«Ψωμί, ελευθερία, έρωτας…». Ο Δημήτρης Μαυρίκιος εικονοποίησε με τον καλύτερο τρόπο το ποιητικό σύμπαν του Γιάννη Ρίτσου

Στο μόνο σημείο που διαφωνήσαμε εντελώς με τον σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιο ήταν στο ότι μας προετοίμασε για κάτι «ακατάλληλο» και «προκλητικό». Γιατί αυτό που τελικά είδαμε την περασμένη Παρασκευή και Σάββατο στη Μικρή Επίδαυρο (τη μόνη που λειτούργησε στα Επιδαύρια και γέμισε και τις δύο βραδιές) ήταν η εικονοποιημένη προσωπογραφία του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, βασισμένη στη μεγάλη ποιητική σύνθεση «Τερατώδες αριστούργημα», καμωμένη με αγάπη, ευαισθησία, φαντασία και αισθητική.

Σε μία ώρα και ένα τέταρτο περίπου, όσο διήρκεσε η παράσταση, πέρασαν από τη σκηνή της Μικρής Επιδαύρου στιγμές από τη βιογραφία του ποιητή, από τα πρόσωπα και γεγονότα που τον σημάδεψαν, από πολιτικές στιγμές που σημάδεψαν την προσωπική του ματιά και την ποιητική του έκφραση, από αναζητήσεις φιλοσοφικές, υπαρξιακές, ερωτικές. «Ψωμί, Ελευθερία, Ερωτας…» είναι ο στίχος του Ρίτσου που ακούστηκε από την ντουντούκα σαν άλλη διαδήλωση, σαν το μότο των αναζητήσεών του και όσων τον απασχόλησαν στη ζωή και την ποίησή του.

Το περιβάλλον ενός κινηματογραφικού συνεργείου είχε στηθεί πάνω και γύρω από τη σκηνή και στην τελευταία σειρά των κερκίδων του θεάτρου καθόταν ο ίδιος ο Δημήτρης Μαυρίκιος, δίνοντας τα παραγγέλματα του σκηνοθέτη: «Cut», «Το ξαναπάμε αυτό από την αρχή», «Πιο έντονα»… Η Τατιάνα Παπαμόσχου άρχισε να ξετυλίγει τη βιογραφία του Γιάννη Ρίτσου, η φωνή της Αλέκας Παΐζη έστειλε έναν χαιρετισμό σε όλους, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος εμφανίστηκε πάνω σ’ έναν γερανό, άρχισε να στροβιλίζεται σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας και «ξαναζωντάνεψε» τον ποιητή, και στη φιγούρα και στην απαγγελία. Εχοντας δει ώρες ατελείωτες πολλά από τα φιλμ που γυρίστηκαν για τον Γιάννη Ρίτσο και έχοντας ακούσει δεκάδες ώρες απαγγελίας του ίδιου, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος τον «επανέφερε» μπροστά μας χωρίς να τον μιμείται. Δεν ακούγονταν παρά μόνο τα τριζόνια όταν εμφανίστηκαν στη σκηνή η Ράνια Οικονομίδου (ως «Ελένη») και η Λυδία Φωτοπούλου («Σονάτα του σεληνόφωτος») ανεβάζοντας στα ύψη τη συγκίνηση και χαρίζοντας σε όλους μας στιγμές ιδιαίτερης υποκριτικής ευαισθησίας, ενώ η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη κατάφερε να ανατρέψει την εμβληματική μελοποιημένη μνήμη όλων μας για τον «Επιτάφιο», παρουσιάζοντας θεατροποιημένη τη γνωστή φωτογραφία που ενέπνευσε τον Ρίτσο και δίνοντας μια σπαρακτική και θρηνητική ερμηνεία του ποιήματος.

«Τώρα έχω μια καλή εικόνα για τον Ρίτσο», είπε βγαίνοντας μία από τους θεατές. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος κατάφερε να δώσει, με το δικό του θεατρικό ύφος, τις συγκρούσεις και τις αγωνίες του Γιάννη Ρίτσου για την ποίηση, για την πολιτική, για τον έρωτα. Και να μας τον ξαναγνωρίσει με τη συμβολή του θεάτρου. Κι ας υπήρχαν σκηνές που φάνηκαν να «κλείνουν το μάτι» στις αισθητικές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, κι ας ήταν στιγμές που τα πολλά πρόσωπα και η πολλή σκηνική δράση εμπόδιζαν την ποίηση να ξεχωρίσει. Ηταν κι αυτά μέρος του πληθωρικού ποιητικού σύμπαντος του Γιάννη Ρίτσου. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος και οι ηθοποιοί του έκαναν την έκπληξη στα φετινά Επιδαύρια. Γι’ αυτό και υπάρχουν σκέψεις η παράσταση να παρουσιαστεί και στην Αθήνα, εφόσον οι υποχρεώσεις των ηθοποιών το επιτρέπουν. Το αίτημα, πάντως, είναι υπαρκτό.

  • Πεσμένο διήμερο

Η ακύρωση της παράστασης του Αμος Γκιτάι με την Ζαν Μορό άφησε έντονα τα ίχνη της στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και την κίνηση της περιοχής της Επιδαύρου. Ακυρώσεις υπήρξαν πολλές, το θέατρο της Μικρής Επιδαύρου χωράει το πολύ 1.000 άτομα και παρότι σχεδόν γέμισε και τις δύο ημέρες δεν στάθηκε ικανό να καλύψει το κενό της κίνησης αυτών των ημερών. «Είναι κακό για το Φεστιβάλ», έλεγαν οι επιχειρηματίες στην Παλιά Επίδαυρο.

Τα ποιήματα που ακούστηκαν στη διάρκεια της παράστασης ήταν αποσπάσματα από τα: «Τερατώδες αριστούργημα», «Γκραγκάντα», «Ρωμιοσύνη», «Κιγκλίδωμα», «Ισως να ’ναι κι έτσι», Σφραγισμένα μ’ ένα χαμόγελο», «Ελένη», «Αρίοστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του», «Τειρεσίας», «Επιτάφιος», «Η σονάτα του σεληνόφωτος».

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/07/2009

«Ιφιγένεια» στην κατά Γκαίτε εκδοχή

Στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε επανέρχεται για δεύτερη φορά έπειτα από εννέα χρόνια το «Αθμόνιο Θέατρο». Οι μόλις πέντε παραστάσεις τής κατά Γκαίτε εκδοχής της κορυφαίας τραγωδίας, σε σκηνοθεσία Αταλάντης Κλαπάκη, θα δοθούν στο «Αμαλίειο», από τις 2 έως τις 6 Αυγούστου.

«Στην εκδοχή του Γκαίτε, η Ιφιγένεια δεν είναι η στιβαρή ηρωίδα της αρχαίας τραγωδίας αλλά το γήινο, ανθρώπινο πρόσωπο που θα οδηγηθεί στη λύση μέσα απ’ τη διαλεκτική», τονίζει η Αταλάντη Κλαπάκη, που υποδύεται στην παράσταση την Ιφιγένεια.

Εστιάζοντας στην ψυχολογία των ηρώων του, ο Γκαίτε στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» καταργεί τον χορό των γερόντων, αλλά και το στοιχείο του από μηχανής θεού. Η κάθαρση επέρχεται από τη βούληση των ίδιων των ηρώων. «Στην τραγωδία του ο Γκαίτε εξυμνεί τη γυναίκα δημιουργώντας τη νέα Ιφιγένεια», προσθέτει η σκηνοθέτρια.

