Για έναν ηθοποιό διακοπές δεν είναι μόνο θάλασσα, μπάνια, νησιά, και σκάφος. Είναι και περιοδεία, μας θυμίζει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
«Για έναν ηθοποιό ένας αρκετά ευχάριστος τρόπος να περνάει το καλοκαίρι είναι να κάνει περιοδεία». Έτσι κάποια από τα καλοκαίρια του ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης τα πέρασε με περιοδείες. «Και τα θυμάμαι πολύ γλυκά. Το ωραίο είναι πως βρίσκεσαι συνέχεια σε άλλη πόλη, στήνεις, ξεστήνεις, έχοντας και κάποιον χρόνο να κάνεις τα μπάνια σου, να γνωρίσεις την πόλη. Υπάρχει αυτή η αίσθηση της διαφοράς από μέρα σε μέρα, από πόλη σε πόλη, το πώς υποδέχονται την παράσταση στην τάδε πόλη και πώς, μετά, την υποδέχονται στο δείνα χωριό. Έχω παίξει από μεγάλες πιάτσες ώς τις πιο μικρές- στη Μενδενίτσα ας πούμε.
Συνήθως βολεύει να έχεις το δικό σου μέσον για να μπορείς να έχεις μία αυτονομία. Αν επιλέξεις το πούλμαν της περιοδείας, το πολύ βασικό είναι τον θίασο να τον αποτελούν ενδιαφέροντα άτομα. Οπότε μπορείς να κάνεις παρέα. Αν υπάρχουν και παιδιά νέα- που συνήθως υπάρχουν γιατί το καλοκαίρι οι παραστάσεις είναι αρχαίου δράματος και έχουν Χορό και ο Χορός συνήθως είναι νέοι- έχει πολλή πλάκα. Είναι λίγο σαν την Αλίκη στο “Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο”, στην εκδρομή. Πράγμα που δύσκολα μπορεί να βρει ένας ενήλικος στην εργασία του.
Βέβαια πρέπει να ξεχωρίσουμε τις περιοδείες του Εθνικού ή των μεγάλων σχημάτων που είναι σχετικά μικρές από τις περιοδείες ιδιωτικών σχημάτων ή ΔΗΠΕΘΕ που κάνουν και πενήντα παραστάσεις μέσα σε ένα καλοκαίρι. Που σημαίνει πως κάθε μέρα παίζεις αλλού. Που μπορεί και να είναι εξοντωτικό. Αυτό δεν το έχω ζήσει.
Οι εναλλαγές των τόπων από μία άποψη κάνουν καλό στην παράσταση. Της δίνουν τη δυνατότητα να αναβαπτιστεί- δεν αλλάζει μόνο το κοινό. Από την άλλη όμως η παράσταση καθαυτή αλλοιώνεται.
Στις κεντρικές πιάτσες με θέατρα που έχουν δυνατότητες και πρόβα γίνεται και μέρα για πρόβα έχει υπολογιστεί. Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι εκπτώσεις… Η πρώτη έκπτωση είναι στο σκηνικό. Το σκηνικό, αν η παράσταση κάνει πρεμιέρα στην Επίδαυρο, δεν χωράει πουθενά αλλού- νομίζω μόνο στο Κατράκειο, στη Νίκαια. Η περιοδεία τελικά είναι μία μικρή ιστορία εκπτώσεων: πώς ξεκινάει μία καλοκαιρινή παράσταση από την Επίδαυρο ή το Ηρώδειο και πώς καταλήγει…».
Τον ρωτώ αν του έτυχε τίποτα «χοντρό» σε περιοδεία.
«Παίζαμε πέρυσι τους “Βατράχους” στην Ελευσίνα και την ώρα που ξεκινούσε η παράσταση εγώ κοιμόμουνα στο σπίτι μου στην Αθήνα… Τους κοψοχόλιασα τους ανθρώπους. Συμβαίνει μερικές φορές να αποκοιμιέμαι πολύ βαθιά. Αλλά το σώσαμε. Ήρθε κάποιος στο σπίτι και με ξύπνησε. Έτρεχα στην Αττική Οδό με 220… Είχε βγάλει ο Λιγνάδης τους ηθοποιούς επί σκηνής και τους έκανε ζέσταμα για να καλύψει τον χρόνο. Αρχίσαμε με μία ώρα καθυστέρηση.
