχολίαζε τα δρώμενα σηματοδότησαν ορισμένα μόνο από τα βασικά σημεία της ανατροπής.

  • ΜΗΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ: «Το αρχαίο δράμα δεν είναι κτήμα μας»

«Για μένα τις αποδοκιμασίες αυτές τις πυροδότησαν καθαρά εθνικιστικοί λόγοι. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εκφράζονται απέναντι στους ξένους σκηνοθέτες. Προσωπικά είχα άψογη συνεργασία και παλαιότερα με τον Λάνγκχοφ και τώρα με τον Γκότσεφ. Εμείς οι Ελληνες θεωρώ ότι έχουμε εξαντλήσει το θέμα “αρχαία τραγωδία”. Την αντιμετωπίζουμε σαν μια καινούργια Εκκλησία. Εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν ιερά και όσια στην Επίδαυρο. Το θέατρο είναι ζωντανό, οφείλει να μιλάει και να συνδιαλέγεται με το σήμερα. Αν δεν το καταφέρνει αυτό το αρχαίο δράμα, τότε δεν διστάζω να προτείνω να κλείσει η Επίδαυρος για μία δεκαετία. Και όταν κάποια στιγμή η Παιδεία αναπτυχθεί, τότε ας αρχίσουν και πάλι να ανεβαίνουν παραστάσεις. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι οι ξένοι σκηνοθέτες μπορούν να ανεβάσουν μια καλή παράσταση αρχαίου δράματος. Νομίζουμε ότι το αρχαίο δράμα είναι αποκλειστικό κτήμα μας. Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι».

  • ΛΑΕΡΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: «Οσοι διαφωνούν ας αποχωρούν αθόρυβα»

«Αν η ίδια παράσταση ανέβαινε στην Πειραιώς, δεν θα προκαλούσε κανέναν. Οι αντιδράσεις του κοινού είναι άρρηκτα δεμένες με τον χώρο της Επιδαύρου, ο οποίος έχει το εξής παράδοξο: ως τις 8 λειτουργεί ως ατραξιόν για τους τουρίστες και στις 9 κάποιοι βγαίνουν και παίζουν. Αυτή η μετάβαση από Μουσείο σε Θέατρο δεν είναι πάντα ομαλή. Οταν ένας λαός μεγαλώνει ακούγοντας στο σχολείο για τους αρχαίους τραγωδούς και τις χλαμύδες, είναι πολύ λογικό να μη δέχεται καμία διαφορετική πρόταση, πόσο μάλλον από έναν “ξένο”. Πάντα υπήρχε μία ξενοφοβία στην Επίδαυρο, ειδικά σε σχέση με σκηνοθέτες εξ Ανατολών. Και τελικά, στη συνείδηση του κόσμου, το Θέατρο της Επιδαύρου είναι ένα στάδιο. Οπως υπάρχουν χούλιγκαν στο γήπεδο, υπάρχουν και στο θέατρο. Επειδή όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με πολιτισμό, οι διαφωνούντες θα ήταν προτιμότερο να αποχωρήσουν αθόρυβα αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους να παρακολουθήσουν ανενόχλητοι το έργο».

  • ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΗΣ: «Από την παραλία και το σουβλάκι στο θέατρο»

«Είμαι έξαλλος και την ίδια στιγμή γελώ. Για μένα αυτό το θέατρο έχει πολιτικό λόγο. Είναι πολιτική αρένα. Γι΄ αυτό και μου φαίνεται εξαιρετικά υποκριτικό να λαμβάνουμε υπόψη μας την ιστορία ότι κάποιος πετάχτηκε και υπονόμευσε μια παράσταση για να υπάρξει μέσα από τις κραυγές του. Αδυνατώ να λάβω σοβαρά υπόψη μου έναν άνθρωπο που ελαφρά τη καρδία αποφασίζει να καταστρέψει μια παράσταση έτσι όπως κάποιος άλλος πετά ένα σπίρτο και καίει ένα δάσος. Η παράσταση δεν έδινε τέτοια λαβή. Οι άνθρωποι όμως κρύβουν μέσα τους πολλά πράγματα. Από την παραλία και το σουβλάκι στο θέατρο. Είμαστε δυστυχώς καταδικασμένοι. Μπορώ όμως να θέσω κάποια ερωτήματα: Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ο Γκότσεφ έκανε ασέβεια; Ποιος θα βάλει τα όρια; Και αυτός που θυμώνει θυμώνει πραγματικά; Το μόνο που ξέρω είναι ότι έχουμε χρέος να κάνουμε κάτι ζωντανό. Ολα τα άλλα είναι μουσείο».

  • ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΙΣΜΑΤΟΥΛΑΤΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Γιουχαΐσματα και πάλι. Αποδοκιμάστηκαν οι “Πέρσες” του Γκότσεφ στην Επίδαυρο

Αλλη μία παράσταση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είχε επεισοδιακή κατάληξη. Οι «Πέρσες», παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία του κ. Ντίμιτερ Γκότσεφ, δεν ικανοποίησε το κοινό και έτσι τα γιουχαΐσματα ήταν αρκετά.

Η αρνητική αντίδραση του κοινού (περίπου 14.000 την Παρασκευή και το Σάββατο) στράφηκε προς τον σκηνοθέτη, αφού οι ηθοποιοί του Εθνικού κέρδισαν το χειροκρότημα.