Τη μετάφραση και δραματουργική επεξεργασία υπογράφει η Ιωάννα Ευαγγέλου, τα σκηνικά – κοστούμια η Μπέττυ Λυρίτη, τη μουσική και ηχητική επένδυση ο Γιώργος Γεωργιάδης. Παίζουν: Αταλάντη Κλαπάκη, Θεόφιλος Βανδώρος, Γιάννης Τσιώμου, Ακης Μαράς, Γιάννης Λάμπης, Γιάννης Τοσουνίδης. Οι παραστάσεις εντάσσονται στο πλαίσιο των «Καλοκαιρινών Βραδιών Πολιτισμού». Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Φινάλε με… αριστούργημα

  • Υψηλής αισθητικής και θεατρικού γούστου το «Τερατώδες αριστούργημα» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου, που έριξε την αυλαία στη Μικρή Επίδαυρο. «Διαβάζω ανάποδα τις λέξεις, βρίσκω το σωστό νόημά τους», γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Τερατώδες αριστούργημα».
  • Ο Δημήτρης Μαυρίκιος, δεν ξέρουμε πώς διάβασε τις λέξεις του έργου, το σωστό (θεατρικό) νόημά τους πάντως το βρήκε, σε μία παράσταση καθ’ όλα απολαυστική, υψηλής αισθητικής και θεατρικού γούστου, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στη Μικρή Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Ο σκηνοθέτης «καταδύθηκε» σε αυτό το έργο-ποταμό των 10.000 λέξεων -από το οποίο δανείστηκε τον τίτλο και τον κορμό της η παραγωγή- και μας αποκάλυψε το «αριστούργημα». Δεν περιορίστηκε ωστόσο μόνο στο εν λόγω κείμενο, αφού χρησιμοποίησε -έξοχα δοσμένα στη ροή- αποσπάσματα από τη «Ρωμιοσύνη», την «Τέταρτη διάσταση», το «Κιγκλίδωμα», τον «Επιτάφιο», αλλά και μία μαρτυρία της Λούλας Ρίτσου-Γλέζου για τα παιδικά χρόνια του αδελφού της Γιάννη Ρίτσου, από τη φωνή της αξέχαστης Αλέκας Παϊζη κ.ά., όλα όμως ενταγμένα με τέτοιο τρόπο στην παράσταση ώστε να μην υπάρχει ούτε μία μουντζούρα, μόνο καθαρότητα και διαύγεια.

Τα γνωστά θέματα του ποιητή, ο θάνατος και η αντιπαλότητα μαζί του, η επανάσταση, η οικογένειά του με τη δραματική μοίρα, οι άνθρωποι που αγάπησε και τον αγάπησαν, πάνω απ όλα και πριν απ όλα η ίδια η ποίηση διέτρεχαν το κείμενο, τον λόγο, τις σκηνές. Σκηνές σχεδιασμένες στη λεπτομέρειά τους, που αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα κινηματογραφικό πλατό (σκηνικά Δημήτρης Πολυχρονιάδης, κοστούμια Εύα Νάθενα). Ο Γιάννης Ρίτσος-Λάζαρος Γεωργακόπουλος, υπέροχος με το κοστούμι του, θύμιζε κι εμφανισιακά τον ποιητή. Οι «γυναίκες» του Ρίτσου έλαμψαν. Η «Ελένη»-Ράνια Οικονομίδου υπέροχη. Η Γυναίκα με τα μαύρα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» της Λυδίας Φωτοπούλου εξαιρετική. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη ερμήνευσε κατά τέτοιον τρόπο τον «Επιτάφιο» κι ήταν σαν να τον ακούγαμε πρώτη φορά.

Ο τελευταίος από τους βασικούς άξονες του «Τερατώδους» αριστουργήματος είναι ο Ερωτας. Στην παράσταση το κομμάτι αυτό αποδόθηκε δίχως καθόλου πρόκληση (οι εμφανίσεις του γυμνού άντρα -Γιάννη Κότσιφα δίπλα στη φωτογραφική-αντίκα ήταν ελάχιστες, σύντομες και απολύτως θεατρικές) με τα «χρώματα» και τα αισθήματα που απαιτούσε ο λόγος του Ρίτσου.

Ο θίασος με τα κόκκινα τετράδια στην ορχήστρα υπό τους ήχους του «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ έγραψε το φινάλε της παραγωγής, την οποία χειροκρότησαν θερμά περίπου 700 θεατές στην πρεμιέρα. Το «Τερατώδες αριστούργημα» έγραψε το φινάλε των εκδηλώσεων της Μικρής Επιδαύρου. Το Φεστιβάλ Αθηνών θα πρέπει να βρει τρόπο να το ξαναπαρουσιάσει.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 27/07/2009

Μίτση Κουγιουμτζόγλου: Φινάλε για μία μεταφράστρια της παλιάς γενιάς

//

Πέθανε ξαφνικά στις 12 Ιουλίου, κηδεύτηκε και ετάφη στη Θεσσαλονίκη, μία Κυρία των γραμμάτων και του θεάτρου μας, η μεταφράστρια Μίτση Κουγιουμτζόγλου που δέσποσε στο ελληνικό θέατρο, κυρίως τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, με τις μεταφράσεις της από τα γερμανικά ή διασκευές πλήθους θεατρικών έργων- γύρω στα εβδομήντα – κλασικών, σύγχρονων συγγραφέων αλλά και συγγραφέων του μπουλβάρ, που ανέβηκαν από κρατικά θέατρα και τους σημαντικότερους ιδιωτικούς θιάσους- «Θέατρο Τέχνης» Μουσούρη, Βουγιουκλάκη- Παπαμιχαήλ, Αλεξανδράκη- Γεωργούλη, Συνοδινού, Ληναίου- Φωτίου, Πρέκα…- ή και πολλών άλλων που παίχτηκαν από το ραδιόφωνο.

Η Μίτση Κουγιουμτζόγλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο Φανάρι το 1922 αλλά σύντομα η οικογένειά της μετοίκησε στη Θεσσαλονίκη όπου και σπούδασε θέατρο στη δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου. Ηθοποιός- πρωτοεμφανίστηκε στο ΚΘΒΕ στο «Τραγούδι της κούνιας»-, καθηγήτρια των γερμανικών, σύντομα αναδείχθηκε ως μεταφράστρια- ήταν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων από το 1963 και τιμήθηκε για το έργο της από τη γερμανική κυβέρνηση- αφήνοντας τη σκηνή. Παράλληλα, όπως μας πληροφορεί ο Στέφανος Ληναίος με επιστολή του, ήταν ένας μαχόμενος πνευματικός άνθρωπος από την Κατοχή όταν δούλεψε για την Αντίσταση μέχρι το τέλοςπαρέμεινε πολύ ζωντανή και γεμάτη ενέργεια έως τον θάνατό της.
Ανάμεσα στα έργα που είχε μεταφράσει ήταν: «Οι φυσικοί» του Ντίρενματ, «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Βέντεκιντ, «Καζιμίρ και Καρολίνα» του Χόρβατ, «Η ζωή που σου έχω δώσει» του Πιραντέλο, «Στη φωλιά του κούκου» του Κέισιπου ανέβηκαν στο Εθνικό Θέατρο-, «Πάσχα» του Στρίντμπεργκ, «Ο κύκλος με την κιμωλία» του Μπρεχτ, «Σινικό τείχος» του Φρις, «Ο κόσμος της Σούζι Βογκ» του Όσμπορν, «Τόπο στα νιάτα», «Μαρία του Οκτώβρη», «Υπόθεση διαζυγίου», «Άνθρωπος για όλες της εποχές» του Μπολτ, «Σταφύλι στον ήλιο», «Τσάο», «Ένας τέλειος τζέντλεμαν», «Η καρυδόπιτα», «Το οργανέτο»… [ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009]