Ενδιαφέρουσα ήταν και η περιοδεία με τον “Εδουάρδο Β΄” του Μάρλοου που είχε ανεβάσει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Το ομοφυλοφιλικό θέμα ήταν πολύ ιδιαίτερο και προκλητικό και η παράσταση περιείχε τα στοιχεία αυτά. Έτσι διαπιστώναμε και τον βαθμό… φιλελευθερισμού των διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Στη Λάρισα, ας πούμε, που παιζότανε, σ΄ ένα θέατρο που έχει πλάι κάτι λοφάκια μου λέει ο Στέλιος ο Μάινας: “Ας μην το δώσουμε το φιλί”- που δίναμε- “Μήπως να κάνουμε μόνο αγκαλίτσες;”. Γιατί ήταν πάνω στα βράχια κάποιοι που μας κράζανε… Στα Χανιά, πάλι, ή στο Ρέθυμνο μας αντιμετωπίσανε καλύτερα».
«Στην περιοδεία υπάρχει αυτή η αίσθηση της διαφοράς από μέρα σε μέρα, από πόλη σε πόλη, το πώς υποδέχονται την παράσταση στην τάδε πόλη και πώς, μετά, την υποδέχονται στο δείνα χωριό»
- «Αγαπώ την ικαριώτικη ραθυμία»
Υπάρχουν, όμως, και τα καλοκαίρια που ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δεν δουλεύει.
«Καλοκαίρι χωρίς δουλειά σημαίνει για μένα δύο νησιά: το ένα είναι η Πάτμος- όπου πήγαινα, από έφηβος σχεδόν, στο σπίτι του φίλου και συνεργάτη μου, του Γιώργου του Λυκιαρδόπουλου με την παρέα του σχολείου και που είναι ένα νησί το οποίο γνωρίζω και αγαπώ. Το άλλο είναι το νησί του παππού του γιου μου- από τη μητέρα του-, η Ικαρία». Εξ ου και το όνομα του μικρού: Ίκαρος. «Πηγαίνω παραδοσιακά κάθε Δεκαπενταύγουστο. Είναι ένα πολύ μεγάλο νησί, με ορεινούς όγκους και πολλά ορεινά χωριά, με εξαιρετικό φυσικό τοπίο και με διάφορα ιδιαίτερα στοιχεία. Όπως η περίφημη ικαριώτικη ραθυμία που την αντιλαμβάνεσαι αμέσως μόλις φτάσεις. Την πρώτη φορά που πήγα πίναμε φραπέ και παίζαμε τάβλι στις πέντε η ώρα το πρωί στο καφενείο του χωριού, στον Άγιο (Κήρυκο) περιμένοντας να ανοίξει η λεγόμενη ντίσκο- κάτι σαν το “Καπάκι” στην Επίδαυρο, σε πιο χαλαρή εκδοχή…. Που άνοιγε στις έξι! Αυτά σε κάνουν να αισθάνεσαι κάτι από παιδικές διακοπές.
Οι δικές μου παιδικές διακοπές ήταν το σκαφάκι που είχε ο μπαμπάς μου. Μ΄ αυτό το σκαφάκι πηγαίναμε, κυρίως, στα νησιά του Αργοσαρωνικού. Αφότου μπήκα στην εφηβεία δεν το καταδεχόμουνα πια. Για να το “ξαναβρώ” τώρα που μόλις έκλεισα τα τριάντα εννιά. Πήρα κι εγώ ένα σκαφάκι. Και μεταμορφώνομαι, απ΄ ό,τι βλέπω, σιγά σιγά στον μπαμπά μου…».
Το σκάφος είναι ένα ταχύπλοο, φινλανδέζικο, «πολύ καλό σκαρί», 26 πόδια. Το όνομά του: «La Gioia e Sempre in Αltra Riva» από τον Εμπειρίκο.
«Το καθείλκυσα πριν από είκοσι μέρες και πήγα ήδη στις Σπέτσες. Πώς και πώς το περιμένω το επόμενο ταξίδι. Και το ιδανικό είναι να μένεις μέσα στο σκάφος. Να αράζεις σε κολπίσκους φυσικούς το βράδυ, να ανάβεις μία λάμπα θυέλλης, να διαβάζεις το βιβλιαράκι σου…».
Πέντε «κλειδιά» για μια ευχάριστη περιοδεία