Οι «Πέρσες» του Ντίμιτερ Γκότσεφ είναι η τρίτη παράσταση των τελευταίων ετών που προκαλεί ανάλογες αντιδράσεις.

Πέρυσι, ήταν η «Μήδεια» του κ. Ανατόλ Βασίλιεφ, με την κυρία Λυδία Κονιόρδου στον ομώνυμο ρόλο, και παλαιότερα οι «Βάκχες» του κ. Ματίας Λάνγκχοφ.

  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009  [ 09:35 ]
  • «Τρωάδες» του Ευριπίδη παρουσιάζει το ΚΘΒΕ στην Επίδαυρο στις 7 και 8 Αυγούστου

    • Με τη Λήδα Πρωτοψάλτη

    Η Λήδα Πρωτοψάλτη στο ρόλο της Εκάβης και η Μαρία Ναυπλιώτου ως Ανδρομάχη

    Το αντιπολεμικό αριστούργημα του Ευριπίδη «Τρωάδες» παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 7 και 8 Αυγούστου, σε μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου και τη Λήδα Πρωτοψάλτη στο ρόλο της Εκάβης. Η υπόθεση έχει ως εξής: σε ένα βομβαρδισμένο σχολείο, ανάμεσα σε σπασμένα θρανία, πεταμένα βιβλία, ρημαγμένους τοίχους, μια ομάδα παιδιών «παίζει» τους Θεούς, από τον Πρόλογο των Τρωάδων του Ευριπίδη. Σε αυτόν το χώρο -προσωρινό στρατόπεδο άμαχων- θα συγκεντρωθούν οι γυναίκες της Τροίας και το μοιρολόι τους θα γίνει ο θρήνος όλων των ηττημένων και εξορισμένων του κόσμου, μια πανανθρώπινη κραυγή διαμαρτυρίας. Το Κ.Θ.Β.Ε. παρουσιάζει το πάντα επίκαιρο αντιπολεμικό έργο του Ευριπίδη, που πρωτοπαίχτηκε στα Μεγάλα Διονύσια το 415 π.Χ., στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Νικαίτη Κοντούρη. Στην παράσταση παίζουν, εκτός από τη Λήδα Πρωτοψάλτη και οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Φαίδωνας Καστρής, Λαμπρινή Αγγελίδου, Μελέτης Ηλίας, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη.

    • Αθήνα – ΤΟ ΒΗΜΑ, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009  [ 18:16 ]

    Δημοτικό Θέατρο Κοζάνης: Δον Κιχώτης στον Ολυμπο

    Τοv Δον Κιχώτη ερμηνεύει ο Γιώργος Κιμούλης (αριστερά) και τον Σάντσο ο Δημήτρης Πιατάς.
    • Με τον «Δον Κιχώτη» του Μιγκέλ Θερβάντες, περιοδεύει και τον Αύγουστο σε πολλές πόλεις της Ελλάδας το Δημοτικό Θέατρο Κοζάνης.

    Ετσι, απόψε στις 9:15, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ολύμπου, η παράσταση -σε διασκευή και σκηνοθεσία Γιάννη Καραχισαρίδη, με το Γιώργο Κιμούλη στο ρόλο του Δον Κιχώτη και το Δημήτρη Πιατά στο ρόλο του Σάντσο- ανεβαίνει στο Αρχαίο Θέατρο Δίου.

    Ο Θερβάντες έγραψε το μνημειώδες έργο του σε μεγάλη ηλικία. Η ζωή του ήταν γεμάτη κακοτυχίες και αναποδιές. Πάντα όμως κατάφερνε να αντιμετωπίζει την κακή του τύχη με ένα φωτεινό βλέμμα. Αντλούσε απ’ τα βάσανα αισιοδοξία. Η αξία του Θερβάντες έγκειται στο γεγονός ότι κατάφερε να ξεπεράσει τις προσωπικές του απογοητεύσεις και αποτυχίες και να μας δώσει έναν ήρωα που δεν απογοητεύεται. Ο Δον Κιχώτης είναι ένας θλιμμένος ήρωας και ταυτόχρονα είναι χαρούμενος μέσα στη θλίψη του, την οποία αντιμετωπίζει με γενναιότητα.

    Η διασκευή συσχετίζει τη ζωή και τη δράση του συγγραφέα Θερβάντες με τη ζωή και τη δράση του ήρωά του, το Δον Κιχώτη. Το έργο στηρίζεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός της ζωής του Θερβάντες. Εμεινε για πέντε χρόνια αιχμάλωτος στο Αλγέρι. Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του έκανε τρεις απόπειρες να δραπετεύσει. Στη μία από τις τρεις παρέσυρε 11 ακόμα συντρόφους του. Το έργο αρχίζει σ’ ένα εγκαταλειμμένο χωριό δυτικά από το Αλγέρι, όπου οι δραπέτες περιμένουν ένα πλοίο για να γυρίσουν στην πατρίδα. Την τελευταία νύχτα της αναμονής, ο Θερβάντες αφηγείται την ιστορία του Δον Κιχώτη. Ξημερώνει, αλλά το πλοίο δεν έρχεται. Είναι η ώρα να αποφασίσουν για τις επόμενες πράξεις τους…

    Στο 2ο τόμο του «Δον Κιχώτη», ο συγγραφέας αναμειγνύει τη μυθοπλασία με τη λογοτεχνική κριτική. Ο Θερβάντες είναι παρών στο βιβλίο, παρέα με τον ήρωά του. Ετσι και η διασκευή αναμειγνύει το δημιουργό με το δημιούργημα. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο θέατρο στο θέατρο, όπου τα όρια του μύθου και της πραγματικότητας δεν είναι ευδιάκριτα.