Ένα «Αριστούργημα» διόλου τερατώδες

//

Ούτε ο γυμνός φωτογράφος (Γιάννης Κότσιφας) ούτε η ομοερωτική  σκηνή καθόρισαν, τελικά, την αισθαντική παράσταση «Το τερατώδες  αριστούργημα» του Δημήτρη Μαυρίκιου πάνω στην ποίηση του Γιάννη  Ρίτσου, η οποία ενθουσίασε τους 500 την Παρασκευή και 850 το  Σάββατο θεατές στη Μικρή Επίδαυρο

Μία σύνθεση που συμπύκνωνε όλο το έργο του Γιάννη Ρίτσου παρουσίασε ο Δημήτρης Μαυρίκιος στη Μικρή Επίδαυρο, ενώ το μεγάλο θέατρο παρέμεινε κλειστό μετά την ακύρωση της παράστασης του Άμος Γκιτάι
Όχι. Κανένα σκάνδαλο δεν έγινε το Παρασκευοσάββατο στη Μικρή Επίδαυρο. Τίποτα το εξόχως σοκαριστικό δεν είδαμε.

Καλώς το Ελληνικό Φεστιβάλ χαρακτήρισε «ακατάλληλη για ανηλίκους» την παράσταση «Το τερατώδες αριστούργημα»- κάποιους, που δεν ενοχλούνται με όσα βλέπουν τα παιδιά στην τηλεόραση, μπορεί και να τους ενοχλούσαν κάποιες λέξεις του Ρίτσου ή ένα- δύο ανδρικά γυμνά. Αλλά κακώς ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαυρίκιος τόνιζε στις συνεντεύξεις που έδωσε πως το θέαμα- μία «σκηνική προσέγγιση των έργων του Γιάννη Ρίτσου»- «ήταν «αυστηρώς ακατάλληλο για πουριτανούς» δημιουργώντας εκ των προτέρων ατμόσφαιρα που αν κάποιους είλκυσε, περισσότερους μπορεί να απομάκρυνε…

Ένα πλατό - τηλεοπτικό/κινηματογραφικό- είχε στηθεί στην ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου (σκηνικά Δημήτρης Πολυχρονιάδης): περιφερειακά, ράγες που πάνω τους θα κυλούσε ένας κινηματογραφικός γερανός, γύρω ριγμένα μόνιτορ όπου προβάλλονταν σχετικά βίντεο, καλώδια, προβολείς… Ανάμεσά τους, μερικά παλιά κομμάτια- μια φωτογραφική μηχανή με θάλαμο σε τρίποδο, ένα κομοδίνο, μία πολυθρόνα… Και οι τρεις κόσμοι του Ρίτσου, ο αρχαίος με τα ερείπια του θεάτρου, ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσε ο ποιητής και ο σημερινός, να μπλέκονται γλυκά. Το αγροτόσπιτο πίσω από το θέατρο και τα δέντρα της αυλής του έξοχα φωτισμένα από τον Λευτέρη Παυλόπουλο και τον Νίκο Βλασόπουλο- ευτυχώς οι αρχαιολόγοι πείστηκαν επιτέλους να απομακρύνουν το κοτετσόσυρμα που προστάτευε, υποτίθεται, τις αρχαιότητες και οι ηθοποιοί μπορούσαν να κινηθούν και να χορέψουν (κίνηση- χορογραφία Αποστολία Παπαδαμάκη) πιο άνετα. Και παντού κόκκινα τετράδια: σκορπισμένα στη σκηνή, δεμένα σε πακέτα, αφημένα στον θώκο…

Ένα ντοκιμαντέρ για τον Ρίτσο υποτίθεται πως ετοιμάζεται στον χώρο. Ατμόσφαιρα γυρισμάτων, «πάμε», κλακέτα, και η αφηγήτρια (Τατιάνα Παπαμόσχου) σε έναν σύντομο πρόλογο περνάει τα απολύτως βασικά βιογραφικά τού ποιητή, ύστερα παίρνει ένα από τα κόκκινα τετράδια: «Το τερατώδες αριστούργημα». Καπνοί πίσω από το σπίτι και μια διαδήλωση που ακούγεται, ψηλά, πάνω από το θέατρο, πίσω από τα δέντρα διακόπτει: «Ψωμί, ελευθερία, έρωτας!»- από την «Γκραγκάντα» του Ρίτσου. Αυτό το σύνθημα έδωσε και το στίγμα της παράστασης: ο πολιτικός, ο επαναστάτης Ρίτσος σε ισορροπία με τον ερωτικό Ρίτσο: κόκκινο παντού (κοστούμια Εύα Νάθενα) σε συνδυασμό με μαύρο και νέοι με γυμνό το στέρνο.

Ο νεαρός Ρίτσος (Δημήτρης Ντάσκας) κατεβαίνει τα σκαλιά, ένα παιδάκι με πένθος περασμένο στο μπράτσο- ο Ρίτσος μικρούλης, όταν αλλεπάλληλες τραγωδίες έπληξαν την οικογένειά του -, η «Σονάτα στο σεληνόφως» του Μπετόβεν στο πιάνο, η Λυδία Φωτοπούλου, στα μαύρα, καπελάκι με βέλο, ισορροπεί πάνω στις ράγες και «Η σονάτα του σεληνόφωτος» του Ρίτσου…

Νέοι παντού, το άσμα, πένθιμο και ηρωικό «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» με «μπους φερμέ» αφήνει να μας διατρέξει ένα μικρό ρίγος, ο ενήλικος πια ποιητής- ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος που, χωρίς να τον μιμείται, ΗΤΑΝ ο Ρίτσος- στην κορυφή του γερανού που κινείται με ταχύτητα-, η Ράνια Οικονομίδου- Ελένη, συγκλονιστική, τυλιγμένη στα τούλια ενός παλαιικού ρούχου, σε αναπηρική πολυθρόνα την οποία αργά αργά την κινεί ένα βαγονέτο, ένα ομπρελάκι καρφωμένο πάνω από την πολυθρόνακάτι μεταξύ Μις Χάβισαμ από τις «Μεγάλες προσδοκίες» του Ντίκενς και Γουίνι του Μπέκετ-, ο προβολέας να φωτίζει την πλάτη ενός γυμνού φωτογράφου (Γιάννης Κότσιφας), δύο άντρες της Ασφάλειας που στριμώχνουν τον ποιητή και ερευνούν, μουσικές συναρπαστικές (επιμέλεια του σκηνοθέτη και τη Φωτεινής Μπαξεβάνη)… Ο «μπανάλ» πια «Επιτάφιος να παίρνει καινούργια πνοή στα χείλη της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη- στα μαύρα, με τον νεκρό γιο στην αγκαλιά της, μια Πιετά- και, μετά, η ερωτική σκηνή των δύο αγοριών- ναι, ο Ρίτσος τα έγραψε αυτά!- με τον πιο λεπτό και διακριτικό τρόπο στημένη και με το «Κύριε» από το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ να κορυφώνεται, ύστερα πάλι η «Σονάτα»…

Ακόμα και την λατρεμένη του, την αξέχαστη Αλέκα Παΐζη, είχε καταφέρει να την έχει εκεί ο Δημήτρης Μαυρίκιος – η φωνή της ακούστηκε να διαβάζει από τις αναμνήσεις της Λούλας Γλέζου, της αδελφής τού ποιητή.