    Τα σκηνικά είναι του Πάβελ Ντομπρίσκι, τα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ, η σύνθεση των τραγουδιών του Θάνου Μικρούτσικου και οι φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση. Παίζουν επίσης οι Γιώργος Ζιόβας, Ισίδωρος Σταμούλης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Σταυρούλα Σπυρίδωνος, Θοδωρής Προκοπίου, Βασίλης Πουλάκος, Μαρία Παπαγιαννάκη, Μιχάλης Σάκκουλης, Γιάννης Μυλωνάς. [Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Δευτερα, 3 Αυγουστου 2009]

    Ερώτηση στη βασίλισσα που αποθεώθηκε αλλά και αποδοκιμάστηκε: – Εσείς είστε η μητέρα του Ξέρξη;

    Ολοι οι συντελεστές, στην αποθέωση. Οι δύσκολες στιγμές ξεπεράστηκαν με τη βοήθεια των περισσότερων θεατών…

    Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου. Σάββατο βράδυ, γύρω στις 11. Η παράσταση των Περσών του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία του Ντίμιτερ Γκότσεφ, έχει ολοκληρωθεί.

    Στα παρασκήνια του αρχαίου θεάτρου, ένα ζευγάρι πλησιάζει στο καμαρίνι της Αμαλίας Μουτούση, που υποδύθηκε τη βασίλισσα Ατοσσα.

    Ο 75χρονος κύριος ρωτά την ηθοποιό:

    – Εσείς είστε η μητέρα του Ξέρξη;

    – Αυτοπροσώπως! απαντά η Μουτούση.

    – Η κοπέλα είναι! γυρίζει και λέει ο κύριος στη σύζυγό του.

    Και οι δύο μαζί πλησιάζουν την πρωταγωνίστρια και με ελαφρά υπόκλιση της σφίγγουν το χέρι:

    – Να ‘σαι καλά παιδί μου. Σε ευχαριστούμε για όσα μας χάρισες απόψε!

    Λίγο νωρίτερα -κατά τη διάρκεια της παράστασης-, άλλα συναισθήματα κυρίευαν την ηθοποιό. Αρκετές αποχωρήσεις θεατών και αποδοκιμασίες κάποιων από τα «ορεινά» του θεάτρου.

    Την ίδια ώρα, όπως και για πολύ μεγάλο μέρος της παράστασης, βρίσκεται στο κοίλον ανάμεσα στους θεατές. Από εκεί υποδύεται το ρόλο της βασίλισσας και εκεί υπομένει τις αγενείς παρεμβάσεις κάποιων από τους θεατές.

    Μάλιστα μια κυρία, αρκετά διαβασμένη, προετοιμασμένη και προφυλαγμένη από το σκοτάδι και από την παρέα της, τη στιγμή που ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) ρωτά απεγνωσμένα:

    – Τι να κάνω ο δύσμοιρος; εκείνη -η κυρία- του απαντά:

    – Να φύγεις από τη θυμέλη!

    Ακολουθούν αρκετές διαμαρτυρίες κατά των συντελεστών της παράστασης και ακόμη περισσότερες από το σύνολο σχεδόν των θεατών κατά των φωνασκούντων…

    Η Λένα Κιτσοπούλου σήκωσε το βάρος στην πιο κρίσιμη στιγμή της παράστασης. Εδώ στα παρασκήνια, με το Λευτέρη Βογιατζή.

    Ο Καραθάνος, μετά τη βάρβαρη προτροπή που άκουσε από τις κερκίδες, συνεχίζει μέχρι τη στιγμή που έρχεται στην ορχήστρα του θεάτρου «ένα άλλο πρόσωπο», η Λένα Κιτσοπούλου, που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και στο σήμερα.

    Από τη θυμέλη, γονατιστή, στρέφει προς την πλευρά της άγνωστης που φώναξε και συμπτωματικά -επειδή τη βοηθά το κείμενο- της απευθύνει το λόγο:

    – Ακόμη τα σαγόνια σου ανοίγουν και στριφογυρίζει η γλώσσα σου… Στον κενό αέρα, βλαστάρι από σάπια μυαλά… Το ψέμα ζευγαρώνει με το ψέμα… Ενα κάτι ανάμεσα στο τίποτε και στο τίποτε…

    Με το απόσπασμα από τον Φιλοκτήτη κλείνει η παράσταση «ανάμεσα στη σιωπή και στον ήχο».

    Αμέσως μετά τα φώτα σβήνουν. Οι ηθοποιοί συγκεντρώνονται στο κέντρο της ορχήστρας για τον καθιερωμένο χαιρετισμό. Μαζί τους και ο σκηνοθέτης.

    Τα «μπράβο», το συνεχές χειροκρότημα και οι ιαχές αποθέωσης εξαφανίζουν κάποιες αποδοκιμασίες που – περιέργως- προέρχονται από 2-3 σημεία του θεάτρου και από συγκεντρωμένες ομάδες θεατών (;) και όχι από κάποιους μεμονωμένους.

    Οι ηθοποιοί υποκλίνονται. Χειροκροτούν και αποχωρούν…

    • Η διανομή
    • Ατοσσα: Αμαλία Μουτούση.
    • Δαρείος: Μηνάς Χατζησάββας.
    • Ξέρξης: Νίκος Καραθάνος.
    • Ενα άλλο πρόσωπο: Λένα Κιτσοπούλου.
    • Αγγελιαφόρος: Βασίλης Ανδρέου, Λαέρτης Βασιλείου, Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Ημελλος, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Παπανικολάου και Πρόδρομος Τσινικάρης.
    • Χορός: Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία, Καλτσίκη, Κόρα Καρβούνη, Σύρμω Κέκε, Ρηνιώ Κυριαζή, Εύη Σαουλίδου και Ελενα Τοπαλίδου.

    Βαθιά συγκίνηση…

    Σοκαρισμένος από τις αποδοκιμασίες ο Νίκος Κουρής. Ενας εκ των μελών του χορού. Αρκετές ώρες μετά, στην Παλιά Επίδαυρο, στο «Ακρογιάλι» με τους συναδέλφους του απολαμβάνουν τη βραδιά και συνομιλούν για τις στιγμές που έζησαν.

    «Οταν έσβησαν τα φώτα -έλεγε ο Κουρής- αισθάνθηκα σφίξιμο στο στομάχι. Δεν φανταζόμουν τη συνέχεια. Οταν άναψαν τα φώτα και άκουσα τα “μπράβο” και τα χειροκροτήματα, αισθάνθηκα βαθιά συγκίνηση…».

    Ενας ηθοποιός με αμέτρητους πρωταγωνιστικούς ρόλους, τώρα ως απλό μέλος του χορού αισθάνθηκε βαθιά συγκίνηση μετά το σοκ που ένιωσε από την αγένεια κάποιων οργανωμένων που -ασφαλώς- δεν θα τολμούσαν να κάνουν κάτι παρόμοιο πουθενά αλλού…

    Μια νέα Επίδαυρος…

    Ο σκηνοθέτης Ντίμιτερ Γκότσεφ (ο Μίτκο, όπως τον αποκαλούσε ο δάσκαλός του Χάινερ Μίλερ) με σεβασμό προσήλθε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και κατάφερε κάτι μοναδικό: το… διπλασίασε!

    Με ένα λιτό σκηνικό (Μαρκ Λαμέρτ), έναν περιστρεφόμενο μπλε – τιρκουάζ τοίχο, άφησε καθαρό όλο τον αρχαιολογικό χώρο πίσω από την ορχήστρα και το χρησιμοποίησε μέχρι εκεί που αρχίζουν τα πεύκα.

    Φυσικά χωρίς μικρόφωνα – ψείρες, που έχουν γίνει της μόδας τελευταία. Επίσης, εκτός από το σεβασμό στο χώρο, ο Γκότσεφ σεβάστηκε και το κείμενο του Αισχύλου και στήριξε την πρότασή του στην εκπληκτική μετάφραση της κυρίας Ελένης Βαροπούλου.


    Ο πατέρας και ο γιός άντεξαν…

    Ο πεπειραμένος…

    Ο Βασιλιάς Δαρείος -Μηνάς Χατζησάββας (στην πρώτη φωτογραφία)- και ο γιος του Ξέρξης -Νίκος Καραθάνος (στη δεύτερη φωτογραφία, ακριβώς επάνω στη θυμέλη)- είναι οι δύο πρωταγωνιστές που άντεξαν το βάρος των αποδοκιμασιών.

    Ο πρώτος έχει ζήσει κατ’ επανάληψη παρόμοιες καταστάσεις. Οπως μάλιστα μας έλεγε στο «Λεωνίδα» στο Λυγουριό, αυτό συνέβη και με τον Χάινερ Μίλερ και με τον Ματίας Λάνγκστοφ και φέτος με τον Γκότσεφ.

    Ετσι «ψημένος» όπως ήταν έδωσε με τον τρόπο του κουράγιο στους συναδέλφους του που αντιμετώπιζαν τους περίεργους θεατές για πρώτη φορά.

    … και ο πρωτάρης

    Αντιθέτως, ο Νίκος Καραθάνος για πρώτη φορά άκουσε να του λένε «φύγε από τη θυμέλη». Ευτυχώς στα παρασκήνια, μετά την παράσταση, πρώτη έσπευσε να του συμπαρασταθεί η περσινή παθούσα Λυδία Κονιόρδου (που είχε ακούσει το βαρύ: Ντροπή σου Κονιόρδου). Ισως η ποιότητα πολλές φορές είναι δύσπεπτη για ορισμένους.

    Μάλιστα εδώ να θυμίσουμε ότι πριν μερικές μέρες στη «Φαίδρα» του Ρακίνα, με το Βρετανικό Εθνικό Θέατρο, πάλι στην Επίδαυρο, κανείς δεν μίλησε όταν όλοι οι ηθοποιοί περνούσαν και έλεγαν το ρόλο τους πάνω στη θυμέλη. Τώρα τους ενόχλησε ο Γκότσεφ… Αγνωσται αι βουλαί των θεατών.

  • ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΑΣ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Δευτερα, 3 Αυγουστου 2009
  • Ακύρωσης παράστασης Άμος Γκιτάι στην Επίδαυρο μέρος τρίτο…

    • Η Πέμπτη Φάλαγγα…
    • Γ.Δ.Κ.Σ., Δίκτυο, TA NEA: Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

    Ακύρωσης παράστασης Άμος Γκιτάι στην Επίδαυρο μέρος τρίτο… Επιμένω. Και επανέρχομαι. Δεν κρατιέμαι να μην το γράψω… Έχω την ακράδαντη πεποίθηση πως η τοπική δυσαρέσκεια για την ακύρωση τροφοδοτήθηκε από ταβερνιάρηδες, εστιάτορες, καφετέριες, ξενοδόχους και συναφή επαγγέλματα που βρέθηκαν να χάνουν την πελατεία που θα είχαν το διήμερο 24 και 25 Ιουλίου. Κάθε επαγγελματίας έχει κάθε δίκιο να προασπίζεται τα συμφέροντά του. Αλλά- επιτέλους!- ας το καταλάβουν: το πρόγραμμα ενός διεθνούς φεστιβάλ, ο αριθμός των παραστάσεών του, οι αποφάσεις για τη ροή του, η εκτίμηση των θιάσων που θα συμμετάσχουν ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ δική τους δουλειά. Εδώ και χρόνια προσπαθούν με διάφορους τρόπους- και με τη μέθοδο της Πέμπτης Φάλαγγας…- να υπονομεύσουν αυτό που πιστεύουν πως δεν τους συμφέρει και να έχουν… αποφασιστικό ρόλο σε θέματα καλλιτεχνικά και διοικητικά του Φεστιβάλ- αριθμός παραστάσεων, ποιοι θα πάνε στην Επίδαυρο κ.λπ., κ.λπ.. Ας συναισθανθούν τη γελοιότητα του πράγματος- από πού κι ώς πού, δηλαδή;- και ας το πάρουν απόφαση: βοηθούν ή δεν βοηθούν αυτό που τόσο ωφέλησε και ωφελεί τον τόπο τους, συμπαρίστανται ή δεν συμπαρίστανται στο Φεστιβάλ, έχουν κάθε δικαίωμα να κρίνουν, οφείλουν να παρέχουν τις σωστές υπηρεσίες στις σωστές τιμές- που συχνότατα δεν τις παρέχουν,…- αλλά ΔΕΝ είναι αυτοί που αποφασίζουν. Με ποια άλλωστε ιδιότητα και με ποιες γνώσεις επί του θέματος θα είχαν το δικαίωμα να αποφασίζουν;… (Στο προηγούμενο σχόλιο για το θέμα, στο φύλλο της Παρασκευής, ο «δαίμων» της φωτοσύνθεσης μετέτρεψε τον τίτλο «Αντ΄ αυτών Γουλιμής;» σε «Αν΄ αυτής (σ.σ.!!!) Γουλιμής;». Τι να πω; Κρατιέμαι…).

    ΠΗΓΑΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ: Γιούχα και αμφισβήτηση για τις ψυχαναγκαστικές «Περσίδες»

    • Αποστολή: Έλενα Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

    //

    Ο Ξέρξης με τον ηρωικό Νίκο  Καραθάνο που έπαιξε στην κόψη  τον παραλογισμένο βασιλιά. Το  Σάββατο πάντως, το παπιονάκι  έγινε γραβάτα και το παντελόνι  σταθεροποιήθηκε στη μέση
    • Η παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου «Πέρσες», από τα πλέον αντιπολεμικά κείμενα, έγινε αφορμή για πολεμικές σε όλα τα μέτωπα της αναβίωσης του αρχαίου δράματος

    Κύμα απογοήτευσης κάλυψε την πρεμιέρα της πολυσυζητημένης παράστασης του Ντίμιτερ Γκότσεφ «Πέρσες». Όλοι όμως αναγνώρισαν τις ικανότητες και το συγκινητικό δόσιμο των έμπειρων ηθοποιών του κλιμακίου τού Εθνικού. Αυτούς χειροκρότησαν oι θεατές (περίπου 14.000 την Παρασκευή και το Σάββατο), αφήνοντας το γιουχάισμα για τον σκηνοθέτη.

    Τι προσέφερε μια παράσταση που υποστηρίχθηκε και αμφισβητήθηκε προτού καν δοθεί; Τι αναμενόταν, τι έγινε και τι ακούστηκε μετά;

    Αν και υπήρξαν κάποιοι που έκαναν λόγο για ξεμπλοκάρισμα από τα κλισέ, για απενοχοποίηση του αρχαίου δράματος, για μοντέρνο θέατρο με σκέψη, η γενική αίσθηση, το ηχηρό «ουουου» στο φινάλε που ακούστηκε από το κοίλο για τον σκηνοθέτη και οι επιμέρους συζητήσεις συγκλίνουν σ΄ έναν κοινό παρονομαστή: πως ήταν μια παράσταση με «κόνσεπτ» και πολλή δουλειά, αλλά χωρίς συγκίνηση κι αλήθεια, άψυχη και ψυχρή. Απλωμένη και έξω από την ορχήστρα και πίσω από τη σκηνή και πάνω στο κοίλο, ξεδίπλωσε την ιστορία της ήττας των Περσών από τους Αθηναίους, σκορπίζοντας έναν στρόβιλο ιδεών και πετώντας διαμάντια στη λάσπη.