Το φινάλε έγινε δεκτό με θερμότατο χειροκρότημα και πολλά «μπράβο».

  • ΙΝFΟ Γίνονται συζητήσεις η παράσταση να μεταφερθεί το φθινόπωρο στην Αθήνα, «Πειραιώς 260».

Ιδανική ισορροπία

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος με την παράστασή του αυτή έδωσε, κατά τη γνώμη μου, ένα μοντέλο μετασχηματισμού της ποίησης σε θέατρο. Απέσταξε, με πλατφόρμα το αυτοβιογραφικό «Το τερατώδες αριστούργημα», το τεράστιο σε όγκο έργο του Γιάννη Ρίτσου και συμπύκνωσε την ουσία του σε μία σύνθεση που επιδέξια ισορρόπησε τον πολιτικό και κοινωνικό Ρίτσο με τον μεταφυσικό και ερωτικό Ρίτσο- ναι, υπήρξε και υπάρχει και αυτός…- ισορροπώντας επίσης τον εστετισμό του σκηνοθέτη με τη βαθιά κατάδυση στα άδυτα μιας ποίησης που δεν έχει ίσως ακόμα εκτιμηθεί όσο της αξίζει. Ίσως η καλύτερη παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου μετά τον «Γυάλινο κόσμο» του.

  • Αποστολή: Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

«Είμαι η βασίλισσα!»

«Είμαι η βασίλισσα!»
  • Το επεισόδιο που δημιουργήθηκε στο Ηρώδειο τη δεκαετία του ’30, όταν ο φρουρός απαγόρευσε την είσοδο στην πρωταγωνίστρια της παράστασης, Ελένη Παπαδάκη
  • Τα Αθηναϊκά είναι η περιοδική έκδοση του Συλλόγου των Αθηναίων. Και στο τελευταίο τεύχος, το 114ο της σειράς, περιλαμβάνεται ανάμεσα στα άλλα άρθρο των Μάρως Βουγιούκα και Βασίλη Μεγαρίδη, με τίτλο «Ωδείο Ηρώδου του Αττικού 161 – 2009 μ.Χ. (και συνεχίζει…)».
  • Απόσπασμα

24 Αυγούστου 1955, ώρα 8.25… ολόφωτο και κατάμεστο το αρχαίο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού περιμένει το βασιλικό ζεύγος (η Ελλάδα είχε τότε το πολίτευμα της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας), για να αρχίσει η πρώτη παράσταση του νεοϊδρυμένου Φεστιβάλ Αθηνών, μια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών κάτω από τη διεύθυνση του Θεόδωρου Βαβαγιάννη. Ηταν η πρώτη εκδήλωση μιας νέας πορείας που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας και που ύστερα από 1800 περίπου χρόνια ξανάφερνε το αρχαίο αυτό κτίσμα στον παλιό του προορισμό…

…Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1930, αποφασίστηκε να αξιοποιηθεί και πάλι ο χώρος. Για το σκοπό αυτό στήθηκαν στο βράχο του κοίλου ξύλινοι πάγκοι με σιδερένια στηρίγματα, ένα είδος πρωτόγονων κερκίδων, που αποτέλεσαν το κάτω διάζωμα, ενώ πάνω από αυτό υπήρχε ο βράχος, που αξιοποιήθηκε και αυτός από τους θεατές ως ένα είδος άνω διαζώματος.

Στις 3 Οκτωβρίου 1936 δόθηκε, ύστερα από τόσους αιώνες, η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από το θίασο του τότε Βασιλικού Θεάτρου (σήμερα Εθνικού) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, μουσική Δημήτρη Μητρόπουλου και με πρωταγωνίστριες την Κατίνα Παξινού ως Ηλέκτρα και την Ελένη Παπαδάκη ως Κλυταιμνήστρα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ένα επεισόδιο που συνέβη λίγο πριν από την έναρξη της παραστάσεως: η Ελένη Παπαδάκη, φορώντας από το σπίτι της το αρχαϊκό κοστούμι της Κλυταιμνήστρας (αφού δεν υπήρχαν στο θέατρο καμαρίνια), φθάνει οδηγώντας η ίδια το αυτοκίνητό της στην είσοδο του θεάτρου, αλλά ο φρουρός αστυφύλακας δεν την αφήνει να περάσει λέγοντάς της ότι από στιγμή σε στιγμή αναμένεται η άφιξη του βασιλέως- τότε η Παπαδάκη με μεγαλόπρεπο ύφος του απαντά «Μα και εγώ είμαι η βασίλισσα των Μυκηνών!», οπότε εντυπωσιασμένος τής επέτρεψε την είσοδο…

…Τον Αύγουστο του 1955 άρχισε το ετήσιο Φεστιβάλ Αθηνών, του οποίου οι παραστάσεις δόθηκαν και εξακολουθούν να δίδονται μέχρι σήμερα στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Την επίβλεψή του είχε ο Εθνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) και την καλλιτεχνική διεύθυνση ο Ελληνοαμερικανός Ντίνος Γιαννόπουλος, μόνιμος σκηνοθέτης της Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης.

Η πρώτη παράσταση δόθηκε, όπως είπαμε, στις 24 Αυγούστου με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και το πρώτο αυτό Φεστιβάλ τελείωσε στις 2 Οκτωβρίου με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης…

  • Σοφία Ταράντου, ΕΘΝΟΣ, 26/07/2009

Οι Ρομπέν των σούπερ μάρκετ

  • «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», λέει ο Πάνος Σκουρολιάκος μέσα από την κωμωδία -«αντίδοτο στην ακρίβεια της εποχής»- του Ντάριο Φο, στέλνοντας μήνυμα: «Λασκάρετε λίγο τα πράγματα γιατί το μπαλόνι κοντεύει να σπάσει. Εχουμε φτάσει στο απροχώρητο!»

  • Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω: Ακούγεται σαν σύνθημα αλλά από κάτω κρύβει… γέλιο, περιοδεύον ανά την Ελλάδα. Η ομότιτλη κωμωδία του Ντάριο Φο, που γράφτηκε και αναφέρεται στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του ‘70, αλλά που είναι ιδιαίτερα επίκαιρη και για τη σημερινή Ελλάδα, παρουσιάζεται ως… «αντίδοτο στην ακρίβεια και στη μελαγχολία της εποχής». Αλλωστε το έλεγε και ο ίδιος ο Ντάριο Φο: «Το γέλιο είναι όπλο πολιτικό».

Οι Ρομπέν των σούπερ μάρκετ

  • Εργο κοινωνικής διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα μια υπέροχη φάρσα, έρχεται να ξορκίσει τα κακώς κείμενα, με νοικοκυρές που ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ αλλά… «Δεν πληρώνουν, δεν πληρώνουν», με συζύγους νομοταγείς που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, με εγκυμονούσες-εξπρές, με καλούς αστυνομικούς και κακούς μπάτσους, με νεκροθάφτες και φέρετρα γεμάτα τρόφιμα και έναν σωρό άλλα, που η θεατρική φαντασία του Φο έχει επινοήσει σε αυτήν του την κωμωδία.