    Στη γυμνή ορχήστρα κυριαρχούσε ένας ψηλός γαλάζιος τοίχος- θάλασσα, που στη συνέχεια περιστράφηκε τόσες πολλές φορές ώστε μείωσε την όποια ένταση του όγκου και της σημειολογίας του. Από τη σκηνή είχε αφαιρεθεί το ξύλινο, προστατευτικό πατάρι, ελευθερώνοντας τα αρχαία ερείπια κι αφήνοντας τον ορίζοντα πίσω τους, ανοιχτό.

    «Πόλεμος» ήταν η λέξη- σήμα που έδωσε το εμβόλιμο πρόσωπο (Λένα Κιτσοπούλου) για να αρχίσει η παράσταση. Εφτά αγόρια με μαύρα παντελόνια και χρωματιστά τισέρτ φορεμένα το ένα πάνω στο άλλο μπαίνουν στην ορχήστρα, κοιτούν τον τοίχο, τον παρατηρούν, τον περιστρέφουν και φεύγουν σαν τρομαγμένα. Ύστερα μπαίνουν εφτά κορίτσια με μαύρα παντελόνια, μαύρα τισέρτ πάνω σε λευκά κι ακούγεται ένα μουρμουρητό για τον γυρισμό του βασιλιά τους στην πατρίδα.

    Είναι οι Περσίδες, ο γυναικείος Χορός της τραγωδίας με τον οποίο ο σκηνοθέτης αντικατέστησε τον Χορό των Περσών γερόντων. Εξαιρετικά καλοδουλεμένος, τόσο που περίμενες πως θα δικαιώσει την αυθαιρεσία. Αλλά ο Αισχύλος ήξερε καλύτερα! Θα φανεί όταν ρωτήσει «αφελώς» η βασίλισσα (Αμαλία Μουτούση) τι σημαίνει Αθήνα και τι Δημοκρατία- η ερώτηση χρειάζεται απαντήσεις σοφών, με εμπειρία ζωής, αλλιώς είναι κουβεντούλες κοριτσιών, κουτσομπολιό.

    Η λιτότητα της όψης, τα σύγχρονα κοστούμια, η εντυπωσιακή κάθοδος της βασίλισσας στην ορχήστρα (κατέβηκε από το πάνω διάζωμα τα σκαλιά του μεσαίου διαδρόμου, φωτισμένη από έναν προβολέα- κανόνι), ακόμα και η είσοδος του ανδρικού Χορού, που δεν ήταν άλλος από τον Αγγελιαφόρο, πολλαπλασιασμένου σε εφτά, δημιουργούσαν μια παράξενη ατμόσφαιρα. Ο λόγος εκφερόταν τονίζοντας την κάθε λέξη με παύσεις ανάμεσά τους. Η χορογραφημένη κίνηση έριχνε κλεφτές ματιές σε ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις. Η ομαδικότητα λειτουργούσε διπλά: προκαλούσε τη μουσική αίσθηση των χορικών και τη μονοτονία που αφαιρούσε κάθε συναίσθημα. Μια εκ προθέσεως βραδύτητα έδινε χρόνο για την αναμονή της δράσης. Ένα θρίλερ θεατρικό ήταν σε εξέλιξη και περίμενες πως κάπου θα πάει, κάτι θα συμβεί, κάτι θα ανατραπεί για να αναστηθεί.

    Ώς την επίκληση. Γιατί από εκεί και μετά χάθηκε κάθε ενδιαφέρον κι άρχισε όλο το πράγμα να κατρακυλάει σε εύκολες εξπρεσιονιστικές λύσεις. Η σκηνή της επίκλησης στον Αηδονέα χάθηκε κι άρχισε η διακωμώδηση. Το φάντασμα του Δαρείου (Μηνάς Χατζησάββας) με μια τιράντα στο παντελόνι του και το μισό πουκάμισο απέξω, η επιστροφή του ηττημένου Ξέρξη (Νίκος Καραθάνος), ως ψυχικά διαταραγμένου, η αδιαφορία της βασίλισσας για το βασίλειό της και η μονομανία της για τον γιο της μπήκαν στον σωρό των σκηνικών μεταμοντερνιστικών αντιδράσεων.

    Κάπως έτσι χάθηκαν μερικές από τις ωραιότερες στιγμές της παράστασης, όπως αυτή με τη μάνα να προστατεύει τον γιο της κι ο βασιλιάς να βρίσκει αποκούμπι σ΄ αυτήν. Ακόμα και η ιδέα να ειπωθεί ψιθυριστά, φοβισμένα ο παιάνας της νίκης «Ίτε παίδες Ελλήνων», αφού λεγόταν από τους ηττημένους.

    Υπερβολικές διακωμωδήσεις, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, το διαίρει και βασίλευε στο κείμενο, με αρκετή διάθεση υπεξαίρεσης του Αισχύλου, εξόρισαν τους «Πέρσες» στο περιθώριο ενός ανεπίδοτου, εγκεφαλικούμοντερνισμού

    Τα ερωτήματα

    Οι διάφορες απόψεις που ακούστηκαν αφορούσαν στα προβλήματα που έχουν προκύψει εδώ και χρόνια στην Επίδαυρο.