Οι Ρομπέν των σούπερ μάρκετ

  • Θύμα βιασμού

  • Μια κωμωδία από τις πιο καλές του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου, που γράφτηκε και πρωτοπαίχθηκε από τον ίδιο και τη σύντροφό του στη σκηνή και στη ζωή, Φράνκα Ράμε, στο Μιλάνο το 1974. «Εξαιτίας της ο Ντάριο Φο σύρθηκε, τότε, στα δικαστήρια και η Φράνκα Ράμε έπεσε θύμα βιασμού από ακροδεξιούς, γιατί πραγματεύονταν μια ιστορία που ήταν πολύ ζωντανή εκείνη την περίοδο στην Ιταλία και είναι και σήμερα στη χώρα μας», εξηγεί ο Πάνος Σκουρολιάκος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην παράσταση.

  • «Οι Ρομπέν των σούπερ μάρκετ μπαίνουν στα καταστήματα, παίρνουν τρόφιμα και δεν τα πληρώνουν. Στο έργο απογοητευμένες νοικοκυρές, αγανακτισμένες από την αύξηση των τιμών, κάνουν το ίδιο. Από κει και πέρα ο Ντάριο Φο φεύγει από το πολιτικό και κάνει όπως αυτός ξέρει μια τρελή κωμωδία με απόλυτα θεατρικά υλικά, με έμπνευση και μοναδική θεατρική ευφορία». Ωστόσο, μοιάζει να νομιμοποιεί μια παράνομη πράξη. «Ολοι αυτοί που θέλουν να δουν στενόμυαλα το έργο θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι μας προτρέπει στο να κλέβουμε. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι μπορεί να είναι ένα σήμα προς τους έχοντες και κατέχοντες: «Λασκάρετε λίγο τα πράγματα γιατί το μπαλόνι κοντεύει να σπάσει.

  • Εχουμε φτάσει στο απροχώρητο». Είναι μια κατάσταση που τη ζούμε και στην Ελλάδα». Η ιδέα για τα έργο -το οποίο ανέβασε πρώτος ο Στέφανος Ληναίος και στον οποίο χρωστάμε ότι γνωρίσαμε τον Ντάριο Φο στην Ελλάδα- ήρθε στον Πάνο Σκουρολιάκο όταν… «άκουσα στις ειδήσεις για τα πρώτα «ντου» εδώ». Ο Ντάριο Φο ζητεί από τους ομότεχνούς του που ανεβάζουν τα έργα του να τα ξαναδουλεύουν. Να τα προσαρμόζουν σύμφωνα με τα δικά τους τα δεδομένα, γιατί κι αυτός έγραψε για τον δικό του τον προσωπικό υποκριτικό κώδικα και της ομάδας του. Αυτό έχει γίνει και στο προκείμενο ανέβασμα. «Παρουσιάζουμε το έργο με έναν ελληνικό «λαϊκό» τρόπο, αναγνωρίσιμο και καθημερινό, κι όχι αγοραίο.

  • Το πρωτότυπο είναι ένας τόμος με πολλά στοιχεία που δεν είναι αναγνωρίσιμα στην Ελλάδα. Δηλαδή μιλάει με λεπτομέρειες για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ιταλία εκείνου του χειμώνα. Φανταστείτε έναν Ελληνα κωμικό να γράφει για έναν νομάρχη ή μια περσόνα της τηλεόρασης ή έναν πολιτικό. Δεν θα είχαν ενδιαφέρον σε καμία άλλη χώρα».

  • Η παράσταση κρατάει τον «πυρήνα, τον σκελετό του έργου, την ψυχή και τη ραχοκοκαλιά του, τα κωμικά του ευρήματα, χωρίς να το ελληνοποιεί. Εχει γίνει αφαίρεση των επικαιρικών στοιχείων που είχαν σχέση με την εποχή που γράφτηκε – και είναι πολλά». Η παραγωγή ανέβηκε αρχικά τον χειμώνα. «Το έργο άρεσε, ακούμπησε το κοινό κι ανανεωμένο το παρουσιάζουμε σε όλη την Ελλάδα. Ζήσαμε την ταύτιση των θεατών με όλα αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή, που είναι πράγματα που τους αφορούν: το «πλιάτσικο» στα σούπερ μάρκετ, ο καλός αστυνομικός και ο κακός μπάτσος, ο οποίος (κακός) πυροβολεί αδιακρίτως. Ολα αυτά είναι δοσμένα απόλυτα θεατρικά, στο σημείο τομής όπου το γέλιο φεύγει από την καθ’ έδρας διδασκαλία και γίνεται σημαντικό θέατρο, ένα θέατρο που πηγάζει μέσα από τους θεατρίνους».
  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
    «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω» του Ντάριο Φο. Διασκευή: Γιάννης Καραχισαρίδης. Σκηνοθεσία: Κώστας Αρζόγλου. Σκηνικά – Κοστούμια: Χριστίνα Κωστέα. Παίζουν: Πάνος Σκουρολιάκος, Μαριάννα Τουμασάτου, Ηρώ Λούπη, Νίκος Ορφανός, Περικλής Αλμπάνης, Δημήτρης Λιακόπουλος.

    Περιοδεία: Σύρος (25, 26/7), Χίος (28/7), Μυτιλήνη (29/7), Ναύπακτος (8/8), Μαρώνεια (21/8), Ασπροβάλτα (22/8), Σέρρες (23/8), Κηποθέατρο Θεσσαλονίκης (24, 25/8), Ξάνθη (29/8), Συκιές (30/8), Λαμία (31/8), Αιγάλεω (1/9), Τρίπολη (2/9), Βριλήσσια (7/9).

    ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 25/07/2009

Πέρσες με γυναίκες… γέροντες

Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ καινοτομεί στους «Πέρσες», μοιράζοντας τον ρόλο του Αγγελιαφόρου σε επτά, μετατρέποντας τον χορό των γερόντων σε χορό γυναικών και εισάγοντας ένα νέο πρόσωπο στη δράση.

Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ καινοτομεί στους «Πέρσες», μοιράζοντας τον ρόλο του Αγγελιαφόρου σε επτά, μετατρέποντας τον χορό των γερόντων σε χορό γυναικών και εισάγοντας ένα νέο πρόσωπο στη δράση.

  • Με στόχο «να ακουστεί η σιωπή», ο Ντίμιτερ Γκότσεφ παρουσιάζει στην Επίδαυρο μία νέα προσέγγιση της τραγωδίας του Αισχύλου με επτά Αγγελιαφόρους και ένα πρόσωπο-κλειδί
  • Στα Σούσα επικρατεί ανησυχία. Ο Χορός εκφράζει τον φόβο του για την τύχη της εκστρατείας προς την Ελλάδα. Η βασίλισσα Ατοσσα διηγείται ένα δυσοίωνο όνειρο, εντείνοντας την αγωνία. Ο Αγγελιαφόρος που καταφθάνει αναγγέλλει τη συντριπτική ήττα της περσικής δύναμης στη Σαλαμίνα. Ο Χορός καλεί σε βοήθεια το πνεύμα του πεθαμένου βασιλιά Δαρείου. Στην έξοδο της τραγωδίας εμφανίζεται ο υπαίτιος της ήττας, ο ίδιος ο Ξέρξης, ο επιζών της τραγωδίας. «Οι Πέρσες» είναι το παλαιότερο σωζόμενο δράμα, η μοναδική τραγωδία που δεν αντλεί το θέμα της από τη μυθολογική παράδοση, αλλά επικεντρώνεται σε ένα ιστορικό γεγονός, την ήττα των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.