    Στον όγκο του Αρχαίου Θεάτρου, που αντέχει τα πάντα, υποδέχεται τα πάντα και στο κοίλο που χωράει περισσότερους από δέκα χιλιάδες θεατές. Πόσοι από αυτούς είναι οι «ενημερωμένοι»; Πρέπει να βάζουμε τα προσωπικά μας γούστα και πόσο αυτό είναι πρόοδος;

    Μήπως οι απότομες πρωτοπορίες αντιμετωπίζουν το πολυπληθές κοινό σαν τον θηριοδαμαστή στο τσίρκο και μήπως οι αλλαγές πρέπει να προχωράνε σιγά σιγά και να είναι κατανοητές; Άλλωστε, κατά καιρούς έχουμε δει πράγματα που ήταν ωραία, καινούργια και όλοι τα υποδέχτηκαν ζεστά.

    Στα άκρα κινήθηκαν και οι απόψεις για τις αντιδράσεις των θεατών.

    Στη βαρβαρότητα που ενέχουν οι έντονες διαμαρτυρίες, οι οποίες συνήθως είναι υποβολιμαίες, προετοιμασμένες και απευθύνονται στους ξένους σκηνοθέτες αλλά και στο δικαίωμα του θεατή να διαμαρτύρεται στο τέλος της παράστασης και όχι κατά τη διάρκεια, όπως συνέβη πέρυσι στη «Μήδεια» του Βασίλιεφ.

    Μονομαχία στο Εl Εpidaurus

    Όταν έσβησαν τα φώτα, ακούστηκε το πρώτο «αίσχος» που ακαριαία πολλαπλασιάστηκε, ενώ ταυτόχρονα πολλά και δυνατά «μπράβο» προσπάθησαν να τα εξουδετερώσουν. Όταν άναψαν τα φώτα κι ο θίασος βγήκε στην ορχήστρα για να υποκλιθεί, η μονομαχία χαλάρωσε χάρη στο συνολικό χειροκρότημα. Επιβράβευση του ήθους του ταλαντούχου θιάσου- Εθνική Ελλάδος- αλλά και κατανόηση για τη θέση του ηθοποιού που οφείλει να υπηρετήσει το σκηνοθετικό όραμα, με κάθε κόστος. Το «μήνυμα» απευθύνθηκε ξεκάθαρα στον σκηνοθέτη, με το μακρόσυρτο «ουουουου» που εισέπραξε όταν εμφανίστηκε στην υπόκλιση.

    Ακόμα και κάποιοι επίσημοι από τις πρώτες κερκίδες έκαναν τα χέρια τους χωνί και πρόσθεσαν τη δική τους φωνή στο γενικό γιουχάισμα.

    Παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα

    Τα γιούχα ξαναγύρισαν στην Επίδαυρο

    • Τείνει να γίνει καθεστώς στην Επίδαυρο η παράσταση που δεν ακολουθεί ή φαίνεται πως δεν ακολουθεί την «πεπατημένη» να αντιμετωπίζει την έντονη δυσαρέσκεια των κερκίδων και τα γιούχα του κοινού.

    Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ ανάμεσα στους ηθοποιούς του υποκλίνεται το βράδυ του Σαββάτου, αποσπώντας εκτός από «αίσχος» και πολλά «μπράβο»

    Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ ανάμεσα στους ηθοποιούς του υποκλίνεται το βράδυ του Σαββάτου, αποσπώντας εκτός από «αίσχος» και πολλά «μπράβο»

    Πέρσι ήταν η «Μήδεια» του Ανατόλ Βασίλιεφ, παλαιότερα οι «Βάκχες» του Ματίας Λάνγκχοφ, φέτος οι «Πέρσες» του Ντίμιτερ Γκότσεφ (παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου). Δεν ξέρουμε αν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι σχεδόν πάντα η σκηνοθετική υπογραφή δεν είναι ελληνική.

    Μισή ώρα μετά την έναρξη της παράστασης της αισχύλειας τραγωδίας, την Παρασκευή των 6.000 θεατών, ένα ήσυχο «ρεύμα» άρχισε να αποχωρεί διακριτικά από τα ανώτερα κυρίως διαζώματα. Δεν φαινόταν να έχει κάποιος -ακόμα- δυσαρεστηθεί για κάτι συγκεκριμένο.

    Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσες να προβλέψεις την υπόγεια ένταση που θα άρχισε να συσσωρεύεται και κάποια στιγμή έπρεπε να ξεσπάσει, έως την επίκληση του φαντάσματος του Δαρείου και τη «γειωμένη» εμφάνισή του -για πρώτη φορά τον είδαμε να σέρνεται στα τέσσερα και να γίνεται ένα ανθρώπινο «κουβάρι» πάνω στη θυμέλη. Τότε εντάθηκαν οι αποχωρήσεις, χωρίς λεκτικές αντιδράσεις.