  • «Δωρική»
  • Ο διεθνώς καταξιωμένος σκηνοθέτης Ντίμιτερ Γκότσεφ συνεχίζει την αναζήτησή του στο έργο του Αισχύλου, μετά την περίφημη παράσταση των Περσών στο «Ντόιτσες Θίατερ» του Βερολίνου, μία λιτή, «δωρική» παράσταση, η οποία τιμήθηκε ως παράσταση της χρονιάς για το γερμανόφωνο θέατρο το 2006. Σε αυτή την πρώτη του σκηνοθεσία στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, στις 31 Ιουλίου και 1η Αυγούστου, ο σκηνοθέτης έχει συνοδοιπόρους του σημαντικούς Ελληνες ηθοποιούς που απαρτίζουν ένα πολυδύναμο θίασο, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.
  • Ηδη γνωστός στο ελληνικό κοινό από τον «Φιλοκτήτη» του Χάινερ Μίλερ, που φιλοξενήθηκε στην Πάτρα το 2006, αλλά και από τον «Ιβάνωφ» του Τσέχοφ, που παρουσιάστηκε από τη Φολκσμπίνε το 2007 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ο πολιτογραφημένος Γερμανός καλλιτέχνης σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο αργολικό θέατρο, κάνοντας ένα όνειρό του πραγματικότητα. Επέλεξε το αρχαιότερο σωζόμενο δράμα, τη μοναδική τραγωδία που δεν πραγματεύεται ένα μυθικό επεισόδιο, αλλά ένα ιστορικό γεγονός. «Οι Πέρσες» του Βερολίνου δεν επιχείρησαν «εύκολες» αναγωγές στο σήμερα. Με αφαιρετικό τρόπο διαφύλαξαν την απόσταση που μας χωρίζει από την αρχαία τραγωδία, διατηρώντας την αίσθηση του μακρινού και του ανοίκειου και ανοίγοντας παράλληλα ένα νέο ιστορικό χώρο.
  • Ξεχώρισαν, γιατί διατύπωσαν ένα καίριο σχόλιο πάνω στην ιστορία του πολέμου και του πολιτισμού, πάνω στους μηχανισμούς της πολιτικής και στην άσκηση της εξουσίας. Οσοι είχαν την ευκαιρία να δουν την παράσταση, παρακολούθησαν ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στις συλλογικές εμπειρίες που αποτυπώνει η τραγωδία του Αισχύλου.
  • Η επαφή του Γκότσεφ με την αρχαία τραγωδία έγινε μέσα από το πρίσμα του Χάινερ Μίλερ, ενός καλλιτέχνη με τον οποίο τον συνέδεε μακροχρόνια φιλία και στον οποίο οφείλει πολλά. Χρησιμοποιώντας στο Βερολίνο την εξαιρετική μετάφραση-εκδοχή του Μίλερ, ο Γκότσεφ άνοιξε ένα «διάλογο» με το αρχαίο δράμα, που συνεχίζεται στο θέατρο του Πολυκλείτου.Η πρόσκληση του Εθνικού Θεάτρου του δίνει το ερέθισμα και την πρόκληση να επιστρέψει στο συγκεκριμένο έργο, όχι για να επαναλάβει, αλλά για να εμβαθύνει, να ανατρέψει, να συνεχίσει -με την επιμονή που τον διακρίνει- την αναζήτησή του.
  • Σημείο εκκίνησης και πηγή έμπνευσης αυτής της νέας προσέγγισης είναι ο ίδιος ο χώρος της Επιδαύρου κι ακόμα οι συνεργάτες του, οι Ελληνες ηθοποιοί που, αντίθετα με την εκδοχή του Βερολίνου, εδώ απαρτίζουν έναν μεγάλο θίασο – η βερολινέζικη εκδοχή ήταν ολιγομελής. Εξάλλου ο Γκότσεφ αρνείται τον ρόλο του θεωρητικού σκηνοθέτη που έχει στις αποσκευές του έτοιμα σχέδια. Ο ίδιος παραδέχεται την «εξάρτησή» του από τους ηθοποιούς του, συνοδοιπόρους του σε αυτή την περιπέτεια.
  • Στις καινοτόμες λύσεις της παράστασης είναι ότι μοιράζει τον ρόλο του Αγγελιαφόρου σε επτά, μετατρέπει τον χορό των γερόντων σε χορό γυναικών και εισάγει ένα νέο πρόσωπο στη δράση. Το λιτό αφαιρετικό σκηνικό εξυπηρετεί στο να αναδειχθεί το φυσικό κάλλος του τοπίου.Ο Γκότσεφ αναφέρει συχνά μία ιστορία: Κάποτε ο Χάινερ Μίλερ του έδωσε ένα ποίημα και του ζήτησε να το διαβάσει. Στο ποίημα αυτό στο τέλος υπάρχει ο στίχος: «Και η αλήθεια σιγανή και αβάσταχτη».

Ο σκηνοθέτης σχολιάζει συχνά πως αυτό το σχόλιο για την αλήθεια, αυτός ο στίχος θα έπρεπε να είναι ένας στόχος για το θέατρο. Ενα από τα ζητούμενά του σε αυτή την παράσταση είναι να ακουστεί αυτή η αλήθεια. Σιγανή και αβάσταχτη. Να ακουστεί η σιωπή.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 25/07/2009

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

  • «Πέρσες» του Αισχύλου, από το Εθνικό Θέατρο.
  • Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου.
  • Σκηνοθεσία: Ντίμιτερ Γκότσεφ.
  • Σκηνικά/ Κοστούμια: Μαρκ Λάμμερτ. Δραματουργική συνεργασία: Ελενα Καρακούλη.

Παίζουν: Αμαλία Μουτούση, Μηνάς Χατζησάββας, Νίκος Καραθάνος, Βασίλης Ανδρέου, Λαέρτης Βασιλείου, Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Ημελλος, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόδρομος Τσινικάρης, Λένα Κιτσοπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Κόρα Καρβούνη, Σύρμω Κεκέ, Ρηνιώ Κυριαζή, Εύη Σαουλίδου, Ελενα Τοπαλίδου.

Επίδαυρος 31 Ιουλίου, 1η Αυγούστου.

Κάθε Πέρσες και καλύτερα

  • Η παράσταση του έργου του Αισχύλου που σκηνοθέτησε ο Ντ. Γκότζεφ είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει. Αυτό επιζητεί, άλλωστε…

Ο Μηνάς Χατζησάββας, σαν άλλος δικτάτορας, μπροστά στον μπλε περιστρεφόμενο τοίχο, το σκηνικό της παράστασης.

Ο Μηνάς Χατζησάββας, σαν άλλος δικτάτορας, μπροστά στον μπλε περιστρεφόμενο τοίχο, το σκηνικό της παράστασης.

Ο Ντίμιτερ Γκότζεφ το είχε δηλώσει: «Στο έργο του Αισχύλου μ’ ενδιαφέρει ο ήχος που δημιουργείται όταν μια αυτοκρατορία διαλύεται. Πώς η εξουσία, παρά την ήττα που έφερε, συνεχίζει κραταιά να παραδίδει τα σκήπτρα από οικογένεια σε οικογένεια». Μια διαφορετική ανάγνωση των «Περσών» του Αισχύλου παρουσιάζει με το Εθνικό Θέατρο ο βούλγαρος σκηνοθέτης, την Παρασκευή και το Σάββατο, στην Επίδαυρο.

Μια παράσταση «ανάμεσα στη σιωπή και τον ήχο», με πολλές καινοτομίες: Γυναίκες αντί άντρες στον χορό, πολυμελής ο ρόλος του Αγγελιοφόρου.

Ο σκηνοθέτης επικεντρώθηκε στους ρυθμούς, στους ήχους, στο «συντακτικό» των λέξεων και των σκηνών. Η μουσική και η κίνηση βασίστηκε στον λόγο. Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς πριμοδοτώντας την ενέργειά τους. Αλλαζε συνεχώς πράγματα στη διάρκεια των προβών, κάτι που έβαλε σε δοκιμασία τα νεύρα τους αλλά κινητοποίησε διαφορετικούς τρόπους σκέψης και δράσης.

Εκτός από την Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας, ένας εκλεκτός θίασος συμπληρώνει τη διανομή τόσο στον χορό (Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Κόρα Καρβούνη, Σύρμω Κεκέ, Ρηνιώ Κυριαζή, Εύη Σαουλίδου, Ελενα Τοπαλίδου), όσο και στο ρόλο του Αγγελιοφόρου που παρουσιάζεται από επτά ηθοποιούς (Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Γάλλος, Λαέρτης Βασιλείου, Δημήτρης Ήμελλος, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόδρομος Τσινικόρης). Ολοι λειτουργούν σαν ένα σώμα και μια φωνή.

  • Ο Δαρείος δικτάτορας

Η Αλεξία Καλτσίκη τονίζει ότι η επιλογή να αντιστραφεί το φύλο του χορού είναι μέρος μιας ευρύτερης συλλογιστικής για την παράσταση: «Δεν βοηθάει σε τίποτα να απομονώνεται ο χορός. Οι κοπέλες έχουν η καθεμιά τη δική της εμπειρία και διαδρομή στο θέατρο. Η δουλειά μας είναι συλλογική και είναι χαρά να συναντιέμαι μαζί τους. Με τον Γκότζεφ δουλεύουμε ξεχνώντας ότι είναι ξένος σκηνοθέτης. Μας ενδιαφέρει η γλώσσα του θεάτρου και όχι αποκλειστικά η γλώσσα της καθημερινής επικοινωνίας. Αλλωστε δεν είναι και τόσο μακρινός μας. Είναι Βούλγαρος που απέκτησε τη θεατρική και πνευματική του παιδεία σε μια μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία».

Το σκηνικό (Μαρκ Λάμερτ) περιορίζεται σ’ έναν μπλε περιστρεφόμενο τοίχο. Απ’ αυτόν θα ξεκολλήσει κάποτε το φάντασμα του Δαρείου (Μηνάς Χατζησάββας), που δεν θα είναι και τόσο… φάντασμα. Θα περπατήσει σαν δικτάτορας στην ορχήστρα, θα κουβεντιάσει με την Ατοσσα. Οσο για τη Λένα Κιτσοπούλου, είναι το «ένα άλλο πρόσωπο» της παράστασης που μπροστά σε μικρόφωνο ερμηνεύει αποσπάσματα χορικών.

«Σου δίνει την ελευθερία να δημιουργείς και να συνδημιουργείς» λέει ο Μ. Χατζησάββας για τον Ντ. Γκότζεφ: «Εχουμε συνηθίσει τους σκηνοθέτες λίγο σαν θεούς. Εκείνος είναι έτοιμος ν’ ακούσει και να δεχθεί την άποψή σου αν συμφωνήσει. Με προκαλεί να φτάσω στα άκρα. Επί έντεκα χρόνια αρνιόμουν να κάνω τραγωδία. Με ενδιαφέρουν οι διαφορετικές αναγνώσεις του αρχαίου δράματος. Τόσα χρόνια ζούμε με το καμτσίκι μήπως ξεφύγουμε λίγο απ’ το κείμενο, μην τυχόν κι αλλάξουμε μια κουβέντα του Αισχύλου… Η Ατοσσα και ο Δαρείος είναι δυο ρόλοι άχρωμοι μπροστά στα μεγέθη άλλων τραγικών ηρώων. Ε, λοιπόν, σ’ αυτή την παράσταση πήραν υπόσταση και αντί ξερών βασιλικών ρήσεων βλέπουμε σημερινές μεγάλες αλήθειες και δυστυχίες, όπως τους μηχανισμούς που κινούν την εξουσία μέσα από οικογένεια σε οικογένεια».

Στο κείμενο (μετάφραση Ελένης Βαροπούλου) έχουν γίνει κοψίματα και μεταθέσεις. Οσο για το περίφημο «Ιτε, παίδες Ελλήνων», που συνήθως προκαλεί ρίγη πατριωτικής διέγερσης στους θεατές, ακούγεται χαμηλά, σχεδόν αδιάφορα. Ο Μ. Χατζησάββας συνεχίζει:

«Γιατί όχι πειραματισμοί στην Επίδαυρο; Πρέπει να παίζουμε με χλαμύδες, να επιστρέψουμε στη θρησκεία, στον Αγιο Αισχύλο; Φυσικά πρόκειται για σπουδαίους ποιητές, αλλά δεν καταλαβαίνω τι θα υποστούν αν, σήμερα, τραγουδήσουμε το μέλος ή αν ο Δαρείος δεν εμφανιστεί ως πατροπαράδοτο φάντασμα. Ε, λοιπόν, εγώ είμαι άθεος… Επειδή έχουν ήδη αρχίσει τα σχόλια κι επειδή τελευταία οι δυσαρεστημένοι -είτε ως αποκλεισμένοι του φεστιβάλ, είτε ως ενοχλημένοι για την, κατά τη γνώμη τους, δήθεν πρωτοπορία- αρχίζουν προβοκάτσιες, εγώ πηγαίνω έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Αν συμβεί κάτι, θα τους κατασπαράξω! Φτάνει να μην πάθω ανεύρυσμα. Τι έχω να φοβηθώ; Μήπως μου τσαλακώσουν την καριέρα; Εχω μεγαλώσει, δεν φοβάμαι τίποτα».

Τον ρόλο του Ξέρξη ερμηνεύει ο Νίκος Καραθάνος: «Ενας ηγέτης που έφτασε πολύ μακριά κάνοντας και παθαίνοντας φοβερά πράγματα. Ενας δικτάτορας που θα μπορούσε να είναι ο Μπάστερ Κίτον… Η παθολογία των ηγετών είναι πάντα κωμική στο βάθος, άσχετα αν εμείς δεν γελάμε γιατί στεκόμαστε στον τρόμο που προκαλούν». *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / Επτά, Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Γιατί δεν είδαμε τη Ζαν Μορό στην Επίδαυρο

  • Ποιες αιτίες οδήγησαν στη ματαίωση της παράστασης «Ο πόλεμος των υιών του φωτός εναντίον των υιών του σκότους» του Αμος Γκιτάι στο αρχαίο θέατρο

Η Ζαν Μορό συνομιλεί με τον σκηνοθέτη Αμος Γκιτάι σε διάρκεια πρόβας στην Αβινιόν

Η Ζαν Μορό δεν ήρθε. Τελικά το ελληνικό κοινό δεν είδε ούτε άκουσε τη γαλλίδα ηθοποιό να διαβάζει αποσπάσματα από το κείμενο του Ιώσηπου Φλάβιου… Μαζί ακυρώθηκε και η παράσταση που θα οδηγούσε στην Επίδαυρο την 81χρονη σήμερα μεγάλη κυρία του σινεμά και του θεάτρου. Μαζί δεν ήρθε και «Ο πόλεμος των υιών του φωτός εναντίον των υιών του σκότους» που σκηνοθετεί ο κινηματογραφικός κυρίως Αμος Γκιτάι…