    Ακόμη και οι αποχωρούντες όμως κοντοστάθηκαν στην εμφάνιση του Ξέρξη στην αλάνα πίσω απ’ το λογείο, όπου ο ήρωας στριφογύριζε και πιανόταν απ’ τα πεύκα σαν αλλοπαρμένος. Και ξέσπασαν σε γέλια. Γέλασαν και οι κερκίδες στον παράξενο κοπετό του.

    Την ώρα που στο μέσο της κεντρικής κλίμακας συναντιόταν η Περσίδα βασίλισσα με τον συντετριμμένο γιο της, πίσω τους έβλεπες μια δεύτερη «παράσταση» να εκτυλίσσεται: μια ουρά θεατών να αποχωρεί αδιαφορώντας για ό,τι εκτυλισσόταν ακριβώς μπροστά της.

    Οι, κατά Γκότσεφ, «Πέρσες» συνεχίζονταν κι ο κόσμος έφευγε πια σαν να είχαν τελειώσει. Οταν έκλεισαν οι προβολείς, κάποιοι που βρίσκονταν ήδη… καθ’ οδόν εκτόξευαν τα πρώτα «ου», «αίσχος» και «έξω», που εξαπλώθηκαν σαν «κύμα» στις κερκίδες. Στη σύντομη υπόκλιση αντήχησαν δυο-τρία «μπράβο». Οι ηθοποιοί χειροκροτήθηκαν, ο σκηνοθέτης όμως αποδοκιμάστηκε.

    • Με σύμμαχο το κοινό

    Το Σάββατο το θέατρο υποδέχτηκε την παράσταση γεμάτο κόσμο (περίπου 8.500) -μόνον ο υπουργός Πολιτισμού είχε ακυρώσει δύο ώρες πριν την παρουσία του, γιατί άραγε; Η απόλυτη προσήλωση, που αμέσως επικράτησε στο κοίλον, πήρε άλλη σημασία -τα γιουχαΐσματα της Παρασκευής είχαν ήδη γίνει γνωστά. Λες το πιο «λαϊκό» κοινό του Σαββάτου να αποδειχτεί φιλικό και ανοιχτό στους «Πέρσες» του Γκότσεφ;

    Η παράσταση πλησίαζε στο τέλος της και τίποτα δεν είχε ταράξει τη γαλήνη του αργολικού θεάτρου. Εκτός από μια κυρία στα ορεινά. Αυτή δεν είχε θεατρικές ανησυχίες. Νοιαζόταν για την προστασία του θεάτρου. «Βγες έξω από τη θυμέλη», ούρλιαξε. Οντως εκείνη τη στιγμή κάποιος «βέβηλος» ηθοποιός την πατούσε.

    Η διαμαρτυρία της, όμως, έπεσε στο κενό, ίσως γιατί οι έτοιμοι να «ανάψουν» δεν πολυκατάλαβαν τι εννοούσε ή σκασίλα τους για τον βωμό στο κέντρο της Ορχήστρας. Η παράσταση κυλούσε προς το τέλος της χωρίς ούτε ένα τραύμα. Κι εκεί που ο Ξέρξης ανέβαινε τα σκαλιά του κοίλου για να συναντήσει την Ατοσσα άρχισαν τα ουουου… Αρχισαν και οι διαπληκτισμοί μεταξύ των θεατών – τα «σκάσε», «ήσυχα» κ.λπ. Κι ενώ τα ουουου πύκνωναν, η κυρία από τα ορεινά ξαναθυμήθηκε την αγαπημένη της θυμέλη και την ξανάβαλε στο κέντρο της βαβούρας. Οι ηθοποιοί πάγωσαν στη θέση τους. Η παράσταση κινδύνευε. Και ξαφνικά ένα ηχηρό «ντροπή» ακούστηκε. Βγήκε από τα χείλη της δημοφιλούς ηθοποιού Κατερίνας Γιουλάκη.

    Αυτό ήταν. Ενα θυελλώδες, θυμωμένο χειροκρότημα σάρωσε το θέατρο από άκρο σε άκρο. Το κοινό πήρε την υπόθεση «παράσταση» στα χέρια του. Υπερασπίστηκε, άσχετα αν του άρεσε ή δεν του άρεσε, την ακεραιότητα και αξιοπρέπειά της. Της έδωσε πάσα να ολοκληρωθεί.

    Κι όταν αυτή, πολύ σύντομα, τελείωσε, ένα ακόμα πιο θερμό χειροκρότημα και πολλά «μπράβο» έβαλαν την τελική πινελιά στη βραδιά. Οι ηθοποιοί αποθεώθηκαν -τι χαμόγελο ευτυχίας και θριάμβου είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Μηνά Χατζησάββα, που δεν έχει τραβήξει και λίγα σ’ αυτή την Ορχήστρα, αφού συμμετείχε και στις περιβόητες «Βάκχες» του Λάνγκχοφ. Χειροκροτήθηκε και ο Γκότσεφ. Ο Γιάννης Χουβαρδάς και η Εφη Θεοδώρου όρθιοι συμμετείχαν κι αυτοί από τις θέσεις τους στην τελική αποδοχή της παράστασης. «Ελπίζω εκτός από τα “αίσχος” να ακούστηκαν και τα πολλά “μπράβο”», ήταν η λακωνική δήλωση του ανακουφισμένου καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού.

    • Β. ΓΕΩΡΓ. – ΙΩ.Κ., Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

    Blog στο WordPress.com.
    Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.