Τα νέα δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν στην Επίδαυρο κατά τη διάρκεια του διημέρου όπου παιζόταν η «Αλκηστις». «Ακυρώθηκε και η δεύτερη παράσταση με τη Ζαν Μορό…». Δύσκολο να μείνει κρυφό το γεγονός: Κυριακή πρωί πρωί το Φεστιβάλ ξεκίνησε τις ακυρώσεις στα ξενοδοχεία για τα μέλη του θιάσου (Μουριά, Αριστοτέλης). Η Ζαν Μορό θα έμενε στο Ναυπλία Ρalace, στο Ναύπλιο- άλλη μια ακύρωση. Είχε προηγηθεί (από το Σάββατο 18/7) άνωθεν εντολή για «πάγωμα» στην πώληση των εισιτηρίων (του Σαββάτου 25/7), ενώ η συρρίκνωση των δύο παραστάσεων σε μία είχε ήδη δώσει το στίγμα της παραγωγής που ερχόταν με δύναμη από την Αβινιόν και τη Βαρκελώνη.

Ωστόσο, και σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με την έλευση τηςΕλεν Μίρεν και της «Φαίδρας» της, το κοινό δεν έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη γαλλίδα ηθοποιό- ίσως και λόγω της ηλικίας της. Η προπώληση για τον «Πόλεμο των υιών του φωτός εναντίον των υιών του σκότους» ήταν εξαρχής υποτονική…

«Κακή αρχή για την Αβινιόν. Αλλά υπάρχει η Ζαν Μορό». Με αυτόν τον τίτλο- και μάλιστα στο πρωτοσέλιδό του- ο «Μonde» υποδέχθηκε την παράσταση του Αμος Γκιτάι, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, τη μεθεπομένη της πρεμιέρας που σηματοδοτούσε και το άνοιγμα του 63ου Φεστιβάλ της Αβινιόν. Υμνώντας τη φωνή της γαλλίδας ιέρειας της οθόνης και της σκηνής και ασκώντας κριτική στο άνευρο (μη) θεατρικό πόνημα του Γκιτάι, η εφημερίδα έγινε προπομπός: η «κακή αρχή» του Φεστιβάλ έδωσε τη σκυτάλη στο «άδοξο τέλος» της δουλειάς του ισραηλινού σκηνοθέτη. Μετά τις παραστάσεις στη γαλλική πόλη, η περιοδεία ακυρώθηκε και μάλιστα σιγά σιγά, σαν μια σειρά από μικρές θεατρικές πράξεις που ξεκίνησαν από τη Βαρκελώνη- όπου ο «Πόλεμος» θα είχε προηγηθεί της δικής μας Επιδαύρου.

  • Η πρώτη ακύρωση…

OΔημήτρης Καταλειφόςγύρισε στην Ελλάδα την επομένη της πρεμιέρας της παράστασης στην Αβινιόν. Είχε μείνει στη γαλλική θεατρική πόλη δύο εβδομάδες, παρακολουθώντας τις πρόβες του «Πολέμου των υιών…», συνεργαζόμενος με τον σκηνοθέτη και τη βοηθό του. Τότε και ενώ ο έλληνας ηθοποιός οργάνωνε τις σημειώσεις του από τη διαμονή του στην Αβινιόν, δέχθηκε το τηλεφώνημα της βοηθού του Αμος Γκιτάι, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ του ζήτησε να αναλάβει τον ρόλο του Τίτου. Η δικαιολογημένη άρνησή του, μια που ο χρόνος ήταν πλέον περιορισμένος και η δουλειά που είχε προηγηθεί αφορούσε τον ρόλο ενός αφηγητή-ενδιαμέσου, οδήγησε στην πρώτη κρίση. Με ανοιχτές τις τηλεφωνικές γραμμές Αθήνα- Βαρκελώνη, ο Γιώργος Λούκος συζητούσε με τον σκηνοθέτη πιθανές λύσεις και δυνατότητες αντικατάστασης του Καταλειφού. Ετσι στις 16 Ιουλίου το Φεστιβάλ Αθηνών στέλνει την πρώτη ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία οι δύο παραστάσεις γίνονται… μία, «για λόγους παραγωγής», όπως σημειώνεται σχετικά. Διατηρείται η παράσταση του Σαββάτου (25 Ιουλίου) και καλούνται όσοι έχουν αγοράσει εισιτήρια για την Παρασκευή (24/6) να απευθυνθούν στα εκδοτήρια του Φεστιβάλ. Στο τέλος σημειώνεται δε ότι «στην παραγωγή δεν θα συμμετάσχει ο Δημήτρης Καταλειφός».

  • Η ματαίωση…

Και ενώ αντικαταστάτης δεν έχει βρεθεί στην Αθήνα, ο θίασος του Γκιτάι κάνει μια τελευταία πρόβα στη Βαρκελώνη το βράδυ της 16ης Ιουλίου- προγραμματισμένες παραστάσεις στην ισπανική πόλη την Παρασκευή και το Σάββατο 17 και 18 Ιουλίου. Την (περασμένη) Κυριακή 19 Ιουλίου όλοι θα ταξίδευαν για την Ελλάδα και συγκεκριμένα για την Επίδαυρο. Ολοι;

Φήμες θέλουν την πρόβα να κράτησε περισσότερη ώρα και την 81χρονη γαλλίδα ηθοποιό να εξαντλεί την τόσο γοητευτική φωνή της, με αποτέλεσμα να ζητήσει να εξαιρεθεί από την παράσταση- μια εξαίρεση συνώνυμη της ματαίωσης… Οπερ και εγένετο. Γιατί όμως η Ζαν Μορό «έχασε» τη φωνή της; Η ηθοποιός είχε δεχθεί με περισσή χαρά τη συμμετοχή της στον «Πόλεμο των υιών…». Ωστόσο μετά την πρεμιέρα- προτού καν δημοσιευθούν οι πρώτες κριτικές στον διεθνή τύπο, ο Αμος Γκιτάι κατάλαβε, όσο κι αν ήθελε να το κρύψει, ότι η παράστασή του δεν έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της πρεμιέρας στεκόταν και παρακολουθούσε. Και όταν το χειροκρότημα στο θέατρο Carriere de Βoulbon φάνηκε ότι δεν ήταν το αναμενόμενο και η αποχώρηση του κοινού βιαστική, κατάλαβε…

Το κλίμα επιβαρύνθηκε από τις κακές κριτικές και έτσι ο σκηνοθέτης άρχισε να αναθεωρεί κάποιες σκηνές του «Πολέμου…» και να επιχειρεί ορισμένες τροποποιήσεις ή και αλλαγές. Οταν πια «χάθηκε» και η φωνή της Ζαν Μορό δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσε να στηρίξει τον «Πόλεμο…». Και ήρθε η ήττα.

«Ματαιώνεται και η προγραμματισμένη για το Σάββατο 25 Ιουλίου παράσταση του Αμος Γκιτάι λόγω ασθένειας της πρωταγωνίστριας Ζαν Μορό» γράφει η δεύτερη (και τελευταία) ανακοίνωση του Φεστιβάλ Αθηνών, επεξηγώντας τα περί Βαρκελώνης και τα περί επιστροφής των χρημάτων των εισιτηρίων.

  • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Blog στο WordPress.com.
Theme: Esquire by Matthew Buchanan.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.